Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

michas114

Οι κάτοικοι της χώρας αποκοιμήθηκαν θλιμμένοι
έμειναν μόνο οι φίλες μου οι σκιές
το αστέρι της νύχτας είναι κόκκινο για ένα
μακρινό έγκλημα
δεν αντέχω τις κλειστές πόρτες
τα τραγούδια των πλανόδιων μουσικών γίνανε θρήνοι
εδώ σκοτώνουν τους ταξιδιώτες
και τα χλωμά κορίτσια χορεύουν στεφανωμένα
με φλογισμένα σύννεφα
θύματα υποβολών
δεν είδαμε ποτέ την αλήθεια που μας αποκαλύφτηκε
ακούγονται τα βήματα των υπόγειων αδερφών μας
κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει αυτούς τους
ταξιδιώτες

Επόπτες κρατούν στα χέρια τους τα σκοτάδια
μαύρα φορτηγά περνούν όλη τη νύχτα
κάποιοι παραμονεύουν στις πόρτες
οι παρείσακτοι με τα οπλισμένα χέρια
έχουν μάτια δολοφόνων μας προετοίμασαν πολύ νωρίς
γι’ αυτή την ψεύτικη ζωή.

Υπάρχει μια πόρτα στην άκρη του μυαλού
πρέπει να βρούμε το κλειδί
είναι στο ίδιο μέρος που είμαστε φυλακισμένοι…
Τύλιξε το σώμα του
με τ’ όνειρο
και κοιμήθηκε ανάμεσα στα θηρία.

***

Χέρια
χιλιάδες χέρια
πρόβαλαν μέσα απ’ τους τοίχους
άπληστα χέρια
χέρια που ικέτευαν
ματωμένα χέρια
χέρια κομμένα που πάνω τους
φύτρωναν άλλα χέρια
παθιασμένα χέρια εραστών
χέρια δεμένα μ’ αλυσίδες
γαντοφορεμένα χέρια
χέρια τρελών
στολισμένα χέρια
χέρια που πρόδωσαν.

Χιλιάδες χέρια
θα πνίξουνε τη χώρα.
Μάυρα πουλιά
καρφώνουν το φεγγάρι
και τ’ άστρα κλαίνε.

***

Νεκρούπολη
ξεκοιλιασμένα αυτοκίνητα τέρατα
θρηνητικά ουρλιαχτά άγριων σκύλων
ζητιάνοι πεθαίνουν ξαπλωμένοι σ’ εφημερίδες
τηλεορασάνθρωποι σκλάβοι υπνωτικών υποδείξεων

Συμμορίες παιδιών περιπλανιούνται στους δρόμους
μέρες γεμάτες πόνο
ο φετινός χειμώνας είναι τόσο κρύος
στις πλατείες οι φονιάδες στήσαν καταυλισμούς
σκιές γλιστρούν στους τοίχους
σκουλήκια προχωρούν όρθια στους νέους νεκρούς.

*“Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

Γρηγόριος Σακαλής, Γυναίκα

Christian Schloe, Mayflower

Christian Schloe, Mayflower

Εκεί στην αμμουδιά
λύνω πάνω στο κορμί σου
με πετραδάκια εξισώσεις
αν μ’ αγαπάς
αν σ’ αγαπώ
εσύ σκας στα γέλια
και μου χαλάς τα κλάσματα
αδερφή και ερωμένη
μάνα και θυγατέρα
γυναίκα του Πικασσό
του Μοντιλιάνι
προσεγγίζεις το θείο
στον Όλυμπο ενθρονίζεσαι
της ομορφιάς αστέρι
και της γνώσης πηγή
νιώθω ασήμαντος
να είμαι πλάϊ σου
μα σε θέλω τόσο
που βρίσκω τη δύναμη
να το κάνω.

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική –…

View original post 2,855 more words

Δήμητρα Καραφύλλη, Τέσσερα ποιήματα

FRAM williams Artel

FRAM williams Artel

ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ

Ό,τι κι αν γράφεις, ποιητή μου
έρχεσαι δεύτερος.
Κάποιος, στου χρόνου τη στροφή
σ΄ έχει προλάβει.
Έχει μιλήσει για τα μάτια της καλής σου
τις ομορφιές του τόπου σου
την αγκαλιά της μάνας.
Για του πολέμου τη φωτιά
τα φώτα της ειρήνης.
Μην παίζεις το μολύβι νευρικά
στα δάχτυλά σου.
Μην παραπονιέσαι ότι στέρεψες.
Μην ακούς. Αφουγκράσου τη ζωή
που ίδια στο διηνεκές κυλά. Για όλους.
Μην αλιεύεις μίγματα εκρηκτικά, στα λεξικά
που ξεριζώνουν την ψυχή από τις λέξεις.
Βγάλε εκείνο το μικρό
πολυπρισματικό κρυσταλλάκι
που έχεις φυλαγμένο στον κόρφο σου
και πριν ξεθαμπώσει
βρες τη δική σου γωνία προβολής.
Εστίασε. Κοίτα βαθιά.
Τι βλέπεις;

***

PUZZLE

Τοπίο τρίτης άνοιξης.
Στο ομιχλώδες διηνυμένο διάστημα
αναζητώ τα ίχνη του εαυτού μου
χαμένα στην προοπτική του χρόνου.

Η Ελένη, η Άννα, η Βιβή
που μαζί σχεδιάζαμε το αύριο στο μπλοκ ιχνογραφίας
στριμωγμένες στο ίδιο θρανίο
καθόλου δεν με βοηθούν.
Είναι… πολύ απασχολημένες, λένε.
Υπεκφυγές.

Τις βλέπω. Σε μικρή απόσταση από μένα.
Στην ίδια περίπου ακτίνα.
Λάμνουν, σαν άσκοπα, στις όχθες της λήθης.
Προχωρούν, πισωγυρίζουν, συλλέγουν, ξεδιαλέγουν
προσπαθούν να τακτοποιήσουν
τα δήθεν πολύτιμα γι’ αυτές ευρήματα
σ’ ένα πλατύ, ρηχό χαρτόκουτο.
Σε μια σχεδόν φθαρμένη συσκευασία puzzle.

***

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Δωσ’ μου
τα κέρινα κραγιόνια σου για λίγο
να ζωγραφίσω θέλω την αυγή
όπως εσύ τη βλέπεις.

Δωσ’ μου
λίγες σταγόνες γιασεμί
απ’ την κολόνια σου
να πάρει το πρωί πνοή εαρινή.

Δωσ’ μου
δυο φιλιά σοκολατένια
να λειώσουνε στο στόμα μου αργά
να μαλακώσει η μέρα.

Α, μην ξεχάσεις.
Άφησε
τα ίχνη της αφής σου στο δέρμα μου
κομψή ρουμινένια ψηφίδα.

Και κράτα τις λέξεις.

***

ΧΑΜΕΝΗ ΕΔΕΜ

Γέμισα την κατάψυξη καρπούς και φρέσκα φρούτα.
Ελιές, αμύγδαλα, λωτούς, μήλα των Εσπερίδων.
Σύκα γλυκά, συκάμινα στο χρώμα της βιολέτας
φύλλα μυρτιάς μυρωδικά, ξανθό αραποσίτι
χουρμάδες, ρόδια, πιπεριές, μαύρα μεστά σταφύλια
λιαστές ντομάτες σαν καρδιές, κεράσια ματωμένα.
Φράουλες σχήμα του φιλιού και άρωμα αγάπης.
Μπιζέλι καταπράσινο, σέλινο σε λινό
μαντίλι πεντακάθαρο μπιρσιμοκεντημένο.
Μάντολες χρώμα του πανσέ, μαστίχα μεθυσμένη
χρυσό ζαχαροκάλαμο σε αγυρό χανάπι.

Δεν τα γευτήκαμε ποτέ.
Τ’ ανακυκλώσαμε μαζί με το ψυγείο.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος – 32 ποιητικά γιατί”, εκδόσεις Αρκαδικός Κήτυκας, Αθήνα 2011.

Χρήστος Ζάχος, Πέντε ποιήματα

600903_10152444226144937_1951444048_n

Η αντίπερα όχθη

Έτσι,
κάθε βράδυ που κάθομαι και διαβάζω τους αγαπημένους μου
ποιητές
-γράφοντας ενίοτε κάποια αδέξια στιχάκια-
όταν σηκώνομαι να πάρω άλλη μια μπίρα από το ψυγείο,
περνάω σε μια άλλη διάσταση
λησμονώντας πάντα τον δρόμο της επιστροφής.

***

Προοίμιο

Το νιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειστεί.

Μια καινούργια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!

***

Αλκοολικές συναντήσεις

Κάθομαι στο μπαρ και πίνω μπίρα με ρακή
Πιο δίπλα κάθεται μια μεγαλοκυρία
και πίνει ούσκι με μπίρα
και πιο πέρα, κάποιος με βότκα και μπίρα
Κι εσείς ψάχνετε να βρείτε το νόημα όλων αυτών
Μπίρα, το νερό των αλκοολικών

***

Απρόσμενο συναίσθημα

Ξαφνικά, άρχισα να νιώθω περίεργα
Κάπως όμορφα αλλά ευάλωτα
Κάποιες μύχιες φαντασιώσεις
άρχισαν να παιδεύουν το μυαλό μου
κι ένιωσα το τζιν να στενύει
στον καβάλο

κοίταξα τον ουρανό
και τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα

Ήταν όμορφα
Πήρα το δρόμο για το σπίτι

***

Ο τρόπος μου

Η τέχνη είναι ελευθερία
και αυτή την ελευθερία θέλω να εκφράσω
με τον δικό μου τρόπο

*Από τη συλλογή “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

x-egersi

Φώτης Γερασίμου, Τέσσερα ποιήματα

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

4, rue des Citeaux

Τι να πω…
Ότι και να πω το ίδιο θα ’ναι.
Απο κει πέρασα.
Ή μήπως δεν θάναι…
Για να μην πεθάνω δεν πρέπει να ‘χω παρελθόν.
Μα εγώ το παρελθόν μου το θέλω.
Αφού από κει πέρασα. Αυτό είμαι.
Άρα, για να μην πεθάνω θα πρέπει να μην είμαι.
Ε, όχι εγώ θέλω να είμαι.
Άρα, θέλω να πεθάνω;
Δηλαδή, το δίλημμα είναι ή χωρίς παρελθόν
και χωρίς θάνατο
ή με παρελθόν και θάνατο;

Εσείς, τι λέτε;

***

Καντ

Ήταν ανάγκη να περνάς κάθε βράδυ
από κείνο το δρομολόγιο;
Θα σου βρίσκαμε κι εμείς ένα δρομολόγιο
που θα σου άρεσε.
Κι αν σε ζάλιζαν την άνοιξη οι μυρωδιές
απ’ τη χλωρή ατμόσφαιρα
και διέκοπταν τους συλλογισμούς σου
οι φωνές των παιδιών
θα βάζαμε τις γλάστρες μέσα
και τα παιδιά θα τα μαζεύαμε νωρίς.
Και αναπόσπαστος να σκέφτεσαι
τη γενική θεωρία του Υψηλού
όπως θα σου ξανοιγόταν ο διάδρομος του γαλαξία
ανάμεσα στα φωτισμένα παράθυρα
και τα ξέπνοα γελάκια των πορνών

αργά
κατεβαίνοντας
την οδό Πιπίνου…

***

υγ. 1

Με βήμα ρυθμικό κι επίσημο
με ύφος σαν να βγαίναν απ’ τ’ όνειρο
σαν να ‘χαν ξυπνήσει από μεσημεριάτικο ύπνο
με τόσο βάρος αθωότητας στα μέλη
με τόση ελαφράδα ενοχής στις κινήσεις
αποφασισμένα, κουρδισμένα, ανυποψίαστα
-που τα στέλνετε;-
διασχίζοντας με χαμόγελο τον κόσμο
που δεν είχαν επιλέξει,
για τις πρώτες τους γυμναστικές
επιδείξεις…

τα νήπια

***

υγ. 2

Μα, πού τους πάνε; πού πάνε; αναρωτιόμουν
Σχεδόν χαμένοι, εξαϋλωμένοι μέσα στην ομίχλη
των φλας απομακρύνονταν αργά κοιτώντας απ’ το
πίσω κάθισμα, ανυποψίαστοι
για το πάντα και το ποτέ, μ’ ένα χαμόγελο στα μάτια
ένα φιλί στα χείλη, τα χέρια… που νόμιζες ότι δεν
φεύγουν χωρίς επιστροφή.
και κανείς δεν έβλεπε ποιος καθόταν
στη θέση του οδηγού, όπως ακάθεκτοι πια, έτρεχαν
προς το μέλλον που ‘χε γραφτεί στο παρελθόν

οι νεόνυμφοι

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

savedimages

Kenneth Rexroth, 1905-1982 – Σύντομη βιογραφία του ποιητή, αναρχικού και πρωτοπόρου του κινήματος Beat

Rexroth

Του Nick Heath*

Εργατική δύναμη στην αγορά,
Δύναμη πυρός στο πεδίο της μάχης,
Είναι όλα ένα ίσως δύο
Όψεις του ίδιου τέρατος.
Ο Δράκος και ο Μονόκερως

Ο Kenneth Rexroth γεννήθηκε το 1905 στην Ιντιάνα, σε μια οικογένεια φεμινιστριών, ελευθεροσκεπτικιστών, οπαδών της κατάργησης της δουλείας, σοσιαλιστών και αναρχικών. Ο πατέρας του συνήθιζε να πίνει ουίσκι με τον Eugene Debs, τον σοσιαλιστή ηγέτη. Έτσι, η ανατροφή του Kenneth ήταν φωτισμένη, αλλά στη συνέχεια είχε την ατυχία να μείνει ορφανός στην ηλικία των 12. Τα περισσότερα χρόνια της εφηβείας του τα πέρασε στο Σικάγο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, ενώ συμμετείχε στη λειτουργία μιας τζαζ τσαγερί. Εδώ ήταν που ήρθε σε επαφή με τον κόσμο των μποέμ – μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, άνεργους, επαναστάτες και ξένους.

Ο Kenneth Rexroth υπήρχε σχεδόν εντελώς αυτοδίδακτος, με μόνο πέντε χρόνια στην επίσημη σχολική εκπαίδευση. Διάβαζε πάρα πολύ και με μεγάλη προσοχή, ενώ άρχισε να γράφει ποίηση και να επιδίδεται στην αφηρημένη ζωγραφική. Επίσης, εργάστηκε στη θεατρική avant-garde σκηνή και έμαθε από μόνος του αρκετές γλώσσες. Όπως και ο Ευρωπαίος συγγραφέας Jean Malaquais, έζησε στο δρόμο στο τέλος της εφηβείας του, αλητεύοντας και περιπλανώμενος.

Έκανε πάρα πολλές δουλειές, μερικές φορές ως μάγειρας καουμπόι, άλλοτε ως λογομάχος καθώς και σε γεωργικές και δασικές εργασίες. Εργάστηκε ως κατασκευαστής οδοντόβουρτσων και διανεμητής φυλλαδίων σχετικά με τη διατροφή. Μάλιστα, κατάφερε να ταξιδέψει μετ’ επιστροφής στο Παρίσι ως λαθρεπιβάτης. Στο Παρίσι συνάντησε πολλούς σημαντικούς ριζοσπάστες καλλιτέχνες, συμπεριλαμβανομένων πολλών σουρεαλιστών.

Ενώ βρισκόταν στη Γαλλία, ο αναρχικός Αλεξάντερ Μπέρκμαν, του είπε ότι δεν πρέπει να καταντήσει ένας άλλος αλλοδαπός και έτσι ο Kenneth επέστρεψε στις ΗΠΑ. Ενστερνιζόμενος τις αναρχικές ιδέες σε νεαρή ηλικία, κατανόησε τον μπολσεβίκικο μύθο της Ρωσικής Επανάστασης, μόλις το 1921, όταν η εξέγερση των ναυτών της Κρονστάνδης συνετρίβη από τον Λένιν και την παρέα του.

Το 1927 εντάχθηκε στους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου (IWW), εργαζόμενος για λίγο στην εφημερίδα του συνδικάτου. Στο Σικάγο έστησε μια ομάδα ντανταϊστών. Ακολούθησε ανεξάρτητη δραστηριότητα κατά τη δεκαετία του 1930. Διαμένοντας πλέον στο Σαν Φρανσίσκο, συμμετείχε στην έκδοση του δελτίου “Waterfront Worker” που προέτρεπε τους λιμενεργάτες να οργανωθούν. (Στη μετέπειτα ζωή του διασκέδαζε τους φίλους του με τις παραδόσεις της IWW και ισπανικά αναρχικά τραγούδια και μερικές φορές χρησιμοποιούσε τον χαιρετισμό της IWW “Αγαπητέ σύντροφε εργάτη” σε επιστολές του).

Με την κατάρρευση του επαναστατικού κύματος, διατήρησε και αναζήτησε επαφές με εκείνους που είχαν διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό τους, ευελπιστώμντας σε μια επαναξιολόγηση και επανεξέταση. Όπου στεκόταν δυνατόν, μιλούσε ενάντια στην καθεστηκυία τάξη. Πρέπει να θυμόμαστε ότι σε αυτή την -εν πολλοίς τραγική- περίοδο, ήταν εξαιρετικό επίτευγμα η διατήρηση μιας κάποιας επαναστατικής αισιοδοξίας. Οι διαστροφές του μπολσεβικισμού σήμαιναν, όπως έλεγε ο Kenneth, ότι “δεν υπήρχε κανείς αριστερός που να μην επικεντρωνόταν αποκλειστικά στο Κρεμλίνο, είτε ως ανόητος σταλινικός με το τσεκούρι είτε ως ένας ψυχοπαθής αντιμπολσεβίκος”.

Ήταν επίσης σε θέση να προχωρήσει στην οξεία παρατήρηση ότι «τα σοσιαλιστικά και συνδικαλιστικά κινήματα στη Δύση λειτούργησαν στην πραγματικότητα -όχι μόνο ως διοικητές, για να εξασφαλισθεί ότι ο ατμός απελευθερώνεται όταν η πίεση είναι πολύ υψηλή, όχι μόνο ως αυτό που τώρα που ονομάζονται συσκευές “fail safe”, αν και σίγουρα είναι αυτό-, αλλά ως ουσιώδη μέρη της οργάνωσης-κινήτρου του καπιταλισμού, περισσότερο, με άλλα λόγια, ως καρμπυρατέρ που εξασφαλίζουν το ότι χρησιμοποιείται ακριβώς το σωστό μίγμα καυσίμου και αέρα για κάθε νέα ζήτηση της μηχανής”.

Με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, αρνήθηκε να λάβει μέρος στη σύγκρουση των αντιτιθέμενων καπιταλιστικών κρατών και ήταν αντιρρησίας συνείδησης. Έκανε εναλλακτική υπηρεσία εργαζόμενος σε μια ψυχιατρική κλινική Κατά τη διάρκεια του πολέμου δημιούργησε το Αντιμιλιταριστικό Συμβούλιο Randolph Bourne (από το όνομα του ελευθεριακού συγγραφέα, ο οποίος είχε εισάγει τη φράση “ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους”) . Βοήθησε Ιαπωνοαμερικανούς που είχαν συλληφθεί και εγκλεισθεί κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, επινοώντας τρόπους με τους οποίους πολλοί ήταν σε θέση να αποφύγουν τον εγκλεισμό.

Στο Berkeley το διάστημα 1944-1948 το περιοδικό “Circle”, συνένωνε τοπικούς συγγραφείς της Αναγέννησης και εξόριστους Ευρωπαίους σουρρεαλιστές ποιητές οι οποίοι εξέφραζαν αναρχικές και αντιεξουσιαστές απόψεις (ο Rexroth συνεισέφερε στο εν λόγω περιοδικό). Στο τελευταίο τεύχος του δημοσιεύτηκε μια διαφήμιση-αγγελία για τη δημιουργία μιας νέας ομάδας συγγραφέων με τη δήλωση: “Πιστεύουμε στην πιθανότητα μιας κουλτούρας η οποία να αγωνίζεται για την ελευθερία της, η οποία να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα των εργαζομένων της σε όλους τους τομείς συμπεριλαμβανομένων των τεχνών και η οποία μπορεί να δημιουργήσει για τον εαυτό της νέες μορφές και νέες φωνές ενάντια στην αντίδραση και την απειλή του πολέμου”.

Μετά τον πόλεμο, ο Rexroth συμμετείχε στη δημιουργία του San Francisco Anarchist Circle (Αναρχικού Κύκλου San Francisco), που αργότερα μετονομάστηκε σε Libertarian Circle (Ελευθεριακός Κύκλος)). Αναρχικοί όπως ο David Koven, επιζώντες παλαιοί Ιταλοί και Ισπανοί αναρχικοί και αντιρρησίες συνείδησης που επέστρεφαν από το κέντρο κράτησης Waldorf συμμετείχαν. Γίνονταν ζωηρές εβδομαδιαίες συναντήσεις όπου σηζητιούνταν πολλά και διάφορα θέματα, από την Ισπανική Επανάσταση, την Κρονστάνδη και τα κατορθώματα των ανταρτών του Νέστορα Μάχνο στην Ουκρανία, μέχρι τις ιδέες αναρχικών όπως οι Έμμα Γκόλντμαν, Αλεξάντερ Μπέρκμαν, Βολτερίν ντε Κλερ, Πέτρος Κροπότκιν, το κίνημα των αναρχικών γυναικών, το σεξ και την αναρχία. Οι συζητήσεις γίνονταν στο σπίτι του Rexroth και εμπλουτίζονταν από την μαγειρική του (ήταν υπέροχος μάγειρας) αλλά και τις τεράστιες εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις.

Οι δραστηριότητες του Rexroth σχεδιάζονταν για να προκαλούν αυτό που ο ίδιος ένιωθε ότι ήταν αναγκαίο για την επιτυχή μετάβαση σε μια αναρχική κοινωνία, δηλαδή την ανάπτυξη μιας νέας συνείδησης. Το μικρό περιοδικό “Ark” (“Κιβωτός”) που ιδρύθηκε το 1947 (τυπωμένο σε μια μικρή πρέσα χειρός) ήταν πιο μαχητικό από τον προκάτοχό του στο Νότο το “Circle”. Διακήρυξε εκεί ο Rexroth: “Σήμερα, σε αυτό το καταστροφικό σημείο του χρόνου, το κύρος, αν όχι το μέλλον της αναρχικής θέσης, είναι περισσότερο από ποτέ δημιουργημένο. Έχει γίνει ένας γυαλισμένος καθρέφτης μπροστά στον οποίο τα ψεύδη των πολιτικών συστημάτων στέκονται γυμνά”. Όταν όλοι οι άλλοι κοινωνικοί σχολιαστές διακήρυτταν ωμά ότι κάθε εξέγερση και διαφωνία είχε τελειώσει, αυτός ήταν σε θέση να πει: “Η νεότερη γενιά είναι σε κατάσταση εξέγερσης τόσο απόλυτη που οι μεγαλύτεροι δεν μπορούν ακόμα να την αναγνωρίσουν”.

Μέλη του Libertarian Circle επρόκειτο να διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη ριζοσπαστική έξαρση που έγινε γνωστή ως η Αναγέννηση του Σαν Φρανσίσκο, καθώς εμφανίστηκαν ποιητές και καλλιτέχνες, ελεύθερο ραδιόφωνο, πειραματικό θέατρο και ένα κίνημα μικρών περιοδικών. Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο πατέρας του κινήματος μπιτ (beat) που προέκυψε, μιας και κατάφερε να ενώσει τους αντιφρονούντες ποιητές και συγγραφείς τόσο στην ανατολική όσο και τη δυτική ακτή. Ο Kenneth, βέβαια, μισούσε να τον αποκαλούν πατέρα των Beats -ένα κίνημα για το οποίο είχε πολλές επικρίσεις- αλλά ήταν σε θέση να δει ότι αυτός και εκείνοι ενοποιήθηκαν σε έναν αμοιβαίο ανταγωνισμό “ενάντια στην επιχειρηματική κοινότητα, τον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό, την πολιτική αντίδραση, την υστερική και βουτηγμένη στη λάσπη ενοχή των πρώην σταλινικών, την πρώην τροτσκιστική αμερικανική διανόηση”.

Ο Rexroth επρόκειτο να γίνει ο γεννήτορας της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο, η οποία οδήγησε απευθείας στην εμφάνιση του κινήματος Beat, σε μια εκδήλωση στην Γκαλερί Six στο Σαν Φρανσίσκο, όπου διαβάστηκε το δυναμικό και αντιαυταρχικό ποίημα “Howl” του Allen Ginsburg, μπροστά σε ένα πρόθυμο και ενθουσιασμένο κοινό πολλών εκατοντάδων ατόμων σε μια ηλεκτρισμένη, μεθυστική ατμόσφαιρα, όπου ο Jack Kerouac ήταν αυτός που έδινε τον ρυθμό.

Ο William Everson λέει ό,τι αισθάνομαι για τον Rexroth καλύτερα από ό,τι θα μπορούσα, οπότε ας δούμε τι λέει: “Είναι δυναμικός ομιλητής για οποιαδήποτε υπόθεση που ενστερνίζεται. Γεννημένος δημοσιογράφος, έχει μια κλίση στις δυναμικές δημόσιες ομιλίες, αλλά και τα κότσια να μιλήσει με κατηγορηματικό τρόπο. Έχει φανταστικό πνευματικό και ηθικό σθένος. Η ρητορική του είναι άγρια, μερικές φορές σοκαριστική, αλλά ποτέ δεν είναι αναποτελεσματική. Τα ”λάθη” του είναι οι υπερβολές των αρετών του και το ότι τσακώνεται με τους φίλους του τόσο εύκολα όπως και με τους εχθρούς του. Έχει την τάση να ανατρέπει το κίνημα που ο ίδιος καλλιέργησε το συντομότερο δυνατόν όταν δείχνει σημάδια κατακερματισμού. Αλλά οι ανησυχίες του, δεν θα μπορούσανε να θέσουν σε κίνδυνο την εργασία του που επιτυγχάνεται. Άγγιξε το νεύρο του μέλλοντος και περισσότερο από κάθε άλλη φωνή στο κίνημα κάλεσε σε δράση. Αν και άλλοι πήραν τη θέση του και έλαβαν τα εύσημα, παραμένει αλήθεια ότι σήμερα απολαμβάνουμε την ελευθερία της έκφρασης και τον τρόπο ζωής που πραγματικά κάνουμε σε μεγάλο βαθμό, επειδή αυτός μας έπεισε ότι αυτό δεν ήταν μόνο επιθυμητό αλλά είναι δυνατόν, εμπνέοντάς μας να το κάνουμε”.

Ο Rexroth απέκτησε πάρα πολύ άγχος για την ανάπτυξη ενός ριζοσπαστικού τρόπου ζωής ως οχυρού ενάντια στον καπιταλισμό σε βάρος του αγώνα. Η ολοένα και πιο θρησκευτική στροφή του τα τελευταία χρόνια της ζωής του άρχισε να γίνεται ενοχλητική για πολλούς άθεους και αγνωστικιστές. Παρ’ όλα αυτά, τόσο τα πεζά όσο και τα ποιήματά του, είναι βαθιά αναρχικά και βαθιά μαχητικά. Στο μακρύ ποίημα “Ο Φοίνικας και η χελώνα” έγραψε: “Το κράτος είναι η οργάνωση του κακού ενστίκτου της ανθρωπότητας”. Στο “Eli Jacobson” ένα από τα πιο συγκινητικά ποιήματά του, ο Rexroth θυμάται έναν νεκρό φίλο:

Ήμασταν σύντροφοι
Μαζί, πιστεύαμε ότι
Θα δούμε με τα μάτια μας, ένα νέο
Κόσμο όπου ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον
Λύκος για τον άνθρωπο αλλά οι άνδρες και οι γυναίκες
Θα ήταν όλοι αδέλφια και εραστές
Μαζί. Δεν θα το δούμε.
Εμείς δεν θα το δούμε, κανένας από εμάς.
Είναι πιο μακριά από ό,τι νομίζαμε
Θα μας θυμούνται, όλους
Μα, πάντα, όλοι οι άνθρωποι,
Οι καλές μέρες τώρα είναι τόσο μακριά.
Αν ποτέ οι καλές μέρες έρθουν,
Εμείς δεν θα το ξέρουμε. Δε θα μας νοιάζει.
Οι ζωές μας ήταν οι καλύτερες Ήμασταν οι
Ευτυχέστεροι ανθρωποι ζωντανοί στις μέρες μας.

Σε ένα από τα πιο οργισμένα ποιήματά του το “Thou Shalt Not Kill” (“Ου φονεύσεις”), ο Rexroth λέει ότι η κατάρρευση του επαναστατικού κύματος έχει καταβάλει τόσους πολλούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενους.

Πόσοι σταμάτησαν να γράφουν στα τριάντα;
Πόσοι πέθαναν από προμετωπικές
Λοβοτομές στο Κομμουνιστικό Κόμμα;
Πόσοι χάθηκαν στους πίσω διαδρόμους
Των επαρχιακών τρελοκομείων;
Πόσοι με τη σύσταση του ψυχαναλυτή τους
Πήραν απόφαση πως ήταν καλύτερα
Να γίνουν επιχειρηματίες;
Πόσοι είναι άμοιροι αλκοολικοί;

(Ελληνική μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς)

Ένας κριτικός αποκάλεσε κοροϊδευτικά τον Rexroth (καθώς και τους Gary Snyder και Philip Whalen) “μέλη της ποιητικής σχολής της αρκούδας που χέζει στο μονοπάτι” (“members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry”). Ο Rexroth πέρασε πράγματι πολύ χρόνο σε ορεινές και έρημες περιοχές πιστεύοντας ότι ήταν ένα υπέροχο αντίδοτο στις μάστιγες της αστικής καπιταλιστικής ζωής, και έγραψε όμορφα γι’ αυτές τις εμπειρίες. Αλλά συχνά, στη μέση ενός τέτοιου ποιήματος, συρόμαστε προς τις ιδέες του αγώνα, όπως εγώ, περπατώντας στα βουνά, έχουν μετατραπεί σε σκέψεις για την επανάσταση. Εδώ ο Rexroth αναπολεί τον Ιταλοαμερικανό αναρχικό Bartomeleo Vanzetti και τον σύντροφο του Nicola Sacco, που δολοφονήθηκανε από το κράτος. (Είχε επισκεφθεί και τους δύο στη φυλακή).

Είδα και τους δυο σας να παρελαύνετε με έναν στρατό
Εσύ με την κόκκινη και μαύρη σημαία Sacco με το λάβαρο του κροταλία.

Κλώτσησα την τελευταία τράπεζα χιονιού και κατέληξε στο απερίγραπτα μπλε και αρωματικά Polemonium και τους νεκρούς του ουρανού και το αποστειρωμένο κρυσταλλικό γρανίτη και τελικού μονόλιθου της συνόδου κορυφής.
Αυτά είναι τα πράγματα που αντέχουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, Vanzetti,
χαίρομαι που μία φορά στάθηκες ανάμεσά τους. Κάποια ημέρα τα βουνά θα πάρουν το όνομά σου και αυτό του Sacco. Θα είναι εδώ και το όνομά σου μαζί τους, όταν οι ημέρες αυτές δεν θα είναι παρά μια αμυδρή ανάμνηση του χρόνου, από τότε που ο άνθρωπος ήταν λύκος για τον άνθρωπο.
Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να σας θυμηθούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα Μόνιμα στα βουνά. Πολλοί άνθρωποι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σύντροφε.

(Από το Climbing Milestone Mountain, 22 Αυγούστου 1937).

*Με ελαφρή επεξεργασία από το libcom.org
**Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, Αύγουστος 2016.

Μύριελ Ρουκάιζερ (Muriel Rukeyser): Μύθος

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Rukeyser,Muriel-Myth-Eikona-01

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (Muriel Rukeyser)

Μύ­θος

(Myth)

02-PiΟΛΥ ΚΑΙΡΟ με­τά, ὁ Οἰ­δί­πο­δας, γέ­ρος καὶ τυ­φλός, περ­πα­τοῦ­σε στοὺς δρό­μους. Κι ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κεί­α μυ­ρω­διά. Ἦ­ταν ἡ Σφίγ­γα.

       «Θέ­λω νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση. Για­τί δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὴ μη­τέ­ρα μου;» εἶ­πε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ἔ­δω­σες λά­θος ἀ­πάν­τη­ση», εἶ­πε ἡ Σφίγ­γα.

        «Μὰ αὐ­τὴ ἦ­ταν ποὺ τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα ἐ­φι­κτά», ἀν­τα­πάν­τη­σε ὁ Οἰ­δί­πο­δας.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε ἐ­κεί­νη. «Ὅ­ταν ρώ­τη­σα: Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ περ­πα­τά­ει στὰ τέσ­σε­ρα τὸ πρω­ί, στὰ δύ­ο τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ στὰ τρί­α το βρά­δυ, ἐ­σὺ ἀ­πάν­τη­σες: ὁ Ἄν­θρω­πος. Δὲν εἶ­πες τί­πο­τα γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες.»

       «Ὅ­ταν λὲς ὁ Ἄν­θρω­πος», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Οἰ­δί­πο­δας, «συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νεις καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες. Ὅ­λοι τὸ γνω­ρί­ζουν αὐ­τό.»

       Κι ἐ­κεί­νη εἶ­πε, «Ἔ­τσι νο­μί­ζεις ἐ­σύ».

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Breaking Open (Random House, USA, 1973).

Μύ­ρι­ελ Ρου­κά­ι­ζερ (MurielRukeyser ) (15 Δε­κεμ­βρί­ου 1913–12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1980)…

View original post 135 more words

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

love_road_

ΛΕΥΚΟ

Η έμπνευση δεν τελειώνει.
Ποτέ.
Η έμπνευση δεν τελειώνει ποτέ.

Οι λέξεις τελειώνουν.
τα σημεία στίξης τελειώνουν.
Το λευκό ανάμεσα στις λέξεις,
ανάμεσα στα σημεία στίξης,
τελειώνει.

Τότε καλείσαι να δώσεις νέους ρόλους
στις λέξεις, στα σημεία στίξης,
στο λευκό ανάμεσά τους.

Κι αν είσαι γενναίος
ή έστω
αν οι λέξεις, τα σημεία στίξης,
το λευκό ανάμεσά τους
είναι ό,τι σου έχει μείνει

θα απαντήσεις στο κάλεσμα.

θα αναστήσεις τη γλώσσα
ενώ τα ζόμπι
θα σε κατηγρούν
για τη δολοφονία της.

***

FYI

Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται λίγο περισσότερο
σαν έρθει η ώρα να σηκωθούνε το πρωί.

