Poem in 7 Parts by Clara B. Jones

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

  1. Negress

Maybe it’s easier to name a racist in post-structural space.

Baraka manifested metaphors rather than bodies in copula

And Michel mimicked narratives of power

In salons where stick figures watched from chandeliers.

That’s what happens to marginal systems and rugged landscapes

Where all matter begins or ends with a poor prognosis

Like Christmas lights beginning to flicker

or nylon stockings ripped by a cat’s claws.

Skin isn’t polychromatic just because we want our love to last

But your father reminded you what a negress is for

And you said, Don’t take it so seriously before telling me—

We can’t have a baby though Elliot is a good name for a boy

and I always wanted a daughter named Merida.

Prescribing psychoanalysis Freud said women are no substitute for men

when trauma and sex converge

And the Ego is sublimated by interior monologue

Otherwise I would stand in the…

View original post 1,115 more words

ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_0239

γ)

Πεδίο ναρκοθετημένο η καρδιά μου

όλοι την παρακάμπτουν.

δ)

Δεν  είναι το ύψος από κάτω μου

Αλλά το ύψος από πάνω μου

που με τρομάζει.

Αντίστροφος ίλιγγος.

ε)

Μετά από τόσες ερήμους που διάνυσα,

χωρίς ούτε σταγόνα βροχής,

συνεχίζω να ελπίζω

στην ξαφνική παπαρούνα.

στ)

Μετά από τόσες φορές,

που μέτρησα και ξαναμέτρησα τα δάχτυλά μου,

συνεχίζω να επιμένω

ότι δεν είναι μόνο δέκα .

ζ)

Πάνω στη γη βαδίζω ακόμα κι όμως

μ’ έχουν τυλίξει κι όλας του θανάτου οι ρίζες.

η)

Η σιωπή αποψιλώνει την ψυχή μου

κι εγώ επιμένω να φυσάω δέντρα.

……

ι)

Η αιωνιότητα είναι φτιαγμένη από στάχτη,

ψυχών αποκαΐδια που την ονειρεύτηκαν…

…….

ιγ)

Ελάχιστη φλόγα του σπίρτου.

Κάθε που ανάβεις ένα τσιγάρο,

ονειρεύεσαι δάση, ονειρεύεσαι πόλεις,

ονειρεύεσαι την ίδια την κόλαση.

ιδ)

όσο περνούν τα χρόνια

μεγαλώνουν οι κλειδαρότρυπες,

μικραίνουν οι πόρτες.

ιε)

όσο περνούν τα χρόνια

λιγοστεύει η ζωή κάτω απ’τα…

View original post 54 more words

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Δύο ποιήματα

vakxikon_issue_17_rakopoulos17

ΙΩΔΙΟ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ, ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΘΛΙΨΗ
(Σονάτα)

στήν Αννα Δύω

Πατώματα ξύλινα, στρωμένα με πολιή λαδομπογιά
Ένα μέρος της ροζέτας στο ταβάνι πού ’χει πέσει Από το βομβαρδισμό
Αυτό είναι το οίκεΐο, το Βερολίνο ίσως ολόκληρο

Που κάνει πάλλευκο κρύο κι άνθρωποι αβέβαιοι τη μέρα στους δρόμους
Τή νύχτα όμως —– περιμένω στο μικροσκοπικό δωμάτιο
ή είμαι ενόνειρος, από μακριά να σε βλέπω
με γεννητικά όργανα άναστατωμένα

… θα ήθελα να ήμουν σε σένα
κάτι για σένα να έκανα
Μια εφημερίδα
με όμορφες ειδήσεις να σου αγόραζα, κάτι…

Αναμφίβολα, η μουσική που ακούγαμε υπήρξε ωραία
Ιδίως όταν πίναμε λικέρ αμυγδαλέας

