Το βιβλίο.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6340

Είχανε ξεχάσει ποιό ήταν το βιβλίο

συμφωνούσαν όμως όλοι πως το διάβαζε την ώρα που μπήκαν

στην ακτίνα

μ’ ένα μακρύ κατάλογο.

Διάβαζε κι όταν έγινε σιωπή  κ’ οι αρβύλες των φυλάκων

ηχούσαν στο προαύλιο σαν τα χώματα που πέφτουν πάνω στην

νεκρόσακα.

Διάβαζε κι όταν πέρναγαν έναν έναν τους θαλάμους κι ακουγόν-

τουσαν ξερά επίθετα κι ονόματα

και το πατρώνυμο στο τέλος

                                  χαριστική βολή.

Σε ποιό σπίτι, σε τι δέντρα να τον είχε παρασύρει το βιβλίο

σε ποιό βράχο να ‘χε κάτσει με τα γυμνά του πόδια μες τον

     αφρό της θάλασσας

δεν ήξερε κανένας να μου πει.

Μόνο πως όταν τον διακόψαν

το ‘κλεισε με παράπονο κ’ είπε πως ήταν όμορφο

κρίμα που δεν του ‘μεινε καιρός να το τελειώσει.

Θα προσπαθήσω να το βρω εκείνο το βιβλίο.

Θα τ’ ανοίξω στην τσακισμένη του σελίδα

και

αν αξιωθώ

              θα το διαβάσω ως το τέλος…

View original post 4 more words

Αλέξης Αντωνόπουλος, Χάρτης

nude

Ούτε για φλόγες θα χρειαστεί να ψάξεις,
ούτε για επιγραφές που εξορίζουν την ελπίδα.

Είναι αρκετά πιο απλό:
Καθετί όμορφο θα σε πονάει.

Καταλαβαίνεις, καρδιά μου;
Την πρώτη φορά που θα φοβάσαι να κοιτάξεις τη θάλασσα.
Τότε θα ξέρεις ότι έχεις φτάσει.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Θοδωρής Ρακόπουλος, Ποιήματα

tapies-04-creu

————–

—–επιφάνια

Στάθηκε λοιπόν μπροστά

με το πνευμόνι του διαμπερές

κι ένα μπουκάλι χωρίς πώμα

ή μέσα μήνυμα

με την αμηχανία του ακάλεστου

στο κατώφλι κυριακάτικα

όταν όλες οι κάβες έχουν κλείσει

«ρε Πάνο» του είπα, «από το χώμα έρχεσαι και μου μυρίζεις

σαν όταν έσκαβες χωράφια· ο ίδιος· κόπιασε».

Εκείνος δεν απάντησε- ούτε καν φαινόταν

να έχει καταλάβει· με κοίταζε αργά στο στήθος

σαν να ψάχνει τους υπότιτλους

κι έβγαζε ένα μαντήλι συνέχεια κόκκινο

σκουπίζοντας την ευφυΐα στάλα στάλα από το μέτωπο.

Δεν ήτανε γλώσσα ο Πάνος.

Δεν «τό ‘χε» που λεν οι γλωσσοπλάστες.

Σε μια μαύρη φωτογραφία ήτανε, χωμένος στο παλιό του ρούχο.

σημ: αυτό το ποίημα βγήκε με αναμμένο το αλάρμ

μόλις προσπέρασα έναν που σου έμοιαζε ρε Πάνο

ακίνητος στο αεράκι του αμπελώνα

με το πουκάμισό του καπνισμένο

λογάριαζε την αριθμητική των πουλιών.

—–πιάτσα ΑΡΙΣΤΟΓΕΙΤΟΝΟΣ

Δε θα βρω χαρά δε θα βρω χαρά

Χιλιάδες χρόνια μες στη σκοτεινή πλατεία

μόνος

Μέσα στην αγορά με τους διαδηλωτές

και τα κρυφά μαχαίρια που αίμα στ’ όνομα μου

Δε θα βρω χαρά μέχρι σκυφτός κι αγνώριστος

ανάμεσα τους

λάμψει μέσα στην άγρια πιάτσα ο Αρμόδιος

ξανά.

—–μορφές στη βάση μιας σταύρωσης

α

ΙΧΘΥΣ

Σε ψάχνω όλο το βράδυ στο τηλέφωνο.

Μετά από κείνο το φιλί

μέσα στα δίχτυα απ’ τα καλώδια του ΟΤΕ

πιάστηκα σαν το ψάρι.

– Και υποκλέπτουν με τ’ ακουστικά οι Ρωμαίοι.

β

αποκαθήλωση

Έβαλα το χέρι στην τσέπη, ζεστό απ’ την αφή σου –

να την κρατήσω να την κρατήσω

Σε κατάπινε το τελευταίο λεωφορείο

Ανάμεσα σε άγνωστους Ιωάννηδες

Δώδεκα ανριβώς γλιστρούσα κάθετος στο χρόνο

– η κατακόρυφη ώρα πώς λιανίζει τα κλαδιά που σε βαστήσαν –

Με το χιτώνα απ’ τ’ άρωμα σου πάνω μου

στα ζάρια του επόμενου πρωινού χαμένο.

—–χωρίς λόγια

———————–(λεζάντα σε ποίημα)

Είναι ορατό εδώ το ύφος,

ψαύσιμο σχεδόν,

αναγνωρίσιμο· ολόδικο της.

Την καταλαβαίνεις στους αρμούς,

στις συρραφές νιώθεις τα θροΐσματα

το νήμα το ύφασμα το ρούχο φέρουν

το αόρατο που είχες το μελάνι της γραφής της.

Πέρασε αφήνοντας

έκκριμά της πίσω λέξεις.

Από αυτές ανάδρομα τραβώντας

βρεθήκαμε σε αυτό το άνοιγμα: εδώ

το τοπίο ισορροπούσε μετέωρο

η οποιαδήποτε ανθρωπογενής προσθήκη

θα μπορούσε να το χαλάσει

γι αυτό και το διασχίσαμε με την ανάσα κρατημένη

ωσότου εξωκείλαμε σε

αυτό

εδώ το ποίημα –

Ακολουθούν υπογραφές.

***

*Από τη συλλογή “Φαγιούμ” (2010).

Αργύρης Μαρνέρος, Δέκα ποιήματα

de5f1401-d093-4904-9920-1b8177376647-1020x680

ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Σ’ αυτό το χωριό
Μη στήστε άλλα αγάλματα
Μας είπε μια γριά
Που ανταμώσαμε στη βρύση
Κι αυτά που είχαμε
Μετανάστεψαν.

ΟΙ ΘΕΟΙ

Εμπρός στρατιώτες μου
Φώναξε ο Στρατηγός
Κι ο θεός είναι μαζί μας
Εμπρός λεβέντες μου
Και μάλιστα γρήγορα
Γιατί κι αυτοί οι απέναντι
Έχουν το δικό τους θεό.

ΥΠΕΡ ΒΩΜΩΝ ΚΑΙ ΕΣΤΙΩΝ

Αυτοί πέσανε στη μάχη
Υπέρ βωμών και εστιών
Οι άλλοι ξαπλωμένοι στο σαλόνι
Ψήνουν σουβλάκια στους βωμούς
Και δίνουν την εστία με αντιπαροή
Σε ημέτερο εργολάβο.

