Alex Antonopoulos, Two poems

050331-paris-mouffetard-danse-et-concert-de-jazz

AN HONEST SMILE

​A couple is dancing

under the notes of street musicians.
 


Happiness.
 


I smile not to happiness
 


but I smile because of happiness,

seven or ten steps away.
 


And it is an honest smile

of dehydrated lips sipping water

of a tortured dog reaching an empty alley

of an insane man finally falling asleep.
 


I stand

seven or ten steps away.

The pen is scratching.

I do my job.
 


I do not allow my smile to be seen by them.

A poet’s call, after all,
is to record perfection
 


not destroy it.

***

TERRIFIED

Every ghost,
as it screams, 

only asks -in its language- 

the same bloody things:



“How can YOU see ME?

Why can YOU see ME?



Why are YOU HERE?

Why are YOU HERE?”

*For more poems by Alex Antonopoulos, please visit http://www.alexantonopoulos.com

ΠΟΙΗΣΗ & EΞΕΓΕΡΣΗ / ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΞΑΡΧΕΙΩΝ – ΣΑΒΒ. 01 ΟΚΤ. 2016 ΩΡΑ 19.00

%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81-ok

ΜULTI MEDIA ΔΡΑΣΗ ΠΟΙΗΣΗΣ
ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ:
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑ / ΤΕΦΛΟΝ / NOΩΝ / ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
ΘΡΑΚΑ / ΑΝΤΛΙΑ /ΠΟΙΕΙΝ / ΕΝΕΚΕΝ / ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ
BIBLIOTEQUE / ΦΡΜΚ / ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΦΑΡΦΟΥΛΑΣ / ΒΑΚΧΙΚΟΝ /ΑΠΟΠΕΙΡΑ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ:
ΚΕΝΟ ΔΙΚΤΥΟ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΕΝΟΤΗΤΑ
ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ. ΤΑΣΟΣ ΣΑΓΡΗΣ+WHODOES.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΑΟΥΖΑΙΟΣ. ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΠΑΤΑΚΗΣ. MATTABEE
ΠΟΠΠΗ ΔΕΛΤΑ+TRIPMAKER YOUNG .
ΜΑΡΙΒΗ ΓΑΖΕΤΑ. ΙΩΑΝΝΑ ΓΑΙΤΑΝΑΡΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΡΑΚΑ
ΠΕΛΑΓΙΑ ΦΥΤΟΠΟΥΛΟΥ . ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΙΣΑΝΟΓΛΟΥ . ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΡΟΥΛΗ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΕΝΤΖΟΣ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΗΣΑΚΗ. ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΡΟΥ. ΕΛΕΝΑ ΨΑΡΡΕΑ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ & ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΕΚΕΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ . ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΙΜΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΚΧΙΚΟΝ
ΚΩΣΤΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ
ΣΠΥΡΟΣ ΧΑΛΒΑΝΤΖΗΣ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΤΛΙΑ
ΠΑΝΑΓΙΩΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. ΑΝΝΑ ΡΑΜΑΛ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΙΕΙΝ
ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ. ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΑΔΕΛΛΗ
ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ
ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΟΩΝ
ΔΩΡΑ ΚΑΡΑΛΤΗΡΑ
ΟΜΑΔΑ ΠΟΙΗΣΗΣ «ΣΚΑΣΕ ΑΗΔΟΝΙ»
ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
ΘΕΚΛΑ ΤΣΕΛΕΠΗ. ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΤΟΥΦΗΣ.
ΜΑΝΟΣ ΤΣΙΖΕΚ. ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΥΝΤΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ

LIVE SOUND MIX
CRYSTAL ZERO. WAR. JUNIOR X
VISUAL ART
VOID OPTICAL ART LAB

ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΠΟΥ ΥΨΩΘΗΚΑΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
http://voidnetwork.gr/2016/09/23/13513/

Nikos Nomikos Book Launch FRIDAY, 30th Sept, at Collected Works, 6 for 6-30pm

untitled

Come join us and help launch the poetry collection “NOTED TRANSPARENCIES” by celebrated Greek-Australian poet NIKOS NOMIKOS, translated for the first time from the Greek with an introduction by George Mouratidis.

Published by Owl Publishing, the book will be presented by Lucy Van (“Cordite Poetry Review”) with selected readings from the work by the poet in both Greek and English.