Καθώς ψήνονται φαγητά — αγγλικές κρεατόπιτες
καί πολυχρονεμένα κρασιά στο τραπέζι μας
Μέ σένα, για σένα, απ’ το ανοιχτό παράθυρο, φυλλομετρώ:
Φώτα αγέρωχα, αυτοκίνητα ακίνητα, πνοές από ψυχιατρεία
«Το κοινό έτρεχε στον κινηματογράφο όλο και πιο πολύ…», θυμήθηκα
«Ολέθρια Επιρροή του τελευταίου εραστή»
που ‘γινε άστρο απολυτό στο γαλαξιακό χορό
μια νύχτα, με βεγγαλικά Πρωτοχρονιάς, στο τρυφερό Παρίσι
δίχως βοηθούς άνακριτή· γιατί άλλωστε;
αφού πάντα μιλούσαμε για τους κλιβάνους αποτέφρωσης
όπως οι γιατροί — απρόθυμοι να διενεργήσουν εξετάσεις
Τ’ αφήσαμε απαρατήρητο, αδιάφορο αν η Άννα
αρνιόταν να γευματίζει, κι εγώ άκουγα κάτι σαν ρέκβιεμ
σε ανελκυστήρα για έβδομο πάτωμα, σουίτα 1221
όπου η Anna Blume απεβίωσε στα τριάντα τρία της χρόνια
υπονομεύοντας ειδάλλως πρασινίζοντας
για χάρη της η ευκαιρία
να πρωταγωνιστήσει στο

«Ιώδιο του Δειλινού, μια στιγμιαία θλίψη».

Chamissoplatz, 1987

***

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ALEXANDRA DANN UND WANN* 1

«Αγοράζετε βενζίνη Σελλ
γράφει σπίτι του δωδέκατου τομέα
είναι η γλώσσα που μιλούν εδώ…
είναι η ποίηση που αγαπώ
που μου λέει όσα με συγκινούν
είν’ το τραγούδι των πόλεων
όπου άνθρωποι βυζαίνουν γάλα συμπυκνωμένο μάνας
που μονάχα Θεός μπορούσε να κάνει μητέρα»

Ν. Ράντος

Τελευταία εβδομάδα Μαΐου
Ξύπνησα με ήλιο βερολινέζικο
Τώρα είναι απόγευμα
Βρέχει ραδιενέργεια
και ποιος ξέρει τι άλλο
Ο καιρός είναι περίεργος
Κι εγώ
Που εδώ ποτέ δε νυστάζω
Πίνω ξανά καί ξανά
(Απ’ το κρασί Ποιας Μετάληψης;)
Καί μεθάω — Γελάω
Με την αγωνία του εξόριστου
Με όλη την καρδιά μου
Σαν εφιάλτης κύκλωπας
Με κάνει και ξυπνάω: Κι αυτός ο λαός
ήθελε
Να υποτάξει τον κόσμο
Αρνιά καλοκάγαθα
Που τους αρέσει και πίνουν

Φωτοτυπίες
Και ζωγραφισμένες σελίδες γραφομηχανής
Για ν’ άντέξεις
Την ομορφιά τόσης νεότητας
Προκλητικά που αυτοσχεδιάζει
Στο ρυθμό μιας μεγαλούπολης…
Σε σκέφτομαι πού και πού
Εσένα
Που μού ’λεγες
Πώς όλα τόσο βαρετά σε τούτη τη ζωή
και φιλολογικά ωραία στην άλλη-
Ίσως γι’ αυτό,
Πια να αισθάνομαι
Μοναχικός
Απροστάτευτος
Μ’ ένα τείχος όλοι τριγύρω μας
(Έγινε πρόσφατα και κάρτα Επετείων)
Μωρό μου να ζήσεις
Είχες τά γενέθλιά σου
Τα σύννεφα φεύγουν
Κι εσύ ναρκισσεύεσαι…

Εσύ, που εντούτοις
Ακόμα με γοητεύεις
Όπως άλλωστε
Κάθε σύγχρονο επικίνδυνο πλάσμα
Ένας κίνδυνος παραπάνω λοιπόν, είπα κάποτε
Έστω με Νάνσυ Ρήγκαν συμβιβάστηκα
Τώρα όμως το ξέρεις:
Τα ηλιοπίνοντα πεύκα κι ο χριστιανισμός
Μου σπάνε τα νεύρα…
Και θέλω μετά να έκδοθώ
Και πώς δεν έχω
Την αίσθηση τής ποίησης της αλληλογραφίας…
Αλλά υπάρχουν πράγματα
Που με στενοχωρούν ακόμα:
Η Νταϊάνα Ρος του ’80
Ή όπως ο συμπολίτης σου
Ο πίνων «τέϊον συμπαθέστατον» να εισπνέει αίφνης κοκαΐνη
«Γιά δύναμη, για χρήματα Για σεξ και ναρκωτικά»
Απαντούσες κοφτά, πουλώντας τότε δακτυλίδια-

