Ευτέρπη Κωσταρέλη, Περίπατος

old-interior-door-21310321

Ι

Μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
γεμίζουν τα πνευμόνια σου
θύμησες που δεν υπήρξαν
και στα δάχτυλά σου χορεύουνε ακόμα
τα όνειρα που μούσκεψαν
σαν να ταν φυλαγμένα κάτω απο τρύπιες στεέγες.

Πετούνε χελιδόνια κι ας έχει κρύο
είναι αυτά που τάχα ξέχασαν να φύγουν
τ’ ατίθασα που χάσανε το δρόμο
και μείνανε ρισκάροντας για μια επανάσταση.

Είναι περασμένες δώδεκα και τέσσερις
μοίρες χειμώνα.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λένε πως είναι Μάρτης.
Μα εδώ μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
σε κάνουν να βαριανασαίνεις
και να μετράς αντίστροφα – φαντάρος
10 μέρες θ’ αργήσει η άνοιξη
9 μέρες με σκυμμένο κεφάλι
8 μέρες με άδεια μάτια και ραγισμένα χείλη.

Ζυγώνουν δυο σύννεφα κι ας έχει ήλιο
είναι αυτά που προμηνύουν ατομική συσκότιση
υποτακτικοί στην υπηρεσία σου άνευ αιτήσεως
συνοδεύουν τη διαπόμπευση της διαφοροποίησης.

Κι αν πέρασε ώρα
ακόμα βαριανασαίνεις
και μετράς αντίστροφα – φαντάρος
7 μέρες με θλιμμένα χαμόγελα
6 μέρες με πληγωμένες φτέρνες
5 μέρες θα περπατάς ακόμα.
4 μέρες, 3, 2, I…

κι αν τέλειωσε το μέτρημα
μυρίζουνε ακόμα οι βρεγμένες φυλλωσιές
μαζί με τη μούχλα αυτής της πόλης
αιχμαλώτισαν την άνοιξη.
Παρ’ το απόφαση – δε θα ’ρθει.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λέν’ πως είναι Απρίλης.
Μα εσύ θα περπατάς ακόμα.

ΙΙ

Αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
καλούν στα νυσταγμένα μάτια
δάκρυα πνιγμένα τάχα από ανδρεία
και στο κορμί τυφλώνουν
τις πύλες εισόδου των ερώτων
σαν να ήταν λιμάνια λαθρεμπορίου.

Ακίνητα όλα τα μόρια του νερού
τα σιγοψήνει η πλήξη της ελευθερίας
οι δούλοι που όταν τους χάρισες ταξίδι
λαχτάρησαν το σπίτι -νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

Είναι περασμένες έντεκα και δέκα
ανατολές θέρους.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λένε πως είναι Νοέμβρης.
Μα εδώ αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
σε κάνουν να ποθείς λίγη ομίχλη
σκέπασμα των φάλτσων φθόγγων
και να κρατάς ρυθμό-τυμπανοκρούστης
5 χρόνοι να έρθει η δύση
4 χρόνοι λιοπύρι οι σκέψεις
3 χρόνοι παύσεις-παύσεις-παύσεις.

Βραστές οι πλάκες χάμω
φλυαρούν για χαρακιές, σπρέι, ονόματα και μέρες
ψευδαισθήσεις αιωνιότητας σε πουλημένο παιχνίδι
αθανασία παρελθόντος εδάφους – νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

Κι αν μέτρα τρέχουν, πεντάγραμμα, σελίδες
ακόμα ποθείς λίγη ομίχλη
να ζέψει τον ήλιο
και κρατάς ρυθμό-τυμπανοκρούστης
6 χρόνοι χωρίς βροχή
5 χρόνοι χωρίς ιδέες
4 χρόνοι περιπλανήσεις χωρίς σκιά
3 χρόνοι παπούτσια χωρίς σόλες
2 χρόνοι παύσεις-παύσεις-παύσεις.

Κι αν χάθηκε ο ρυθμός
ξεκίνα απ’ την αρχή
4 χρόνοι, 3, 2, I….
το χρονόμετρο να ψέλνει
καθώς αστράφτουν ακόμα τα χάδια του ήλιου
πάνω στην γκρίζα μάσκα του Θερμαϊκού
αφόρητα για βάδην.
Παρ’ το απόφαση – θα σε παιδέψουν κι άλλο.
Είναι κορύφωση Αυγούστου.
Όχι εκεί έξω.
Εκεί έξω λέν’ πως είναι Γενάρης.
Μα εσύ θα περπατάς ακόμα.

ΙΙΙ

Κυλάει ο χρόνος
τα δρομολόγια των εοχών του
ξενέρωτοι Εγγλέζοι
στην ώρα τους ακριβώς.
μα εσύ θα περπατάς ακόμα
πιστός στην δική σου πυξίδα
με ημερολόγιο τη διάθεση
ρολόι το σφυγμό σου
και προορισμό ένα όνειρο
σε χρόνο Παρατατικό ή Αόριστο.
Νοσταλγία ή σχιζοφρένεια;

*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Ο αναρχικός Κάφκα

kafka_2

Κείμενο: Τάσος Π. Καραντής
18.7.2008

Το βιβλίο «Φραντς Κάφκα: ο ανατόμος της εξουσίας » του Κώστα Δεσποινιάδη αναδεικνύει την πολιτική-αναρχική διάσταση των γραπτών του Κάφκα.