Date: Friday, 30 September
Time: 6pm (for a 6:30 start)
Venue: Collected Works Bookshop
Nicholas Building, Level 1
37 Swanston Street, City

Tel, Kris Hemensley, 9654 8873

During the “kindled hours” of a single winter’s night in his suburban “hermitage” in Melbourne, an elderly Nikos Nomikos is revisited by a searing vision he first had in a faraway place and time. With Noted Transparencies, the ascetic poet traverses worlds, tragedies and loves, more than half a century later, in his pained and joyous struggle to break the spell of the vision which has haunted him all his life.

“Here is poetry of clarity and simplicity, crafted by a master’s hand. Mystical and ascetic, Nikos Nomikos is above all a disciple of language, distilling experience into sparse, pure lines. Noted Transparencies inscribes memory’s fantasy of return, truncating hours, days and years into luminous, singular visions. Like photographs, or lantern slides, these poems are ruptured flowerings of time: intimate, beatific, and sad. George Mouratidis’ ingenious and attentive translation from the Greek finally brings this ‘light of divine economy’ to a new audience.”
— LUCY VAN

Ο ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6691

Στην φωτογραφία του Κάφκα που έχω κολλήσει

στον καθρέφτη της κάμαράς μου, έβαλα δεξιά

κι αριστερά από ένα ψάρι.

Γιατί ο Κάφκα αγαπούσε τα ψάρια και δεν τα

έτρωγε.

Το χειμώνα μαζί με τα ψάρια έκανε μπάνιο

στο κρύο νερό μιας λίμνης, όπως κι ένας

άγιος πρόγονός του, που έσπαζε τον πάγο της

λίμνης κι έμπαινε μέσα.

Άλλωστε η αγάπη του για τα ψάρια φάνηκε

και στο θάνατό του. Τον τελευταίο καιρό

δε μιλούσε, έγραφε ό,τι ήθελε να πει κι ο θά-

νατός του έμοιασε με θάνατο ψαριού που το βγάλαν στη στεριά.

Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια ν’ αναπνεύσει.

Κι ας είναι ευλογημένη η Dora Dymant

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

Dora Dymant: η νέα κοπέλα που έζησε με τον Κάφκα τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και παραστάθηκε στοργικά στον θάνατό του

View original post

Θανάσης Τζούλης, Ο Κρατύλος ανάμεσα σε παμπάλαιες λέξεις

του Δημήτρη Παπαδίτσα

  Επειδή δε φωνή τε και γλώττη και στόματι βουλόμεθα δηλούν, αρ’ ου τότε
εκάστου δήλωμα ημίν έσται το από τούτων
  
γιγνόμενον, όταν μιμημα γένηται δια τούτων περί οτιουν;

