Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Bacon, Study for a nude

Bacon, Study for a nude

……..
είναι στο χέρι σου
να μην τους αφήσεις να σε νικήσουν
γιατί
χωρίς ήττες καιηττημενους
δεν υπάρχουν ούτε νίκες ούτε νικητές. …..

……………………………………
λέγεται πως
όλα είναι θέμα ορισμών
και οι κάθε φορά ορισμοί τους
που φτιάχνουν για εμάς
με εμάς
ή χωρίς εμάς
είναι ζήτημα του ρεύματος
-αποφεύγουν να πουν των αναγκών-
των καιρών
γι’ αυτό επιβάλλεται στους υπηκόους
η καθημερινή άσκηση
στα πισωπατήματα της ευκαμψίας
και η ειδίκευση
στις απρουπόθετες παραχωρήσεις της ευελιξίας
με τα δύο αυτά προσόντα
σου εγγυώνται πως εκταμιεύεις
ως υπάκουος παρακεντές
μία ευκαιρία για επιβίωση στα μπρούμυτα
σε συμβουλεύουν έξαλλοι
να παραμείνεις
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθός
μαλάκας
κι αν ακράτητος τολμήσεις την υπέρβαση να τους παραδοθείς
αποκτώντας φωνή βέλασμα
σε ονοματίζουν
κοινωνικά και πολιτισμικά ορθό
λεβεντομαλάκα
γι’ αυτό επιμένουν
νά αποφεύγεις τις δυσκαμψίες
τις αμφισβητήσεις στους κάθε φορά ορισμούς τους
γιατί τέτοιες συμπεριφορές διασύρονται δημόσια ως πάθηση
“παράλογη απιστία προς τους ορισμούς των καιρών
εξαιτίας ανεπιτυχούς κοινωνικοποίησης”…………………

……………………………………………………………..
Τον φώναξε με φωνή δυνατή,
λίγο πριν χαθεί στη στροφή των αναζητήσεων.
Ακούς; εκεί στις περπατησιές σου,
κοίταξε να ερωτευτείς με τρόπο έρωτα κι όχι αλλοιώς, γιατί……..
όταν ερωτεύονται
οι ανολοκλήρωτες προθέσεις μας
τα σημάδια της αλήθειας μας καλά κρυμμένα
οι φωνές μας που μιμούνται άλλες φωνές
το κλάμα μας που από ανάγκη βγαίνει γέλιο
οι υποδόρροιες απελπισίες καιί ανασφάλειές μας
οι εμμονές και οι ανάγκες μας
τότε ο έρωτας
όσο μεγάλος κι αν φαίνεται
όσο και να ταιριάζουμε σωματοαισθητικά
είναι ένα εκκωφαντικό σπεκουλαδόρικο τίποτα……………

………..
ζήλεψα ακούγοντας τις αλλότροπες ενατενισεις της νόησης του
να λένε
πως σε αυτούς τους μεταβιομηχανικους καιρούς
ο νέος άνθρωπος
από Homo oeconomicus
οπαδός της φαλλικής αντίληψης που έχει η δύναμη της εξουσίας
να γίνει παθιασμένος Ηδονιστής
της ελευθερίας,
της ανεκτικότητας του διαφορετικού,
τής πολυχρωμίας,
να γίνει με μεγάλη επιθυμία δημιουργικός
ακάθεκτα και υπερβατικα περίεργος για τη δημιουργία,
να υπάρξει δηλαδή
σαν Homo artisticus e poeticus της ζωής
σαάν ποιητής της δικής του ζωής,
όχι, δεν είναι αλαζονεία μυαλού να ονειρευόμαστε
να αλλάξει επιτέλους η ονοματολογία των πραγμάτων της ιστορίας
ο Προλετάριος να γίνει Ποιητάριος
και το Προλεταριάτο Ποιηταριάτο. …….

4 ποιήματα, Izet Sarajlić | μτφρ. Jelena Bosnjaković Bajraktarović

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

izet-sarajlic-3

Φίλοι από την πρώην Γιουγκοσλαβία

Τί είναι το να περάσετε μια νύχτα μαζί μας,
φίλοι;

Δε ξέρω
τι κάνετε.

Τι γράφετε.

Με ποιον πίνετε.

Ποια βιβλία διαβάζετε.

Δε ξέρω καν
ούτε αν είμαστε ακόμη φίλοι.

(Sarajevska ratna zbirka / Πολεμική συλλογή από το Σαράγιεβο, 1992)

View original post 327 more words

Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

14502874_654336984743790_1834160142726324307_n

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό”. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Άγνωστος Μετανάστης, Μη με φωνάζεις «ξένο»

121001-19_05012013_10

Επειδή άλλη μάνα με γέννησε
και σ’ άλλη γλώσσα άκουσες εσύ
τα όμορφα παιδικά σου παραμύθια…
μη με φωνάζεις «ξένο»
το ψωμί σου δε διαφέρει απ’ το δικό μου
το χέρι σου είναι όμοιο με το δικό μου,
σαν τη φωτιά καίει
και η δική μου φωτιά.
Γιατί λοιπόν με φωνάζεις «ξένο»;
Επειδή σ’ άλλους δρόμους βρέθηκα
και σ άλλο λαό γεννήθηκα
και άλλες θάλασσες γνώρισα
και απ’αλλού σάλπαρα;
Αλλά το ίδιο άγχος κρύβουμε κι οι δυο
η ίδια εξάντληση
στην πλάτη μας βαραίνει,
αυτή που συντρίβει το κάθε θνητό
μέσ’ απ’ του χρόνου τα σκοτάδια
από τότε που σύνορα δεν είχαν τεθεί
κι ανάμεσά μας ακόμη δεν είχαν φθάσει
όσοι διχάζουν
και σκοτώνουν το φτωχό,
αυτοί που κλέβουν
και μοιράζουν ψέμματα,
αυτοί που εμπορεύονται κι εμάς
και θάβουν αδίστακτα τα όνειρά μας
όσοι εφεύραν αυτή τη λέξη
τη σκληρή: «ξένος».
λέξη παγωμένη και γεμάτη θλίψη
που θυμίζει αλησμοσύνη κι εξορία.
Αν θέλεις το καλό μου να είσαι καλός
σταμάτα τώρα να με φωνάζεις «ξένο»
αν θέλεις, κοίταξέ με στα μάτια,
πιο πέρα απ’ το μίσος
ας φθάσει η ματιά σου,
ας ξεπεράσει φόβο, εγωισμό.
Για δες, άνθρωπος είμαι κι εγώ
Όχι, δεν είμαι «ξένος»!

Ανδρονίκη, Δύο ποιήματα

2386328252_45054b965d_z

Άτιτλο

Είμαι στεγνός, καθαρός.
Έχω διαύγεια.

Θα βγω στο ντάλα ήλιο.
Η βρώμα από τα σκουπίδια άμεση, επιτακτική.
Μικρά τοσοδούλικα αυτοκινητάκια
έρχονται καταπάνω μου.
Είμαι τεράστιος ρε!
Χοντρός και λιγωμένος.
Θα βήξω και θα σας φτύσω.

Ζεστή σκόνη και γλιτσερά ρούχα
με τσιμεντώνουνε.
Και να φυσάει ο ερμαφρόδιτος αέρας
σαν πιστόλι για τα μαλλιά και για τα μυαλά.

***

Αυπνίες

Από το γραφείο χρόνια έχω να βγω
και δε με θυμάται το καλό μου το αφεντικό.
Έτσι, γλιτώνω από ενοχλήσεις
και άλλες παρεξηγήσεις.
Συνδικαλιστής ή μη,
κανένας δε γνωρίζει τη δική μου τη μορφή.

Όταν πάω να ψωνίσω,
τα βερεσέδια φροντίζω να μην αργήσω.
Μόνο μια τσάντα για το σπίτι κουβαλάω,
μα όλες τις τιμές κοιτάω.

Στο γιατρούλη μου πηγαίνω
και γράμματα πολλά του στέλνω,
να του πω ευχαριστώ
που με κρατάει τόσο γερό.