ΗΔΟΝΙΚΑ

Καθισμένη η Δημορατία
Πάνω σε τριακόσια σκαμνιά
Πίνοντας τριακόσιους καφέδες
Και άλλα τόσα τσιγάρα
Ξύνει τον κώλο της ηδονικά
Με τρεις χιλιάδες νύχια.

ΤΩΡΑ…

Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν
Σπείρτε μέσα στα κράνη σας λουλούδια
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν 
Τα κανόνια θα τα κάνουμε τρακτέρ
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος μας είπαν
Χτίστε τα σπίτια σας κάντε οικογένειες
Και μεις τους πιστέψαμε
Τώρα τελείωσε ο πόλεμος τους είπαμε
Κι αφήστε μας ήσυχους δίπλα
Στα λουλούδια τα τρακτέρ και τα παιδιά μας
Μα αυτοί δεν μας πίστεψαν.

ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Τώρα το ξέρω
Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή
Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια
Που βρίσκονται μπροστά μου
Πρέπει να αγαπήσω ξανά
Κάθε μικρό κομμάτι
Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά
Όμορφα δεν είναι μόνο
Τα απείραχτα πράγματα
Και τα σπασμένα αγάλματα
Έχουν τη δική τους τη χάρη
Και ίσως είναι αυτά
Που πιο πολύ μας μοιάζουν.

ΣΧΟΛΙΚΑ ΘΡΑΝΙΑ

Μου μίλησαν
Πιο Πολύ για Αβραάμ­
Παρά για Σωκράτη
Πιο πολύ για Χριστό
Παρά για Διόνυσο
Άσε τα σχολικά θρανία
Είπε ο γέρος της παρέας.
Και δες στην πλατεία το χορό
Μέσα στη μνήμη του κορμιού
Ήτανε πάντα Διόνυσoς ο χρόvoς.

ΣΥΝΤΑΓΗ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Μέσα στη βάρβαρη απλοποίηση των παραμυθιών
Oι μεν πιστoί κοιμούνται ευτυχισμένοι
Oι δε ποιμένες γλεντούνε τρισευτυχισμένοι.

ΖΩΟΦΙΛΟΣ

Εγώ υπήρξα πάντα ζωόφιλος
Αγαπητέ μου έλα μέσα
Στην κουζίνα να σου δείξω
Πόσο τρυφερά πόσο απαλά
Τα πλάθω εγώ τα μπιφτέκια.

ΠΟΣΟΣΤΑ

Θέλουμε ποσοστά
Απ’ το γάλα μας
Φώναζαν τα πρόβατα
Θα είμαι πιο γενναιόδωρος
Μαζί σας είπε ο τσέλιγκας
Θα σας δώσω ποσοστά
Από το κρέας σας.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι του Tom Clark.

Γιάννης Λειβαδάς για τον Kenneth Rexroth

kenneth-rexroth

Ο Κέννεθ Ρέξροθ γεννήθηκε στο Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα στις 23 Δεκεμβρίου του 1905. Έμεινε ορφανός στην ηλικία των δώδεκα και μεγάλωσε μόνος στο Σικάγο, όπου πέρασε όλη του την εφηβεία δουλεύοντας σαν ανταποκριτής τοπικών εφημερίδων και ζώντας ανάμεσα στους μουσικούς, τους καλλιτέχνες, τους εκκεντρικούς και τους ακτιβιστές που δημιούργησαν το γνωστό μποέμικο κλίμα της πόλης την δεκαετία του ’20.

Ο Ρέξροθ μορφώθηκε σχεδόν μόνος του, —αφού φοίτησε μόνο πέντε χρόνια σε κανονικό σχολείο— διάβαζε και μελετούσε (σε όλη του τη ζωή) ακατάπαυστα. Έγραφε ποίηση, πήρε μαθήματα ζωγραφικής, μαθήτευσε σε μια θεατρική πρωτοποριακή σκηνή και έμαθε μόνος του αρκετές ξένες γλώσσες. Ξεκίνησε να γράφει και να δημοσιεύει σε περιοδικά από τα δεκαπέντε του χρόνια. Στα δεκαεφτά του ήταν πρότυπο παραγωγικότατου ποιητή και ζωγράφου. Στα τέλη της εφηβείας του γύρισε σχεδόν όλες τις ΗΠΑ με οτοστόπ, πέρασε αρκετά καλοκαίρια δουλεύοντας σαν μάγειρας σε φάρμες και συνεργεία ξυλοκόπων. Κατάφερε επίσης όντας έφηβος να κάνει μόνος ένα ταξίδι στο Παρίσι. Μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο το 1927, ακριβώς την μέρα που αυτοκτόνησε ο τότε σημαντικότερος ποιητής της περιοχής, Τζωρτζ Στέρλινγκ.

Κάνοντας διάφορα ετερόκλητα επαγγέλματα, ο Ρέξροθ δεν άργησε να ευαισθητοποιηθεί πολιτικά, ειδικά μετά την εμπειρία των ιστορικών πολιτικών γεγονότων στο Σικάγο τη δεκαετία του ’20, και να προσχωρήσει στο αναρχικό κίνημα. Παράλληλα με το ποιητικό του παράστημα, ο Ρέξροθ αναγνωρίστηκε ως σημαντική προσωπικότητα στους χώρους κινητοποιήσεων των εργατικών συνδικάτων και των αναρχικών συνδέσμων της εποχής. Σε όλη του την ζωή πρωτοστάτησε στα αντιπολεμικά κινήματα και αγωνίστηκε για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 1968 μετακόμισε οριστικά στην περιφέρεια της Σάντα Μπάρμπαρα, όπου ξεκίνησε να δίνει διαλέξεις για την Underground ποίηση και το τραγούδι. Μέσα στη δεκαετία του ’70 ταξίδεψε επανειλημμένα στην Ιαπωνία όπου και έζησε για μεγάλα διαστήματα, μελετώντας σε βάθος την κουλτούρα και τη λογοτεχνία της.

Ο Ρέξροθ είχε δείξει από πολύ νωρίς στην καριέρα του ότι συμμεριζόταν απόλυτα την θρησκευτική ηθική — όταν μάλιστα αυτή συνδυαζόταν με τον αναρχισμό και την κοινωνική δράση. Αξίζει να αναφέρουμε πως τις αναρχικές του ιδέες τις κράτησε ζωντανές, όντας πολιτικά ενεργός ώς τον θάνατό του, στις 6 Ιουνίου του 1982 στο Μοντεσίτο της Καλιφόρνια.
Από καθαρά ιστορική άποψη ο Ρέξροθ θεωρήθηκε πατέρας της λεγάμενης «Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο» και προπομπός, ή πρωτεργάτης, του κινήματος των Μπιτ. Στην πραγματικότητα όμως ο καθοδηγητικός του ρόλος και η ανάμιξή του στις θρυλικές ποιητικές βραδιές και εκδηλώσεις που λάμβαναν χώρα στο πασίγνωστο τζαζ κλαμπ Cellar, ήταν ο λόγος για τον οποίο ονομάστηκε «Νονός των Μπιτ».

Το πρώιμο έργο του ήταν συμπαγές και αυστηρά προσωπικό, αρκετά παρόμοιο με εκείνο των Εικονιστών. Μετά τα είκοσι χρόνια του, προσέγγισε ταυτοχρόνως την τεχνική του ποιητικού Κυβισμού, όσο και την γλώσσα του Μαλλαρμέ, την οποία εκείνη την εποχή εκθείαζε. Τα συγκεκριμένα ποιητικά πρότυπα δεν κράτησαν για πολύ και ο Ρέξροθ έπαψε να τα χρησιμοποιεί, καθώς άρχισε να αποκτά την συνείδηση του κοινωνικού ποιητή — τελικά του εκφραστή μίας καθαρά εξεγερσιακής άποψης, με ένα πολύ απρόσμενο τρόπο.

Ο Ρέξροθ δημιούργησε ένα προσωπικό κανόνα συνδυάζοντας τον αναρχισμό με την μεταφυσική και την θρησκεία, την πίστη για την ατομική σωτηρία της ψυχής με την κοινωνική επανάσταση για την σωτηρία ολόκληρου του σύγχρονου κόσμου. Επίσης ταύτισε την λατρεία προς τη φύση, με την λατρεία στον έρωτα, που για τον ίδιο ήταν ταυτόχρονα λατρεία στο Μεταβλητό, στο Αεικίνητο. Ο τρόπος αυτός ήταν που τον ώθησε σε μία σχετική ομοθυμία με το κίνημα των Μπιτ. Και μέσα από την ανάδειξη της Μπιτ ποίησης, θα κέρδιζε κι εκείνος την μέγιστη αναγνώριση. Η σημαντική αυτή αλλαγή μέσα του, τον οδήγησε στην ατραπό της λεγάμενης «Αυτόματης Γραφής», και στον ευρύτατα αναγνωρισμένο στις μέρες μιας, «Μεταμοντερνισμό της καθημερινής γλώσσας».

Πιθανότατα το πιο χαρακτηριστικό πράγμια στην ποίηση του Ρέξροθ, να ήταν ο τρόπος με τον οποίο συνταίριαζε τα πλέον ανόμοια, κι εκ πρώτης όψεως, αταίριαστα θέματα. Την ίδια στιγμή που εμβάθυνε μέσα στη φύση, εμφάνιζε μία (καθοριστική για τον ποιητικό του λόγο) παράλληλη συνείδηση ενός ανθρώπου που η τύχη του είχε κριθεί ή είχε στιγματιστεί από έναν ασύμφορο και απάνθρωπο πολιτισμό. Παρατηρώντας τα αστέρια, ο νους του έφτανε στον Ισπανικό Εμφύλιο, ανεβαίνοντας στα βουνά θυμόταν τον Σάκο και τον Βανζέτι. Ο Ρέξροθ ήταν αυθεντικός φυσιολάτρης και πιθανόν ο πρώτος από τους ποιητές της Δυτικής Ακτής που συχνά ζούσε απομονωμένος στα βουνά και κατέγραφε την αίσθηση του φυσικού περιβάλλοντος. Όσο για την πολιτικοποίησή του, που ήταν κυρίαρχο χαρακτηριστικό του, ανά περιόδους επηρέασε άμεσα το ύφος της γραφής του και τη θεματική του. Σε γενικές γραμμές όμως, και σύμφωνα με τις δηλώσεις του ιδίου, δεν ήταν ποτέ ένας στρατευμένος ποιητής. Η κινηματική δράση του ποιητή, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αναμιχθεί με τις ποιητικές του επιδόσεις. Εξάλλου έφτασε στο σημείο να χρησιμοποιήσει πολιτικούς όρους, ιστορικές αλήθειες και γνωστά πολιτικά πρόσωπα, σαν καίρια αισθητικά στοιχεία της εποχής παρά σαν ακμές που σκόπευαν στην πολιτική αφύπνιση.

Στις μέρες μιας η φήμη του Κέννεθ Ρέξροθ επανήλθε κυρίως με την απρόσμενη πρωτοβουλία γνωστών εκδοτών και μελετητών της αμερικάνικης ποίησης, να τον αναγνωρίσουν πολύ καθυστερημένα και να τον συμπεριλάβουν στις επίσημες ακαδημαϊκές εκδόσεις, αποδίδοντας στο έργο του την πρέπουσα διάκριση.

Η συμβολή του στην αναγνώριση και την κατοχύρωση των ελευθεριακών ιδεών στα πλαίσια της ποίησης και της κινηματι-κής δράσης, —από την Γενιά των Μπιτ ως την έκταση των γεγονότων μέσα στη δεκαετία του ’60—, θεωρείται ανεκτίμητη. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ουδέποτε εκμεταλλεύτηκε την αξιοσύνη και το κύρος του για να κερδίσει έστω μια θέση (που του ανήκε δικαιω-μιατικά) μέσα στο ποιητικό ντελίριο που επικράτησε για αρκετά χρόνια στους κύκλους των υποτιθέμενων «ποιητών της αμφισβήτησης».

Παράλληλα, οι μελέτες και οι μεταφράσεις του γύρω από την ασιατική λογοτεχνία και φιλοσοφία, τον κατέταξαν ανάμεσα στους κορυφαίους ειδικούς, και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της λεγάμενης «ελευθεριακής συνείδησης» και έμπνευσης, ουκ ολίγων γνωστών σήμερα, αμερικανών ποιητών. Πέρα από την ποίηση και τις μεταφράσεις (ελληνικής, ισπανικής, γαλλικής, κινέζικης και ιαπωνικής ποίησης) ασχολήθηκε με το δοκίμιο, τη ζωγραφική, τη δημοσιογραφία και τη γραφή ενός αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος.

Τα ποιήματα του παρόντος τόμου επιλέχτηκαν από το σύνολο των απάντων του δημιουργού. Σίγουρο είναι, πως η έκδοση ενός μικρού τόμου ποιημάτων, δεν είναι δυνατό να καλύψει το αισθητικό φάσμα και τις μεταβολές που χαρακτήριζαν το έργο του ποιητή. Αυτή η εργασία έρχεται να θεμελιώσει την παρουσία του Κέννεθ Ρέξροθ στα ελληνικά γράμματα και να ανοίξει τον δρόμο για μία μελλοντική, πιθανά ολοκληρωμένη παρουσίαση του σπουδαίου ποιητικού του έργου.

Γιάννης Λειβαδάς

*Το παρόν κείμενο είναι η Εισαγωγή στο βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ Ποιήματα”, των εκδόσεων Ηριδανός (Αθήνα 2014) σε επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά.

Myron Lysenko, Rocks in their Place

myron

My father answered the door in his dressing gown

The front lawn neatly mown, rocks in their place

His mouth opened and words spilt out like milk

The lemon tree stood tall above its dropped fruit


The fog in his eyes lurking there like memories

He smiled as if he knew he should recognise me


The garden missing once again this year
He led me to empty cups arranged on a table

Myron Lysenko was born in 1952 in Heyfield, Victoria, the son of Ukrainian post-war migrants. At the time when I first got to know him, he helped Kevin Brophy co-found and co-edit the vibrant literary journal Going Down Swinging – which went on to become one of Australia’s best-known and longest-lasting ‘little magazines’, still going strong. (In fact the launch party for the 37th issue is happening tonight in Collingwood, Melbourne.) Myron continued in his editorial role from 1980-1995 before passing it on to new editors. He was the haiku editor for the special 30th issue of Going Down Swinging.

He’s a lot younger than me, and now, many years after we first met, lives in a country town with his partner who is also a poet, and they’re raising their young daughter.

He tutors in Creative Writing at the Carlton Neighbourhood Learning Centre in inner Melbourne, and at the Woodend Neighbourhood House in his rural town. 

His poetry has appeared in literary journals over 400 times in Australia and internationally since 1981.

As you can see from the photo, he is also still presenting poetry by speaking it aloud. He is the convenor of Chamber Poets, a monthly reading of spoken word. He also runs regular ginko (haiku walks) in various scenic places. Myron plays ukulele and writes songs for his poetry band Black Forest Smoke. He moved from an inner suburb of Melbourne to his present home in 2011, and is the Victorian Regional Officer for Haiku Oz. He loves haiku and senryu, which he has been exploring for years; he is probably one of the best-known of current Australian haiku writers.

He is the author of six books of poetry. The last one,
a book of haiku was published in 2005. They are all sold out and out of print now, but you can still sample more of his work online. Clips on Myron reading poetry live and performing with his band can be found at:
 http://www.youtube.com/channel/UC93MXBvIG9T53isfUOhO8yQ

He also has a YouTube channel: 

Much of Myron’s writing features deadpan humour, with a particularly Australian flavour. You’ll have to go to YouTube for that e.g the introduction by his old friend Kevin Brophy, followed by Myron reading what he calls a fiction about the start of Going Down Swinging: https://www.youtube.com/watch?v=GI6wpoPhCqw

In the poem I’ve chosen to share with you, I fell in love with the spare yet vivid descriptions, the way the scene comes alive in these couplets of keen attention to detail, the restraint and assured craft which convey so much tenderness and pain via objective observation. Myron’s poetry always tended this way – and I think the haiku have also been good training in these qualities (as they tend to be for all who seriously attempt them). 

Besides my admiration for the poet’s skill, this poem touches me on a personal level. Both my own father and my husband Andrew (both now deceased) had dementia. So, although neither of them played out this exact scene with me, there are things I recognise in both the father and the son in the poem. 

It’s beautiful in what it does and doesn’t say.

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/09/i-wish-id-written-this.html

Θάνος Ανεστόπουλος – Αρχίζω με το σ’ αγαπώ. Σχέδια και ποιήματα

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Θάνος Βιβλίο_

Θάνος Αντί Θανάτου

Καληνύχτα καλοκαίρι / πολλές λέξεις άφησες / και λίγες σιωπές [Σε κάποιον καθρέφτη]

36 χρόνια πριν, τέτοιο μήνα

Θάνο, σου την είχα διηγηθεί την ιστορία. Στις 20 Σεπτεμβρίου του 1980 επισκέφτηκα τον 73χρονο παππού μου στο σπίτι του στην οδό Ίμβρου 32 στην Κυψέλη, δυο τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας. Γνώριζα ότι ήταν άρρωστος αλλά όταν τον είδα κατάλαβα πόσο άρρωστος ήταν. Καθόταν στην κουνιστή – ακίνητη πολυθρόνα και μου χαμογέλασε ζεστά όπως πάντα. Του δώρισα το βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Το δέντρο του ανθρώπου. Ήμουν δώδεκα χρονών, δεν είχα ιδέα από τέτοια βιβλία. Είχε κάποτε εκφράσει στην μητέρα μου την επιθυμία να το διαβάσει, κι εκείνη μου έδωσε να του το χαρίσω εγώ – το γνωστό θέατρο μεταξύ μικρών και μεγάλων. Στις 22 Σεπτεμβρίου μας άφησε. Δίπλα του είχε το βιβλίο, αρχινισμένο, είκοσι, τριάντα σελίδες. Και στο εσώφυλλο, με σκούρο, κυπαρισσί μολύβι, είχε…

View original post 1,224 more words

Αντιγόνη Ηλιάδη, Η παναγία του σούπερ μάρκετ

pistepseto-net

Η κυρία με τα λαμέ προχώρησε στον διάδρομο αναμονής του σούπερ μάρκετ. Έσπρωξε τον κύριο με τα φτωχά ρούχα. Ο κύριος ήταν εξήντα χρονών, σπαγκοραμμένος, καλοχτενισμένη φαλάκρα, πήρε όλες τις προσφορές, γάλα, φακές και αλεύρια, καφέδες, κωλόχαρτα και ζάχαρη. Για τον πόλεμο ετοιμάζεται. Η κυρία τον έσπρωξε απαλά. Έβαλε τα πέντε καπνιστά σαλάμια της και τις μπίρες της στον πάγκο του ταμείου. Κοίταξε το ηλίθιο μέικαπ της πωλήτριας. Ήταν γύρω στα τριάντα και είχε το βλέμμα στο κινητό της με το οποίο έπαιζε κάντι κρας κάτω από την ταμειακή μηχανή. Μεγάλο σκορ. Η κυρία βαριόταν και ρεύτηκε δυνατά. Η πωλήτρια της έδωσε σημασία. Κοίταξε την κυρία με υποτιμητικό βλέμμα, σαν στραπατσαρισμένης αγελάδας. Επιτέλους. Δεν υπήρχε χρόνος για χάζεμα. Δούλευε! Παλιοσακατεμένη από τη μοίρα μετεφηβική καρικατούρα. Η κυρία όμως δεν είχε φράγκο πάνω της.
Έξω δεν είχε ήλιο. Γαμημένη συννεφιά είχε. Βγήκε από το σούπερ μάρκετ με τα τακούνια της να κάνουν κλακ-κλακ. Πάτησε σκατά. Ε, φυσικά. Έβρισε τον θεό, τον είπε μαζόχα και μαστροπό. Κάθισε σε ένα πεζούλι. Δεν είχε τα λεφτά να πληρώσει. Χρειαζόταν τα σαλάμια. Είχε εθιστεί σε αυτή τη γεύση την πηχτή τη γλυκιά και μαζί καπνιστή. Φώναξε σφυριχτά έναν καραγκιόζη που περνούσε εκείνη την ώρα. Τον έσπρωξε σε ένα τοίχο. Γαμήθηκαν. Του έγλειψε τον πούτσο. Ο καραγκιόζης την έβρισε. Μουρμούριζε περίεργα. Μύριζε σαπούνι και είχε γραβάτα και πλαστικά μανικετόκουμπα, βαμμένο κόκκινο μαλλί και καλοξυρισμένο ρυτιδιασμένο πρόσωπο. Της έδωσε δύο ξερά πεντάευρα. Την είπε παλιοπουτάνα. Της χούφτωσε τα βυζιά και την πλήγωσε στον κώλο. Η κυρία του ζούπηξε τα αρχίδια και άρχισε να τρέχει. Ο καραγκιόζης έμεινε παγωμένος να τσιρίζει και να λέει ότι θα πεθάνει.
Η κυρία χαμογελαστή μπήκε με πονεμένο κώλο στο σούπερ μάρκετ. Κι έκατσε στην ουρά. Αιμορροΐδες σε συνδυασμό με μεγάλο μαλάκα. Πρόβλημα. Δεν περίμενε. Έσπρωξε από δω κι από κει κι έφτασε μπροστά-μπροστά. Η πωλήτρια της είπε πάλι δεν είναι αρκετά τα λεφτά σου μωρή. Η κυρία έπιασε τα λαμέ της ρούχα, έκανε πως ψάχνει για ψιλά. Πήρε τα σαλάμια και το έβαλε στα πόδια. Έτρεξε δύο-τρία τετράγωνα. Στάθηκε λαχανιασμένη σε έναν τοίχο. Είχε ξεχάσει τα ταμπόν. Γαμώτι. Το κέρατο της, πού σκατά είχε το νου της. Χτύπησε το κεφάλι της με το χέρι δύο-τρεις φορές. Ο τοίχος ήταν κρύος, γεμάτος υγρασία, η κοιλιά της πονούσε, λύγιζε. Σε λίγο από τη μήτρα της θα έπεφταν κομμάτια.
Γαμημένα σούπερ μάρκετ. Κάθισε σε ένα παγκάκι. Κοίταξε τη γαμημένη συννεφιά. Παλιοκόσμε. Τα καυσαέρια. Τα σάπια αυτοκίνητα. Τα γκρίζα σπίτια. Τα καημένα παιδάκια με τα θλιμμένα προσωπάκια. Πέρασε μία γυναίκα. Της ζήτησε ένα τσιγάρο. Ευτυχώς είχε κάτι λάιτ καρέλια. Και ήταν ευγενική γυναίκα. Λαχταριστό τσιγάρο. Η γυναίκα φορούσε σκισμένο μπουφάν. Είχε χαλασμένα δόντια και ξεβαμμένα ξανθά μαλλιά. Η κυρία πήρε το τσιγάρο με χαρά και το ρούφηξε δυνατά. Κοίταξε τη γυναίκα που έφευγε με στριγκό βήμα. Τη λυπήθηκε λίγο. Τη συμπόνεσε. Σκέφτηκε σε τι σπίτι θα γυρίσει. Με τι άνδρα θα μιλήσει. Πώς θα ανοίξει την τηλεόραση και θα εύχεται να τελειώσει το μαρτύριο. Και λίγο πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε, θα βλέπει εφιάλτες. Χάρηκε για λίγο που ήταν στον δρόμο. Ένιωσε καλύτερα. Ζήτησε αναπτήρα από κάτι νεαρά παιδιά. Τα κοίταζε έντονα. Παίζανε μπάλα ανέμελα. Και βρίζανε τα μικρότερα μεταξύ τους. Χτυπιόντουσαν, πέφτανε, ξανασηκώνονταν. Δεν πεθαίνουν ποτέ τα κωλόπαιδα. Και είναι σαν τις κατσαρίδες. Εξαπλώνονται συνεχώς και παντού. Καπνίζουν και φτύνουν όλη την ώρα. Βρίζουν και παριστάνουν τους ενήλικες. Τα μαγκάκια. Η κυρία τα συμπαθούσε. Γελούσε μαζί τους. Και τους πρότεινε έκπτωση στις συνηθισμένες τιμές της. Δεν ψώνισε κανένα τους. Δεν βαριέσαι.
Η κυρία χρειαζόταν ταμπόν. Της πονούσε η κοιλιά. Είχε κόκκινο λεκέ στο παντελόνι. Ή ήταν από τον κώλο αίματα. Πάντως είχε κρύο και δεν γινόταν να κάτσει έξω. Το πλαστικό μπουφάν της δεν την κρατούσε ζεστή. Έπρεπε να βρει ένα μέρος να ζεσταθεί. Το βρακί της λερώθηκε σίγουρα, θα ήταν για πέταμα. Η κυρία μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο. Ο τύπος στο ταμείο ήταν εικοσάρης. Είχε σπυράκια στο μέτωπο. Καυλόσπυρα. Την κοίταξε με λάγνο βλέμμα ύποπτο. Η κυρία πήγε μαζί του πίσω από το ταμείο. Την ώρα που πουλούσε τσιγάρα και γαριδάκια, μπουκαλάκια με νερό, τσοντομπεριοδικά και κρουασάν, η κυρία τον περιποιούταν με μητρική αγάπη και τρυφεράδα. Μετά κατάλαβε ότι το μαγαζί δεν είχε ταμπόν. Του πήρε δύο πακέτα καρέλια. Και τον φίλησε στοργικά στην κορυφή της τεντωμένης του πούτσας. Ο τύπος είχε μείνει καταραμένος από τη μαυροντυμένη χήρα γιαγιά του στο χωριό να μην ευλογηθεί ποτέ με στύση τελειωμένη μέχρι να βρει μια κοπέλα να ανοίξει σπίτι να νοικοκυρευτεί να γίνει άνθρωπος. Και δεν έχυσε ποτέ. Είπε στην κυρία να μην ανησυχεί, του συμβαίνει συχνά και του έχει ξανασυμβεί. Η κυρία του έσκασε ένα χαμόγελο με το χρυσό της δόντι και το έβαλε πάλι στα πόδια.
Πάμε για άλλα. Μπήκε μέσα στον Άγιο Νικόλαο, κάθισε σε ένα πάγκο. Κοίταξε τρεις γριές που προσεύχονταν. Έβγαλε το παντελόνι της και το βρακί της. Πήγε γυμνή μπροστά στη μια γριά στάζοντας αίμα. Τα μπούτια της έλιωναν από την κυτταρίτιδα. Έλαμπαν από την εκκλησιαστική διαύγεια. Η μία γριά την είδε και την λυπήθηκε πάραυτα. Της είπε κορίτσι μου, ο θεός να σε βοηθήσει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι και η ίδια η ταλαιπωρημένη παναγία. Μετενσαρκωμένη. Άρχισε να φωνάζει: «Θεέ μου, η παναγιά!» Και την άκουσε όλη η ενορία και μαζεύτηκε κόσμος.
Και η κυρία ξαφνικά έγινε παναγία. Της πλύνανε τα ματωμένα της πόδια με αγίασμα. Την τυλίξανε με μία κουβέρτα και της δώσανε να φάει ζεστή φασολάδα σπιτική. Οι γριές πέφτανε στα πόδια της ζητώντας μετάνοια για τις αμαρτίες τους. Η κυρία ήπιε μπόλικη μαυροδάφνη, δώρο από τον αφράτο και κοκκινομάγουλο παπά, τον πατέρα Ιάκωβο. Η κυρία ταμπόν δεν βρήκε, αλλά σκουπίστηκε με κάτι πρόχειρα ευαγγέλια. Τα ευαγγέλια αυτά θα μπούνε σε γυάλινη προθήκη. Ο ψάλτης της έκανε τα γλυκά μάτια, ήταν αδύνατος, με μακριά μαλλιά, γεμάτος γένια. Κομμουνιστής και διαβασμένο παιδί. Η κυρία κάθισε δίπλα στην κυρά-Κούλα, στην κυρά-Νίτσα και την κυρά-Σούλα και έμαθε τα νέα της γειτονιάς.
Λέει, ο περιπτεράς έδινε γλειφιτζούρια δωρεάν και μάλλον ήταν παιδεραστής με βρώμικο μητρώο και θα έπρεπε να μαζευτούν κάποιοι γονείς για να γίνει φασαρία και να του κλείσουν το περίπτερο. Επιτέλους πια να μπει μια τάξη. Καμιά μανούλα δεν αγοράζει πια από εκεί. Ο παιδεραστής περιπτεράς να πάει σπίτι του και να μην ξαναβγεί ποτέ από εκεί ο αμαρτωλός ο άθλιος ο γλοιώδης. Και λένε πως αυτά τα γλειφιτζούρια έχουν μέσα τους ναρκωτική ουσία, πολύ κακή για την υγεία. Η κυρα-Νίτσα έκανε τον σταυρό της, η κυρα-Σούλα έσιαξε τη μαύρη φούστα της και σήκωσε τη νάυλον κάλτσα της. Και η κυρα-Κούλα συνέχισε τα κουτσομπολιά.
Λέει, ότι η Πέπη που έχει το κομμωτήριο το έχει και καλά για ξεκάρφωμα. Παίρνει χοντρά λεφτά με πιστολάκια και βαφές, αλλά είναι πόρνη γιατί φοράει αυτά τα ξέκωλα και τα ξώβυζα ντροπής πράματα. Ο θεός τη βλέπει από κει ψηλά και αυτός θα κρίνει, αλλά τι να πεις. Καμιά σεμνότητα πια και τα νέα παιδιά που πάνε στα σκολειά το ίδιο. Και κάνουνε μεταξύ τους πράγματα. Εντάξει, η τηλεόραση έδειξε ότι όλα επιτρέπονται και αυτό είναι το σωστό, αλλά ο θεός, ο ύψιστος θα κρίνει. Στην τηλεόραση είδες τη μαγειρική με το μοσχαράκι στιφάδο; Το παίρνεις μπέιμπι λέει, του ρίχνεις λαδολέμονα και κάτι πορτοκάλια να γλυκάνει και να νοστιμίσει. Μην έχει πολύ αίμα όμως. Το στραγγίζεις πρώτα. Ελαφρύ και γλυκό και γίνεται ένας μεζές-πεσκέσι άλλο πράμα. Να το σερβίρεις στον βασιλιά. Τραπέζι για μεγαλεία. Όχι αστεία. Η κυρά-Νίτσα λέει έκανε σαρμαδάκια, τα τύλιγε αποβραδίς, τα αμπελόφυλλα από το χωριό. Η κυρά-Κούλα κεφτεδάκια με πατάτες στον φούρνο, γιατί αρέσουν στον σύζυγο. Και η κυρά-Σούλα άνοιξε φύλλο να κάνει πρασόπιτα για τα εγγόνια μαζί με πατσά για τον γιόκα της τον μονάκριβο που φέρνει τα λεφτά στο σπίτι, από το εργοστάσιο. Αφεντικό, όχι απλός εργάτης. Ξεκίνησε από εργάτης αλλά έφτασε ψηλά ο προκομένος και τώρα είναι μάνατζερ ναι μάλιστα από τους καλύτερους και μόνο στην Αμερική έχει τέτοιους.
Η κυρία τα άκουσε όλα αυτά. Το μάτι της έπεσε στον λαχειοπώλη μπροστά στη φωτογραφία του Χριστού να παραμιλάει και να μουρμουράει. Ο λαχειοπώλης γεροντάκι, φαλακρό, ξερακιανό με μπουφανάκι λεπτό, ρουφηγμένο μάγουλο. Και στον ώμο μια τσάντα βαριά, να του προκαλεί καμπούρα, γεμάτη λαχεία. Η κυρία είπε στις κυρα-Σούλα-Νίτσα-Κούλα να αγοράσουν λαχεία και αυτές έσπευσαν να δώσουν λεφτά στον άνθρωπο να φάει κι αυτός ψωμί, γιατί δύσκολες μέρες και όποιος έχει, να δίνει και κάτι. Η παναγία το είπε. Κάνανε τον σταυρό τους και φύγανε από την εκκλησία, γιατί έχουν και δουλειές και θα φωνάζουν οι άνδρες τους που γυρνάνε στο σπίτι πεινασμένοι από τα καφενεία. Η ώρα πέρασε. Οι γυναίκες τρέξανε να προσκυνήσουν την κυρία-παναγία και μετά κάνανε τη βόλτα τους με χάρη πάντα, σενιαρισμένες, καλοντυμένες, πανέμορφες για την τρυφερή τους πια ηλικία.
Η κυρία κάθισε μπροστά στον λαχειοπώλη τον κοίταξε και του ζήτησε να της κάνει αιδοιολειξία. Αυτός δεν ήξερε την λέξη. Την είπε αγία. Η κυρία δεν το αρνήθηκε. Ήταν άλλωστε πλέον αναγνωρισμένη. Είχε γίνει μία φίρμα. Τον πήρε πίσω στην αγία τράπεζα. Έσκυψε πάνω στο προσευχητάρι. Πέταξε τον τουρλωτό της κώλο πίσω. Γυμνό και λαμπερό. Πήρε τον σταυρό του παπά και τον έχωσε στο μουνί της. Και έκανε τα μάτια προς τα πίσω δήθεν ηδονισμένη. Ο λαχειοπώλης αποτρελάθηκε, άρχισε μανιασμένα να γλείφει σαν σκυλί. Ο πούτσος του δεν σηκωνόταν. Η κυρία τον εθώπευε από δω από κει έπιανε το τριχωτό σκληρό του δέρμα. Χάιδευε τα ανάγλυφα κόκκαλα της πλάτης του. Τον φίλησε παντού. Ο καημένος δεν άντεξε πολύ. Πήρε το λαχείο κι όλη την αμοιβή. Τεντώθηκε. Και τελείωσε γλυκά με μία μικρής διαρκείας στύση. Ξάπλωσε στο κόκκινο χαλί, λαχανιασμένος. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και αντηχούσε σε όλη την εκκλησία. Η κυρία του πήρε το μπουφάν απαλά. Τον σκέπασε στοργικά. Τον φίλησε στο μέτωπο και του έδωσε συγχώρεση για κάθε προηγούμενή του αμαρτία. Το στόμα του το ξεδοντιάρικο με τα γένια τα αγριωπά και γκρίζα ήταν ματωμένο κι έμοιαζε τόσο με πίνακα ξενικής ζωγραφικής. Η κυρία αισθάνθηκε μία προσωρινή συγκίνηση.
Μετά βγήκε στον διάδρομο αγχωμένη. Να προλάβει τον πατέρα Ιάκωβο. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν ένας παπάς, χοντρούλης, με πολλά γένια και γαλάζια μάτια και μεγάλα γυαλιά μυωπίας. Είχε εφτά παιδιά που τα έχει πάει σε όλα τα κρατικά ωδεία και είναι όλα μεγάλα μουσικά ταλέντα. Τον βρήκε η κυρία τον πατέρα Ιάκωβο, του έπιασε τον μπράτσο και τον κάθισε με νόημα σε μια καρέκλα. Ο πατέρας Ιάκωβος ήταν μία καλή περίπτωση παπά, κρατούσε σημειώσεις για διάφορα περιστατικά και πρόσεχε τους αδύναμους στην ενορία. Ειδικά αν ήταν Έλληνες. Του άρεζε να υπάρχει ομοιομορφία και τους μαύρους τους έβρισκε βρωμερούς και δεν τους έδινε και πολλή σημασία. Ειδικά αν είχαν και παιδάκια που τα σπρώχνανε τα καημένα στα φανάρια και τα κάνανε από μικρά τερατάκια με όλη αυτή την κακή μόρφωση. Απαράδεκτα πράματα. Ο πατέρας Ιάκωβος μερικές φορές έβαζε συγκλονιστική κλασσική μουσική στην εκκλησία, ήταν φιλοδυτικός και πάνω από όλα φιλελεύθερος. Και πρώτος είχε εισηγηθεί να μπούνε κάμερες στην εκκλησία, γιατί λέει υπάρχουν ξένοι που μπαίνουν μέσα και βεβηλώνουν τα θεία και κλέβουν τα χρυσοποίκιλτα διακοσμητικά. Όχι ότι είχε κανένα πρόβλημα με τους ξένους. Αυτός; Προς θεού.
Η κυρία κάθισε στα πόδια του πατέρα Ιάκωβου, ο πατέρας αναστατώθηκε την είπε ιό και βρωμερή παρουσία και την έφτυσε δύο-τρεις φορές, η μια την βρήκε στον εξοχικό της βύζο. Η κυρία δεν συγκινήθηκε. Τον έπρηξε ψέλνοντας έναν άλλον Ματθαίο στα ρώσικα. Ο πατέρας Ιάκωβος την έσυρε τραβώντας τη γλυκά και με ύφος εκατό καρδιναλίων έξω από την δυτικόφιλή του εκκλησία. Να πάει αλλού η κυρία αν θέλει να παριστάνει την παναγία.
Κι έμεινε με μία κουβέρτα γυμνή η καημένη. Έτρεξε στο σούπερ μάρκετ τρελαμένη και άρχισε να κλαίει και να τραβάει τα μαλλιά της με μανία. Μπήκε μέσα από τις συρόμενες πόρτες. Πέρασε τον έλεγχο στα ταμεία. Σκεφτόταν ότι θα πρέπει να διαρρήξει κανένα πορτμπαγκάζ και να κοιμηθεί στο λασπωμένο πάρκινγκ πάλι. Σιχάθηκε τόσο πολύ τη ζωή της. Της ήρθε να ξεράσει τα αλκοόλια και τα αγία. Της έφυγε λίγο μυξόκλαμα σε έναν τύπο που τον λυπήθηκε. Είχε ένα σύνδρομο της είπε και έκανε πέντε βήματα πίσω κι άρχισε να χτυπιέται μπροστά στο ράφι με τα σαμπουάν συγχυσμένος. Είχε πάνω του λίγη ξένη μύξα με κλάμα και φτυσιές. Άρχισε να τρέμει, τον έπιασε κρίση πανικού και φώναζε ότι θα κολλήσει AIDS και μετά ήρθε ο σεκιουριτάς και έπιασε τον τύπο και τον χτύπησε με τον γκλομπ στον σβέρκο. Η κυρία το είδε αυτό και πριν προλάβει να γίνει άλλη φασαρία, κατέβασε το παντελόνι του σεκιουριτά που κολλούσε στην κοιλάρα του και του δάγκωσε τον κώλο με σκυλίσια λαχτάρα. Και μετά πήρε έναν κατεψυγμένο αρακά και τον άνοιξε στον διάδρομο και ο σεκιουριτάς γλίστρησε σαν καρτούν αλλά δεν έπεσε, όπως περίμενε η κυρία. Την άρπαξε από τα μαλλιά, όσα της είχαν μείνει στο ταλαιπωρημένο της ξερό κρανίο, από τα πολλά τραβήγματα και την πήρε έξω από το σούπερ μάρκετ. Της έκανε ανάκριση, την έβρισε, της έδωσε πολλές γκλομπιές στην κοιλιά. Ο καημένος τύπος, σκεφτόταν η κυρία. Αυτός με το σύνδρομο. Θα σφάδαζε τώρα ή θα ήταν αναίσθητος στον διάδρομο με τα αποσμητικά, τα ξυραφάκια και τα λογιών μπάνιου στοιχεία.
Της είχε κάνει κλικ αυτή η μίζερη κορμοστασιά του. Τον σκεφτόταν η κυρία, καθώς ο μπάτσος την χτυπούσε με περισσή λαχτάρα. Ο βλάκας ντροπιάστηκε σε δημόσια κάμερα και θα γινόταν νέο στις βραδινές ειδήσεις. Τι θα έλεγε στους φίλους του ο μάγκας ο σεκιουριτάς που έγινε ρεντίκολο από την κυρία. Οι μελανιές της γίνανε από μπλαβιές κόκκινο βαθύ κι άρχισαν να βγάζουν αίμα. Οι παλάμες της, τα πόδια της, τα γόνατά της και η κοιλιά της πονούσαν φριχτά. Ξάπλωσε στο τσιμέντο, κοίταξε ένα μυρμηγκάκι να περπατάει δίπλα στο μπαγιάτικο μάτι της. Βγήκε μία πωλήτρια και είπε ευτυχώς πριν γίνει το κακό, ότι η κυρία ήταν βασικά η παναγία. Έβγαλε τον σεκιουριτά με το i-phone της φωτογραφία. Κάψτε τον, τον αμαρτωλό! Έσπασε το νύχι από το άγχος της, καθώς το έτρωγε με λαχτάρα. Κοίταξε γύρω της κι άρχισε να φωνάζει.
«Βοήθεια κόσμε, να η παναγία, μου το είπε η θεία μου η Νίτσα που την είδε να γεννά τον Ιησού στην εκκλησία.»
Τα ηχεία του σούπερ μάρκετ έπαιζαν δυνατά το «Εδώ σε θέλω νεφρό μου», ένα δυνατό λαϊκό τραγούδι που προκαλούσε μαζικό κατούρημα. Όταν γέμισαν οι τουαλέτες ο κόσμος άρχισε να χορεύει και να κατουράει τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Κατάλαβαν ότι η παναγία ήταν εκεί. Όλες οι πράξεις είναι ευλογημένες αυτόματα. Το κατούρημα ήταν η βασική ιερή πράξη. Όλα ήταν τόσο γλέντι που εμφανίστηκαν και τα παιδιά των κλαμπς. Βγάζανε σέλφιζ με την καημένη την κυρία και κάνανε τσεκ ιν στα μέσα δικτύωσης. Τα μάτια τους ήταν δακρυσμένα από την πολλή ώρα στην οθόνη. Πού και πού σήκωναν τα μπατζάκια τους και αμέσως μετά τα κατέβαζαν, γιατί η μόδα άλλαζε τόσο γρήγορα. Πίνανε γάλα και μετά το αλλάζανε και πίνανε μπίρες και μετά άρχισαν να πίνουν αίμα. Η μόδα άλλαζε πολύ γρήγορα. Μέχρι που τα μπατζάκια τους πήραν φωτιά, αλλά δεν κατάλαβαν τίποτα, γιατί ήταν παραλυμένα. Τα παιδιά των κλαμπς ήταν η αφορμή για να καεί το σούπερ μάρκετ. Γιόρταζε ο κόσμος με τη φωτιά.
Και σύντομα το θέμα έγινε στο ίντερνετ viral. Βάλανε μέσα στο τουίτερ την κυρία σαν παναγία. Τυλιγμένη με την κουβέρτα, χτυπημένη, ματωμένη, στα τσιμέντα να κάνει κωλοτούμπες αγκαλιά με τον στοργικό σεκιουριτά, μπάτσο κατώτερης βαθμίδας, κομπλεξάρα του κερατά. Η κυρία μπήκε στο σούπερ μάρκετ με την πωλήτρια και κουτσαίνοντας πλησίασε τα σαμπουάν. Βρήκε τον νεαρό με το σύνδρομο. Ο τύπος καθόταν κι έκλαιγε σε μια γωνιά. Του άγγιξε το μέτωπο, αυτός άρχισε να ουρλιάζει. Η κυρία τραβήχτηκε πίσω. Ο κόσμος έτρεξε κι έκανε έναν ιερό κύκλο να δει τι συμβαίνει και ποια από όλες είναι η πιο τρελή. Γιατί η τηλεόραση αυτά δεν τα δείχνει και γενικά αργεί. Βγάλανε έξω κινητά και τάμπλετς και τραβούσαν το σκηνικό. Το σούπερ μάρκετ έγινε ξαφνικά ιερό. Και η κυρία ως παναγία, πήρε μία σπάλα χοιρινό και την κόλλησε στη μάπα του νεαρού με το σύνδρομο κι αυτός ξαφνικά σώπασε. Έπειτα του έδωσε ένα χάιδεμα στην πλάτη, στον πούτσο κι ένα γλυκό γλωσσόφιλο. Αυτός καθόταν αποσβολωμένος να κοιτάει τον τοίχο.
«Είμαι ερωτευμένος. Ω θεέ μου, γαμώ την παναγία.»
Και άρχισαν να φιλιούνται και το ένα έφερε το άλλο και η παναγία γαμιόταν και γαμούσε γενικά κι όλα πήγαν πρίμα. Και παντού γύρω έπεφταν αρακάδες και φασολάκια, η σπάλα γλιστρούσε στα ιδρωμένα τους στομάχια. Μπλέχτηκε ανάμεσά τους ένα κοριτσάκι με φακίδες και γυαλιά, αδύνατο που κρατούσε τα καλύτερα στην μόδα τσοντοπεριοδικά.
«Η παναγία να με συγχωρήσει, αλλά αυτά τα περιοδικά είναι πολύ παλιά και θέλω να δω από κοντά τα πιο αληθινά. Θέλω να δω πιπιά και υγρά και τι γίνεται στις σκηνές της τηλεόρασης κάτω από τα σκεπάσματα. Βαρέθηκα να μου λένε ψέματα οι ειδήσεις και οι μεγάλοι και οι πολιτικοί. Θέλω να δω. Τι γίνεται εκεί κάτω ρε παιδιά;»
Και η παναγία την πήρε αγκαλιά και της έδωσε να βυζάξει στοργικά. Ο νεαρός αγκάλιασε την κυρία. Βύζαξε κι αυτός από την άλλη πλευρά και χάιδευε το κοριτσάκι με αδερφική φιλία. Η πωλήτρια έφερε barcodes και έκανε σφραγίδες στον κόσμο. Την λέγανε Ιωάννα, ήταν η κόρη του Προδρόμου, του μάστορα που φτιάχνει τα αυτοκίνητα και κάνει συντήρηση κι έχει το βουλκανιζατέρ κάτω, δίπλα στο ρέμα. Το barcode ήταν η βάφτιση. Η μύηση στον κόσμο τον ιερό, σε αυτόν τον κόσμο που χρειαζόταν μόνο μία παναγία. Το φλεγόμενο σούπερ μάρκετ έβαλε την γιορτινή του διακόσμηση. Ο νεαρός αγκάλιασε σφιχτά από τα πόδια την παναγία και δεν την άφηνε πια. Και το κοριτσάκι περιφερόταν με μία λεκάνη στο κεφάλι και έριχνε στους κακούς ζάχαρη και στους καλούς ρύζι. Για να γεμίσουν κατσαρίδες και μύγες οι πρώτοι και οι δεύτεροι να μπορούν να παντρευτούνε αν θέλουν.