Πλάτων, Κρατύλος 423 b

Παμπάλαιες λέξεις που επιζούν με σπάνια ζώα

τα μόνα ολόκληρα που έχουν μέσα τα δύο φύλα μέσα τους

και τη φύση για χώρισμα

κι ανάμεσα ο Κρατύλος μ’ άλλους ονοματουργούς

γεύεται βαθιά τις φωνές

—————————-χωμένος

————————————–στο

——————————————αίμα

———————————————–του

Πόσο βαθιά μας πάει η μυρουδιά της αφής

που είμαστε υγροί από μέσα με πρωτοβρόχια ήχων λέει

νιώθω τις λέξεις στην αφή της κοιλιάς μου

με αγέλες από χαμένα ζώα που έμειναν

οι φωνές τους

——————στα ρουθούνια μου

Οι λέξεις είναι ολόκληρο υδραγωγείο

με αγρότες γύρω που το ξεσκεπάζουν

μαλάζουν τα όργανά του

και τρυγούν τα νερά του όπως το μέλι

Γνωρίζω βοσκούς που ώρες βάζουν αυτί

στο άνοιγμα του υδραγωγείου και πλάθουν λέξεις

που αν γεμίσουν με έλκη χύνονται τα νερά
και μένουν με το κορμί τους ανοιχτό

μέσα από κεφαλάρια για να γεμίσουν

όπου να τους αγγίξεις ποτίζεσαι

Μ’ ήυρε το γλυκοχάραμα σε ζεστούς τριφυλλιώνες

κι έπαιρνα μυρουδιά από μέσα

όπως η λέξη χωμένη στο ποίημα

Όπου βρίσκω τα πράγματα ταράζομαι ολόκληρος

μ’ ετοιμόγεννα πουλερικά που η ζέστη

χύνεται από τις μάζες τους

Αν τα μαλάζεις εκεί που πρέπει τα πράγματα

λύνονται στα χέρια σου με τους αδένες τους ανοιχτούς

ως τα βαθιά ζωνάρια

και ονομάζεις τα όργανά τους

Για όλους τους χυμούς να μην χύνονται είναι οι λέξεις

ριζιμιές από βαθύτερες βιολογίες

αρκεί ν’ ακούσεις την πετροπέρδικα που

———————————————–γδύνεται

με μαλακιά βροχή στο λαρύγγι της

για να ευδοκιμεί το λάλημα

και το αργυλώδες χώμα

————————–βγάζει

———————————τα
———————————–υγρά του

——————————————–στον

————————————————ύπνο

Όπου το αίμα εξέχει είναι το φύλο μας

με τις λέξεις του σε οχεία

έτσι γεμίζουμε κοιλάδες γύρω από το αίμα μας

και δίνουμε στους ήχους βιολογικά μιμήματα

το ρω τη φορά και κινήσει και σκληρότητι εοικε

το δε λάβδα τω λείω και μαλακώ

Γι αυτό ο χασάπης κλέβει τους ήχους

από το λαιμό του κατσικιού για να κρατάει

μέσα τους το μαχαίρι

Ο ποιητής είναι

—————–ο τελευταίος

——————————φαλλός

————————————–του κόσμου
και το κορμί του είναι από κυτταρολέξεις

Από εποχές με περισσότερο αίμα

σώζονται πελώρια φαλλικά σύμβολα

ναυαγισμένα στα μάτια μας

Και γυρίζει ο Κρατύλος μέσα από παμπάλαιες λέξεις

με κουφάλες στα ψαχνά τους να μας παίρνουν
από κακομοιριές μ’ άλλα χαμένα ζώα

που έμειναν

————-τα πατήματα

—————————-της

——————————-φωνής

—————————————τους

Περιμένουν τη φαλλική εποχή τους οι λέξεις

σωριασμένες στους όρμους σαν οι φώκιες του χαμένου Πρωτέα

που πνίχτηκε στα λύπη του

thanasis-tzoulis-1

Stephen Crane, The black riders and other lines [1] / Μαύροι καβαλάρηδες και άλλοι στίχοι (απόσπασμα)

crane_black-riders

I
Black riders came from the sea.
There was clang and clang of spear and shield,
And clash and clash of hoof and heel,
Wild shouts and the wave of hair
In the rush upon the wind:
Thus the ride of sin.

I
Μαύροι καβαλάρηδες ήρθαν από τη θάλασσα. [2]
Κι ασπίδων και δοράτων συγκλονισμός,
και καλπασμών αναβρασμός και ποδοβολητών·
άγριες κραυγές, παραδαρμός
λυτών μαλλιών στον άνεμο:
προελαύνει η αμαρτία.

II
Three little birds in a row
Sat musing.
A man passed near that place.
Then did the little birds nudge each other.
They said, «He thinks he can sing».
They threw back their heads to laugh.
With quaint countenances
They regarded him.
They were very curious,
Those three little birds in a row.

II
Τρία πουλάκια στη σειρά
κάθονταν και στοχάζονταν.
Πέρασε κάποιος από εκεί
και τα πουλιά σκουντήθηκαν.
«Αυτός νομίζει πως μπορεί να κελαηδήσει», κάγχασαν
και του έριξαν
παράξενες ματιές.
Ήταν σπουδαία ετούτα τα πουλιά,
τρία πουλάκια καθισμένα στη σειρά.

III
In the desert
I saw a creature, naked, bestial,
who, squatting upon the ground,
Held his heart in his hands,
And ate of it.
I said, «Is it good, friend?»
«It is bitter bitter», he answered; «But I like it
Because it is bitter,
And because it is my heart».

III
Είδα στην έρημο ένα πλάσμα
γυμνό, αποκτηνωμένο.
Καθότανε κατάχαμα, κρατούσε
στα χέρια την καρδιά του
κι έτρωγε με λαχτάρα.
«Είναι καλή;» τον ρώτησα.
«Είναι πικρή, κατάπικρη»
απάντησε· «όμως μου αρέσει,
γιατί είναι πικρή
και γιατί είναι η καρδιά μου».

IV
Yes, I have a thousand tongues,
And nine and ninety‐nine lie.
Though I strive to use the one,
It will make no melody at my will,
But is dead in my mouth.