Το απόγευμα, την Κυριακή,
παρέα μου κρατάει η τιβί.
Σ’ άλλους κόσμους τότε ζω
και με ανθρώπους ειδικούς σαν να μιλώ.

Κι ενώ, όλα πάνε, κατ’ ευχή
στον ύπνο, πάντα, με ξυπνάει, μια απόκοσμη φωνή.

*Από το ιστολόγιο Άνω Θρώσκω στο http://anwthrwskw.espivblogs.net/2016/06/05/δυο-ποιηματα/

Arthur Rimbaud, Το μεθυσμένο καράβι… / Le bateau ivre…

………………………….
Dans les clapotements furieux des marées,
Moi, l’autre hiver, plus sourd que les cerveaux d’enfants,
Je courus ! Et les Péninsules démarrées
N’ont pas subi tohu-bohus plus triomphants.

Μέσα στους φοβερούς παφλασμούς των πλημμυρίδων,

Τον άλλο χειμώνα, Εγώ, πιο κουφός κι από μυαλό παιδιού,

Έτρεξα! Κι οι λυμένες Χερσόνησοι

Ποτέ τους δεν έσυραν Χάος πιο θριαμβικό.
………………………………………………………….
J’aurais voulu montrer aux enfants ces dorades
Du flot bleu, ces poissons d’or, ces poissons chantants.
– Des écumes de fleurs ont bercé mes dérades
Et d’ineffables vents m’ont ailé par instants.

Πόσο θα ‘θέλα να δείξω στα παιδιά τα λυθρίνια

Του γαλάζιου κύματος, τα χρυσά ψάρια, τα ψάρια που τραγουδούν

Αφροί λουλουδιών νανούρισαν τα φευγιά μου

Κι άνεμοι ανείπωτοι, στιγμές, με φτέρωσαν.
…………………………………………………………………
Je sais les cieux crevant en éclairs, et les trombes

Et les ressacs et les courants : je sais le soir,

L’Aube exaltée ainsi qu’un peuple de colombes,
Et j’ai vu quelquefois ce que l’homme a cru voir!

Ξέρω ουρανούς που σκάζουν σ ‘αστροπελέκια, και σίφουνες,

Και τ ‘αντιμάμαλα, τα ρεύματα: Ξέρω το βράδυ,

Την εξαρσιωμένη Αυγή, ίδια λαός περιστεριών

Κι είδα αυτό που ο άνθρωπος κάποτε πίστεψε ότι είδε!

bateau1

Siobhan Hodge reviews David Gilbey’s Pachinko Sunset

pachinko-sunset

Pachinko Sunset
by David Gilbey
Island Books, 2015

David Gilbey’s long-standing connections with Japan take centre stage in Pachinko Sunset, a collection that embraces simple, direct form to explore a layered series of issues linked with this relationship. The titular ‘pachinko’ refers to a popular Japanese game akin to pinball, in which a cascade of small metal balls are released to strike pins and be channelled off into different locations, with different prize implications for each. This image is a fair comparison for the text as a whole, as Pachinko Sunset delivers a sequence of poems in constant activity, heading in numerous directions at once, yet intrinsically caught up in the anxieties and ironies of travelling, translating, and relating Australia to Japan.

Written in English, Pachinko Sunset cannot help but engage with difficulties associated with language barriers. Gilbey’s linguistic interests are more down-to-earth than abstract, stemming perhaps from his considerable experience as an English teacher in Japan. Much of Pachinko Sunset is given over to scenes apparently taken from working with students. ‘Grammarian’ demonstrates some of the issues that can arise from these interactions, but undercuts these concerns with a playful tone. The poem is introduced with a line from Haruki Murakami: ‘Grammar is like the air: someone higher up might try to set rules for its use but people won’t necessarily follow them.’

Tonight at Sendai Toastmasters
my obsessions are given authority, my fetishes legitimized.
I must listen for mistakes and turn them into learning:
“but I drank many sakes”; “I have much movies on my browser”
and command felicities:
“They usually image that the stars have fallen downwards
very near the map of my heart.”
Never have I attended with such concentration.

Subtle, inquisitive thinkers speaking double tongues,
lips in two lands –
I am drawn into a 3D linguistic otherworld:
“You can spend very leisurely by this stick.”
“Before I got married with my husband.”
“It’s maybe destiny.”

I remember Hamlet: indirection finds direction out.
Accidental bathos gets a laugh:
“I felt a deep self-loathing and a headache.”
Most of us get the bi-cultural pun:
“I am an ankoholic.”

They know the power of oxymoron, if not its name:
“serious humour puts spice in your life… think crazy”
and challenge the gender bias of language and culture:
“It’s so surreal, this charming lady was jealoused by mother –
she seems like superwoman for me. Please be aggressive.”

I try to teach fun: don’t let the fear of making mistakes
stop you from speaking.
You will be understood and accepted
despite our imperfect agreements, wild prepositions,
odd adjectives and idiosyncratic verbs.
Native speakers are always making mistakes.
“The ordinary is amazing.”
The light-hearted tone and freedom of structure belie the potential for damage in more abrasive relationships with language. Grammatical fidelity is consciously pushed aside to permit a barrage of new, though un-named and faceless, voices. The speaker remains the only grounded, concrete presence, but the nameless other speakers all instate their own brief glimpses of perception, humour, and experience. The overall feeling is communal rather than condescending, but Gilbey recognises this risk.

Gilbey’s speakers are constantly reinventing ways to make connections through common ground, despite linguistic or contextual barriers. The first section is primarily preoccupied with teaching and day-to-day life in Japan, conscious of how things differ from life in Australia. The opening poem, ‘Australian Studies Conference, Hachioji’ sets out this contrast deftly, but as the collection continues, distance becomes far less obvious. By the time that Gilbey presents ‘Omi Hachiban: Ten Thumbnails’, an English and Romanji piece that links historical areas with the speaker’s present actions, this sense of potential isolation has been all but lost.

Gilbey has been a Visiting Professor of English on several occasions at Miyagi Gakuin Women’s University, Sendai, which accounts for the frequent presence of young Japanese women in his poems. Upon first reading, some poems raised concerns for their sexualised depictions, leaning towards stereotyping rather than the frankness and directness otherwise prevalent throughout Pachinko Sunset. The poetic speaker’s acknowledged sexism in ‘Iron Men’ clashes with the overt but tongue-in-cheek, farcical sexualisation of hats in ‘Hat Trick’. ‘Intercultural Communication’ quashes any fears of unconscious stereotyping as the speaker accidentally gives offence by stumbling over vowels and unintentionally pronounces an assessment of a female character’s body, combining chance humour with self-consciousness.

The final section, ‘Haibun Hikes’ is perhaps the strongest part of the text, as Gilbey experiments with longer verse styles in between shorter poems. Pachinko Sunset transforms into a ‘travel’ text, shifting between personal reflections whilst remaining consciously grounded in the differences between the familiar and unknown. Pachinko Sunset shares much in common with a travel narrative, but avoids indulgent tropes. Gilbey’s lightness of tone and efficient poetic style render cultural boundaries simultaneously clearer and less restrictive than ever in his strongly personal explorations of Japan.

*Siobhan Hodge is a doctoral candidate at the University of Western Australia from the discipline of English, studying Sappho’s poetry and its translation. Born in the UK, she divides her time between Australia and Hong Kong, and nurtures a passion for training horses. She recently published a chapbook, Picking Up the Pieces, and has had poetry published in several places, including Peril, Yellow Field and Page Seventeen.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Για το φευγιό του Ηλία Λάγιου

Στις 5 Οκτωβρίου 2005 αποδημεί, «χωρίς εισιτήριο», ο ποιητής Ηλίας Λάγιος. Επιχειρεί το απονενοημένο διάβημα με ένα salto mortale από το μπαλκόνι του σπιτιού του. Στα 47 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει απέδειξε πως ο διανοούμενος, ο πνευματικός άνθρωπος, μπορεί να είναι «οργανωτής» μιας μαχητικής ουτοπίας.

Ο Λάγιος ρίχνει τον ποιητή από το βάθρο του, σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται χωρίς να γίνεται γραφικός. Ο λόγος του είναι αψύς. Του αρέσει να «παίζει» με διάφορους τρόπους γραφής.Καταπιάνεται με την καθημερινότητα, την σαπίλα, το θεό και τον Έρωτα. Κυρίαρχο μοτίβο ο θάνατος. Η ποίηση του φοβίζει τον απαίδευτο και τρομάζει τον βολεμένο. Τίθεται ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία, μισεί τους καθωσπρέπει και αγαπά τους περιθωριακούς. Γράφει για τη ζωή όπως είναι και λέει τα πράγματα με το όνομα τους.

Γεννήθηκε το 1958 στην Άρτα, μεγάλωσε στο Ναύπλιο και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα. Εργάστηκε ως επιμελητής εκδόσεων μεταξύ των οποίων η Νέα Εστία και η Αυγή. Μαζί με τον Γιώργο Κοροπούλη εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό “Ωλήν”.

Κατηγορήθηκε από τα μέσα, ως κακοποιός της ελληνικής γλώσσας.

****”Το πέρασμα [‘Ενας αθώος άνθρωπος να συμφωνεί / Του κάνω νεύματα απεγνωσμένα / ‘Οπως πάντα έφτασα αργά] / Το πέρασμα στον θάνατο / Είναι μια κόκκινη στρογγυλή γουλιά / Τη σκουπίζεις στα χείλια / στο πάτωμα ή στο μαξιλάρι / Τα ίχνη φεύγουν λίγο αργότερα.”

***Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;
[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

****«Κι από μακριά κιόλας εμείς (παγώνουν οι ώρες κι οι μέρες και δεν αντέχονται κι αποχωρούμε), όσοι ακόμα μέσα στη ζωή μας ζωντανοί, πομποί και δείκτες μνήμης αυριανής – οι μηδέ φωνασκούντες, μηδέ είρωνες. Από μακριά, με το μακριά που βάζουν τάχα για εγγύηση οι λέξεις. Με όλες τις λέξεις που πήρε δανεικές και έκανε δικές του – χρησιδάνειο. ‘Οσες μιλούσαν, κι όσες παραμιλούσαν μέσα σε ό,τι ακατανόητο του καθενός για τον καθένα. Με από κοντά τις λέξεις να τον χαιρετούν».

Απόσπασμα από το ποίημα «Δεν βλέπω τίποτ’ άλλο», του Ηλία Λάγιου: Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Ο Νίκος Γ. Ξυδάκης έγραψε στην “Καθημερινή” της 9.10.2005: “Τρυφερός έφηβος 47 ετών, ανήλικος και υπερώριμος μαζί, αστραφτερό ταλέντο, σπάταλος με τις λέξεις και τα αισθήματα, σπάταλος προ πάντων με τον εαυτό του. Ποιητής. […]”

****Το έργο του είναι χρήσιμο σε κάθε άνθρωπο που θέλει να ζει ελεύθερος

**********************

Έργα:
Πρόοδοι εν προόδω (Ωλήν, 1981, ως Αλέξης Φωκάς)
Ασκήσεις Ι-ΙΧ (Ωλήν, 1984, ως Αλέξης Φωκάς)
Το κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1990)
Συνεστίασις (1991)
Τριώδιο (Άγρα, 1991, με τους Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Η ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992)
Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
Ανθοδέσμη (Άγρα, 1993, με τους Μιχάλη Γκανά, Διονύση Καψάλη και Γιώργο Κοροπούλη)
Ο Μικρός Ήρως: το σκετσάκι (Αντί, 1996)
Η έρημη γη (Ερατώ, 1996)
Περί ζώου (Παρουσία, 1996)
Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
Το εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
Της γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
Πράξη υποταγής (Ερατώ, 2000)
Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
Η αρπαγή της κούτας (Ερατώ, 2003)
Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004)

%ce%bb%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%82