Εν τέλει, Μωρό μου Πού και πού
Μ’ αρέσει νά βρέχει/μπίρα ας πούμε, helles, sanftmutiges* 2. Τελεία

Cafe Shell, 1987

*1 dann und wann: πού και πού
*2 helles, sanftmutiges: ξανθή, ήπια

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, Εκδόσεις Δρομεύς/ΝΑ’, Αθήνα 1995.

vr3043

“Τα βράδια πάνω απ’ τα πουλιά” της Χαράς Ναούμ

%ce%a7%ce%b1%cf%81%ce%ac-%ce%9d%ce%b1%ce%bf%cf%8d%ce%bc-%ce%a4%ce%b1-%ce%b2%cf%81%ce%b1%ce%b4%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%af%cf%83%cf%89-%ce%b1%cf%80-%cf%84%ce%b1-%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%b1

Να βγαίνει η νύχτα από τα δέντρα
όπως βγαίνει η ψυχή απ’ τα πουλιά
[1]

Αποφάσισα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Τα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά με τους συγκεκριμένους στίχους (είναι από το ποίημα «Τέλος – πευκοβελόνα») γιατί δίνουν μια καλή συνολική εικόνα της δουλειάς της Χαράς Ναούμ, και καθρεφτίζουν τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της.

Η πρωτοτυπία και τελικά το ξάφνιασμα του αναγνώστη που προκύπτει από τον συγκερασμό «απομακρυσμένων» λέξεων είναι ένα από τα σταθερά στοιχεία μιας συλλογής που αν μη τι άλλο δεν στερείται συνέπειας στο λόγο. Διάλεξα αυτούς τους δύο στίχους επειδή σχεδόν «είδα» να παράγεται ήχος: ένα άκουσμα κάπου ανάμεσα στο ψυχανέμισμα και τη σιωπή, αυτή τη σιωπή που προηγείται αλλά και έπεται της ανάσας, ανεπαίσθητη αλλά αναμφίβολα παρούσα. Από την άλλη μεριά βέβαια, το συγκεκριμένο ποίημα υποφέρει από μια ασάφεια που ενώ δεν είναι καταστροφική, είναι αρκετά ισχυρή ώστε να μην μπορεί κανείς να την παρακάμψει, και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται αρκετά συχνά και σε άλλα ποιήματα.

Η Χαρά Ναούμ έχει μια αποσπασματική οπτική στα πράγματα, όχι όμως και φωτογραφική, θα έλεγε κανείς ότι συνειδητά αγνοεί τις συνολικές εικόνες για να επικεντρωθεί στα θραύσματα. Δεν της λείπει ο ρεαλισμός, αντίθετα, θα έλεγα ότι γράφει μια σύγχρονη ποίηση ενός ανθρώπου με τους προβληματισμούς και τις ισοπεδωτικές ανασφάλειες της ηλικίας της: οι συνθήκες της ζωής στην Ελλάδα είναι τέτοιες που δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια άλλωστε. Μπορεί η ποίηση που συναντά κανείς στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά να είναι κατά κάποιο τρόπο περιγραφική, αλλά η ποιήτρια διεκδικεί σθεναρά την υποκειμενικότητα της ματιάς της και την αυθεντικότητα της εκάστοτε διήγησης.

Εκτός από την προσέγγιση της πραγματικότητας, της αντικειμενικής και της όποιας άλλης, η Χαρά Ναούμ δημιουργεί ένα ποιητικό «εμείς» που ταυτόχρονα την περιλαμβάνει και την διαφοροποιεί ως εκφραστή της συγκίνησης και της εκάστοτε ανατροπής. Δίνει την αίσθηση ότι διατηρεί με ευλάβεια ίσες αποστάσεις τόσο από τα ποιήματα όσο και από τους αναγνώστες, με σεβασμό στα όρια, τα δικά της και των άλλων, ακόμα και των ίδιων της των στίχων. Εμπλέκεται λιγότερο για να προβληθεί και περισσότερο για να ψηλαφήσει τα συμβαίνοντα και να τα απεικονίσει, κάποιες φορές ιμπρεσσιονιστικά, με σκοπό άλλες φορές την κατανόηση και άλλες την αποδοχή.
Μια πιο γενική ματιά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αναγνώστης συναντάει πολύ καλούς στίχους όπως για παράδειγμα:

Αν δεις πάνω στα λιθόστρωτα
Υπάρχει μια αντανάκλαση ουρανού που δεν διαμαρτύρεται
[2]

σε συνολικά μετριότερα ποιήματα, και ενώ το σωστό ένστικτο είναι εκεί, κάποιες φορές οι ισορροπίες ανάμεσα στην σαφήνεια και την εσωστρέφεια των συμβολισμών κάπου χάνονται.

Το πέρασμα του χρόνου δεν ασκεί τον καταλυτικό του ρόλο όπως συμβαίνει συχνά στις συλλογές που έχω διαβάσει τελευταία, υπάρχει όμως ως στοιχείο πορείας και επαναπροσδιορισμού των σταθερών. Δίπλα σε ποιήματα χωρίς έντονη χρονική υπόσταση, συναντά κανείς άλλα που είναι σαν να γράφτηκαν για να στερεώσουν μια χρονική στιγμή μέσα στο σύμπαν, να παγώσουν τις συγκινήσεις και να προφυλάξουν τις εύθραυστες σκέψεις. Συμβαίνει κάποιες φορές οι συσχετισμοί που δημιουργούνται ανάμεσα στον χρόνο και τον όποιο ρεαλισμό να γεννούν ποιήματα «σουρεαλιστικά» με την αρνητική έννοια του όρου: η κατανόηση δέχεται πλήγμα και η επαφή του δημιουργού με τον αναγνώστη μπορεί να διασαλεύεται, αλλά στον αντίποδα αυτού η Χαρά Ναούμ βρίσκει τον χώρο να εξερευνήσει τους δρόμους της φαντασίας της.

Μια πιο στενή σχέση των ποιημάτων με τους τίτλους που τους έχουν δοθεί θα βοηθούσε στην κατεύθυνση της κατανόησης, στο κάτω-κάτω οι τίτλοι είναι καθαρά στην κρίση του δημιουργού, δεν είναι υποχρεωτικοί, κάτι που θεωρητικά σημαίνει ότι βρίσκονται εκεί για να ενισχύσουν τη δομή και την συνάφεια.

Παρόλο που δεν έχω διαβάσει την πρώτη της συλλογή ώστε να δω αν υπάρχει εξέλιξη στη γραφή και τη σκέψη, είναι γεγονός ότι τα θετικά στοιχεία υπερισχύουν των αρνητικών. Στα βράδια πίσω απ’ τα πουλιά, η Χαρά Ναούμ δείχνει ότι έχει άγκυρες στο παρόν και στην πραγματικότητα, αλλά ότι τα μετουσιώνει και τα δύο σε κάτι που τα ξεπερνάει: μπορεί έτσι να τους εξασφαλίσει μια πορεία στο μέλλον.

Παραθέτω δύο ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:

ΕΡΩΤΙΚΟ [3]

Τα παλιά τρένα λένε
έγιναν επίσημα
είδος προς εξαφάνιση
τα γδέρνουν οι κερδοσκόποι
για τα περίφημα βαγόνια τους
ή τη μεταλλική σιωπή
ελλείψει επιβατών
-οι ράγες κλαίνε ανέγγιχτες

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ [4]

Κόλλησα πάνω μου την ποίηση σαν σώμα ξέντυτο
άχρωμο ερμαφρόδιτο
Το έσφιξα και το φύσηξα
κατά πως ρίχνει καταπάνω μας ο αέρας
τις οσμές των μόνων
-ίσως αυτό να είναι το μόνο λάθος που διαπράξαμε όλοι
Ποιος είναι άλλωστε υπάλληλος εντεταλμένος της ποιήσεως
ποιος ξέρει κατά γράμμα τους κανόνες
ή ποιος τους επιβάλλει
Όσο αγαθή κι αν μοιάζει η προαίρεση
απ’ όπου κι αν το πιάσεις το λευκό
δεν είναι χρώμα

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 13-14, σελ.12
[2] Σελ. 13
[3] σελ. 23
[4] σελ. 20

*Το κείμενο αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2016/09/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα

cebaceb1cf81cebfcf85ceb6cebfcf83-cebdceb9cebacebfcf83-1

Ἕνα ἔρημο ἄνθος

Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα.

Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ

μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία

τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν

ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ

κι ὁ θάνατος μονόλιθος.

Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του

μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,

ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει

κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα

εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς

τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω

κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ

φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα

εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ

γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:

Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση

τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα

στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.

Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.

Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Στὴν ὕλη εἰσχώρησα οὐρλιάζοντας

Δυὸ θάλασσες μὲ κυνηγοῦν: ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος

δυὸ ρεύματα π᾿ ἀνάθεματα στὴν καρδιὰ μου…

Ψάχνω γιὰ νὰ βρῶ μέσ᾿ στὸ σκυλοπιωμένο κεφάλι μου

δεύτερη κτητικὰ ἀντωνυμία

δὲ βρίσκω – νοημοσύνη. Δὲ μαρμάρωσα τίποτα

Νὰ παίζουμε τοὺς ἀνέμους

νὰ παίζουμε γλυκὰ τοὺς κολασμένους

Τί βρέφος ἠδυνόμενο τὸ ποίημα 
κι ὁ φουκαριάρης ὁ Ἰησοῦς

μ᾿ ἕνα πορτοκαλένιο σωβρακάκι

κρεμιέται κάθε χρόνο στὰ ἔαρα

Ἡ τέχνη μας ἡ φριχτότερη τοῦ ἐγὼ μεταμφίεση.

Χαρμόσυνο λάβδανο

Μέσα στὴ βενζινέρημο ξεράθηκε κι ὁ πόνος -

ἡ ἀγάπη στὸ τασάκι· πολιτικὸ κιγκλίδωμα…

Ποιὰ φρίκη εἶν᾿ τὸ φῶς ποὺ μ᾿ ἔχει ἅρπαξει

κι ὁ ἀμφίβραχυς!

Κλαίει κι ἀναδακρυώνει ὁ χαλασμὸς ὀνόματι

ὅραση

κ᾿ εἶναι σαλόνι ἡ ματιά μου σ᾿ αὐτὸ τ᾿ ἁλῶνι

τὸ φαρδὺ τοῦ φεγγαριοῦ

μὲ ἀργυρόχροα ταμένα στὴν ἀπόγνωση

χωρὶς τὴ γλῶσσα-μέγαιρα νὰ διαγουμίζει λήθη

μέσ᾿ ἀπ᾿ τῆς μνήμης τὴ φορμόλη.

Θαυματουργός τη θεωρία τοῦ τροχοῦ σας τὴ δασκάλεψα

τὰ ἀσθητήρια μαστίζοντας

ἀγχιθανὴς ἀγχίθεος ἀγχινεφὴς κι ἀεροβάτης μόνος

ὁ ἥλιος εἶναι τὸ πάγιο προσθέτει ἡ δασύτριχη σελήνη.

Δὲν παίζω σοβαρότητα κι ἀναδεύω φυσικοχημικὰ

συμπεράσματα

τρελόσωστος: ὀπτικὴ εὐφυία ὁ σερίφης ἀνόλβιος

ἀσπάζομαι τὴ γῆ μὲ γοερές μου γονυκλισίες ἀνώφελος

ἐγὼ ἀνταλλάσσω πυρὰ μονάχα μὲ τὸ θάνατο -
καταλαβαίνεις;

Ὅταν ξεμέθαγα τὶς ἀλκοολικὲς βελόνες ἀπ᾿ τὰ τρυπήματα

ἡ ψυχανάλυση τοῦ ἅγιου μαδοῦσε τὴ λάμψη τοῦ καθρέφτη

τὸ σῶμα σου ἀποπλέει ὡσὰν χάρτινο μὲ ξεφλουδίσματα

χρόνου

ἀπὸ χρυσίζουσα ὀχιὰ τὸ πεπρωμένο σου δὲν ἐκκολάφτηκε

κι ἀποπλέει τὸ σῶμα σου

κρατώντας ἠχητικὰ χάμουρα

στὰ θηλυκὰ ἐρείπια τοῦ Ἠρώδειου ὅπως αἰφνίδια

μοῦ φάνηκε πὼς ἔπιασε φωτιὰ
ἡ ἅρπα.

Ξημερώνει μὲ ἀτμώδη βουνὰ μάντισσες φωνασκίες κοτόπουλα

χαρτορίχτρες

ἀπεχθαίρω τὴ στύση μου μελάτη

κι ὦ Θεέ μου ἂς μπόρηγα νἄμπαινα κάποτε γιὰ πάντα

στὸν ὕπνο.

Διάλογος πρῶτος

Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ

κι ὅμως πονέσαμε ἀπ᾿ τὰ βάθη.

Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μία ἐξήγηση

γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.

Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει

χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.

Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη

νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.

Μία μουσικὴ

ἄξια τῶν συγκινήσεών μας

δὲν ἀκούσαμε.

Βρεθήκαμε σ᾿ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου

ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω.

Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μία γλυκύτητα

στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.

Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ

μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ

ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.

Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ

ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.

Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη

καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.

Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…

Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου

θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

Γιάννης Σκαρίμπας, Ποιήματα

poihmata

ΧΑΛΚΙΔΑ

(από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάν” σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος!

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ” όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν” σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έτσι νάν” σπασμένοι, νά φυσά απ” τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . .

ΦΑΝΤΑΣΙΑ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν” σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι” άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ” τόν κύκλο των νερών – στά χάη.
Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ” από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν” η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ” τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

(από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ” αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ” έβλεπε – μ” εθώρει κι ήταν τ” όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ” σέ όνειρο – και τ” όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ” ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ” τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ” ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ” έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

ΟΥΛΑΛΟΥΜ…

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ” τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ” έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ” αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ” τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

ΤΑΜΑΡΑ

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι” επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ” εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ” Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι” εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι.

Το αίμα της μεσημβρινό, χυμένο λες — κει — να
σφυράει μες στο γυναικείο της κορμί — εμβατήριο τέλειο —
κι” είχε κάτω απ” τα βλέφαρα—βαμμένα με κινά—
μουχρό, βαρύ τριαντάφυλλο το σαρκικό της γέλιο.

Κι” εγώ την ειχ” αγάπη μου!.. Μια φλόγα και καπνός
ήταν ό,τι απ” τ” αγκάλιασμά-της πίναν μου οι πόροι,
ενώ με όμμα ατάραχο αυτή με εκύταε ως
τον πόθο μου τον γήινο να ενόγαε κι απόρει…

Κι” ήμουν ειδωλολάτρης της!. Ψηλά o εν ουρανοίς
Κύριος κι” οι Άγιοι του, για με πια ουδ” αρωτάγαν
κι” ενώ ουδ” εγώ αρώταγα, αρχαίου Ναού — αυτηνής —
— κολώνες που γκρεμίστηκαν— τα μπούτια της φωτάγαν…

Και πέθανε… Και με παπά τη θάψαμε! και να
—μ” αυλούς— οι τραγοπόδαροι Θεοί της σουραβλάνε
και γύρω απ” τον ειδωλολατρικό Σταυρό της, παγανά
και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε…

ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ

Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το “να το άλλο εφίλει.

Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.

Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ” άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ” αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου…

Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

(“Τα Νέα Ελληνικά” 1 – Ιανουάριος 1952)

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ” αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ” αχνή τολύπη
κ” ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

Ή μη—βαρκάκια του—μ” άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ” ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ” όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι” όλα να πάης
και vάv” πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι” ο Μάης.

Κι” εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι” ο Μάης κι” οι ανέμοι
κι” έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ” ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι” εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ” την τρικυμία τούτου κόσμου.

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι” αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα…

Κι ως αρπώντας με μ” έβγαλαν σηκωτόν απ” την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

… Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν” άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!…

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό “να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι…

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ” αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!…

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ” ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι…

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

(Από τη συλλογή Εαυτούληδες, 1950)

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν” να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ” αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!

Α… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου “γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια…

*Τα ποιήματα «Ταμάρα», «Το ξάφνιασμα», «Η Κυρά μου η τρέλα. . .», «Το βαπόρι», «Στάδιον δόξης» και «Εαυτούληδες» είναι από το περιοδικό Περίπλους τ. 44, Μάρτιος-Ιούνιος ’97 (δες σελίδες σύγχρονης ελληνικής ποίησης).

ο ψίθυρος των απόντων 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι:
διατελώντας πλέον
ασαφείς και υδαρείς,
πώς προέβηκαν στα απονενοημένα που τους καταλογίζουμε,
με κόκκινα μάτια κι άσπρα μάγουλα,
και νύχια που συνέχιζαν να μεγαλώνουν,
εκεί που ο θάνατος στερέωνε
το χλωμό του φως
επανορίζοντας,
μια νέα ακινησία/

Ανυπεράσπιστοι, πώς
καταδικάστηκαν ερήμην τους,
κι εξακολουθητικά,
να διαβάζουν τα λόγια τους μες στο στόμα μας,
προς χάριν αστεϊσμών
ή διδαχής,
είτε μομφής,
είτε νουθεσίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι,
και την επίμονή τους δυσαρέσκεια,
όσο η νύχτα τους σκεπάζει:
πόσο πιο μαλακοί οι ίσκιοι της, από τα θορυβώδη οστά τους/
τα κρύα χέρια τους
στη δική τους κάμαρη,
είτε σε θαλάμους μεσοπολεμικών “εξωτικών” νοσοκομείων,
τα μάτια τους που
ανθίζουν πάνω μου,
κάθε που αποβαρύνομαι
στα χωμάτινα κάτοπτρα της ματαιοδοξίας/

Τον ψίθυρο των απόντων αφουγκράζομαι
και την αδρανοποιημένη ανάσα τους,
πίσω από το αυτί μου/
τις γρατσουνιές στο μπράτσο μου,
μια Κυριακή με αυγινή σελήνη,
σε τούτο το…

View original post 47 more words

ΜΑΡΟΥΣΩ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

antipoihsh's avatarΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Μαρουσώ Αθανασίου

ΑΦΑΝΗΣ ΕΡΩΣ

κλειστές κουρτίνες

μην και φανεί

μην και φανερώσει

το φως

διαθλάται στο εγώ

και προδίνεται

ΣΦΗΝΑΚΙ

i.

η ποίηση έχει σώμα

αίμα

κι ένα μαστίγιο

ii.

πέθανες

κι έτσι

είμαστε

πάντα δυο

ΚΙ ΑΛΛΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

ξανάγραψα το  καρδιογράφημά σου

ηλέκτρισα ένα κομμάτι χαρτί κι ένα μολύβι

σε τίποτα δεν ωφέλησα

εσύ πέθανες

εγώ δεν έζησα

ΕΡΑΝ

ερωτευμένη πάντοτε

με τη σκιά του έρωτα

την ουσιώδη

ΑΝΔΟΡΡΑ

Εδώ είναι τα παπούτσια του.

Αν ξαναρθεί, εδώ είναι!

Καμιά φορά γκρεμίζονται οι πάσσαλοι

και φεύγουν οι νεκροί κόκκινοι απ’ το αίμα.

Εμείς μπροστά από τον καθρέφτη μας

-Που ‘χει γεμίσει σάλιο απ’ τα γλειψίματα-

Θα φτύνουμε επιτέλους ο ένας τον άλλον

Κατά πρόσωπο.

Χωρίς κουκούλες.

Με παπούτσια.

Περνώντας ανήσυχα – ανήσυχα από την πλατεία.

Όλοι μαζί.

Του Άη – Γιώργη, όταν ασπρίζουνε τα σπίτια.

ΟΝΤΙΝ

Βουλιάζω το πρόσωπό μου στο ποτάμι.

Να σε φωνάξω ξανθή νεράιδα.

Κι εσύ η δόλια που…

View original post 131 more words

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα

1187286_571265186272123_1878016088_n

εραστές από χαρτί

Αβίαστα παραδόθηκα στην εντροπία του έρωτα.
Κι όσο επιμένεις να τακτοποιείς,
τόσο το χάος διαστέλλεται μες στο κεφάλι μου.
Μου εξηγείς με λογική ότι δεν γίνεται.
Μα εγώ αποτυπώνω στο χαρτί χίλιες προτάσεις
που υμνούν το στέρνο σου.
Αλήθεια, ποτέ πριν δεν με είχε απασχολήσει
ένα στέρνο τόσο.
Στέλνεις γράμματα που εξηγούν και αναλύουν
το ανέφικτο.
Κι εγώ απαντάω με ποιήματα.
Εσύ θα κερδίσεις στο τέλος,
μα το χαρτί να ξέρεις,
προτιμά να φιλοξενεί περιγραφές του θώρακα
παρά δικαιολογίες.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

απουσία

Τόσα ποιήματα, ξόρκια για τη μοναξιά,
απελπισμένες προσπάθειες να ,μην ξεχάσω,
βασανιστικές απόπειρες να θυμηθώ …

Θα πρέπει να έλειπες συχνά.
Γεμάτα τα συρτάρια μου.
Και να σκεφτείς, πως όταν
βρισκόμασταν,
μου αρκούσε η σιωπή.

*Από την συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010.

***

Η λυπημένη πολιτεία των ανθρώπων

Tων ανθρώπων με τα χαμένα λογικά,
με τα χαμένα αισθήματα –
που ασφυκτιεί κάτω από σάρκινα σεντόνια,
κάτω από δανεικές μοναξιές – αναζητώντας
το δεκανίκι της ύπαρξης.

Σε θέλω, μου είπαν τα μάτια σου
Σε θέλω, μου είπε το κορμί σου

Κι εγώ,

αναζητώ αστροπολιτείες
διαφορετικές από αυτές που συλλαμβάνουν
οι κεραίες μου,
ίδιες μ΄αυτές που οι φλέβες σου
υπαγορεύουν.

Λαμπίρι, 23.3.2003

*Από τη συλλογή “Τετράδιο πειραμάτων”, 2010
Δημοσιεύτηκε και εδώ: http://dreaming-in-the mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

***

ab initio


Το σώμα ζητά εξηγήσεις.
Δεν ημερώνει με λογικές.
Δεν καταφεύγει σε λέξεις.
Εγώ καταφεύγω/αποφεύγω
Φεύγω.
Πώς να δαμάσω τη φωτιά
με μολύβι και χαρτί;
Στάχτη από λέξεις.
Πώς να ξεγελάσω την επιθυμία;
Κόβει βόλτες στον κήπο
σαν πεινασμένο αγρίμι.
Όλη τη νύχτα.
Δεν χορταίνει με ξεροκόμματα
σάρκα ζητάει
σώμα να ταϊσει το σώμα.
Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα : Το στοίχημα).

***

Η άλλη πλευρά

Είμαι. Το βουητό του αέρα που
αντηχεί μέσα από την καμινάδα.
Ένα ανεπαίσθητο γαϊτανάκι από
στάχτες που χορεύει πάνω
απ’ το σβησμένο κούτσουρο.

Το μόνο ζωντανό φως.

Η καύτρα του τσιγάρου μου
που σβήνει όπου να ‘ναι.

Είμαι λουλούδι κομμένο σε βάζο.
Ρουφάω νερό μα ψάχνω χώμα.
Αποκομμένη απ’ τη ρίζα
ανθίζω μόνο μια φορά κι ύστερα
πέφτω

πέταλο

πέταλο

πάνω σ’ ένα καρό τραπεζομάντηλο.

Είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω.
Σιωπή μέσα σε αστικό καρναβάλι.

Είμαι η άλλη πλευρά του χαρτιού
που γράφω.

Ο στίχος που δεν επιλέγεται.
Αυτό που δεν χωράει στο ποίημα.

Είμαι.
Το τυφλό σημείο του καθρέφτη
στο κρεβάτι του νάρκισσου.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, 2012 (Ενότητα: Άνοιξη εντός).