IV
Ναι, έχω χίλιες γλώσσες
κι οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά λένε ψέματα.
Όταν προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τη μία που απομένει,
δεν τραγουδά όπως θέλω·
μέσα στο στόμα μου είναι νεκρή.

V
Once there came a man
Who said,
«Range me all men of the world in rows».
And instantly
There was terrific clamour among the people
Against being ranged in rows.
There was a loud quarrel, world‐wide.
It endured for ages;
And blood was shed
By those who would not stand in rows,
And by those who pined to stand in rows.
Eventually, the man went to death, weeping.
And those who staid in bloody scuffle
Knew not the great simplicity.

V
Ήρθε ένας άνθρωπος και είπε:
«Για μπείτε οι άνθρωποι της γης
καθένας στη σειρά του».
Πάραυτα σηκώθηκε βοή
κι αντάρα τρομερή μες στους ανθρώπους —
να μπούνε στη σειρά ή να μην μπούνε;
Κι αρπάχτηκαν οι άνθρωποι του κόσμου μεταξύ τους,
και μάχονταν αιώνες και χυνόταν
το αίμα εκείνων
που δεν ήθελαν να μπούνε στη σειρά
κι εκείνων που ποθούσαν να μπούνε στη σειρά.
Στο τέλος, πέθανε απ’ τη θλίψη του ο άνθρωπος.
Κι αυτοί που μπήκαν στο μεγάλο μακελειό,
δεν γνώρισαν ποτέ το μεγαλείο του απλού.

VI
God fashioned the ship of the world carefully.
With the infinite skill of an All‐Master
Made He the hull and the sails,
Held He the rudder
Ready for adjustment.
Erect stood He, scanning His work proudly.
Then —at fateful time— a wrong called,
And God turned, heeding.
Lo, the ship, at this opportunity,
slipped slyly,
Making cunning noiseless travel down the ways.
So that, forever rudderless, it went upon the seas
Going ridiculous voyages,
Making quaint progress,
Turning as with serious purpose
Before stupid winds.
And there were many in the sky
Who laughed at this thing.

VI
Έφτιαξε με προσοχή ο Θεός του κόσμου το καράβι.
Με μαστοριά μεγάλη του Ποιητή των Πάντων
έφτιαξε το σκαρί και τα κατάρτια,
κι ετοίμασε τιμόνι
ακριβοδίκαιο. Το άδραξε
και στάθηκε και κοίταξε περήφανος το έργο του.
Και πάνω εκεί —την κρίσιμη στιγμή— κάτι στραβό
προέκυψε και γύρισε να δει τι τρέχει ο Θεός.
Και να που το καράβι, βρήκε την ευκαιρία
και γλίστρησε κρυφά,
κι άνοιξε δόλια, αθόρυβα τον δρόμο του
κι ανοίχτηκε ακυβέρνητο στις θάλασσες
κι άρχισε καταγέλαστα ταξίδια,
χαράζοντας αλλόκοτες πορείες,
ξεφεύγοντας τάχα σοφά
τους ανόητους ανέμους.
Κι ήταν πολλοί εκείνοι
στον ουρανό, που γέλασαν πολύ.

VII
Mystic shadow, bending near me,
Who art thou? Whence come ye?
And —tell me— is it fair
Or is the truth bitter as eaten fire?
Tell me!
Fear not that I should quaver.
For I dare — I dare.
Then, tell me!

VII
Σκιά μυσταγωγική, που γέρνεις πάνω μου, ποιος είσαι;
Από πού έρχεσαι;
Και —πες μου— είναι καλή
η αλήθεια ή καίει σαν φωτιά;
Πες μου!
Μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι.
Θα τολμήσω, θα τολμήσω.
Μίλα, λοιπόν!

VIII
I looked here;
I looked there;
Nowhere could I see my love.
And —this time—
She was in my heart.
Truly, then, I have no παράπονο,
For though she be fair and fairer,
She is none so fair as she In my heart.

VIII
Κοίταξα εδώ·
κοίταξα εκεί·
η αγάπη μου δεν ήταν πουθενά.
Γιατί εκείνη τη στιγμή
ήταν στην καρδιά μου.
Λοιπόν, πραγματικά, παράπονο δεν έχω·
γιατί είναι όμορφη, πανέμορφη, αλλά
ποτέ τόσο όσο στην καρδιά μου.