Γνώρισα, για πρώτη φορά, τον Κάφκα στα εφηβικά μου χρόνια, όταν έπεσε στα χέρια μου «Ο Πύργος», μια έκδοση του 1964 («ΓΑΛΑΞΙΑΣ»), σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά, που ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη της μητέρας μου. Διαβάζοντάς το, δέθηκα, μεμιάς, με τον Κάφκα και ξεκίνησα να αναζητώ και τα άλλα βιβλία του. Τον είδα σαν ένα σύντροφο και στη δική μου, ιδιοσυγκρασιακή, μοναχικότητα, αφού, αμέσως, ένιωσα, αυτό που αναφέρει ο Δεσποινιάδης στο βιβλίο του(σελ. 72) και που, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει και για μένα : «Ο Κάφκα, επί της ουσίας, πέρασε μόνος του ολόκληρη τη ζωή του. Δεν ένιωσε ποτέ μέλος καμιάς ομάδας και κανενός κινήματος. Η ζυγαριά των ενδιαφερόντων του έκλεισε οριστικά προς τη μεριά της “φυλακής των χαρτιών του”.».

Όπως αναφέρει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο βιβλίο του (σελ. 74-75), μέχρι σήμερα, οι προσεγγίσεις που γίνονταν στο Κάφκα, ήταν οι εξής: οι αμιγώς λογοτεχνικές, οι βιογραφικές-ψυχολογικές-ψυχαναλυτικές, οι θεολογικές-μεταφυσικές-θρησκευτικές, κάποιες που έδιναν βαρύτητα στην εβραϊκή του καταγωγή, οι μεταμοντέρνες κι οι κοινωνικοπολιτικές, όπου αποτελούσαν το κόκκινο πανί για την κατεστημένη κριτική. Αυτές τις τελευταίες ενστερνίζεται κι ο συγγραφέας του βιβλίου, εστιάζοντας στην πολιτική, ουσιαστικά αναρχική, διάσταση των γραπτών του Κάφκα.

Μέσα από έξι(6) κείμενά του, διαφωνεί με την επικρατούσα περί Κάφκα άποψη και μας εξηγεί: «Τα κείμενα που συγκεντρώνω εδώ δεν είναι ακαδημαϊκές, εξαντλητικές μελέτες ενός ειδικού “καφκολόγου”. Αφήνω αυτόν τον διόλου κολακευτικό τίτλο για άλλους. Πρόθεσή μου ήταν να γράψω μερικά κείμενα “πολεμικής” ενάντια στις ερμηνείες που τακτοποιούν τον Κάφκα σε βολικά, ακίνδυνα “κουτάκια”, που ληξιαρχικά τον κατατάσσουν στεγνό, αποστειρωμένο και ξεδοντιασμένο σε κάποιο κεφάλαιο της ιστορίας της παγκόσμιας λογοτεχνίας.»(σελ. 11).
Οι τίτλοι των ενοτήτων του βιβλίου είναι ενδεικτικοί της πολιτικής προσέγγισης και της διεισδυτικής διερεύνησης του έργου του Κάφκα.

Continue reading

Πελαγία Φυτοπούλου, Πέντε ποιήματα

tumblr_o0vvar5JRI1s85tq7o1_1280

ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ

εκεί
στις φουντουκιές της μάνας
το δάκρυ φέγγει
αποστροφή
στο αίτιον οίδα
κάτι σαν υπογλώσσιο στο ρουθούνι
έτσι να ρουφιανέψουμε λιγάκι
την ταξική φλεγμονή
και

και φυτρώνουν
άγρια περιστέρια
-σαμποτέρ στην εργολαβία της ενηλικίωσης-
και

με ψημένο το φανελάκι
στο φράχτη
οι γυναίκες σωριασμένες
στη σκόνη

ψαρεύουν λέπια
μυωπικού πεπρωμένου

για μας που στο μεροκάματο
βρίσκουμε δόξα
περισσή
και

και
ονειρεύομαι μια βιολέτα να χορεύει στον πάγο
και οι μέλισσες δηλώνουν οροθετικές
και
δυο λευκά τριαντάφυλλα κλέβουν το τοπίο
και

ονειρεύομαι
σαν από χρόνια σαν που οι άνθρωποι
δε γεννήθηκαν ακόμη
σαν την απόλυτα πραξικοπηματική συντέλεια

και
στο σκοτάδι μυρίζουν τα λουλούδια
το επιφώνημα απαγορεύεται
και
ονειρεύομαι

ένα θάνατο σπουδαστή

“θα ΄ρθουν τα φορτηγά στοιβαχτείτε”

και ονειρεύομαι
μα
η
προκατάληψη με νίκησε
ένοπλη ούσα
ζζζζζζζζζζζζζζζζ
ζζζζζζζζζζζζζ
ζζζζ
ζ
ζ
ζ
ζ

μη

***

ΣΥΜΠΤΩΣΗ

απόψε κάποιοι δε θα κοιμηθούν
περιμένουν
αδελφό να τους πυροβολήσει
ή έστω
έναν περαστικό ν’ ανάψει το φως
σε χαλεπούς καιρούς ακόμη και αυτό
μπορεί να σκοτώσει
απόψε τοποθετούν στον ουρανό
παιδικά καθίσματα

***

ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ

ναι, ναι σφουγγάρισα
έπλυνα ναι
οι νυχιές στον τοίχο
είναι η γδαρμένη απ’ τη νοσταλγία
αφηρημάδα σου
το ξέρω ότι είσαι νεκρός
μα φαίνεται ακόμα λερώνεις
κι αυτό πικρό
τα ποντίκια το φτύνουν
σκεπάσου τουλάχιστον
τώρα ταΐζω

***

ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ

και είναι
που σκόνταψες
μέσα μου
και είναι
που δεν μπορώ
να σε σηκώσω
και είναι
που έμοιαζες
με τον Batman
και είναι
που τα παράθυρα
είναι κλειστά
και οι μεντεσέδες
πάνοπλοι
οι ανόρεχτες θυγατέρες
αγαπούν τα πουλιά
ο πατέρας το επιτρέπει
και είναι
που εσύ ακόμη
δεν έγινες μπαμπάς
και το πουλί
ξυπνά τ’ αγόρι
έκλαψε
κανείς δεν κατάλαβε τη διαφορά
είναι που
στα κελιά
χωρίς ρήμα ο πόνος
τρέχει

***

ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Βυθιζομαι στα χρόνια των άλλων, στα σπίτια τους
Οι θεοσεβούμενοι αγαπούν τις παρθένες
Αναπαύομαι στην έμπιστη, του αρχηγού, πολυθρόνα
Ανοίγω την τηλεόραση
τα πόδια μου ανθίζουν στο τραπέζι που θα φάμε
Ο Μπάστερ Κίτον δε γελά
Ντρέπομαι να με βλέπουν γυμνή, μ’ ευχαριστεί
ωστόσο, η επετειακή τους αμηχανία
Ενός λεπτού σιγή
Τελείωσα λεβέντες
Ναι, ναι έφτασα σε οργασμό
Μπορείτε να κουρδίσετε το τανκ
Ο δονητής υποχώρησε

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδόσεις Θράκα 2016.

Nanos Valaoritis, Horroscope

val117

A dog of vast proportions is crossing the field of my mind
His forehead is marked with the same sign I am wearing on my neck
My feet sink deeper and deeper in the floor of the bookstore as I attempt to get out
The involuntary expression that crossed the barrier of my teeth
Is simultaneously pronounced by a girl whose path across the sky
Is intersected by mine eventually some time in the future
I am unable to repeat the word in question although I try again and again
Unless someone holds my left arm at a right angle
I am unable to move my left arm
Or keep a straight course from south to north using the stars as guides
They are keeping me half-submerged in a glass of water
They prevent me from crossing the critical point of no return
From crossing the water
From crossing myself in the street
From double-crossing myself From crossing my arms
The threshold of my mind is being crossed by a total stranger
He is wearing a mask and he holds a small quantity of brown sugar in his left hand Around his neck he is wearing an amulet
Which resembles the scar I have on my forehead
A kind of phosphorescent four-letter scar
Representing the word I was unable to pronounce
When I was attempting -desperately- to reach the door of the bookstore
(Pale fear gripping my neck with a hand of iron and noble thoughts crossing the threshold of my brain like a flock of geese)
His forehead is marked with the same indelible sign as mine is
Evil thoughts like a flock of geese penetrate beyond his forehead
He looks me straight in the eye
He fires – holding the gun in his pocket
The bullet penetrates my abdomen and I stumble
I fall across a dead body lying in the entrance of the bookstore
The dying rattle of a falling star (noble thoughts crossing the horizon like a flock of wild geese flying southward navigating by the stars on cloudless nights)
His forehead marked with the sign of the outstretched hand
A dog of vast proportions enters the cavity of my tooth

*From “Descriptive Poems” included in the book “Flash Bloom”, Wire Press, San Francisco, 1980.

Μαρία Πολυδούρη, “Τα Ποιήματα”, φιλολογική επιμέλεια-επίμετρο Χριστίνα Ντουνιά, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2014

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

«Σκοποί όπου πάτε, μη με ξεχνάτε»

 της Ευτυχίας Παναγιώτου

 image001

Η μελέτη των ποιημάτων της Μαρίας Πολυδούρη προέκυψε πάλι όταν η Χριστίνα Ντουνιά, η συστηματικότερη και σημαντικότερη μελετήτρια της ποίησης του ελληνικού μεσοπολέμου, με παρότρυνε, με τη διακριτικότητα που τη χαρακτηρίζει, να την ξαναδιαβάσω με άλλα μάτια. Εστιάζοντας στον κοινωνικό αντικομφορμισμό της Πολυδούρη ο οποίος αντανακλάται και στο έργο της, η Ντουνιά δεν πρότεινε την ανατροπή ενός διαδεδομένου και περιοριστικού μύθου, που θέλει την ποιήτρια άρρωστη και ανυπεράσπιστη και παράλληλα έρμαιο ενός θανατερού ρομαντικού έρωτα για τον Καρυωτάκη, αλλά τον εμπλουτισμό και την επανεξέτασή του.

Επανέρχομαι έτσι στα ποιήματα μιας γυναίκας η οποία κατά γενική ομολογία άνοιξε δρόμους στη νεοελληνική ποίηση εισάγοντας, σχεδόν μοιραία, την Ελληνίδα στην περιπέτεια της γραφής. Με τη γνώση αυτή προκαθορίζω το είδος της ανάγνωσής μου. Θα είναι φιλολογική. Τι επιδιώκω; Την αντικειμενικότητα. Θέλω να μάθω πώς συνδέεται με το σήμερα. Θέλω να μάθω με…

View original post 1,993 more words

Aleppo’s sixty-six words by Andrew C Brown

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

I sit in an ambulance
shaken, uncertain.
Strangers tell me
I am safe now.
I wipe warm blood
from my brow but
cold images remain.
Panic all around me.
People scream.
I hear crying.
I sense fear.
There is shouting.
Anger.
I sit quiet.
More children arrive.
I am told my friend
will no longer be
able to play with
me among
rivers of
rubbled
ruins

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τα κρύα μας ήρθαν και φέτος

img_20150919_192925

Τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
με μια ανανεωμένη έπαρση
έπιασαν όλα σχεδόν τα καθιστικά
σε όλες τις πλαγιές του σώματός μας
περιφερόμενα σαν αδέσποτοι σκύλοι
γλύφοντας τα κόκκαλά μας
ρουφώντας τους υδρατμούς του κορμιού μας
την ώρα που ο εαυτός μας ολομόναχος
προσδοκούσε μια δική του ανάσταση

κι ήταν σαν να εκδράμαμε σε παραλίες
από χρόνια συνωστισμένες
από τουρίστες και γυρολόγους
ψάχνοντας τ’ απομεσήμερο μια γωνιά
κάτω από πλουμιστές ομπρέλες
ξωτικά της μέρας ολοφυρόμενα
σκιές που ξεχάστηκαν σε αρχαία θέατρα
υπό τις επευφημίες αόρατων θεατών
με συσκοτίσεις και ερημικούς αντίλαλους
με ρίγη από το πήγαιν’ έλα των άστρων

τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
ψάχνοντας στα συρτάρια των άκρων μας
αφουγκράζοντας υποψήφιες αρρώστιες
των κατοπινών χρόνων
σταγόνες πόνου και φόβου εξακοντίζοντας
χτυπώντας σαν σκουριασμένα ξίφη

τα κρύα ευελπιστούν να μας δουν
ακρωτηριασμένους
ανέσπερους
χωρίς μυαλά κι ευκαιρίες παλινόρθωσης

τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
και κατέψυξαν τα μυαλά μας

Writing to the Wire

1471589703623

By Lisa Jacobson.

Writing to the Wire,
edited by Dan Disney & Kit Kelen.
UWA PUBLISHING,
$24.99

If Shelley was right that poets are the unacknowledged legislators of the world, and the laws they enunciate are the laws we will be judged by, then Australia should be fearful of their judgment of our treatment of refugees. Dan Disney and Kit Kelen are both Australian poets, and they have put together an anthology about our policy of detention (now mandatory offshore detention) since Kevin Rudd’s infamous formulation (upheld by both sides of politics) no refugee, however legitimate their claims, will ever be granted asylum on Australian soil.

Which is why at the time of Rudd’s furniture-saving resurrection, some people felt obliged to vote once more for the Greens because they couldn’t, in conscience, endorse the persecutors of the wretched of the earth.

Advertisement

How strange it is that, when UKIP’s Nigel Farage was asked about Australia’s policy on border protection, he said it was too harsh. Now, in a Brexit world, with German Chancellor Angela Merkel’s promise to take all the refugees from Syria looking perilous, we seem to have led the world in our fierceness to repel the invader.

Disney and Kelen include poems by people who seek asylum in Australia. This, by N.H. reads like a flattened, modern translation of one of the Psalms: “I am among people who cannot believe / I have been dead for years now… / O God, I was your servant / and I still am your servant / but this is not what your servant deserves. / O God can you pause your world. / My body is willing to stay in this slaughter house.” /

And while we invoke great poetry of affliction in our own tradition, the Hebrew one, Lisa Jacobson reminds us of why we signed that UNHCR convention about the right to asylum that we violate. In her The Jews of Hamburg Speak Out she gives voice to those refugees from Hitler no port would take.

“To all those who seek asylum, do not think / we have forgotten you / … we were thin with hope like you, / sallow with stars… / The doors clanged shut, the inns all full; the same old story / at port after port. / Our ship… / sailing east towards the death camps of home, / whose gates swung open to receive us.

That Voyage of the Damned on S.S. St Louis in 1939 was the ultimate triumph of turning back the boats.

Writing to the Wire contains Australian poets of every artistic alignment saying what they think of our asylum seeker policy. Geoff Page uses traditional form to dramatise national hypocrisy.

“Illegals, would-be saboteurs, / leap-froggers of the queue, / you middle-class and midnight sneaks / with smuggle-boats and crew, / your Tropic Idyll’s wired-and-waiting. / Eternity’s the key. / Our crocodiles cry once a week / When you are Lost at Sea.”

And Fay Zwicky uses one of the most buoyant of boat songs to devastating effect. “Speed, bonnie boat, like a bird on a wing / ‘Onward’, the seekers cry; / Speed, you will not, but sink like a stone /Down on the seabed lie.”

Others invoke Advance Australia Fair with its boundless plains to share and John Tranter sketches a deity of utterly Australian complacency. And then there’s the fierce rhetoric of Mark Tredinnick.

“Each of us comes like this, / and just as far, / across the hungry infernal sea / In a nameless distempered boat, / from somewhere we used to think we belonged …”

The recently shifted shadow minister of the arts, Tony Burke – the man who oversaw Rudd’s non passaran initiative in Papua New Guinea – once told me he was a devoted reader of poetry. This grim, eloquent collection of testaments might also repay the attention of the nephew-in-law of the author of The Fatal Shore.

Of course, this is an anthology that collects the outpourings on this subject of that fraction of the elites who are furthest from the governing class. Poets tend to be poor, dispossessed, insecure and unbalanced: they just happen to be the people by whom, through whom, and in whom, the language lives.

*Taken from http://www.smh.com.au/entertainment/books/writing-to-the-wire-review-when-poets-have-their-say-on-asylum-seekers-20160729-gqgr1c.html

Εκεί που τα φίδια δεν αλλάζουν δέρμα – Η ποίηση των αυτοχθόνων της Αυστραλίας

r961552_10347664

Μέρος Δεύτερο

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Shon Arieh-Lerer, Jazra Khaleed. Μετάφραση: Δανάη Σιώζιου, Jazra Khaleed.

μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα

*Από το ποίημα «Το πρώτο φορτηγό» του Pambardu

Αυτά τα μάτια που «φτάνουν τα πάντα» είναι τα μπροστινά φώτα του πρώτου φορτηγού που διασχίζει τις πεδιάδες της βορειοδυτικής Αυστραλίας με κατεύθυνση τη γη των Yindjibarndi. Η παράδοση θέλει τον τυφλό ποιητή και τραγουδιστή Toby Wiliguru Pambardu να συνθέτει αυτό το έντονα εικονοπλαστικό thabi (ένα είδος ποιήματος/τραγουδιού) μέσα σε ένα όνειρο. Ο Pambardu έζησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, σε μία εποχή όπου ο πολιτισμός των Yindjibarndi αντιμετώπισε δραματικές αλλαγές, οι οποίες κλόνισαν τις παραδόσεις τους. Η ποίησή του αποτελεί μια από τις πιο ζωντανές καταγραφές αυτών των αλλαγών. Ανάμεσα στα θέματά του συναντά κανείς τα πρώτα φορτηγά, μηχανές και μηχανήματα, που οι Yindjibarndi έβλεπαν για πρώτη φορά.

Στην άκρη του κρουνού υπάρχει μια γούρνα,
Στην άκρη του κρουνού ένας νεκρός ανασταίνεται,
Νωρίς την αυγή, με μεταλλική κλαγγή,
ο νεκρός περιπλανιέται στη σκιά του ανεμόμυλου.

*Από το ποίημα «Έρημος ζωή» του Pambardu

Για πολλούς αυτόχθονες πολιτισμούς της Αυστραλίας η προφορική ποίηση σε μορφή τραγουδιού αποτελεί συχνά το όχημα ονοματοδοσίας και ως εκ τούτου κατανόησης και οικειοποίησης του περιβάλλοντος. Στους αρχαίους χορικούς κύκλους, όπως τα έπη Djanggawul και Kunapipi -τα οποία ο ποιητής Mudrooroo έχει αποκαλέσει Ιλιάδα και Οδύσσεια των Αβορίγινων, και λαμβάνουν χώρα στη μυθική χώρα του Arnhem- η γλώσσα και η ποίηση συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία του κόσμου. Τα τρία αδέρφια Djanguwul πλέουν σε ένα μικρό κανό από τον Κάτω Κόσμο προς την πρωτογενή Αυστραλία και συνθέτουν το τοπίο της ηπείρου μέσω ενός περίπλοκου τελετουργικού ονοματοδοσίας. Ο ποιητής Pambardu, τραγουδώντας για ένα φορτηγό, ένα εντελώς ξένο και αλλόκοτο πλάσμα, το εισάγει στην πραγματικότητα των Yindjibarndi. Το φορτηγό γίνεται κατανοητό μέσα στο πλαίσιο των εννοιών των Yindjibarndi: είναι ένα παράξενο πλάσμα με δύο μάγους μέσα του που το κάνουν να βρυχάται, και καθώς εξαφανίζεται στον ορίζοντα γίνεται «μετεωρίτης» και ύστερα μια δίνη από «πύρινα κλαριά». Η πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ο μεταφραστής του Pambardu είναι να εισάγει την πραγματικότητα των Yindjibarndi -μέσα στην οποία παρουσιάζεται το φορτηγό- στη δική μας, δυτική, πραγματικότητα. 0 μεταφραστής οφείλει να το κάνει χωρίς να θυσιάσει τίποτα από τη δύναμη, την αυθεντικότητα και την ενόραση της ποίησης του Pambardu, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει τα ενδιαφέροντα γλωσσολογικά προβλήματα που παρουσιάζονται στη μετάφραση των Yindjibarndi.

Σύμφωνα με τη μυθολογία των Yindjibarndi, την εποχή της Δημιουργίας, την Ngurranyujunggamu (όταν η γη ήταν μαλακή), τα πνεύματα διαίρεσαν τους Pilbara, οι οποίοι μιλούσαν την αρχαία γλώσσα Ngaardangarli, σε πολλές ξεχωριστές φυλές δίνοντας στην καθεμία δικούς της νόμους, γη και γλώσσα. Αυτές οι γλώσσες σήμερα συσχετίζονται -ορισμένες πιθανώς όσο και τα γερμανικά με τα δανέζικα, άλλες όσο τα γερμανικά με τα αγγλικά. Οι παλιοί ποιητές Yindjibarndi θεωρούσαν ιδιαίτερα καλό να στολίζουν την ποίησή τους με λέξεις από τις γειτονικές τους γλώσσες, όπως η Kurrama, η Ngarluma, και η Martuthunira, ορισμένες από τις οποίες δεν μιλιούνται πλέον. Όπως είπε κάποτε ο Smallpoxer, ποιητής και αφηγητής ιστοριών από τη φυλή των Ngarluma: «Οι Yindjibarndi δεν ισιώνουν ούτε τεντώνουν τη γλώσσα τους· απλά ανακατεύουν λέξεις άλλων φυλών μέσα της». Αυτά τα γλωσσικό δάνεια, μαζί με άλλες ενδιαφέρουσες οικειοποιήσεις γλωσσικών στοιχείων των αυτοχθόνων, κάνουν την ποιητική γλώσσα των Yindjibarndi να μοιάζει τελείως διαφορετική από την καθομιλουμένη.

Όταν τραγουδιούνται, οι γλώσσες των Pilbara υπόκεινται συχνά σε φωνητικές αλλοιώσεις: εάν ο αφηγητής βρίσκει έναν συγκεκριμένο συνδυασμό λέξεων ηχητικά μη ικανοποιητικό τότε συχνά τροποποιεί την εκφορά μιας λέξης απαλείφο-ντας εντελώς ορισμένα σύμφωνα. Ωστόσο, αν και αυτή η διαδικασία συμβάλλει στην καλύτερη ροή των στίχων, συγχρόνως δυσκολεύει τους νέους ομιλητές Yindjibarndi (σε αντίθεση με τους παλαιότερους οι οποίοι έχουν μία βαθύτερη γνώση της γλώσσας), όπως και τους μεταφραστές, να αντιληφθούν την ακριβή λέξη που τραγουδιέται. Η ακρόαση ποίησης είναι πιο πολύπλοκη λόγω της γρήγορης, μη καθαρής εκφοράς του λόγου, η οποία συνηθίζεται στις γλώσσες των Pilbara. Όσο αιχμηρή και εχθρική μοιάζει αυτή η παραφορά του λόγου σε έναν αλλοδαπό ομιλητή, εξίσου εχθρική φαντάζει η καθαρή άρθρωση για τους Pilbara.