Δεν είναι τεμπέληδες.
Δεν θέλουν ύπνο.
Θέλουν τα όνειρα που ο ύπνος φέρνει.

Κι όταν η πλάτη τους αφήσει το στρώμα
και το βαρύ κεφάλι τους δεν ξεκουράζεται πια
στο μαξιλάρι
χρειάζονται, ακόμα, λίγο χρόνο. Λίγα λεπτά.

Να πείσουν τους εαυτούς τους πως
δεν είναι απαραίτητο να είναι ζωντανοί
για να σας (εξ)υπηρετήσουν.

*Από τη συλλογή “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, Αθήνα, Μάης 2015.

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Μοναχοπαίδι, Εκδόσεις vakxikon.gr

cover-high-1

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στις μέρες μας, θα λέγαμε ότι υπάρχει μια πληθώρα νέων ποιητικών φωνών, που με μια πρώτη ποιητική συλλογή επιχειρούν να εισβάλουν δυναμικά στην πόλη των ιδεών και κάποιες ξεχωρίζουν.

Μια ξεχωριστή ποιητική συλλογή είναι και το πρώτο βιβλίο της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου: «Μοναχοπαίδι», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”.

Το «Μοναχοπαίδι» αρχίζει με ένα εύστοχο εύρημα. Η ποιήτρια απευθύνεται σε έναν αδερφό. Έναν αδερφό, που δεν γεννήθηκε ποτέ. Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου βρίσκει στον υποθετικό αδερφό της, έναν άνθρωπο, που θα την ακούσει, κάποιον, που θα μπορεί να του εκφράσει όλα όσα ξεχειλίζουν μέσα της. Ο αναγνώστης μπαίνει στο ρόλο του αδερφού και διαβάζει βιώματα ενός θλιμμένου κοριτσιού, που ζητάει να ξεσπάσει. Οι γονείς, που ήθελαν αρσενικό παιδί και τη μεγάλωσαν σαν αγόρι, η ίδια, που ήθελε κάποτε να γίνει άντρας και τώρα είναι δύσκολο να τιθασευτεί στις επιταγές της σύγχρονης κοινωνίας. «Γεννήθηκα. / (γιατί με ήθελαν με κάθε κόστος)», γράφει η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, εκφράζοντας το παράπονο αρκετών ανθρώπων, που πέρα από το ότι γεννήθηκαν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επιλογής, συνειδητοποιούν ότι ήρθαν στον κόσμο γιατί έτσι «έπρεπε». Γιατί έτσι κάνουν όλες οι «σωστές» οικογένειες. Κι όταν ακόμα το νέο παιδί, που γεννήθηκε, μεγαλώσει, θα πρέπει πάλι να συμμορφωθεί με τυπικούς κανόνες και ένα είδος αποδεκτά κοινωνικού savoir vivre, όπως θα διαπιστώσει η ποιήτρια με θλίψη, αλλά και με τη λεπτή της ειρωνεία: «είναι υποχρέωσή μου να δείξω χαρακτήρα, / γιατί ο πατέρας μου μου είπε να είμαι κυρία.»

Αλλά, πέρα από τους τύπους, η σύγχρονη κοινωνία μας μαθαίνει να είμαστε πρόθυμοι να πατήσουμε επί πτωμάτων στα πλαίσια ενός αδηφάγου ανταγωνισμού, σε ένα σύστημα, που η επικρατούσα αντίληψη είναι το «σκότωσε να φας και κλέψε να ‘χεις» και «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό». Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου γράφει επιγραμματικά: «Ζήσε σήμερα κι άσε τους άλλους να πεθάνουν. / Ζήσε σήμερα και στην πορεία σου φάε μερικούς.» Και αυτός ο αριβισμός κάνει την ποιήτρια να νιώθει σα να βρίσκεται σε οίκο ανοχής: «Φόρεσα την πιο κοντή φούστα. / Ρούφηξα με τρόπο την κοιλιά. / Στοίχημα εδώ, δεν έχουν ακούσει για τον Κάλβο».

Και πως αντιμετωπίζεις αυτή την κοινωνία; Η Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου θα γράψει για τη μεγάλη φυγή. Ένα ταξίδι στο άγνωστο, αρκεί να ξεφύγουμε από τα καθημερινά, που μας πνίγουν. Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Ένα ταξίδι μακριά από επίπλαστες ανάγκες με μόνο όσα πραγματικά μας χρειάζονται: «Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ’ το παράθυρο / (μαζί με το κινητό) / θα πάρω τον σάκο μου, / δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα· / τα χρήματα που μαζεύω. / Θα κόψω τα μαλλιά μου! / Θα μπλέξω!»

Περίπου, όπως αρχίζει, έτσι τελειώνει η ποιητική συλλογή «Μοναχοπαίδι» της Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου. Με μια απεύθυνση στον υποθετικό αδερφό. Με ένα θλιμμένο και τελεσίδικο τρόπο. «Φύγε λοιπόν-εγώ / Ξόφλησα.» Με αυτούς τους στίχους, λοιπόν, κλείνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρώτη ποιητική απόπειρα. Περιμένουμε τα επόμενα βήματα της ποιήτριας.

14952720