IX
I stood upon a high place,
And saw, below, many devils Running, leaping,
and carousing in sin.
One looked up, grinning,
And said, «Comrade! Brother!»

IX
Στάθηκα σε μέρος ψηλό
και είδα κάτω δαίμονες πολλούς
να τρέχουν, να πηδούν
και να γλεντάνε αναίσχυντα.
Σήκωσε ένας το κεφάλι,
και μόρφασε και είπε: «Σύντροφε! Αδελφέ!»

X
Should the wide world roll away,
Leaving black terror,
Limitless night,
Nor God, nor man, nor place to stand
Would be to me essential,
If thou and thy white arms were there,
And the fall to doom a long way.

X
Αν κυλούσε ο κόσμος όλος στο χάος,
αφήνοντας πίσω του σκοτάδι φρικτό,
ατέλειωτη νύχτα,
ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε τόπος να σταθείς
θα είχαν για μένα σημασία,
αν ήσουν εκεί εσύ και τα λευκά σου χέρια
κι ο δρόμος του αφανισμού μακρύς, πολύ μακρύς.

XI
In a lonely place,
I encountered a sage
Who sat, all still,
Regarding a newspaper.
He accosted me:
«Sir, what is this?»
Then I saw that I was greater,
Aye, greater than this sage.
I answered him at once,
«Old, old man, it is the wisdom of the age».
The sage looked upon me with admiration.

XI
Σε τόπο ερημικό
συνάντησα έναν σοφό
που καθόταν ασάλευτος
και περιεργαζόταν μιαν εφημερίδα.
Με διπλάρωσε:
«Κύριε, τι είναι αυτό;»
Τότε διαπίστωσα πως ήμουν πιο σοφός
—ναι!— από κείνον τον σοφό.
Του απάντησα αμέσως:
«Σοφέ, σοφέ μου γέροντα, είναι η σοφία της εποχής».
Με κοίταξε ο σοφός με θαυμασμό.

*Από το βιβλίο “ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ / THE BLACK RIDERS AND OTHER LINES”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

PG8960

Υπεροχή είναι η στιγμή με τη στιγμή

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ρε πως μας κατάντησαν έτσι;
Γνωστές φυσιογνωμίες και η
κατανόηση του προσδόκιμου λάθους.
Ρε δεν ήθελα το όνειρο
μα την ευκαιρία να το πιστέψω.
Σε είδα και δεν θυμόμουν
δεν θα μπορούσα ποτέ να θυμηθώ
πως ήμασταν αυτοί.
Όπως ο χρόνος αναδιπλώνεται
σε μια ανάμνηση αυτού που είναι.
Χίλια χρόνια θα ζήσεις
μα πρέπει ένα διάλειμμα για να σε φιλήσω.
Ξανά όπως το φιλί
είναι αυτό που σε θέλει.
Δεν θα υπερβώ ποτέ
όσα σε χρονογράφησαν.
Ιστορίες από το ποτέ στο τίποτα
που τώρα πάλι θα σημάνει.
Υπέροχες ασυνόδευτες χρονικές ακολουθίες
ενός προσώπου που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει
μιλώντας για όλα και κάνοντας κάτι
που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει.
Μα έχε υπόψιν πως πρέπει να σταματήσω
γοργά τον υπερσυντέλικο
της αγάπης μου
και επιτέλους να σε αγκαλιάσω
σε ότι μπορέσω να πειστώ
πως σε αγκαλιάζω.