Κατά συνέπεια, η αφήγηση συνήθως ρέπει προς το μουρμουρητό.
Οι Αβορίγινες ποιητές περιπλανιούνται όχι μόνο στις διαφορετικές γλώσσες της περιοχής τους αλλά και σε διαφορετικό επίπεδα της δικής τους γλώσσας. Η ίδια έννοια μπορεί να εκφράζεται με διαφορετική λέξη στην καθομιλουμένη και στην τελετουργική γλώσσα και με μια εντελώς άλλη στα Padupadu, τη γλώσσα που χρησιμοποιείται παραδοσιακά όταν κάποιος απευθύνεται σε σεβαστά πρόσωπα. Το «ναι», για παράδειγμα, στα Yindjibarndi είναι nga, αλλά στο παρελθόν, εάν κάποιος απευθυνόταν σε ένα «ιερό» πρόσωπο αντί για nga έπρεπε να πει yuu.
Τα Padupadu δεν χρησιμοποιούνται πια και πολλές λέξεις, που οι σύγχρονοι του ποιητή Pambardu θα καταλάβαιναν, έχουν εκλείψει. «Είναι μια γλώσσα την οποία στην πραγματικότητα δεν έχουμε ξανακούσει», λέει η Lorraine Coppin, Διευθύντρια Αρχείου και Γλώσσας στο ίδρυμα Αβορίγινων στη Juluwarlu. Αναφέρεται σε κάποιες από τις γλώσσες που εντοπίστηκαν σε παραδοσιακά τραγούδια: «Και έπειτα, όταν τα εξηγούμε στους γηραιότερους εκείνοι λένε ‘αυτή είναι η λέξη’». Και εγώ σκέφτομαι: «Όχι, στη δική μας γλώσσα αυτό σημαίνει κάτι άλλο». Τότε εκείνοι λένε: «Όμως αυτή είναι μια διαφορετική γλώσσα για τα τραγούδια».
Ο μεταφραστής της ποίησης των Yindjibarndi πρέπει να ανατρέξει σε όσα περισσότερα λεξικά, γραμματικές και γλωσσικές λίστες μπορεί για να οδηγήσει το φορτηγό από τις μεγάλες πεδιάδες των Pilbara στη δική του γλώσσα.

SHON ARIEH-LERER

Τα Yindjibarndi είναι η γλώσσα που εδώ και εκατοντάδες χρόνια μιλιέται από τους αυτόχθονους της Αυστραλίας στα νοτιοδυτικά της περιοχής Pilbara (δυτική Αυστραλία). Περιλαμβάνονται στη λίστα των γλωσσών που κινδυνεύουν με εξαφάνιση, καθώς πλέον υπάρχουν λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι, κυρίως μεγάλης ηλικίας, που τα μιλάνε ως πρώτη γλώσσα. Υπάρχουν βέβαια και αρκετοί άλλοι που είτε έχουν περιορισμένη γνώση της γλώσσας είτε θεωρούν τους εαυτούς τους κοινωνούς της παράδοσης των Yindjibarndi.

Τα Yindjibarndi ανήκουν γλωσσικά στην οικογένεια των Pama-Nyungan και συνδέονται με αρκετές άλλες γλώσσες των αυτοχθόνων. Αποτελούν προφορική γλώσσα, εξ ου και μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα δεν είχαν αλφάβητο. Από τη δεκαετία του ’50 και ύστερα, Αυστραλοί και Ευρωπαίοι ερευνητές, με προεξέχοντα τον Γερμανό C. G. von Brandenstein, ηχογράφησαν τη γλώσσα και την κατέγραψαν χρησιμοποιώντας το δυτικοευρωπαϊκό αλφάβητο. Τα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ ηχογραφήθηκαν από τον von Brandenstein και τους συνεργάτες του τη δεκαετία του ’60. Όλες οι μεταφράσεις έχουν γίνει από τα Yindjibarndi.
Η προφορική φύση της γλώσσας των Yindjibarndi τής προ-σέδωσε πλαστικά χαρακτηριστικά τα οποία μεταβάλλονταν από εποχή σε εποχή, από τόπο σε τόπο και από στόμα σε στόμα. Οι λέξεις αλλάζουν με τον ίδιο ρυθμό που μεταβάλλονται τα βράχια από τα κύματα. Η έλλειψη καταγραφής της γλώσσας την μεταμορφώνει σε ζωντανό οργανισμό που ζει τη γιορτή της κάθε ημέρας. Η ανάπτυξη αυτής της γλώσσας είναι για τους αυτόχθονος της Αυστραλίας παράλληλη με την εξερεύνηση του κόσμου και του εαυτού. Με άλλα λόγια, η δομική, εννοιολογική και εκφραστική έκτασή της αποτελεί μία δυναμική χαρτογράφηση του φυσικού και ψυχολογικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο οι αυτόχθονες της Αυστραλίας γεννιούνται, κινούνται, ζουν και πεθαίνουν και το οποίο υπόκειται στις αλλοιώσεις που απορρέουν από όλους τους διαφορετικούς εξωτερικούς παράγοντες στους οποίους εκτίθεται, όπως ο χρόνος, η φύση, αλλά και το ανθρώπινο μυαλό: η γλώσσα το ακολουθεί, το μιμείται και το εκφράζει.

Η καταγραφή αυτής της γλώσσας, όπως και η μετάφρασή της, αποτελεί δυτικό φαινόμενο, με την έννοια ότι συνεχίζει, αν και με διαδοχικές ρήξεις, την παράδοση των Αβορίγινων, περιγράφει το αυστραλιανό τοπίο, ερευνά και παρακολουθεί την εντός και εκτός εξορία των αυτοχθόνων, οι οποίοι στην πλειονότητά τους —και από όσους παρέμειναν ζωντανοί— εντάχθηκαν στον δυτικό, αποικιοκρατικό τρόπο ζωής και γλώσσας, συχνά εγκαταλείποντας, εκούσια ή εξαναγκαζόμενοι, τη γη τους. Την ίδια στιγμή, όμως, την ακινητοποιεί για πρώτη φορά μέσα στο χρόνο καθιστώντας τα καταγεγραμμένα στοιχεία της αναλλοίωτα και γι’ αυτό νεκρά. Υπενθυμίζοντας εντέλει με αυτόν τον τρόπο την εξάλειψη μιας ακόμα φυλής, ενός ακόμα πολιτισμού από την αποικιοκρατική μηχανή της Δύσης.

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ και JAZRA ΚΗALEED

*Το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/εκεί-που-τα-φίδια-δεν-αλλάζουν-δέρμα-η/
**Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο ποιητικό περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010, απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Από τα ποιήματα του αφιερώματος αυτού και των δύο τευχών του περιοδικού ‘Τεφλόν”, θα καταβάλουμε προσπάθεια να τα (ανα)δημοσιεύσουμε όλα.
***Ποίημα του Lionel Fogarty από το Πρώτο Μέρος δημοσιεύτηκε εδώ https://tokoskino.me/2015/12/24/lionel-fogarty-mad-souls-τρελές-ψυχές/

aboriginal-map-flag

Luka “Lesson” Haralampou, Moment To Moment

http://iview.abc.net.au/programs/word/AC1512H001S00

At 26
with a hole in my writing hand and no shoes to walk my poems in
I thought I was Jesus
I slept in a dry creek bed
and spoke to the trees
I found a pine plantation where they stood in perfect rows
and I walked between them
speaking like a general to his soldiers
telling those pine trees to
stand up straight – keep breathing – drop the needles
Back then
I stitched patches onto the sky to stop it from falling
I sat among the cedars
and she asked me if I’d kiss my favourite poet Khalil Gibran before her
I said ‘yes’
but promised her I’d get a tattoo of her on my rib cage in case I ever felt this caged in again
I never did it
and you can’t tell
but even when I’m rolling in the dirt
there’s still a patch of clean skin on my body for everything I’ve ever been through
I stitch myself
back onto myself
when things fall apart
At 27
I realised that dirt is the least dirty substance on earth
I learned this while I was trying to dig myself out of a hole and bury the old me at the same time
I guess it’s lucky I’m exactly 6 foot
So when I stand in a grave I’m always halfway in
and halfway out
all I need to do is tell the gravedigger to go fuck himself
pull him in by the shovel
sprinkle some dirt
say a prayer
it was him or me
He was the old me.
At 28
I walked into the abyss of depression
with an owl of wisdom perched on my shoulder
And as I did
that owl would sometimes appear like a wolf howling at me in the mirror
or a fig tree bearing fruit just once a season
or a river twisting around me
trying to drown me
Eventually though
that owl became a monument:
bronzed and in the centre of my city
with all of life’s architecture growing block
by block
from her Acropolis
Now
I pray at her alter
and climb onto her shoulder
and sometimes I whisper metaphors into her ear
and if I’m lucky
she tells me she likes them
At 29
I realised that money is not the root of all evil
we are the square root of our own equations
we calculate life by trying to add blame
take offence
and multiply it by never wanting to talk about it ever again
We’re all so divided we forget to carry the One
And I realised that Albert Einstein once said:
“If you can’t explain something simply, you don’t know it well enough”
I guess E=MC2 is the evidence
I sold everything and became a reductionist
and with the money
I paid off the ferryman
he tipped his hat and let me pass
and I like to tell people how I never looked back
but of course I have
we always do
The next year
I was so scared of turning 30
that I pretended I was still 29 for the first half or already 31 for the second
It was my leap year
I loved a woman but told her it wasn’t enough
I beat myself up longer than she did
until I realised that there are many languages in the world that don’t have a word for ‘guilt’
And while most people say ‘I think’
and point to their heads
I say ‘I think’ and point to my heart
I went with my heart and for that
there is no apology
But I realised why they say our hearts are the size of our fists
I used mine in self-defence
every time we made a connection
it felt like something connected – Karate for Karma Sutra
Now I use that fist for clutching more pens
and drawing
much better conclusions
At 31
I quit everything and saw my insides under a microscope
I realised the answer to most of my cravings is a deeper breath
a glass of water
or a moment alone
I moved to the ocean and spent hours with the planets
I did what poets talk about
I became more simple
a king in jeans
a kid
who just really likes words
nothing more
nothing less
eventually
I threw a grandfather clock off a cliff just to see time fly
because I realised it would anyway
And I realised that our words don’t need to be heavy to hold weight
it depends more on how you make them…
fall
And I’ve realised that I’m not longer writing poetry
I’m setting up good silences
I’m leaving space for you to fill in the gaps
every time I step onto a stage I spend less time speaking
and more time listening to you listen to me
in between my words there is a poem that you were writing when I wrote this
just by living your lives like we all do
from moment
to this moment.

For the full ABC iview series of Australian slam poets go to: 
http://iview.abc.net.au/collection/the-word