Ηλιάδη Αντιγόνη

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ποιήματα

Γ. Μπαλάφας, Ύπνος

Γ. Μπαλάφας, Ύπνος

Χιλιάδες μετανάστες
Τα ναυάγια
Της λησμονιάς νερό
Σκεπάζει
Χωρίς ονόματα·
Ντόπιοι δουλέμποροι
Διαβεβαιώνουν
Ουδετερότητα.

***

Γιατί κρατάς τα περιττά;
Nα φτιάξεις, λες, ένα καράβι
Να σφάξεις έναν κόκορα μετά.

Πρίμα στο πέλαο πανιά
Ζεστός νοτιάς να λούζει χάδι
Το μέτωπο και τ’ αρμυρά μαλλιά.

***

Καρποσυλλέκτης δίχως τόπο μόνιμο
Μια περιπλάνηση διαρκής βουνό-πεδιάδα
Δάση ιερά, τα φρούτα άγρια
Κρατά στα χείλη η νοστιμάδα.

Και κυνηγός μονάχα για επιβίωση
Δίχως φορτίο στην πλάτη μου κανένα·
Ευλογημένο θήραμα που μ’ άφησες
Να κουβαλάω μέσα μου κι εσένα.

***

Το ποίημα
Δεν έγινε τραγούδι.
Έμεινε χνούδι
Εφηβικό.

Ο στίχος του
Δεν πέρασε το φλούδι.
Έμεινε ζούδι
Αχαμνό.

***

Πόσο αργά κυλούν οι χείμαρροι
Τώρα που πάψαν οι βροχές…

***

Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Μην κάνεις πια τον κόπο να διαλέξεις.
-Βράζει το πέρασμα, ανάσα ακίνητη
Ομίχλη πηχτή, κραυγή γοερή!-
Ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη
Όσο σου γράφει, κοίτα να επιπλεύσεις.

***

Πώς ντύθηκε η καινούργια φύση
Κι ήρθε να μας προϋπαντήσει!

Πώς φόρεσε όλα τα καλά της
Κι έστρωσε τα πυκνά μαλλιά της!

Πώς εγλεντήσαμε παρέα
Σε χρυσοπράσινη αλέα!

Κι όταν βραδιάσαμε πιωμένοι
Μας ξέχασε η οικουμένη…

***

H πρώτη αυτή λέξη
Θα ‘χει το στίχο σε ράγες
Σ’ όλο το ποίημα θα χορέψει
Γυμνή, χωρίς περικοκλάδες.

Η πρώτη αυτή λέξη
Πόσους θ’ ανάψει σεβντάδες
Θα την έχουν κάποτε λατρέψει
Ρακένδυτοι και βασιλιάδες.

Άφησες πια την προκατάληψη
Σκύλα ξοπίσω με μωρά κουτάβια
Κι άνοιξες δρόμο για τη θάλασσα
Πώς σ’ έθελγε έτσι γαλάζια!

Aνεβαίνοντας ξανά τα Πανεπιστήμια
Παρατηρώ τον κουρασμένο ίσκιο μου
Ξαπλωμένο στις πλάκες του πεζοδρομίου.
Στο τέρμα της Ευαγγελίστριας
Κρυμμένο πίσω από τους θάμνους
Ένα μνημείο εκτελεσμένων
Για να θυμίζει την Αντίσταση.

***

Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε πια.
Στη μεγάλη πλατεία ο παππούς του αντάρτης
Τη μέρα που ελευθέρωναν την πόλη
Δεν φανταζόταν πως σε λίγο θα τον μάζευαν
Να σπάει πέτρες, να μαζεύει μύγες…
Δεν μάντευε τη φάρσα και το τέλος της.

*Από τη συλλογή “Η ασφαλής ομήγυρη”, e-book, Ιούνιος 2015.