View original post

ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου

14448830_1111012802318544_1129667957198731708_n

Της Γιώτας Παναγιώτου

Ήταν ήδη εις γνώσην μου εδώ και μέρες και το’χα κάπως χωνέψει. Να όμως που έφτασε η σημερινή Κυριακή για να το πάρω στα χέρια μου, να δω το επικήδειο εξώφυλλο, να νιώσω κάτι – κάτι άνευ ορισμού ακόμα – και να αποφασίσω πως τελικά, δεν υπήρχε ούτε υπάρχει κάτι για να χωνέψω. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη, σε σημείο που ίσως γίνομαι τραγικά φορτική ή/και που ίσως φαίνομαι ακλόνητα ρομαντική. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη και θα το ξαναπώ, στον διαδικτυακό και στον πραγματικό κόσμο, η Τέχνη ΔΕΝ είναι είδος πολυτελείας αλλά ανάγκη έκφρασης. Και όχι αγαπητέ μου, εμείς που ασχολούμαστε μ’αυτήν δεν το κάνουμε γιατί είμαστε κάτι αργόσχολα τυπάκια που γουστάρουμε να πουλάμε αφενός μούρη και αφετέρου να τα κονομάμε χοντρά. [Και για να προλάβω τη σκέψη σου, ναι, υπάρχουν μες στα χωράφια της Τέχνης μυριάδες τέτοιοι εξυπνόβλακες που κάνουν τα πιο πάνω και που ασχέτως αν το ξέρουν/καταλαβαίνουν/παραδέχονται ή όχι, οι πράξεις και οι βλέψεις τους φαίνονται σαν τα κακά σπυριά στον κώλο – και εν τέλει, αυτοί, δεν έχουν να μου πουν τίποτα και δεν με αφορούν.] Η παρένθεση έκλεισε. Και μαζί μ’αυτήν και το Ηδύφωνο, για το οποίο άλλωστε γράφεται αυτή η ανάρτηση. Κι αν αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο δεν σου λέει κάτι σαν λέξη, μη σκοτίζεσαι – δε χάθηκε κι ο κόσμος. Εδώ ο ίδιος ο εκδοτικός οίκος που το κυκλοφορούσε όχι μόνο δεν ήξερε τι πάει να πει Ηδύφωνο, όχι μόνο δεν ήξερε και δεν ενδιαφερόταν να διαβάσει τι γραφόταν με αγάπη και όρεξη στις σελίδες του, από τους ίδιους τους δικούς του συντάκτες αλλά και από τους συνεργάτες του, όχι μόνο ξεκίνησε να το διαφημίζει χωρίς καν να αναφέρει το όνομά του (γιατί τους ήταν δύσκολο), αλλά αποφάσισε, δείχνοντας ασέβεια στον κόπο και στο έργο των ανθρώπων πίσω και μέσα σ’αυτο, να το κλείσει γιατί προφανώς σύμφωνα με τα γεμάτα αριθμούς και μαθηματικές πράξεις τεφτέρια ενός λογιστάκου σ’ένα αναπαυτικό γραφείο δεν επέφερε ό,τι και όσο θα ήθελε ο εκδοτικός οίκος. Βλέπεις, αγαπητέ μου, ο πολιτισμός και η τέχνη δεν πουλάνε οπότε είναι αχρείαστο να υπάρχουν – άσε που οι άνθρωποι πίσω από την ιδέα και μέσα στο κάμωμα του Ηδυφώνου προφανώς δεν είχαν σώας τας φρένας αφού, άκουσον-άσκουσον!, επέλεξαν να ασχοληθούν με κάτι που δεν είχε να κάνει με κώλους, βυζιά και λοιπά σελεμπριτίστικα αλλά με θεατρικές παραστάσεις, βιβλία, εκδόσεις, μελέτες, έρευνες, μουσικές, κινηματογράφο, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Ναι, αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο ήταν “ένας ελιγμός ευτυχίας ώστε να μπορούμε να υπάρχουμε κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένοι”, να έχουμε λόγο να αγοράζουμε, να διαβάζουμε και να ξεφυλλίζουμε μια κυριακάτικη εφημερίδα μόνο και μόνο για ένα ένθετο. Δεν ξέρω αν με πιάνεις αγαπητέ μου. Ξέρω όμως, πως αν έπρεπε να εξηγήσω στα τιγκαρισμένα παράδες στομάχια και στα κατάδειανα μυαλά των λογιστών και των διευθυντών ότι η Τέχνη εμποδίζει τον πολιτισμό να καταστραφεί από τον εαυτό του, δεν θα τα κατάφερνα και δεν θα υπήρχε συνάμα λόγος να το κάνω – διότι αυτοί είναι ήδη κατεστραμμένοι από μόνοι τους. Απλά κανείς δεν τους το είπε ακόμα..
Σε όλη τη συντακτική ομάδα, στους ανθρώπους μπροστά και στους ανθρώπους πίσω, και ειδικά στον Μιχάλη και τη Μαρία, ένα τεράστο ευχαριστώ μετά χαμόγέλου. Ο πολιτισμός δεν κληρονομείται, κατακτάται – κι εσείς, έχετε ακόμη πολλά να κατακτήσετε.
ΗΔΥΦΩΝΟ / Πολιτιστικό Ένθετο της Κυριακάτικης “Σημερινής
ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου