Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

pistepseto-net

Η κυρία με τα λαμέ προχώρησε στον διάδρομο αναμονής του σούπερ μάρκετ. Έσπρωξε τον κύριο με τα φτωχά ρούχα. Ο κύριος ήταν εξήντα χρονών, σπαγκοραμμένος, καλοχτενισμένη φαλάκρα, πήρε όλες τις προσφορές, γάλα, φακές και αλεύρια, καφέδες, κωλόχαρτα και ζάχαρη. Για τον πόλεμο ετοιμάζεται. Η κυρία τον έσπρωξε απαλά. Έβαλε τα πέντε καπνιστά σαλάμια της και τις μπίρες της στον πάγκο του ταμείου. Κοίταξε το ηλίθιο μέικαπ της πωλήτριας. Ήταν γύρω στα τριάντα και είχε το βλέμμα στο κινητό της με το οποίο έπαιζε κάντι κρας κάτω από την ταμειακή μηχανή. Μεγάλο σκορ. Η κυρία βαριόταν και ρεύτηκε δυνατά. Η πωλήτρια της έδωσε σημασία. Κοίταξε την κυρία με υποτιμητικό βλέμμα, σαν στραπατσαρισμένης αγελάδας. Επιτέλους. Δεν υπήρχε χρόνος για χάζεμα. Δούλευε! Παλιοσακατεμένη από τη μοίρα μετεφηβική καρικατούρα. Η κυρία όμως δεν είχε φράγκο πάνω της.
Έξω δεν είχε ήλιο. Γαμημένη συννεφιά είχε. Βγήκε από το σούπερ μάρκετ με τα τακούνια της να κάνουν κλακ-κλακ. Πάτησε σκατά. Ε, φυσικά. Έβρισε τον θεό, τον είπε μαζόχα και μαστροπό. Κάθισε σε ένα πεζούλι. Δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει. Χρειαζόταν τα σαλάμια. Είχε εθιστεί σε αυτή τη γεύση την πηχτή τη γλυκιά και μαζί καπνιστή. Φώναξε σφυριχτά έναν καραγκιόζη που περνούσε εκείνη την ώρα. Τον έσπρωξε σε ένα τοίχο. Γαμήθηκαν. Του έγλειψε τον πούτσο. Ο καραγκιόζης την έβρισε. Μουρμούριζε περίεργα. Μύριζε σαπούνι και είχε γραβάτα και πλαστικά μανικετόκουμπα, βαμμένο κόκκινο μαλλί και καλοξυρισμένο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Της έδωσε δύο ξερά πεντάευρα. Την είπε παλιοπουτάνα. Της χούφτωσε τα βυζιά και την πλήγωσε στον κώλο. Η κυρία του ζούπηξε τα αρχίδια και άρχισε να τρέχει. Ο καραγκιόζης έμεινε παγωμένος να τσιρίζει και να λέει ότι θα πεθάνει.
Η κυρία χαμογελαστή μπήκε με πονεμένο κώλο στο σούπερ μάρκετ. Κι έκατσε στην ουρά. Αιμορροΐδες σε συνδυασμό με μεγάλο μαλάκα. Πρόβλημα. Δεν περίμενε. Έσπρωξε από δω κι από κει κι έφτασε μπροστά-μπροστά. Η πωλήτρια της είπε πάλι δεν είναι αρκετά τα λεφτά σου μωρή. Η κυρία έπιασε τα λαμέ της ρούχα, έκανε πως ψάχνει για ψιλά. Πήρε τα σαλάμια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε δύο-τρία τετράγωνα. Στάθηκε λαχανιασμένη σε έναν τοίχο. Είχε ξεχάσει τα ταμπόν. Γαμώτι. Το κέρατο της, πού σκατά είχε το νου της. Χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι δύο-τρεις φορές. Ο τοίχος ήταν κρύος, γεμάτος υγρασία, η κοιλιά της πονούσε, λύγιζε. Σε λίγο από τη μήτρα της θα έπεφταν κομμάτια.
Γαμημένα σούπερ μάρκετ. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε τη γαμημένη συννεφιά. Παλιοκόσμε. Τα καυσαέρια. Τα σάπια αυτοκίνητα. Τα γκρίζα σπίτια. Τα καημένα παιδάκια με τα θλιμμένα προσωπάκια. Πέρασε μία γυναίκα. Της ζήτησε ένα τσιγάρο. Ευτυχώς είχε κάτι λάιτ καρέλια. Και ήταν ευγενική γυναίκα. Λαχταριστό τσιγάρο. Η γυναίκα φορούσε σκισμένο μπουφάν. Είχε χαλασμένα δόντια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Η κυρία πήρε το τσιγάρο με χαρά και το ρούφηξε δυνατά. Κοίταξε τη γυναίκα που έφευγε με στριγκό βήμα. Τη λυπήθηκε λίγο. Τη συμπόνεσε. Σκέφτηκε σε τι σπίτι θα γυρίσει. Με τι άνδρα θα μιλήσει. Πώς θα ανοίξει την τηλεόραση και θα εύχεται να τελειώσει το μαρτύριο. Και λίγο πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε, θα βλέπει εφιάλτες. Χάρηκε για λίγο που ήταν στον δρόμο. Ένιωσε καλύτερα. Ζήτησε αναπτήρα από κάτι νεαρά παιδιά. Τα κοίταζε έντονα. Παίζανε μπάλα ανέμελα. Και βρίζανε τα μικρότερα μεταξύ τους. Χτυπιόντουσαν, πέφτανε, ξανασηκώνονταν. Δεν πεθαίνουν ποτέ τα κωλόπαιδα. Και είναι σαν τις κατσαρίδες. Εξαπλώνονται συνεχώς και παντού. Καπνίζουν και φτύνουν όλη την ώρα. Βρίζουν και παριστάνουν τους ενήλικες. Τα μαγκάκια. Η κυρία τα συμπαθούσε. Γελούσε μαζί τους. Και τους πρότεινε έκπτωση στις συνηθισμένες τιμές της. Δεν ψώνισε κανένα τους. Δεν βαριέσαι.
Η κυρία χρειαζόταν ταμπόν. Της πονούσε η κοιλιά. Είχε κόκκινο λεκέ στο παντελόνι. Ή ήταν από τον κώλο αίματα. Πάντως είχε κρύο και δεν γινόταν να κάτσει έξω. Το πλαστικό μπουφάν της δεν την κρατούσε ζεστή. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να ζεσταθεί. Το βρακί της λερώθηκε σίγουρα, θα ήταν για πέταμα. Η κυρία μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο. Ο τύπος στο ταμείο ήταν εικοσάρης. Είχε σπυράκια στο μέτωπο. Καυλόσπυρα. Την κοίταξε με λάγνο βλέμμα ύποπτο. Η κυρία πήγε μαζί του πίσω από το ταμείο. Την ώρα που πουλούσε τσιγάρα και γαριδάκια, μπουκαλάκια με νερό, τσοντομπεριοδικά και κρουασάν, η κυρία τον περιποιούταν με μητρική αγάπη και τρυφεράδα. Μετά κατάλαβε ότι το μαγαζί δεν είχε ταμπόν. Του πήρε δύο πακέτα καρέλια. Και τον φίλησε στοργικά στην κορυφή της τεντωμένης του πούτσας. Ο τύπος είχε μείνει καταραμένος από τη μαυροντυμένη χήρα γιαγιά του στο χωριό να μην ευλογηθεί ποτέ με στύση τελειωμένη μέχρι να βρει μια κοπέλα να ανοίξει σπίτι να νοικοκυρευτεί να γίνει άνθρωπος. Και δεν έχυσε ποτέ. Είπε στην κυρία να μην ανησυχεί, του συμβαίνει συχνά και του έχει ξανασυμβεί. Η κυρία του έσκασε ένα χαμόγελο με το χρυσό της δόντι και το έβαλε πάλι στα πόδια.
Πάμε για άλλα. Μπήκε μέσα στον Άγιο Νικόλαο, κάθισε σε ένα πάγκο. Κοίταξε τρεις γριές που προσεύχονταν. Έβγαλε το παντελόνι της και το βρακί της. Πήγε γυμνή μπροστά στη μια γριά στάζοντας αίμα. Τα μπούτια της έλιωναν από την κυτταρίτιδα. Έλαμπαν από την εκκλησιαστική διαύγεια. Η μία γριά την είδε και την λυπήθηκε πάραυτα. Της είπε κορίτσι μου, ο θεός να σε βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι και η ίδια η ταλαιπωρημένη παναγία. Μετενσαρκωμένη. Άρχισε να φωνάζει: «Θεέ μου, η παναγιά!» Και την άκουσε όλη η ενορία και μαζεύτηκε κόσμος.
Και η κυρία ξαφνικά έγινε παναγία. Της πλύνανε τα ματωμένα της πόδια με αγίασμα. Την τυλίξανε με μία κουβέρτα και της δώσανε να φάει ζεστή φασολάδα σπιτική. Οι γριές πέφτανε στα πόδια της ζητώντας μετάνοια για τις αμαρτίες τους. Η κυρία ήπιε μπόλικη μαυροδάφνη, δώρο από τον αφράτο και κοκκινομάγουλο παπά, τον πατέρα Ιάκωβο. Η κυρία ταμπόν δεν βρήκε, αλλά σκουπίστηκε με κάτι πρόχειρα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια αυτά θα μπούνε σε γυάλινη προθήκη. Ο ψάλτης της έκανε τα γλυκά μάτια, ήταν αδύνατος, με μακριά μαλλιά, γεμάτος γένια. Κομμουνιστής και διαβασμένο παιδί. Η κυρία κάθισε δίπλα στην κυρά-Κούλα, στην κυρά-Νίτσα και την κυρά-Σούλα και έμαθε τα νέα της γειτονιάς.
Λέει, ο περιπτεράς έδινε γλειφιτζούρια δωρεάν και μάλλον ήταν παιδεραστής με βρώμικο μητρώο και θα έπρεπε να μαζευτούν κάποιοι γονείς για να γίνει φασαρία και να του κλείσουν το περίπτερο. Επιτέλους πια να μπει μια τάξη. Καμιά μανούλα δεν αγοράζει πια από εκεί. Ο παιδεραστής περιπτεράς να πάει σπίτι του και να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί ο αμαρτωλός ο άθλιος ο γλοιώδης. Και λένε πως αυτά τα γλειφιτζούρια έχουν μέσα τους ναρκωτική ουσία, πολύ κακή για την υγεία. Η κυρα-Νίτσα έκανε τον σταυρό της, η κυρα-Σούλα έσιαξε τη μαύρη φούστα της και σήκωσε τη νάυλον κάλτσα της. Και η κυρα-Κούλα συνέχισε τα κουτσομπολιά.
Λέει, ότι η Πέπη που έχει το κομμωτήριο το έχει και καλά για ξεκάρφωμα. Παίρνει χοντρά λεφτά με πιστολάκια και βαφές, αλλά είναι πόρνη γιατί φοράει αυτά τα ξέκωλα και τα ξώβυζα ντροπής πράματα. Ο θεός τη βλέπει από κει ψηλά και αυτός θα κρίνει, αλλά τι να πεις. Καμιά σεμνότητα πια και τα νέα παιδιά που πάνε στα σκολειά το ίδιο. Και κάνουνε μεταξύ τους πράγματα. Εντάξει, η τηλεόραση έδειξε ότι όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το σωστό, αλλά ο θεός, ο ύψιστος θα κρίνει. Στην τηλεόραση είδες τη μαγειρική με το μοσχαράκι στιφάδο; Το παίρνεις μπέιμπι λέει, του ρίχνεις λαδολέμονα και κάτι πορτοκάλια να γλυκάνει και να νοστιμίσει. Μην έχει πολύ αίμα όμως. Το στραγγίζεις πρώτα. Ελαφρύ και γλυκό και γίνεται ένας μεζές-πεσκέσι άλλο πράμα. Να το σερβίρεις στον βασιλιά. Τραπέζι για μεγαλεία. Όχι αστεία. Η κυρά-Νίτσα λέει έκανε σαρμαδάκια, τα τύλιγε αποβραδίς, τα αμπελόφυλλα από το χωριό. Η κυρά-Κούλα κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, γιατί αρέσουν στον σύζυγο. Και η κυρά-Σούλα άνοιξε φύλλο να κάνει πρασόπιτα για τα εγγόνια μαζί με πατσά για τον γιόκα της τον μονάκριβο που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, από το εργοστάσιο. Αφεντικό, όχι απλός εργάτης. Ξεκίνησε από εργάτης αλλά έφτασε ψηλά ο προκομένος και τώρα είναι μάνατζερ ναι μάλιστα από τους καλύτερους και μόνο στην Αμερική έχει τέτοιους.
Η κυρία τα άκουσε όλα αυτά. Το μάτι της έπεσε στον λαχειοπώλη μπροστά στη φωτογραφία του Χριστού να παραμιλάει και να μουρμουράει. Ο λαχειοπώλης γεροντάκι, φαλακρό, ξερακιανό με μπουφανάκι λεπτό, ρουφηγμένο μάγουλο. Και στον ώμο μια τσάντα βαριά, να του προκαλεί καμπούρα, γεμάτη λαχεία. Η κυρία είπε στις κυρα-Σούλα-Νίτσα-Κούλα να αγοράσουν λαχεία και αυτές έσπευσαν να δώσουν λεφτά στον άνθρωπο να φάει κι αυτός ψωμί, γιατί δύσκολες μέρες και όποιος έχει, να δίνει και κάτι. Η παναγία το είπε. Κάνανε τον σταυρό τους και φύγανε από την εκκλησία, γιατί έχουν και δουλειές και θα φωνάζουν οι άνδρες τους που γυρνάνε στο σπίτι πεινασμένοι από τα καφενεία. Η ώρα πέρασε. Οι γυναίκες τρέξανε να προσκυνήσουν την κυρία-παναγία και μετά κάνανε τη βόλτα τους με χάρη πάντα, σενιαρισμένες, καλοντυμένες, πανέμορφες για την τρυφερή τους πια ηλικία.
Η κυρία κάθισε μπροστά στον λαχειοπώλη τον κοίταξε και του ζήτησε να της κάνει αιδοιολειξία. Αυτός δεν ήξερε την λέξη. Την είπε αγία. Η κυρία δεν το αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε πλέον αναγνωρισμένη. Είχε γίνει μία φίρμα. Τον πήρε πίσω στην αγία τράπεζα. Έσκυψε πάνω στο προσευχητάρι. Πέταξε τον τουρλωτό της κώλο πίσω. Γυμνό και λαμπερό. Πήρε τον σταυρό του παπά και τον έχωσε στο μουνί της. Και έκανε τα μάτια προς τα πίσω δήθεν ηδονισμένη. Ο λαχειοπώλης αποτρελάθηκε, άρχισε μανιασμένα να γλείφει σαν σκυλί. Ο πούτσος του δεν σηκωνόταν. Η κυρία τον εθώπευε από δω από κει έπιανε το τριχωτό σκληρό του δέρμα. Χάιδευε τα ανάγλυφα κόκκαλα της πλάτης του. Τον φίλησε παντού. Ο καημένος δεν άντεξε πολύ. Πήρε το λαχείο κι όλη την αμοιβή. Τεντώθηκε. Και τελείωσε γλυκά με μία μικρής διαρκείας στύση. Ξάπλωσε στο κόκκινο χαλί, λαχανιασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και αντηχούσε σε όλη την εκκλησία. Η κυρία του πήρε το μπουφάν απαλά. Τον σκέπασε στοργικά. Τον φίλησε στο μέτωπο και του έδωσε συγχώρεση για κάθε προηγούμενή του αμαρτία. Το στόμα του το ξεδοντιάρικο με τα γένια τα αγριωπά και γκρίζα ήταν ματωμένο κι έμοιαζε τόσο με πίνακα ξενικής ζωγραφικής. Η κυρία αισθάνθηκε μία προσωρινή συγκίνηση.
Μετά βγήκε στον διάδρομο αγχωμένη. Να προλάβει τον πατέρα Ιάκωβο. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν ένας παπάς, χοντρούλης, με πολλά γένια και γαλάζια μάτια και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Είχε εφτά παιδιά που τα έχει πάει σε όλα τα κρατικά ωδεία και είναι όλα μεγάλα μουσικά ταλέντα. Τον βρήκε η κυρία τον πατέρα Ιάκωβο, του έπιασε τον μπράτσο και τον κάθισε με νόημα σε μια καρέκλα. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν μία καλή περίπτωση παπά, κρατούσε σημειώσεις για διάφορα περιστατικά και πρόσεχε τους αδύναμους στην ενορία. Ειδικά αν ήταν Έλληνες. Του άρεζε να υπάρχει ομοιομορφία και τους μαύρους τους έβρισκε βρωμερούς και δεν τους έδινε και πολλή σημασία. Ειδικά αν είχαν και παιδάκια που τα σπρώχνανε τα καημένα στα φανάρια και τα κάνανε από μικρά τερατάκια με όλη αυτή την κακή μόρφωση. Απαράδεκτα πράματα. Ο πατέρας Ιάκωβος μερικές φορές έβαζε συγκλονιστική κλασσική μουσική στην εκκλησία, ήταν φιλοδυτικός και πάνω από όλα φιλελεύθερος. Και πρώτος είχε εισηγηθεί να μπούνε κάμερες στην εκκλησία, γιατί λέει υπάρχουν ξένοι που μπαίνουν μέσα και βεβηλώνουν τα θεία και κλέβουν τα χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά. Όχι ότι είχε κανένα πρόβλημα με τους ξένους. Αυτός; Προς θεού.
Η κυρία κάθισε στα πόδια του πατέρα Ιάκωβου, ο πατέρας αναστατώθηκε την είπε ιό και βρωμερή παρουσία και την έφτυσε δύο-τρεις φορές, η μια την βρήκε στον εξοχικό της βύζο. Η κυρία δεν συγκινήθηκε. Τον έπρηξε ψέλνοντας έναν άλλον Ματθαίο στα ρώσικα. Ο πατέρας Ιάκωβος την έσυρε τραβώντας τη γλυκά και με ύφος εκατό καρδιναλίων έξω από την δυτικόφιλή του εκκλησία. Να πάει αλλού η κυρία αν θέλει να παριστάνει την παναγία.
Κι έμεινε με μία κουβέρτα γυμνή η καημένη. Έτρεξε στο σούπερ μάρκετ τρελαμένη και άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά της με μανία. Μπήκε μέσα από τις συρόμενες πόρτες. Πέρασε τον έλεγχο στα ταμεία. Σκεφτόταν ότι θα πρέπει να διαρρήξει κανένα πορτμπαγκάζ και να κοιμηθεί στο λασπωμένο πάρκινγκ πάλι. Σιχάθηκε τόσο πολύ τη ζωή της. Της ήρθε να ξεράσει τα αλκοόλια και τα αγία. Της έφυγε λίγο μυξόκλαμα σε έναν τύπο που τον λυπήθηκε. Είχε ένα σύνδρομο της είπε και έκανε πέντε βήματα πίσω κι άρχισε να χτυπιέται μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν συγχυσμένος. Είχε πάνω του λίγη ξένη μύξα με κλάμα και φτυσιές. Άρχισε να τρέμει, τον έπιασε κρίση πανικού και φώναζε ότι θα κολλήσει AIDS και μετά ήρθε ο σεκιουριτάς και έπιασε τον τύπο και τον χτύπησε με τον γκλομπ στον σβέρκο. Η κυρία το είδε αυτό και πριν προλάβει να γίνει άλλη φασαρία, κατέβασε το παντελόνι του σεκιουριτά που κολλούσε στην κοιλάρα του και του δάγκωσε τον κώλο με σκυλίσια λαχτάρα. Και μετά πήρε έναν κατεψυγμένο αρακά και τον άνοιξε στον διάδρομο και ο σεκιουριτάς γλίστρησε σαν καρτούν αλλά δεν έπεσε, όπως περίμενε η κυρία. Την άρπαξε από τα μαλλιά, όσα της είχαν μείνει στο ταλαιπωρημένο της ξερό κρανίο, από τα πολλά τραβήγματα και την πήρε έξω από το σούπερ μάρκετ. Της έκανε ανάκριση, την έβρισε, της έδωσε πολλές γκλομπιές στην κοιλιά. Ο καημένος τύπος, σκεφτόταν η κυρία. Αυτός με το σύνδρομο. Θα σφάδαζε τώρα ή θα ήταν αναίσθητος στον διάδρομο με τα αποσμητικά, τα ξυραφάκια και τα λογιών μπάνιου στοιχεία.
Της είχε κάνει κλικ αυτή η μίζερη κορμοστασιά του. Τον σκεφτόταν η κυρία, καθώς ο μπάτσος την χτυπούσε με περισσή λαχτάρα. Ο βλάκας ντροπιάστηκε σε δημόσια κάμερα και θα γινόταν νέο στις βραδινές ειδήσεις. Τι θα έλεγε στους φίλους του ο μάγκας ο σεκιουριτάς που έγινε ρεντίκολο από την κυρία. Οι μελανιές της γίνανε από μπλαβιές κόκκινο βαθύ κι άρχισαν να βγάζουν αίμα. Οι παλάμες της, τα πόδια της, τα γόνατά της και η κοιλιά της πονούσαν φριχτά. Ξάπλωσε στο τσιμέντο, κοίταξε ένα μυρμηγκάκι να περπατάει δίπλα στο μπαγιάτικο μάτι της. Βγήκε μία πωλήτρια και είπε ευτυχώς πριν γίνει το κακό, ότι η κυρία ήταν βασικά η παναγία. Έβγαλε τον σεκιουριτά με το i-phone της φωτογραφία. Κάψτε τον, τον αμαρτωλό! Έσπασε το νύχι από το άγχος της, καθώς το έτρωγε με λαχτάρα. Κοίταξε γύρω της κι άρχισε να φωνάζει.
«Βοήθεια κόσμε, να η παναγία, μου το είπε η θεία μου η Νίτσα που την είδε να γεννά τον Ιησού στην εκκλησία.»
Τα ηχεία του σούπερ μάρκετ έπαιζαν δυνατά το «Εδώ σε θέλω νεφρό μου», ένα δυνατό λαϊκό τραγούδι που προκαλούσε μαζικό κατούρημα. Όταν γέμισαν οι τουαλέτες ο κόσμος άρχισε να χορεύει και να κατουράει τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβαν ότι η παναγία ήταν εκεί. Όλες οι πράξεις είναι ευλογημένες αυτόματα. Το κατούρημα ήταν η βασική ιερή πράξη. Όλα ήταν τόσο γλέντι που εμφανίστηκαν και τα παιδιά των κλαμπς. Βγάζανε σέλφιζ με την καημένη την κυρία και κάνανε τσεκ ιν στα μέσα δικτύωσης. Τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα από την πολλή ώρα στην οθόνη. Πού και πού σήκωναν τα μπατζάκια τους και αμέσως μετά τα κατέβαζαν, γιατί η μόδα άλλαζε τόσο γρήγορα. Πίνανε γάλα και μετά το αλλάζανε και πίνανε μπίρες και μετά άρχισαν να πίνουν αίμα. Η μόδα άλλαζε πολύ γρήγορα. Μέχρι που τα μπατζάκια τους πήραν φωτιά, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα, γιατί ήταν παραλυμένα. Τα παιδιά των κλαμπς ήταν η αφορμή για να καεί το σούπερ μάρκετ. Γιόρταζε ο κόσμος με τη φωτιά.
Και σύντομα το θέμα έγινε στο ίντερνετ viral. Βάλανε μέσα στο τουίτερ την κυρία σαν παναγία. Τυλιγμένη με την κουβέρτα, χτυπημένη, ματωμένη, στα τσιμέντα να κάνει κωλοτούμπες αγκαλιά με τον στοργικό σεκιουριτά, μπάτσο κατώτερης βαθμίδας, κομπλεξάρα του κερατά. Η κυρία μπήκε στο σούπερ μάρκετ με την πωλήτρια και κουτσαίνοντας πλησίασε τα σαμπουάν. Βρήκε τον νεαρό με το σύνδρομο. Ο τύπος καθόταν κι έκλαιγε σε μια γωνιά. Του άγγιξε το μέτωπο, αυτός άρχισε να ουρλιάζει. Η κυρία τραβήχτηκε πίσω. Ο κόσμος έτρεξε κι έκανε έναν ιερό κύκλο να δει τι συμβαίνει και ποια από όλες είναι η πιο τρελή. Γιατί η τηλεόραση αυτά δεν τα δείχνει και γενικά αργεί. Βγάλανε έξω κινητά και τάμπλετς και τραβούσαν το σκηνικό. Το σούπερ μάρκετ έγινε ξαφνικά ιερό. Και η κυρία ως παναγία, πήρε μία σπάλα χοιρινό και την κόλλησε στη μάπα του νεαρού με το σύνδρομο κι αυτός ξαφνικά σώπασε. Έπειτα του έδωσε ένα χάιδεμα στην πλάτη, στον πούτσο κι ένα γλυκό γλωσσόφιλο. Αυτός καθόταν αποσβολωμένος να κοιτάει τον τοίχο.
«Είμαι ερωτευμένος. Ω θεέ μου, γαμώ την παναγία.»
Και άρχισαν να φιλιούνται και το ένα έφερε το άλλο και η παναγία γαμιόταν και γαμούσε γενικά κι όλα πήγαν πρίμα. Και παντού γύρω έπεφταν αρακάδες και φασολάκια, η σπάλα γλιστρούσε στα ιδρωμένα τους στομάχια. Μπλέχτηκε ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι με φακίδες και γυαλιά, αδύνατο που κρατούσε τα καλύτερα στην μόδα τσοντοπεριοδικά.
«Η παναγία να με συγχωρήσει, αλλά αυτά τα περιοδικά είναι πολύ παλιά και θέλω να δω από κοντά τα πιο αληθινά. Θέλω να δω πιπιά και υγρά και τι γίνεται στις σκηνές της τηλεόρασης κάτω από τα σκεπάσματα. Βαρέθηκα να μου λένε ψέματα οι ειδήσεις και οι μεγάλοι και οι πολιτικοί. Θέλω να δω. Τι γίνεται εκεί κάτω ρε παιδιά;»
Και η παναγία την πήρε αγκαλιά και της έδωσε να βυζάξει στοργικά. Ο νεαρός αγκάλιασε την κυρία. Βύζαξε κι αυτός από την άλλη πλευρά και χάιδευε το κοριτσάκι με αδερφική φιλία. Η πωλήτρια έφερε barcodes και έκανε σφραγίδες στον κόσμο. Την λέγανε Ιωάννα, ήταν η κόρη του Προδρόμου, του μάστορα που φτιάχνει τα αυτοκίνητα και κάνει συντήρηση κι έχει το βουλκανιζατέρ κάτω, δίπλα στο ρέμα. Το barcode ήταν η βάφτιση. Η μύηση στον κόσμο τον ιερό, σε αυτόν τον κόσμο που χρειαζόταν μόνο μία παναγία. Το φλεγόμενο σούπερ μάρκετ έβαλε την γιορτινή του διακόσμηση. Ο νεαρός αγκάλιασε σφιχτά από τα πόδια την παναγία και δεν την άφηνε πια. Και το κοριτσάκι περιφερόταν με μία λεκάνη στο κεφάλι και έριχνε στους κακούς ζάχαρη και στους καλούς ρύζι. Για να γεμίσουν κατσαρίδες και μύγες οι πρώτοι και οι δεύτεροι να μπορούν να παντρευτούνε αν θέλουν.

Ηλιάδη Αντιγόνη

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Γ. Μπαλάφας, Ύπνος

Γ. Μπαλάφας, Ύπνος

Χιλιάδες μετανάστες
Τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα·
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα.

***

Γιατί κρατάς τα περιττά;
Nα φτιάξεις, λες, ένα καράβι
Να σφάξεις έναν κόκορα μετά.

Πρίμα στο πέλαο πανιά
Ζεστός νοτιάς να λούζει χάδι
Το μέτωπο και τ’ αρμυρά μαλλιά.

***

Καρποσυλλέκτης δίχως τόπο μόνιμο
Μια περιπλάνηση διαρκής βουνό-πεδιάδα
Δάση ιερά, τα φρούτα άγρια
Κρατά στα χείλη η νοστιμάδα.

Και κυνηγός μονάχα για επιβίωση
Δίχως φορτίο στην πλάτη μου κανένα·
Ευλογημένο θήραμα που μ’ άφησες
Να κουβαλάω μέσα μου κι εσένα.

***

Το ποίημα
Δεν έγινε τραγούδι.
Έμεινε χνούδι
Εφηβικό.

Ο στίχος του
Δεν πέρασε το φλούδι.
Έμεινε ζούδι
Αχαμνό.

***

Πόσο αργά κυλούν οι χείμαρροι
Τώρα που πάψαν οι βροχές…

***

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
-Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

***

Πώς ντύθηκε η καινούργια φύση
Κι ήρθε να μας προϋπαντήσει!

Πώς φόρεσε όλα τα καλά της
Κι έστρωσε τα πυκνά μαλλιά της!

Πώς εγλεντήσαμε παρέα
Σε χρυσοπράσινη αλέα!

Κι όταν βραδιάσαμε πιωμένοι
Μας ξέχασε η οικουμένη…

***

H πρώτη αυτή λέξη
Θα ‘χει το στίχο σε ράγες
Σ’ όλο το ποίημα θα χορέψει
Γυμνή, χωρίς περικοκλάδες.

Η πρώτη αυτή λέξη
Πόσους θ’ ανάψει σεβντάδες
Θα την έχουν κάποτε λατρέψει
Ρακένδυτοι και βασιλιάδες.

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελγε έτσι γαλάζια!

Aνεβαίνοντας ξανά τα Πανεπιστήμια
Παρατηρώ τον κουρασμένο ίσκιο μου
Ξαπλωμένο στις πλάκες του πεζοδρομίου.
Στο τέρμα της Ευαγγελίστριας
Κρυμμένο πίσω από τους θάμνους
Ένα μνημείο εκτελεσμένων
Για να θυμίζει την Αντίσταση.

***

Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε πια.
Στη μεγάλη πλατεία ο παππούς του αντάρτης
Τη μέρα που ελευθέρωναν την πόλη
Δεν φανταζόταν πως σε λίγο θα τον μάζευαν
Να σπάει πέτρες, να μαζεύει μύγες…
Δεν μάντευε τη φάρσα και το τέλος της.

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, e-book, Ιούνιος 2015.

Ν. Γ. Λυκομήτρος, Ιχνηλάτες του τέλους (αποσπάσματα)

cebd-ceb3-cebbcf85cebacebfcebcceaecf84cf81cebfcf82-ceb9cf87cebdceb7cebbceaccf84ceb5cf82-cf84cebfcf85-cf84ceadcebbcebfcf85cf82-2010

Ένα χρόνο μετά

στον Ανδρέα Κ.

Τόσες ώρες γύρω απ’ τον ανθό της καρδιάς μου  σαν μέλισσα και δεν έλεγες να μου αποκαλύψεις το μυστικό σου. Αφού ήξερες πως θα έδειχνα κατανόηση, γιατί δυσκολεύτηκες τόσο να με εμπιστευτείς; Μέσα σ’ ένα σύννεφο καπνού και με τη μυρωδιά του αλκοόλ στην ατμόσφαιρα, έβγαλες τη μάσκα σου και με άφησες να δω τα σημάδια στο πρόσωπο σου. Τελικά δεν ήταν τόσο αποκρουστικά όσο νόμιζες. Στο δρόμο της επιστροφής ανεβήκαμε μαζί την ανηφόρα αδιαφορώντας για τα βλέμματα των περαστικών. Ένιωσα πως χαμογέλασες. Τα χείλη σου είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Γράμμα από τη λήθη

Μου ‘πες πως αδυνάτισα. Πράγματι, έχω χάσει πολλά κιλά παρόλο που τρέφομαι κανονικά. Το σώμα μου εξαϋλώνεται σαν να κάνει μια ιδιότυπη απεργία πείνας. Οι αισθήσεις μου έχουν εξασθενήσει. Σε λίγο δεν θα μπορώ ν’ αντιληφθώ την παρουσία σου. στο τελευταίο σου γράμμα μου υποσχέθηκες πως θα ‘ρθεις να με δεις. Όμως δε φάνηκες κι εγώ κουράστηκα να περιμένω. Αναρωτιέμαι αν φύλαξες τη φωτογραφία που σου έστειλα. Ελπίζω να με σκέφτεσαι πότε πότε. Τα φάρμακα τα έκοψα, δεν ωφελούσαν σε τίποτα. μην μου ξαναγράψεις, αύριο φεύγω.

Από την ενότητα
“Δέκα εκδοχές μιας αυτοκτονίας”


Σημείωμα 7ο
(η εκδοχή του αποτυχημένου εραστή)


Προσπάθησα και ξαναπροσπάθησα. Επιστράτευσα όλες μου τις δυνάμεις. Χρησιμοποίησα όλα τα μέσα (θεμιτά και αθέμιτα). Παραμέρισα την αξιοπρέπεια και τον εγωισμό. Όμως δεν ήμουν ικανός να πετύχω την παραμικρή νίκη. Τελικά η απόρριψη έγινε συνήθεια. Τώρα το μόνο που φοβάμαι είναι να μη με απορρίψει ο θάνατος.

Σημείωμα 6ο
(η εκδοχή του ηλικιωμένου)


Ξόδεψα τόσα χρόνια αναζητώντας κάτι που ήξερα απ’ την αρχή πως δε θα το έβρισκα ποτέ. Τώρα πια έχω καταλάβει ότι η ευτυχία είναι μια ψευδαίσθηση που διαρκεί ελάχιστα. Έχω επίσης συνειδητοποιήσει πως το κυνήγι της οδηγεί στην κατασπατάληση του χρόνου ζωής που έχει δοθεί στον καθένα μας. Αφού λοιπόν κατανάλωσα (σχεδόν) το χρόνο που μου αναλογούσε, αποφάσισα να επιστρέψω το υπόλοιπο που μου απομένει. Υπάρχει άλλωστε και η μετενσάρκωση. Ή μήπως όχι;

Σημείωμα 9ο και 10ο
(η τελική εκδοχή)


Βαρέθηκα να είμαι το σκιάχτρο αυτού του ιδιότυπου ψυχιατρείου. Τα χάπια που μου έδιναν δεν τα κατάπινα, τα συγκέντρωνα. Τώρα έχω ένα πολύχρωμο σύνολο από δαύτα και σκέφτομαι αν πρέπει να τα καταπιώ ή να τα διαλύσω σε νερό. Όπως και να ‘χει, θα στενοχωρήσω τους θεοσεβούμενους. Θα σε πάρω και σένα μαζί, για συντροφιά. Έτσι δε θα βρεθεί κανείς να ειδοποιήσει τους δικούς μου. τα βιβλία μου τα πέταξα. Δεν θα μου χρειαστούν ευτυχώς το σώμα μου είναι σφριγηλό και νεανικό, οπότε θα το καλοδεχτεί ο ιατροδικαστής. Αν ξαναγεννηθώ, ελπίζω να μην ξανακάνω τα ίδια λάθη. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ βαρετό. Μάλλον θα διαλύσω τα χάπια σε νερό. Ίσως το χρώμα δώσει λίγο χρώμα στη ζωή μου…

Χωρίς τίτλοff

Φωνές απ’ έξω #9: Άννα Νιαράκη

niarakis


Μόνο η αγάπη έμενε

(προδημοσίευση)

Στην επικράτεια της θλίψης
Ήρθε η μάνα μου με πέλματα γυμνά να με σηκώσει
Από το κρεββάτι
Φόραγε περασμένους έρωτες κατάσαρκα και μια κορώνα από τα παιδικά μου χέρια
Ζωγραφισμένη στο κεφάλι
Πιες μου είπε με το χαμογέλο της ιέρειας
Το κύμβαλο έκρωξε, τα ψάρια βγήκαν στην επιφάνεια
Η ακακία ξεράθηκε
Πιες
Ήρθα να σε γλυτώσω από τη δίψα

Ανασηκώθηκα με δυσκολία
Δεν τη γνώριζα
Περσεφόνη φώναζα στον ύπνο μου
Περσεφόνη
Κι ήταν ο πυρετός αυτός που με συντάραζε ολόκορμη
Μέσα στα αγαπημένα χέρια της τα γερασμένα

Ήπια γουλιές γουλιές τον πόνο της
Βάλσαμο χύθηκε η αγάπη κι όλος ο θάνατος
Μονομιάς σαν κρύσταλλο θρυμματίστηκε
Στα μάτια μου που ράγισαν χίλιες φορές
Ήθελα τόσα να πω μα μου είχε κλέψει τη μιλιά η
Απομάκρυνση είχα αφήσει τον εαυτό μου στο περβάζι
Μετέωρος με κοίταζε με μάτια γυάλινα
Καθώς η μάνα μου μου χάιδευε τα χέρια
Μου ζέσταινε τα πόδια
Έπινα την αλήθεια και θυμόμουν
Τον έκρυθμο του κόσμου προσπασμό πριν το μεγάλο τέλος
Έσβησα το τσιγάρο στο στρώμα
Ήταν η ομίχλη που εισέβαλλε από το ανοιχτό παράθυρο και με
Συνέφερε
Ήταν το σύννεφο καπνού που μου μιλούσε
Άννα μου έλεγε
Άννα
Καθώς κατάπινα το σάλιο μου και κοίταζα το άπειρο
Άννα φώναζαν τα δέντρα
Το πεύκο που κόπηκε και χίλιες κάμπιες μετανάστευσαν πάνω μου
Φωνάζοντας ρυθμικά και απροσπέλαστα

Ήταν το πρόσωπο της Αγάπης που μου έγνεφε μεσα από
Μια φυλακή κάπου στον κόσμο
Με το πρόσωπό του σιδεροδέσμιο
Μου έγραφε με χαρακτήρα γνώριμο
Για τα τοπία της φρίκης
Την άρνηση να υποταχθεί στο πεπρωμένο
Αυτός που κάποτε το πρόσωπό του δάνεισε στο σώμα της ομίχλης
Που πάνω στο στήθος του έγραψε τον γλάρο με ίδιο μελάνι το αίμα του
Που πότιζε τα ονειρα και το χαρτί που έκλεβε από την αποθήκη για να μου στέλνει
Νέα του

Είμασταν όλοι ξανά νεκροί
Και πάλι νέοι
Δεν έλειπε κανείς από την άθροιση του σκότους
Είχαμε μες στις τσέπες μας από ένα εισιτήριο
για το ταξίδι με το τρένο που ποτέ δεν πήραμε
Και χαμογέλαγαν δίπλα μας τα σκυλιά
Χαμογελούσαν τα σκυλιά
Αυτά που τελικά μας κατασπάραξαν στον ύπνο
μέσα στον ύπνο
Κι ύστερα πάλι μέσα στο ονειρο

Είχα ξεκόψει νόμιζα παρτίδες με το παράλογο όταν αίφνης
Αναδύθηκε μπροστά η γύμνια μου
Και με ξεδιάντροπους χειρισμούς με ξελόγιασε
Με έριξε στο κρεβάτι της σαγήνης και μαλακά μου ψιθύρησε
Τον πόθο της για μένα
Αυτή που εξοβελίστηκε στα όρια της ευπρέπειας και στο μηδενικό
Του θέρους μου ικρίωμα
Στα πόδια μου έπεσε με αναφιλητά και με ξεμπρόστιασε
Η γύμνια μου
Η φτώχεια μου
Η ήττα μου
{ … }

Μικρές ασκήσεις ουτοπίας
(αδημοσίευτο)

Η λύπη θα μας διαλύσει. Αυτό κάνει. Διαλύει. Η μοναξιά έχει άλλη γεύση στα πάτρια εδάφη. Εδώ μυρίζει πατέ και κρεμώδη τυριά. Θα έπιανα το χέρι σου αν μου το έδινες. Ναι αλήθεια είναι, θα το κρατούσα σφιχτά κι ας μην έχω πια χέρια. Από τη σιωπή που μου δίνεις, μόνο ποιήματα μπορώ να γράφω.Να σου φοράω κουστούμια και φωνές ανάλογα με τα γούστα. Κι εσύ αντίρρηση δεν φέρνεις. Αν υποθέσουμε πως η άγνοια λογίζεται για κατάφαση. Θα ήθελα πολύ να σε ταράξω. Μέσα στον ύπνο σου να ρθω και να ουρλιάξω. Ο χρόνος γελάει μες τους καθρέφτες κάθε μέρα ξυπνώ και με μια καινούργια ρυτίδα. Κρατάω το μολύβι σαν να είναι περίστροφο. Και παίζω με τις λέξεις στη θαλάμη μια διεστραμμένη ρουλέτα. Όταν αδειάσει, θα είμαι νεκρή. Προς το παρόν, ακούω μουσικές για τρελλούς κι αλλοπαρμένους τύπους που θέλουν να γυρίσουν, για αυτούς που γύρισαν, κι ακόμα για όσους δεν θα γυρίσουν πια. Κάθε σενάριο μου κάνει. Αστείο δεν είναι;

η σκόνη μου παίζει παιχνίδια/ κάθεται όπου γουστάρει/ ακόμα και στη θέση μου/ σηκώνομαι όρθια/ τινάζω από πάνω μου χιλιάδες βλέμματα/ γυμνός δεν μένεις ποτέ/ ακόμα κι όταν το επιθυμείς τόσο/ η πόλη σου κόβει κοστούμι/ δύο νούμερα μικρότερο

Εγώ. Εγώ είμαι. Εγώ είμαι εκεί. Που δεν μπορώ. Δεν μπορώ να είμαι. Εγώ. Να είμαι. Είμαι. Εγώ. Εδώ. Εκεί. Παντού. Μέσα μου εκεί είναι που δεν μπορώ πάντα να είμαι μέσα μου Με διαλύουν οι φωνές διαλύομαι σαν αναβράζον χάπι σε ποτήρι ψηλό αφρίζω σαν κύμα στην ακτή σαν λυσσασμένη γάτα και όταν με πίνεις μονορούφι κάνω καλό στον πονοκέφαλο Έξω από μένα υπάρχω πάντα σαν τα μάτια του άλλου σαν την παρατήρηση την εκφορά την αντίδραση Έξω από μένα είμαι ένας άλλος εγώαυτός που δεν υπάρχει στα αλήθεια παρά μόνο σαν κάτοπτρο κοίλο ενός κόσμου που δεν είναι πια εδώ.

Εσωκλείω πυρετούς αναβολές κι εξανθήματα νευροφυτικής διέγερσης απαριθμώ εικόνες ταξινομώ μνήμες σβήνω γραμμές και σχεδιάζω ηλιοβασιλέματα ένα νοητό σύμπαν για ανόητες λέξεις τεχνητή αναπνοή σε πεθαμένα καλοκαίρια Εγώ είμαι αυτός αυτός που είμαι που φτιάχνει, γκρεμίζει αλλοιώνει, διαυγάζει γελάει, δαγκώνει ωριμάζει, πεθαίνει Εγώ, σαν άλλος ζω εγώ, σαν άλλος ερωτεύομαι σαν άλλος, σαν θεός σαν πάντα σαν ίδιος μέσα κι έξω σαν άχρονη φυγή σε ένα κατακερματισμένο

χρόνο ανερμάτιστος ανεξέλεγκτος ανυπεράσπιστος εγώ σαν εγώ ποτέ και όμως πάντα σε μια γραμμή τεθλασμένη του χρόνου υπόσχεση παγετού και ήλιου σε ένα σύμπαν απέραντο εγώ- πώς εγώ; γιατί εγώ; ως το τέλος- ως το τέλος κι από την αρχή εγώ

Η μέρα που γνώρισα τη Λου

Πρώτη δημοσίευση Ντουέντε http://duendemagazine.gr/issue/27/article/760/%CE%97+%CE%BC%CE%AD%CF%81%CE%B1+%CF%80%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BD%CF%8E%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B1+%CF%84%CE%B7+%CE%9B%CE%BF%CF%85.html

Είχαν περάσει ήδη τρεις ημέρες από την ώρα που είχα πατήσει το πόδι μου στη Νις. Είχα πια αρχίσει να νιώθω επικίνδυνα οικεία. Το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο ηλικιωμένους τουρίστες. Ο Αλφόνς, αλγερινός μεσήλικας με λευκό φανελάκι τύπου μινέρβα, ανοιχτό πουκάμισο, φαρδύ τζην και παντόφλα ήταν η παρέα μου στο μικρό καθιστικό του ξενοδοχείου. Ξενοδοχείο…τέλοσπάντων. Μικρή πανσιόν θα έλεγα με δεκαπέντε δωμάτια όλα κι όλα, πέντε σε κάθε όροφο. Έμενα στον δεύτερο, στο δωμάτιο με τον αριθμό τρία. Το μόνο δωμάτιο του ορόφου που έβλεπε στον ακάλυπτο κι όχι στην πολύβουη Ρυ Μασενά. Δεν με πείραζε καθόλου. Είχα ησυχία και μία κάποια ιδιωτικότητα στο μικρό μπαλκονάκι με την ξεθωριασμένη ψάθα και τις νεκρές φτέρες στην πλαστική ζαρντινιέρα. Το συνέδριο υπήρξε μονάχα η αφορμή για να βρεθώ σε αυτή την παρηκμασμένη λουτρόπολη της γαλλικής ριβιέρας που έσφυζε από μεσόκοπους και βάλε τουρίστες και ξέμπαρκους νεαρούς σαν μια προσωρινή στάση στο δρόμο τους για κάπου αλλού. Είχα πάει να δω τη θάλασσα μοναχά μία φορά. Μου έφτανε να ξέρω πως απείχε μόνο διακόσια μέτρα. Ένιωθα το αλάτι να γαργαλάει τα ρουθούνια μου, κάθε που ανάσαινα. Μου είχε λείψει η θάλασσα. Και οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει δίπλα της.

Τα απογεύματα πίναμε τον καφέ μας με τον Αλφόνς και μιλούσαμε για τα περασμένα. Για τα περασμένα του Αλφόνς και της Νις, γιατί τα δικά μου περασμένα ήταν από χρόνια και ξεχασμένα και καμία διάθεση δεν είχα να σκαλίζω τις στάχτες του παρελθόντος πίνοντας τον άθλιο καφέ φίλτρου που κάθε λίγο και λιγάκι μας σέρβιρε η Ράχελ, η εκ Παταγονίας ορμώμενη και εν τη Νις εγκατασταθείσα από εικοσαετίας, καμαριέρα του Φελίξ Οτέλ. Καμιά φορά η Ράχελ αναστέναζε βαριά καθώς περνούσε δίπλα από τον Αλφόνς και τον ρώταγε κοιτάζοντας στο άπειρο… θυμάσαι Αλφόνς; Θυμάσαι; Ο Αλφόνς που ερχόταν συνεχώς και αδιαλείπτως για διακοπές στη Νις και στο Φελίξ Οτέλ την τελευταία εικοσαετία, τα θυμόταν όλα, κι όχι μόνο τα θυμόταν αλλά βαριαναστέναζε κι αυτός μαζί με τη Ράχελ.

Εκείνο το βράδυ όμως ο Αλφόνς έλειπε και η Ράχελ είχε ρεπό. Η πόλη έσφυζε από ζωή, ο βόμβος από το πολύβουο μελίσσι ερχόταν στα αυτιά μου σαν σειρήνα που με καλούσε να εγκαταλείψω το κατάρτι μου και να χαθώ ανάμεσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης ψάχνοντας για…για; Ήμουν καλεσμένη στο αποχαιρετιστήριο πάρτυ του συνεδρίου όμως και μόνο η σκέψη με γέμιζε βαρεμάρα και απόγνωση. Βαρετές χειραψίες, κολλημένα χαμόγελα, ατελείωτες συζητήσεις για τη δουλειά˙ χίλιες φορές να έμενα ξύπνια και ανήσυχη σαν θηρίο στο κλουβί. Γύρω στις εννιά, κι αφού είχα καπνίσει το καθοριστικό τσιγάρο στο μπαλκονάκι παρακολουθώντας με τα μάτια το λούκι να σκαρφαλώνει από όροφο σε όροφο, να κάνει κοψίματα, γυρίσματα και γωνίες μέχρι να φτάσει επιτέλους στο έδαφος και να αποθέσει το υγρό περιεχόμενό του σε ένα παλαιό σκουριασμένο σιφώνι το οποίο μόλις και διακρινόταν στο δάπεδο του ακάλυπτου, αποφάσισα πως όσο κουρασμένη κι αν ήμουν, θα περπατούσα στα στενά σοκάκια της παλιάς πόλης, θα ανακατευόμουν με τους τουρίστες, θα χάζευα τις πλατείες και τα αγάλματα, θα σταματούσα να θαυμάσω χορευτικά δρόμου, να ακούσω πλανόδιους μουσικούς, να σκοτώσω την ώρα μου, σε ένα σκηνικό που μου έκανε τη χάρη να απλώνεται για λίγο ακόμα χρόνο σαν φόντο της ζωής μου.

Έσβησα το τσιγάρο μου σε ένα παλιό φλυτζανάκι του καφέ, δίπλα στις φτέρες και σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα να κλειδώνω πίσω μου την πόρτα με τον αριθμό τρία και να κατεβαίνω τρέχοντας τη φιδωτή παμπάλαια σκάλα του Φελίξ Οτέλ. Η Λου με περίμενε μοναχά λίγα μέτρα παρακάτω. Ένας Νιγηριανός πλανόδιος έμπορος την πουλούσε παράνομα στο δρόμο. Κοντοστάθηκα για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου καθώς περνούσα πλάι της, κι αυτός, έμπειρος να αναγνωρίζει βλέμματα που μαρτυρούν την ηρεμία του ανθρώπου που τα έχει χάσει όλα, σηκώθηκε και πιάνοντας τη γάτα ακριβώς δίπλα στη Λου, μου την έφερε μπροστά και με φωνή μπάσα και κοφτή με ρώτησε Τη θες; Σαστισμένη, την έπιασα στα χέρια μου, τη χάιδεψα, τίποτα. Δεν ένιωσα τίποτα. Τα μάτια μου παρέμεναν καρφωμένα στη Λου. Ήταν πολύ ακριβή. Κι εγώ δεν είχα παρά ελάχιστα για την αυριανή επιστροφή μου. Για τα χρήματα που μπορούσα να διαθέσω, πιο λίγα κι από τα μισά όσων ζητούσε, μου έδινε την άλλη, την πρώτη, την άψυχη. Όχι του είπα. Όχι. Κι έκανα να φύγω. Δεν πρόλαβα να κάνω μισό βήμα και με μια δρασκελιά μου είχε βάλει τη Λου στην αγκαλιά. Πάρ’ την μου είπε. Πάρ’ την. Τη θες. Μα… ψέλισα. Πάρ’την και δώσε μου μοναχά μισό ευρώ παραπάνω από όσα θα έδινες για τη μικρή. Χαμογέλασα αμήχανα και έμεινα κάμποση ώρα να χαιδεύω τη Λου και να ψαχουλεύω την τσάντα μου για χρήματα.

Το όνομά της είναι…Λου του απάντησα κι εκείνος χωρίς να σαστίσει στιγμή μου απάντησε, είδες; Δεν υπάρχουν συμπτώσεις Αντέλ. Κοιταχτήκαμε βαθειά, ίσια στα μάτια. Ήταν ο σαμάνος του δρόμου που είχε εμφανιστεί από το πουθενά για να μου δέσει ένα φυλαχτό στο χέρι, χρόνια πριν, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη. Τώρα τον έλεγαν Μαντίπ.

Με τη Λου αγκαλιά περπατήσαμε ως το ξημέρωμα που μας βρήκε στους κήπους πλάι στην παραλία να χαζεύουμε τον ορίζοντα κάτω από το άγαλμα κάποιου που δεν με συγκίνησε αρκετά, ώστε να διαβάσω την μαρμάρινη επιγραφή.

Όταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο όλα ήταν στη θέση τους. Μόνο ένα χαμόγελο που έλειπε δεκαετίες από τη ζωή μου είχε επιστρέψει πανηγυρικά στο πρόσωπό μου γλυκαίνοντας τις ρυτίδες και κάνοντάς με να λάμπω σχεδόν ανθρώπινη.

Από τότε (25/09/1993) η Λου κι εγώ διανύσαμε άπειρα χιλιόμετρα, αλλάξαμε πόλεις, χώρες, δωμάτια, συντροφιές, παρέες, γλώσσες, δουλειές, ονόματα -πάντα αχώριστες- ώσπου κάποτε τα όρια ατόνησαν και η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο εγώ και στο αυτή έγιναν τόσο ασαφή όσο η πάχνη που στολίζει τον ορίζοντα στο βάθος-βάθος της θάλασσας. Ξημερώματα.

25η ώρα

Πρώτη δημοσίευση:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/110477268692/25%CE%B7-%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7

Έκλεισε τα μάτια του και συνέχισε να βυθίζεται. Είχε τρυπήσει τώρα το στρώμα και το σώμα του έσπρωχνε το πάτωμα, ώσπου τελικά, αυτό υποχώρησε κάτω από το βάρος του κορμιού του κι άνοιξε όπως το νούφαρο στην πρωινή δροσιά. Αιωρούνταν τώρα στο ταβάνι πάνω από το κρεβάτι της.

Εκείνη ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα και διάβαζε ένα φτηνό ρομάντζο. Γύριζε τις σελίδες αργά, μπρος πίσω και κουνούσε το αριστερό της πόδι νευρικά. Του προκαλούσε εκνευρισμό, καθώς τάραζε τον αέρα του δωματίου και τον εμπόδιζε να αυτοσυγκεντρώνεται με την άνεση που του χάριζαν τα αμέτρητα χρόνια πρακτικής. Είχε μονίμως τα μάτια κλειστά και σε λίγο θα δοκίμαζε μια καινούργια τεχνική που θα του επέτρεπε να αιωρείται κάθετα. Η τεχνική αυτή παρουσίαζε πολλές δυσκολίες κι ο Άλταρ δεν είχε καταφέρει ποτέ να την τελειοποιήσει. Τώρα όμως, καθώς γνώριζε πως ο χρόνος του τελειώνει, ήταν αποφασισμένος για όλα. Έγειρε το λαιμό του πίσω και χαλάρωσε εντελώς τους μύες του προσώπου του. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σώμα του άρχισε να στροβιλίζεται, να αλλάζει κλίση ώσπου σταθεροποιήθηκε σε κάθετη θέση. Αιωρούνταν τώρα παράλληλα με τον τοίχο του υπνοδωματίου και μπορούσε να νιώθει τη μετατόπιση των μορίων του αέρα από το νευρικό κούνημα του ποδιού της πιο άμεσα. Όταν ένιωσε άνετα στην καινούργια του θέση και βεβαιώθηκε πως έλεγχε απόλυτα την αιώρηση, αφέθηκε να ταλαντεύεται ελαφρά, ανεπαίσθητα, σαν μωρό στην κούνια του. Το πόδι της, αυτό το υπέροχο άκρο, έδινε τον τόνο και το ρυθμό, ένα πόδι- μαέστρος με το σώμα του ορχήστρα στο έλεός του. Θα ήθελε να βγάλει έναν μικρό αναστεναγμό, όμως η παραμικρή απόκλιση από τη συγκέντρωσή του θα είχε ολέθρια αποτελέσματα. Αρκέστηκε απλά στην προσομοίωση ενός μικρού αναστεναγμού και υποδύθηκε ακόμα και πως γέλασε με την αντίδρασή του.

Ώρες ώρες ήταν φοβερά διασκεδαστικό να έχει εκατό τοις εκατό τον έλεγχο της ύπαρξής του, κι άλλες αφόρητα πληκτικό και σχεδόν απάνθρωπο, αν και δεν ήταν βεβαίως άνθρωπος. Ήταν διαβάτης. Αιώνιος ταξιδευτής. Διαγαλαξιακός καλόγερος. Ή απλά τρελός. Ο εγγενής κυνισμός ήταν άλλωστε το δυνατότερο σημείο του. Αυτό που του επέτρεπε να διατηρεί την ψυχραιμία του όταν όλοι γύρω του γίνονταν έρμαια της παρόρμησης ή της συγκίνησης. Εκείνος είχε πάντα τον έλεγχο. Πάντα. Πόσες φορές δεν είχε κατηγορηθεί για την παροιμιώδη του ψυχρότητα. Δεν είχαν κι άδικο. Όμως κάτω από την φαινομενική αταραξία και το σκληρό περίβλημα, μέσα, στο εσώτατο βάθος, στον πυρήνα του, ο Άλταρ έβραζε σαν λάβα ηφαιστείου. Απλά, είτε λόγω συγκυρίας, είτε λόγω ελλειπούς ερεθίσματος ή ακόμα ακόμα μη ικανής εντάσεως ερεθίσματος, ο κρατήρας του δεν είχε παραδοθεί ποτέ στην έκρηξη. Υπήρχε μονίμως εμπλοκή στην ανάφλεξη. Είχε προσπαθήσει πολλές φορές να φανταστεί πώς θα ήταν να έχανε κι αυτός έστω για μια φορά τον έλεγχο, την ικανότητα να επιβληθεί στον εαυτό του, πως θα αντιδρούσε αν ξαφνικά τον κυρίευε μία επιθυμία χαίνουσα που θα τον ανάγκαζε να χάσει τον ύπνο του, την επιλογή του πάνω στα πράγματα, την αυτοκυριαρχία του. Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν φαίνονταν ικανό, σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, να τον βγάλει βίαια από τη νιρβάνα της σκανδαλώδους αυτάρκειας.

Γνώριζε καλά πως κι ο πάγος ήταν εξίσου αποτελεσματικός στην πρόκληση εγκαυμάτων και είχε καταφέρει να μετουσιώσει την οφθαλμοφανή του αναπηρία για έκρηξη σε μια ομιχλώδη, εθιστική κι ακατανόητη γοητεία. Αυτή η γοητεία της παρεξήγησης αποδείχθηκε εκ των υστέρων το πιο αποτελεσματικό όπλο στην διατήρηση των αποστάσεων και των τύπων. Η αλήθεια όμως, πίσω από όλη αυτή την χειριστική κατασκευή και την διανοητική οχύρωση, ήταν ότι ο Άλταρ, όπως κάθε θνητός που διέθετε σάρκα, καιγόταν από την επιθυμία να καεί επιτέλους από επιθυμία.

Όταν ο αισθητήρας του άρχισε να δονείται, ήξερε πως είχε πια μόνο 25 ώρες. Στο διάστημα αυτό, προετοιμάστηκε σωματικά και ψυχικά για την ανάληψη. Πλύθηκε και αλείφτηκε με την κρέμα που είχε παρασκευάσει για την περίσταση. Ένα μείγμα γύρης και γάλακτος. Καθώς στέγνωνε επάνω του, το σώμα του χρύσιζε κι αντανακλούσε το φως. Έπειτα συνέχισε με τις ασκήσεις αναπνοής και συγκέντρωσης. Όταν ξεκίνησε να εκτελεί τις ασκήσεις αιώρησης, έμοιαζε με σάρκινο πρίσμα καθώς στροβιλίζονταν με χάρη μέχρι να σταθεροποιηθεί στη σωστή θέση. Πέρασαν έτσι 23 ώρες. Όταν συνειδητοποίησε πως το πέρασμά του έφτανε στο τέλος, η μορφή της κατέκλυσε τη σκέψη του. Του ήταν πια αδύνατο να συγκεντρωθεί στα μάντρα, το όνομά της μπλεκόταν με τις συλλαβές και του έφερνε χαμόγελα και σύγχιση. Μόνο όταν άδειασε εντελώς, μόνο όταν εγκατέλειψε κάθε ιδέα, γνώση, νόηση κι αντίσταση, καταλείφθηκε ολοσχερώς από εκείνη.

Την επόμενη ώρα αφιερώθηκε στο να προσπαθεί να διαπεράσει το πάτωμα ούτως ώστε να βρεθεί δίπλα της, στο δωμάτιό της. Θα μπορούσε ίσως να της χτυπήσει το κουδούνι, όπως του είχε περάσει από το μυαλό να κάνει τα τελευταία τρία χρόνια που είχε μετακομίσει στο κτίριο, όμως τώρα ήταν αργά για ορθόδοξες προσεγγίσεις. Δεν είχε παρά μια ώρα πριν αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος προς την 25η. Με τα μάτια κλειστά συνέχιζε τις προσπάθειες. Ώσπου κάποια στιγμή, η αντίσταση χαλάρωσε, ένιωσε το πάτωμα να υποχωρεί, να ανοίγει μαλακά κι υπάκουα στο πέρασμά του. Ένιωσε σαν να γεννιόταν, σαν να έβγαινε στο φως, κι ας είχε διαρκώς τα μάτια του κλειστά. Η αγωνία να πραγματοποιήσει αυτό που επιθυμούσε καθολικά, τον έλουζε στο φως της ακατανόητης ηρεμίας, της ηρεμίας που αναβλύζει απευθείας από τη μήτρα της ύπαρξης κι ανεστράμμενα, αλλά ταυτόσημα, από τη φύτρα της ανυπαρξίας.

Και νατος τώρα, όρθιος σχεδόν πίσω από την πόρτα του δωματίου της να την νιώθει να κουνά το πόδι της νευρικά. Δηλαδή τον αέρα ένιωθε, μα κι αυτό τον γέμιζε με ευχαρίστηση. Κι οι αναστεναγμοί που προσομοίαζε για να μην χαλάσει τη συγκέντρωση, αληθινοί ήταν, το ήξερε. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω από το κεφάλι και ψιθύρισε το μάντρα της ανυπαρξίας. Άρχισε να ίπταται από πάνω της και να υπολογίζει με το νου τις καλύτερες συντεταγμένες σταθεροποίησης.

Εκείνη, ανυποψίαστη, συνέχιζε να διαβάζει το ρομάντσο της και να κουνά νευρικά το αριστερό πόδι στον αέρα. Διάβαζε την ιστορία εκείνης και εκείνου. Μια ιστορία ασυννενοησίας, παρεξηγήσεων, σιωπών, αμηχανίας, βουβών βλεμμάτων και ασίγαστης επιθυμίας. Μία ιστορία που εκτυλισσόταν στο μυαλό των πρωταγωνιστών και που μόνο ο αφηγητής γνώριζε καλά όλες τις λεπτομέρειες. Εκείνοι, οι πρωταγωνιστές ζούσαν αμέριμνοι στη μονομέρεια της επιθυμίας τους. Το βιβλιαράκι ήταν τυπωμένο σε φτηνό πολτό, με χοντρές σελίδες και μεγάλες άτσαλες γραμματοσειρές. Στο εξώφυλλο μία κοπέλα με μακριά καστανά μαλλιά έπινε ένα ποτήρι κρασί σε ένα μπιστρό, και στο βάθος φαινόταν ο πύργος του Άιφελ. Στο τραπεζάκι ήταν ένα τασάκι με δύο τσιγάρα αναμμένα. Το δεύτερο τσιγάρο, υποδήλωνε την παρουσία (ή μήπως την απουσία;) εκείνου. Ραντεβού στο Παρίσι ο τίτλος, μα μέχρι τη σελίδα 147 οι πρωταγωνιστές δεν είχαν καταφέρει να συναντηθούν. Κι ήταν κι αυτό το εξώφυλλο με την αμφισημία του που τη γέμιζε άγχος. Θα συναντηθούν επιτέλους; Αυτό το βιβλίο θα την εξόντωνε. Έμεναν μόνο 3 σελίδες μέχρι το τέλος και η αγωνία είχε χτυπήσει κόκκινο. Αναδεύτηκε ελαφρά, έγειρε στο πλάι και γύρισε ανάσκελα για να ξεμουδιάσει και να ξεκουράσει το λαιμό της. Συνέχισε να διαβάζει λαίμαργα, όσο ο Άλταρ την ένιωθε ζεστή και αναστατωμένη σε απόσταση αναπνοής. Βρισκόταν ακριβώς από πάνω της, χωρίς να μπορεί να τη δει, την αισθανόταν όμως με κάθε κύτταρο του κορμιού του. Η ώρα πλησίαζε, είχαν μείνει μόνο τρία λεπτά προτού να συμπληρωθεί η 25η ώρα.

Έφτασε στην τελευταία σελίδα, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα ψυχρό ρεύμα να έρχεται καταπάνω της και να την παραλύει, το βιβλίο έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα προτού προλάβει να διαβάσει την τελευταία γραμμή. Τα μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα – όμως δεν ήταν φόβος αυτός που την κατέκλυζε.

Ο Άλταρ ίπτατο πια σε απόσταση αναπνοής από το σώμα της χωρίς να την αγγίζει. Μέσα σε αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου άκουσε τον πάγο μέσα του να σπάει, ένιωσε τη λάβα να ξεχειλίζει κι ανοίγοντας τα μάτια του βυθίστηκε μεμιάς ολοκληρωτικά μέσα της.

Οι αστυνομικοί που ερευνούσαν την εξαφάνισή της δεν διαπίστωσαν κανέναν σημάδι παραβίασης στο διαμέρισμα. Στην κρεββατοκάμαρα ένα ψυχρό ρεύμα τους τύλιξε παρόλο που όλα τα παράθυρα ήταν κλειστά. Στο πάτωμα, δίπλα στο κρεββάτι, βρήκαν το βιβλίο ανοικτό στην τελευταία σελίδα. Ο αστυνομικός που το σήκωσε διάβασε δυνατά την τελευταία πρόταση:
«Όταν θα είναι πια πολύ αργά, θα με δεις να επιστρέφω.»

*Η Άννα Νιαράκη γεννήθηκε το Μάιο του 1979 στην Αθήνα. Είναι χημικός με μεταπτυχιακές σπουδές στην Βιοχημεία (Msc, PhD) και μεταδιδακτορικές σπουδές στην Υπολογιστική Βιολογία. Εργάζεται ως επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Evry Val d’Essonne, Paris Saclay.
Ποιήματα, κείμενα και μεταφράσεις της έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες καθώς και σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ελληνικά και ξένα (Αγγλία, Αμερική, Ισπανία, Ινδία, Ρουμανία).
Διατηρεί το διαδικτυακό περιοδικό “Το Παράθυρο, περιοδικό ποίησης και άλλων αμαρτημάτων”
και το ιστολόγιο Αντιποίηση. Ζει στο Παρίσι.
Ανθολογίες:
· Cross-Section: An Anthology of Contemporary Greek Poetry, 2015 Επιμέλεια Jack Hirschman
· Αλμανάκ Ποιείν, Αθήνα 2010
· Τα δέκατα, Αθήνα 2010
· Τα φύλλα και οι καρποί, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, Πάτρα 2002

Ποιητικές συλλογές:
· Iχθυόφωνο, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015
· Το μερίδιο των αγγέλων, Lulu, 2012
· Τετράδιο Πειραμάτων, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2010.

*Αναδημοσίευση από την “Θράκα” στο http://www.thraca.gr/2016/09/9_4.html

94201

No 93 (όμορφη δηλητηριώδη ζωή)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

τίναξε
θεατρικά τα χέρια
~
νοθευμένος ριζοσπαστισμός,
~
είμαι
ακουμπισμένος
στο
ψυγείο,
μεταμφιεσμένος στο view master της,
έτσι
ιδρώνει:
καλλιεργώ αυταπάτες,
~
έσκυψε,
οπορτουνιστικό το στόμα
έμοιαζε,
~
η αστική
ευτυχία μιας επαναστάτριας
~
(alexmil)

View original post

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Matadi

From the series Rasen Kaigan (Spiral Shore): photo by Shiga Lieko

From the series Rasen Kaigan (Spiral Shore): photo by Shiga Lieko

Λίγο πριν ξεσπάσει ο καιρός
της μεγάλης οιμωγής
εγώ πασιέντζες έριχνα
και για Matadi να μπαρκάρω έψαχνα
με το πλοίο της αρχαίας Γης.

Η ζάλη της τράπουλας
μπλεκόταν με κάτι παλιές φωτογραφίες
φυγάδων της βίλας Air-Bel
στη Μασσαλία
κι έβλεπα τα χρόνια μου στα χρόνια τους
και τα βλέμματά τους
όπως αποτυπώνονται στο χρόνο
που κρύβει τα μελλούμενα.

Κάτω από μια καμάρα της Μεγάλης Πλατείας
ένας πλανόδιος γρατζουνούσε ένα adagio
κι η κόρη με τα μαύρα μαλλιά
έσβηνε στις μασχάλες της
ένα βαρύ, φτηνό, άρωμα.

Το οργανέτο ξεφυσούσε
ξεχαρβαλωμένο
και τα πλοία μούλιαζαν
στην καταχνιά του λιμανιού.

Έπειτα βρεθήκαμε όλοι
γύρω από έναν φρεσκοσκαμμένο τάφο.
Δεν θυμόταν κανείς ποιανού κηδεία
ούτε ποιο όνομα μας σύναξε
αναπάντεχα
κι ούτε που γνώριζα κανέναν
κι ας μου φαίνονταν όλοι γνωστοί.

Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον,
μετά κάποιος κάτω,
άλλος προς τη θάλασσα,
άλλος σε κάτι βρώμικα, σπασμένα, μάρμαρα.

Είχαμε έρθει όλοι βιαστικοί
ένας στα χέρια του κρατούσε
επιταγές,
άλλος
ληγμένα γραμμάτια,
άλλος
απλήρωτους λογαριασμούς
κι ένας
απ’ το τσιγκέλι
μια λήγουσα.

Τότε κάποιος φώναξε:
-Εγώ το δέρας
το φύλαξα για τα καλύτερα,
κι έβγαλε μια πένα
και τη φύτεψε
στην άκρη του τάφου.

Τότε κάποιος αναθάρρησε
και είπε:
-Λάτρεψα των γυναικών τα εγκόλπια,
και μετά άλλος
κουνώντας το χέρι του, είπε:
-Όλα της ζωής δύσκολα.

Κι η ώρα περνούσε
κι ο τάφος παρέμενε ανοικτός
και κάποιοι άρχισαν να κρυώνουν.

-Μου θυμίζει τους ερωτευμένους
που χάθηκαν στο χιόνι,
ακούστηκε κάποιος από δίπλα
και μετά μεσολάβησε σιωπή.

Τότε στο βάθος
το μάτι μου
έπιασε κάτι μαύρες τολύπες καπνού
ν’ ανεβαίνουν στον ορίζοντα

-Είναι το πλοίο που περίμενα,
είπα στον διπλανό μου,
προσπαθώντας να δικαιολογηθώ,
αλλά αυτός κοίταζε αλλού.

Μετά, βρέθηκα μέσα σ’ ένα όνειρο
εκείνο που θέλεις να τρέξεις
και βουλιάζεις στο χώμα.

Παραδόξως ήμουν γαλήνιος
-Πρόκειται για τη γνωστή εμπειρία,
είπα μέσα μου,
και ξαναπροσπάθησα.

Έβλεπα τώρα, ξεκάθαρα,
ότι η πασιέντζα
δεν μου βγαίνει.

-Έτσι είναι, λοιπόν, στον καιρό
της μεγάλης οιμωγής,
μονολόγησα!

Σηκώθηκα και τράβηξα την κουρτίνα..

Μέσα από το περίγραμμα των φωταγωγών
ένα συμπαγές κοβάλτιο
κατέβαινε.

Έμοιαζε τόσο στέρεο που δεν κρατήθηκα.
-Τα πετεινά τ’ ουρανού
είναι κι αυτά
της γης πατούμενα,
ξεστόμισα,
κι άρχισα με τα δάκτυλά μου
να σκάβω
στην άκρη του τάφου.

Έψαχνα την πένα που φύτευσε εκείνος
γιατί δεν ήθελα να ξεχάσω τις λέξεις
για τη γη,
το γαλάζιο,
και τα πετούμενα…

Δεν μ’ ένοιαζε αν μ’ έβλεπαν
-θα του ξαποστείλει η παγωνιά,
σκέφτηκα,
και συνέχισα μανιασμένος
το ψάξιμο.

Μόνον όταν κουράστηκαν τα δάκτυλά μου
πρόσεξα ότι ο τάφος ήταν κλειστός.
Πράσινο χορτάρι φύτρωνε
πάνω του
και πέρα,
νομίζω,
διέκρινα ένα λιβάδι
παπαρούνες.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2010.

Αντώνης Στασινόπουλος, Οκτώ ποιήματα

cebf-ceb1cf8ccf81ceb1cf84cebfcf82-ceaccebdceb8cf81cf89cf80cebfcf82

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΕ…
Στο Γιάννη

Ταξιδευτή,
άνοιγες τους ασκούς της ελευθερίας.
Μαχητή,
ζωγράφιζες το ουράνιο τόξο
μετά την καταιγίδα.
Διδάχθηκαν τα παιδιά τον αγώνα σου
ενάντια στη νοσηρή εξουσία των Μάκβεθ.
Ο θάνατός σου ζυγίζει
σαν την ψηλότερη κορυφή του Ολύμπου
και όχι σαν φύλλο φθινοπώρου
που παρασέρνει ο άνεμος.

***

ΚΟΜΜΟΥΝΑ

Τα χνάρια τους στο χρόνο
ανεξίτηλη πορεία σε οδοφράγματα.
1871
Πουλιά που πετούν πιο ψηλά
για να χαράξουν ένα τόξο ταξιδιού
στον έναστρο ουρανό.
Οι μαχητές της Κομμούνας.

***

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ

Εάν κοιτάς κοντά σου,
βλέπεις μόνο τη σκιά σου.
Εάν ατενίσεις το απέραντο
ουράνιο γαλάζιο,
νιώθεις το μικρό και μεγάλο εαυτό σου

***

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ

Σε σύννεφο δακρυσμένο κάθεται
ο Βλαδιμήρ Μαγιακόφσκυ.

***

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Είμαστε παιδιά του απείρου
στην άβυσσο
η αγωνία σκοτώνει.
Παραλογισμοί στις σκέψεις
άλλες παλίρροιες.
Η άμμος φαίνεται,
οι κόκκοι της το αναρίθμητο της ύπαρξής μας.

***

ΒΕΛΗ

Αλοτινός τοξότης του Σπάρτακου
βγάζω από τη φαρέρα μου πύρινο βέλος.
Σημαδεύω πέρα από τη γραμμή του ορίζοντα
την εξουσία της νέας αυτοκρατορίας.
Ένα φάντασμα πλανάται
πάνω από τη Νέα Ρώμη των μισθοφόρων.
Πύρινα βέλη στην καρδιά του κτήνους.

***

ΝΟΗΜΑ

Πλανεμένες περιπλανώμενες λέξεις
πλέκουν το νόημα ζωής και θανάτου.
Πλανεμένοι περιπλανώμενοι άνθρωποι.
Αφρισμένα κύματα.
Ψυχές σε πελάγη
ναυάγια αιώνων προσμένουν λύτρωση
στη σιωπή του βυθού.

***

ΑΓΓΕΛΟΥΔΙΑ

Από τα διαστροφικά χέρια της Δύσης
στην οργισμένη αγκαλιά του Τσουνάμι
παιδιά, χρυσάνθεμα της Ανατολής,
τώρα στα ουράνια φτερουγίζετε
αγγελούδια άγνωστου θεού.
Στο γνωστό κόσμο σας κλέβουν την ανάσα.
Η μνήμη σας αγιάτρευτη πληγή.

*Από τη συλλογή “Σπορά”, Εκδόσεις Γιάννη Πικραμένου, β΄ έκδοση, Πάτρα 2007.

Poetic inspirations @ Emerald Saturday 1 October 2016

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

Poetic inspirations @ Emerald

Saturday 1 October 2016
11.45am-1.45pm

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

Linda Stevenson


Peter Salvatore Matthews

Christine Burrows

plus open mic

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

(Library closes at 2pm on Saturdays)

*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required. 


Last Reading for 2016 is 
December 3, 11.45am -1.45pm

**For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Θάνος Ανεστόπουλος, Αΰπνωτος και άλλα ποιήματα

ΑΥΠΝΩΤΟΣ

Στην ατοπία των εχθρών
στον παραλογισμό τους
στην ατρεμία των γαιών
και στους γαιομιγείδες
ορκίζομαι

Στου μάγου την υποβολή
και στο άρωμα της σόγιας
στην σμηναρχία του Θεού
και στου κακού το σκώμμα,
ορκίζομαι

Στον δεισιδαίμων τον φτωχό
στον δεισμό του σώφρον
στον εγκαστρύμυθο του νου
και στους ειδωλολάτρες
ορκίζομαι

Στο έχθιστο συναίσθημα
του Αίολου του οίνου
στην λάμψη του ηλίανθου
την θαμποφεγγοβόλα
ορκίζομαι

Στην κακοήθεια των θνητών
στου πρωινού το αγιάζι
στην μοχθηρία των τρανών
μη παστρικά φτιαγμένων
ορκίζομαι

Στου στεριανού τα ξέρατα
που του άφησε η ναυτία
στου ναυαγού τα φτύματα
που του’ βγαλε η αρμύρα
ορκίζομαι

Στην ξώπετσα του κουφαριού
Του πρόσφατα θαμμένου
στην δυσωδία των υγρών
που στάζουνε στο χώμα
ορκίζομαι

Στο ξύσιμο σάπιας πληγής
από αλλεργία φτιαγμένη
στα λερωμένα πρόσωπα
στα πονοφαγωμένα
ορκίζομαι

Στις καταχρήσεις της ψυχής
στα υγρά ανήθικα όργια
στην πεμπτουσία του οργασμού
που ο διάβολος δωρίζει
ορκίζομαι

Στον ρακοπότη τον φτωχό
που είδε ρακί να στάζει
απ’τα ρουθούνια του Θεού
στο στόμα των φθαρμένων
ορκίζομαι

Στους σκλάβους τους αύπνωτους
στους άυπνους τους δούλους
στου αρρώστου την υπνολαλιά
στην μαύρη αυπνία
ορκίζομαι

Πλευρό να αλλάξω ξαφνικά
μπας και υπνήσω αληθινά
στην υπνηλία μην μείνω.

ΒΛΕΦΑΡΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ

Βλέφαρα του Φλεβάρη
κινούνται κι ανασαλεύουν
βάρη τεράστια βάρη
που την ματιά φορτώνουν
και την καρδιά τρυπούν

Χάνονται μέσα σ’ άγριες εικόνες τα όνειρά μας
τα χείλια μας ενώνονταν κάποτε φανερά
Τώρα έμεινε για μας μονάχα η σκιά μας
κι ένα ασημένιο μενταγιόν να το φοράς κρυφά

Αν όμορφες στα μάτια σου φάνταζαν οι κραυγές μου
και αν μες στο κόκκινο του αίματος βούλιαζαν τα αυτιά
την μπόχα αν χέρια αγγίζανε από καμένη σάρκα
το μοβ άρωμα αν γεύτηκες στον ήχο του φωτός
αν μπέρδεψες την γεύση και την όραση με την αφή
και με το άρωμά σου έφτιαξες πολύχρωμη φωνή
τώρα μυρίζεις γεύεσαι κοιτάς μα δεν αγγίζεις
τα χρώματα που βγήκανε από ζεστό λαρύγγι
αφήνοντας στο στόμα σου να καίει μια μυρωδιά
που άλλοτε ποτέ δεν είχες ξαναγγίξει

Και κάθε που μεσάνυχτα είναι ακούγεται η φωνή σου
«Δεν έχω χέρια να μου χαϊδέψουν το πρόσωπο»

ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ
ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ

ΩΡΑΙΟΤΑΤΟ ΚΤΙΣΜΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
ΤΕΤΡΑΔΙΠΛΩΝ ΔΙΑΣΤΑΣΕΩΝ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ
ΤΑ ΜΑΥΡΙΔΕΡΑ ΥΜΕΝΟΠΤΕΡΑ ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΟΥΝ
ΜΗΤΕ ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΩΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΑΣΜΑ.
ΣΤΟ ΕΞΗΣ ΣΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΣΟΥ ΘΕ ΝΑ ΠΕΤΟΥΝ
ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΚΑΙ ΖΩΝΤΑΝΑ
ΣΑΝ ΤΙΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΕΓΟΝΕΣ ΤΙΣ ΑΡΧΑΪΚΕΣ
ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΗΙΝΟΥ ΜΥΑΛΟΥ
ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΑΝΘΕ
ΜΕΤΑΞΕΝΙΕ.
ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ ΓΙΑ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ
ΘΑ ΑΡΓΗΣΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ
ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ ΝΕΡΟ ΚΡΥΟΒΡΥΣΗΣ ΣΑ ΝΥΧΤΙΚΙΑ
ΜΑΓΕΙΑΣ ΝΥΧΤΑ
ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΣΕ ΑΠ’ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΤΟ ΝΟΤΙΣΜΕΝΟ
ΑΓΓΙΓΜΑ

ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΡΠΕΤΟ
ΓΛΥΚΟ ΣΤΗΝ ΦΕΞΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΚΡΑΤΟΡΑ
ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΣΤΗΝ ΟΨΗ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ ΣΟΥ
ΑΝ ΕΞΥΠΝΟ ΕΙΣΑΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑΤΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΑΤΙ ΔΕΝ ΣΕ ΒΛΕΠΕΙ
ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΔΙΕΡΡΗΞΕΣ
ΤΟΝ ΆΚΑΜΠΤΟ ΦΛΟΙΟ ΤΗΣ
ΚΑΙ ΕΓΙΝΕΣ ΡΗΞΙΓΕΝΗΣ
ΕΓΙΝΕΣ ΦΙΔΙ ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΣΑΥΡΑ ΣΑΛΑΜΑΝΔΡΑ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ ΣΟΥ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΕΓΙΝΕ ΣΑΡΚΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ
ΑΣΧΗΜΕ ΑΝΘΡΩΠΕ
ΣΚΙΩΔΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΗ ΑΔΥΝΑΜΩΝ ΚΑΡΠΩΝ
ΖΩΗΣ ΣΩΤΗΡΑ ΚΑΙ ΦΟΒΗΤΡΟ ΕΠΙΣΚΕΠΤΩΝ
ΟΣΟ ΓΛΥΚΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΠΟΥ ΝΟΙΩΘΕΙΣ ΜΕΣ’ ΤΗ ΝΥΧΤΑ
ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΑΓΡΙΑ ΤΑ ΟΥΡΛΙΑΧΤΑ ΠΟΥ ΑΦΗΝΕΙΣ ΤΙΣ ΑΥΓΕΣ
ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ
ΚΑΘΕ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΑΕΙ ΕΝΑ ΣΚΙΑΧΤΡΟ

ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑ
ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΒΡΑΧΟ
ΣΕ ΕΙΧΑ ΔΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΕΙΣ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΥΣ ΝΥΧΤΑ
ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΝΑ ΞΕΨΥΧΑΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΡΟΣ ΣΟΥ ΝΑ ΣΒΗΝΕΙ
ΜΑ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΚΛΕΙΣΜΕΝΑ ΣΕ ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙΑ
ΤΟ ΦΩΣ ΘΑ ΠΑΛΛΕΤΑΙ ΖΩΗΡΑ
ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΤΣΑΚΙΣΜΕΝΑ
ΚΑΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ
ΠΟΥ ΖΟΥΝ ΜΕΣΑ ΣΕ ΘΥΕΛΛΑ ΣΕ ΣΚΟΤΟΣ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Ο ΡΟΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ

Ένα κουρελιασμένο τίποτα
κρατώντας στην αγκαλιά του
ένα παγωμένο μωρό.
Κάποτε τα σύννεφα έτρεχαν
περνούσαν
και χάνονταν.
Τώρα κρέμονται ακίνητα
πάνω απ’ το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
Μέσα καλά κρατάει η γιορτή!

Γουρουνόμοφρα όντα ντυμένα με Armani
φιλιούνται με στόματα γεμάτα χαβιάρι
σφαίρες και πέρλες,
κοκέτες με χάρη,
τρίβουν τα αχνισμένα παράθυρα
να δούνε τους Άθλιους των Αθηνών.
Δύο πόδια, ένα χέρι και δύο κεφάλια μαζί,
η σκληρότερη των ποινών.

Τα στόματα κλείσαν, τα ράψανε μόνοι τους
με μαύρη κλωστή.
Κι ο ένας ταΐζει τον άλλον, στα μάτια αφήνει ουσία γνωστή.
Νερό και αλάτι και χιόνι και ήλιο
και λίθους και θεούς πλαστικούς.

“Ήταν ο τελευταίος χειμώνας που ήρθε
μικρή χλωμή Σόνια και όμορφη Ντούνια”.

Στο πάγο ο Ρασκώλνικοφ γέρνει,
να νιώσει τον ήλιο πριν κοιμηθεί.
Τα παράθυρα κλείσαν και ξαναχνίσαν.
“Το τζάκι ανάψτε, κανείς μην σταθεί
για ώρες χορέψτε, φάτε και πιέστε
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα ξεπαρθενιάστε
Εσείς οι φτωχούληδες τον τόπο αδειάστε
Μας κάνει κακό κι η αναπνοή σας ακόμη
Έξω λοιπόν!
Εμπρός στην βροχή!!
Ορίστε μικροί άθλιοι. Πάρτε κι ομπρέλες
μα μην μας χαλάτε αυτήν την γιορτή
αφήστε να μπούμε με το δεξί
Σε αυτή την νέα των χοίρων γιορτή
Σας υποσχόμαστε, Θα ‘ναι για όλους
μια ωραία ματωμένη και δίκαιη εποχή.

*Τα ποιήματα αυτά στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου αναδημοσιεύονται από εδώ: http://www.vakxikon.gr/αΰπνωτος-και-άλλα-ποιήματα-θάνος-ανεσ/

Lawrence Ferlinghetti, Ποιήματα

D3ED5146E525A892098D71CC95B92F44

Εκείνος ο συνταξιδιώτης μου στο τραίνο που επέμενε
να παίξουμε μπλακ-τζακ
είχε κάτι δόντια που ξεπρόβαλλαν
όπως οι φάροι σε βραχώδεις παραλίες

αλλά
δεν είχε μάτια για να δει
την ακαθόριστη αστραπή που πέρασε

άλογα μέσα σε δενδρόκηπους
να τρέχουν αθόρυβα

σμήνη πουλιών
να εξακοντίζονται

και τις πεταλούδες του χτες
να φτερουγίζουν
στο μυαλό μου

* * *

Τούτη η ζωή δεν είναι τσίρκο όπου
τα ντροπαλά σκυλιά του έρωτα
χαζεύοντας εκτελούν το νούμερό τους
καθώς ο χρόνος κροταλίζει
το πανούργο του μαστίγιο
για να επιταχύνει τα βήματά μας

Ωστόσο χαρωπά κυλάει η πομπή των αρμάτων
στολισμένων μ’ εξαίσιες κούκλες σε μεταξωτά καλσόν
κι ακολουθούν ζαλισμένες μαϊμούδες
υποτιθέμενοι καλόγεροι
γερο-ινδιάνοι με κέρατα
και μπαμπουίνοι καβάλα σ’ εξημερωμένες τίγρεις
που έχουν γυναίκες μες στο στόμα τους

ενώ στριφογυριστά κόρνα παίζουν μουσική του λούνα-παρκ
και πιερότοι της παντομίμας ευνουχίζουν τη συμφορά
με παράξενο θλιμμένο γέλιο
και φρικαλέοι γορίλες εκτοξεύουν τρυφερές παρθένες στον ουρανό

ενώ καμαρωτοί χορευτές και λαχανιασμένοι καρνάβαλοι
όλοι με τ’ άντερα σκασμένα στο πιοτό
παίρνουν θεατρινίστικες πόζες
τρεκλίζοντας πίσω από κάθε
τροχοφόρο

Κι ενώ ακόμα γύρω απ’ την πίστα
καλπάζουν οι παραμορφωμένες καμήλες του πόθου
όλοι εμείς οι κλόουν σαν τον Έμετ Κέλλυ
σκαρώνουμε συνέχεια φανταστικά δράματα
μέχρι που τρώμε ψεύτικους Μυστικούς Δείπνους
σε καταρρέουσες τράπεζες
και σταυροκοπιόμαστε κοροϊδεύοντας
μ’ αχυρένιους σταυρούς

Και τελικά καταβροχθίζουμε
προς άφεσιν αμαρτιών
την επίσης φανταστική
Θεία Μετάληψη

*Από το βιβλίο “Λόρενς Φερλινγκέτι, Ποιήματα”, σε μετάφραση Ρούμπης Θεοφανοπούλου, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1989.