Ιφιγένεια Σιαφάκα, To τραγούδι του λύγκα

Ιφιγένεια Σιαφάκα - Ifigeneia Siafaka's avatarΕνύπνια Ψιχίων

To τραγούδι του λύγκα

.

Άλλωστε έτσι τη θέλανε όλοι από τότε. Ξόμπλι. Όταν την απιθώνανε σε ρούχα κυριακάτικα, «σήκω, μουρή, κι βάρεσ’ η καμπάνα», νερό, ανατριχίλα, βούρτσα, «πάνου του κιφάλ’!», νερό, «μαδάς!», βούρτσα, άλγος, πολλές κινήσεις, νευρικές. Μιλιά αυτή, πλεγμένη σε κοτσίδα κρυβότανε στις κάλτσες. Αναμονή σε στάση καθώς πρέπει, πάνω στα υποδήματα. Λιτές κινήσεις, καθόλου φληναφήματα, στο ύψος της ήβης δάχτυλα. Καπακωμένες ενοχές με θλίψη ευθυτενή. Κόκκινα μάγουλα, μάτια επίσης, ξόμπλι του οίκου, εύτηκτο.
Μετά την παρφουμάρανε, χαράματα. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. «Πάμι!» Ένα τσουβάλι, να μεταλάβει το χρυσό δοντάκι, κι ας βρώμαγε λεμόνι. Λιβανιζότανε ξινίλες στις μετάνοιες, σε κάθε επίκυψη δίναν και παίρναν σφάχτες κοσμιότητας. Αφόριζε υγρά. Χωρίς μπουκιά, πομαδιασμένη. Σε λίγο θα τα επέστρεφε και αρώματα και χρυσαφικά και δώρα. Όλα θα τα επέστρεφε. Αντίδωρα. Κρυφά στην τουαλέτα, φλομωμένη, ωραία πεθαμένη
.

 

Dino_Valls_-_In_Memoriam

.

Μετρούσε το λείψανο το ωραίο στο χωριό της. Ανήκε στα υπέρ του αποδημήσαντος, το εξετάζανε στις κηδείες…

View original post 125 more words

Nanja Noterdaeme, Τέσσερα ποιήματα

Artwork: Tom Clark

Artwork: Tom Clark

Δεν ξέρουμε τι ήταν

Δεν ξέρω τι ήταν
μια μέρα που πήγα
να σε πάρω
σε βρήκα στις
φαγωμένες σκάλες
στο ύπαιθρο θεατράκι

Δεν ξέρουμε αν ήταν
εντελώς ανώδυνη
η βροχούλα που δάκρυσε
γιατί
η σιωπή μετά την καταιγίδα
μου έλεγε

Δεν ξέρουμε γιατί
η μικρή βροχή
μου έλεγε τόσο απαλά
ότι περνάει
η ζωή
ότι είμαστε μόνοι.

Δύσκολα τα λόγια
Δύσκολες οι αγάπες
Δύσκολη η δουλειά
που σαν μονοτονία
μας θλίβει και μας
κλέβει την ενέργεια.

Από μακριά πατριάρχης
πάντα φαίνεσαι
κι εγώ
που πλέον δεν είμαι βασίλισσα
ακούω την βροχή να κλαίει.

***

Ο πατέρας

Δυο το πρωί
Δυο πουλιά
κελαηδούσαν
αγκαλιασμένα
ανέβηκαν ψιλά ψιλά
εκεί που το λένε
Ζενίθ.
Τιτίβιζαν κάτι,
σαν να είχαν ψυχή.

Η μέρα πριν
ένα ποτήρι
έπεσε,
το παράθυρο
χτύπαγε
Ο πατέρας μου
θύμωσε
Δεν μπορούσε
να μπει.

Η μέρα μετά
Τρεις καφέδες
στα σκαλιά
του υπόγειου,
η μάνα μου κι
εγώ,
τρεις καφέδες,
στα σκαλιά,
έλα μπαμπά!

Δυο κούπες
αδειάσαμε,
η τρίτη
με τον καφέ
έμεινε.

Ο πατέρας μου
δεν ήρθε πια.
Τον είχαν πάρει τα δυο πουλιά.

***

Αλόγιστα

Και στους παππούδες
δώσε μια ευκαιρία
να σφίξουν τα χαλινάρια
στις γροθιές της ιστορίας.

Να σκάψουν με την γλώσσα τους
βαριά,
καρύδες, καρδιές, και κόκαλα.

Τον γείτονά της ο
Γάκης η γιαγιά να ποθεί
και αυτός ο παππούς, ας
ξαναγίνει παλικάρι
όχι μόνο στην εκδρομή.

Δώσε τους ένα ποίημα
να τους θυμάται η ζωή
για να περάσει η ώρα
αυτή που πέρασε πια
όταν πριν το πάρεις
χαμπάρι, θα πάψει
το ρολόι να χτυπά.

***

Φωτογραφία

Έσκισα την φωτογραφία
και άναψα μια μικρή φωτιά
και στο ναό στρωμένο
με γαρίφαλα και πανσέδες
έθαψα το τσουρουφλισμένο απόκτημα.

Έτσι έθαψα 20 χρόνια,
ναι, porca miseria, 20
χρόνια οργή,
όπου για άσπρη μέρα
μάλλον υπήρξε η πρώτη.

Τρία μαύρα άλογα

Τρία μαύρα άλογα διέσχισαν
το πλακόστρωτο του χωριού.
Το μεγάλο μπροστά, το μικρό στη μέση και το μεσαίο
να κλείνει τη σειρά,
μαύρα βελούδινα, με τις θεϊκές χαίτες να ανεμίζουν ελαφριά
πριν εξαφανιστούν οριστικά
με την φευγαλέα εικόνα του άγνωστου.

«Πρέπει να τα σκοτώσουμε», είπε ένας χωριανός.
«Θα μας πλακώσουν μια μέρα, όλο και πολλαπλασιάζονται».

Πρωτοεμφανιζόμενες ποιητικές φωνές με προοπτική

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΓΚΟΛΙΤΣΗ*

H Δανάη Σιώζιου (1987), μεγαλωμένη στην Καρλσρούη της Γερμανίας και στην Καρδίτσα, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας στην Αθήνα και μέλος της ομάδας του περιοδικού «Τεφλόν», εμφανίζει την πρώτη ποιητική της συλλογή Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια και ήδη από τον τίτλο της μας ανοίγει σε μια ιδιότυπη προβληματική.

vivlio_2_11

ΔΑΝΑΗ ΣΙΩΖΙΟΥ
«Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια»
Αντίποδες, 2016
Σελ. 80

Χαρακτηρίζοντας τα παιδικά παιχνίδια ως «χρήσιμα» συναντά την ουσία του παιχνιδιού, μες στο βάρος και στην ιερότητά του, κάτι που υποδηλώνει ότι το ίδιο το παιχνίδι αποτελεί τάξη, δημιουργεί τάξη στην αταξία, άρα ίσως και να παρέχει έναν τρόπο ψυχικού οφέλους, μια μορφή αυτογνωσίας.

Απέναντι σε έναν ατελή κόσμο λοιπόν, στη σύγχυση και στη ρευστότητα της ζωής η ποιήτρια αντιτάσσει το παιχνίδι, την προσωρινή και περιορισμένη αυτή μορφή τελειότητας, ακινητώντας την ύπαρξη, δηλ. κατορθώνοντας μια μορφή μη μεταβολής, συναντώντας τον Homo Ludens του Γ. Χουιζίνγκα (εκδ. Γνώση, 2010) και ξορκίζοντας το επικείμενο του αφανισμού μας.
Αν μάλιστα ο Μίλτος Σαχτούρης είναι ο «τρελός λαγός» της ποίησής μας (ο οποίος και εμφανίζεται στη συλλογή με το θηρίο του, «μη φεύγεις θηρίο, θηρίο με τα σιδερένια δόντια») η Σιώζιου είναι μια ακρωτηριασμένη ποιήτρια-παιδί, μια τεμαχισμένη κούκλα που τελετουργικά, μες στο ακίνητο και διασκορπισμένο των μελών της, οργανώνει τον κόσμο γύρω της ώστε να αποκαταστήσει «οριστικά» την τάξη στην αταξία, την ακινησία στην ένταση, τα παιδικά χρόνια στο τώρα που μας συμβαίνει.

Βλέπουμε στη συλλογή, που απαρτίζεται από τέσσερα μέρη: «Ζωολογικός κήπος», «Κρύπτη», «Εγκληματολογικό μουσείο», «Στο πάρκο», μια δομή που ακολουθεί τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (Μονόδρομος, εκδ. Αγρα, 2006), τη γιαγιά να κεντά δαντέλα ολόλευκη για τον γάμο της ποιήτριας, μα πλησιάζοντας στο τέλος της να τη χαλά αθόρυβα, πάλι τη γιαγιά να φορά τα Σάββατα το νυφικό και να «στέκεται πλάι στην πόρτα περιμένοντας» τον νεκρό παππού, μια νιόπαντρη επίσης, την Αλεξάνδρα, να πέφτει από την ταράτσα και να γίνεται πουλί, τη μαμά που αντί για καρδιά «έχει έναν καταψύκτη που η κοιλιά του δεν γουργουρίζει ποτέ», τα τρία κορίτσια της γιαγιάς φορώντας την ποδιά του χασάπη με μαχαίρια ακονισμένα να ξεσκίζουν τους τρυφερούς λαιμούς των πασχαλιάτικων ζώων, ακέφαλα κοτόπουλα να χοροπηδούν στους κήπους κ.λπ.

Η ποιήτρια διατηρώντας την αυτοερωτική ωμότητα του παιδιού («επιθυμώ να νυμφευτώ την καρδιά μου») εμφανίζεται συνολικά συνεπαρμένη από τον ρυθμό της γέννησης και του αφανισμού (λέει χαρακτηριστικά για τον παππού: «ο πρώτος μου έρωτας και ο πρώτος μου θάνατος») και αναμετράται με την ανθρώπινη μοίρα προσκολλώμενη σε έναν παιδικό-ονειρικό κόσμο όπου μετασχηματίζει το ρίγος και τον «συγκλονισμό» από τη συνάντηση της συνείδησής της με τον κόσμο σε ποίημα-ανάμνηση.

Δεν προτάσσει μάλιστα το παίζειν, αλλά το ίδιο το παιχνίδι που γίνεται μέσο για να αναψηλαφήσει το αδιέξοδό της, την ασφυκτική μοναξιά της και τη διαρκή αίσθηση της εγκατάλειψης-ναυτίας που νιώθει. Το ποίημα ως παιχνίδι-ξόρκι τελικά ασκεί μια ευεργετική επίδραση, στον ψυχισμό της και στον αναγνώστη, αξιώνοντας μια μορφή ασφάλειας και νηνεμίας.

Τέλος, σκαλίζοντας τις πληγές της, φαίνεται να ανακουφίζεται προσωρινά τουλάχιστον, προκαλώντας μια μορφή πόνου που δείχνει να την απολαμβάνει, αποκαλύπτοντας πως μέσω του παιχνιδιού επαληθεύουμε την ετερότητά μας, θέτουμε όρια και κανόνες και ίσως μετασχηματίζουμε τον λίγο κόσμο – χώρο που μας αναλογεί.

————————————–
georgota_0

ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ
Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη
Ποίηση, Γαβριηλίδης, 2016, 
Σελ. 76

Στην ίδια γραμμή, πιο ώριμη όμως, ρυθμική και τραγική, η Αντζελα Γεωργοτά (Κέρκυρα, 1977) με σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης και δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ξεκινά από την Κατερίνα Γώγου και την Αν Σέξτον, συναντώντας τη μετωπική αμεσότητα της μιας και την εξομολογητικότητα της δεύτερης, στην πρώτη της συλλογή Στην πιθανότητα στηρίζεται η αγάπη, μας ανοίγει σε έναν δικό της μορφικά και ατμοσφαιρικά κατακτημένο κόσμο.
Κινούμενη μακριά από έτοιμες φόρμες και στροφικά σχήματα, η ποίησή της −με ομοιοκαταληξίες και τονισμούς που ζευγαρώνουν σπειροειδώς σε φαινομενικά άτακτα σημεία του στίχου− βαδίζει έμμετρα σε μετα-σαχτουρικά μονοπάτια και ξέφωτα, πιστοποιώντας τη μέγιστη δυνατή μουσικότητα της ποίησης και τη χαρακτηριστική εξπρεσιονιστική της εικονοποιία, η οποία τελικά πυκνώνεται σ’ ένα ποίημα κάδρο.

Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στεκόμουν μετέωρη/κάτω από τα πόδια/το σύμπαν έκαιγε […] Ασπρες κυρίες μου μιλούσαν/και ένας Ανδρας με σιδερένιο πρόσωπο/με χτύπαγε στην πλάτη,/καθώς οι λέξεις του με κάρφωναν στο πάτωμα» ή συντομότερα: «Θυμόμουν το κόκκινο και έσταζαν τα χέρια παπαρούνες» ή «τα όνειρα τρυπώνουν μες στο στήθος,/γίνονται γάλα,/παίρνουν μορφή».

Είναι φανερό πως η εικόνα-κάδρο είναι αυτή που οδηγεί το ποίημα, ενώ το «νόημα» σαφώς έπεται. Η εικαστική-σκηνοθετική μάλιστα οργάνωση-άρθρωση του ποιήματος, η οποία συχνά αποκαλύπτεται ως πηγαία, ξεκομμένη από το «νόημα», λες και κάνει σημειωτόν στο ίδιο σημείο διανοίγοντας έναν μεταιχμιακό τόπο ή ενεργοποιώντας μια καταβύθιση.

Η ποιήτρια, προτάσσοντας έντονα το υποκείμενο, τον φορέα του προσωπικού θα λέγαμε βιώματος, σκηνοθετεί ή προσπαθεί να αδράξει ένα μεταίσθημα, κινούμενη ταυτόχρονα προς τον τόπο του απολόγου, με την έννοια του τελικού λόγου-απολογισμού, όπου και προσπαθεί να καταλήξει σε οριστικά σχετικά συμπεράσματα και σε ποιητικές μεταγραφές που αποτυπώνουν τη στιγμιαία αίσθηση-συναίσθημα.

Η νόηση εκ των υστέρων φιλτράρει και «λογοκρίνει» το βίωμα οδηγώντας το συχνά σε προειλημμένες θεωρήσεις και στάσεις.

Η ρυθμική και η φραστική λιτότητα της ποίησής της, ο χειρισμός του ρυθμού έως την τελευταία σελίδα της συλλογής με ωριμότητα, οι σαφώς προσεγμένες αλλαγές στίχων και στροφών, η λιτότητα και η πυκνότητα των ποιημάτων, η αξίωση μιας κάποιας αρχιτεκτονικότητας στο σύνολο, αλλά και ο παιγνιώδης διάλογος μεταξύ ρυθμού και περιεχομένου, όχι απλά αφήνουν μια αίσθηση πως ο αναγνώστης κοινώνησε-συμμετείχε σε ποίηση, αλλά επίσης καλούν και προς μια επαναφορά και μια μελλοντική επανατοποθέτηση απέναντι στο ποίημα το οποίο και αναμένει μες στην ερμητικότητα την επανεκτέλεσή του.

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών http://www.efsyn.gr/arthro/protoemfanizomenes-poiitikes-fones-me-prooptiki

Η άλλη διάσταση | Αντιγόνη Ηλιάδη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

AnHl

Ι.
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ
να μιλάνε τα πόδια μας με τα χέρια μας
στο κόκκινο φανάρι της Ολυμπιάδος
να μου κλείνεις με τα δάχτυλα το στόμα
και να αναπνέω στο μαξιλάρι
να είμαστε τα παιδιά του Μπατάιγ
χαμένα στον δερμάτινο χάρτη
τα χείλη σου πλαγιασμένα από τον πόθο
που σου άφησε το σεντόνι στην πλάτη
θέλω να γυρνάμε μαζί σπίτι το βράδυ

***

II.
είμαστε ένας αειφόρος συνδυασμός
και το στρώμα του κρεβατιού
είναι ο κόσμος από κάτω μας
και κάθε μας καύλα κι επαφή
μία ιερή ανάμεσά μας τελετουργία

View original post 482 more words

Γιώργος Β. Μακρής, Τρία ποιήματα

makis-4-256x300

Απόσταση


Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

από φόβο

μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αιτία…

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.

Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.

Είμαστε πάντα εκεί

που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

Έχουμε την απόλαυση του θεάματος

μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

όπου αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.

Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης..

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.

Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο

Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε…

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

(1941)

***

Φθινόπωρο


Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν

να γελούν και να αμύνονται.

Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν

ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.

Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν

Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.

Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν

η γη μυρίζει.

Οι νέοι άνθρωπο φεύγουν

τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.

Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα

στην αποθήκη.

Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.

Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν

κάτι είναι και αυτό.


[1941;]

***

Εμείς που δεν μας κούρασε να λέμε ολοένα

και τι θα γίνει αύριο

και τι έγινε χτές

που δεν μας έγινε ακόμα βαρετό

ν’ αθροίσουμε ολοένα τις μέρες μας

και να’ ναι πάντα πενιχρό το άθροισμα

σαν το συμπέρασμα που βγαίνει από τις συμβουλές

που θεσπίσαμε πια νόμους από πάνω μας

κι έχουμε πια τα μικρά μας έθιμα

πόσο ποτέ μας δε θα ανοίγαμε πανιά

πόσο δε θα λιμάραμε συρματένια κιγκλιδώματα

αν μας δινόταν ευκαιρία.

Είμαστε πια ένας μικρός λαός

Ο’ πιο μικρός λαός…

Δε ζητάμε αλλά δικαιώματα

γιατί ξεχάσαμε πια το χειρισμό τους.

Δε ζητάμε πιο πολλή επιείκεια

Γιατί δεν ξέρουμε καλά τον εαυτό μας.


[1942;]


Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το αφιέρωμα στον Γιώργο Β. Μακρή του Χαράλαμπου Οταμπάση, με τον τίτλο «Γιώργος Μακρής: θραύσματα ενός γυάλινου “εμείς”», που δημοσιεύτηκε στο Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Γιώργος Βέης, Ποιήματα για το Χαρτούμ

the-university-of-khartoum

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ
 
 Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
που έχασε την τροχιά του
οι αστροναύτες  θυμώνουν
που δεν έχουν πια Γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί που ήμασταν
κι αυτό το υπέροχο γράμμα Α
ο αριθμός 2014 μπαμπάκι που μούσκεψε
δεν μπορεί να κρατήσει άλλα ούρα και δάκρυα
 
πώς αυτό είναι ο εφιάλτης
όλων των αλκοολικών του κόσμου
 
***

ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΒΑΣΗ
 
Μέσα στο ίδιο σπίτι κατοικούν κι άλλοι
δεν φαίνονται, αναπνέουν όμως μαζί μας
δεν ζητούν εκδίκηση ή θυσίες στο βωμό της ανάμνησης
έχουν χορτάσει φαίνεται μ΄ αυτά
όχι μνήμη, αλλά ενόραση ψιθυρίζουν
όχι μνήμη, αλλά ενόραση,
με το πρώτο φως της αυγής
θέλουν στοργή να δείξουν
στα παιδιά που έφυγαν
μέσα στο κλάμα.
 
***

ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
 
«Να μη διαλυθεί καμιά μέσα στο σύννεφο
από πολλή γνώση κι άλλη τόση ανέχεια σημαδεμένες
τρωτές και λαβωμένες ήδη του καιρού
αθύρματα της άγριας τύχης
ανάβουμε από την έγνοια
φωτοχυσία ξόδεμα σαγήνης
κάρβουνα μετά και στάχτη ονείρων
ή κάρβουνα σε τιμή ευκαιρίας
ή μήπως πλάνη;»
πρόλαβε να ρωτήσει η μέλισσα
λίγο προτού την καταπιεί ο κότσυφας.
 
***

ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΟΙ
 
Βήματα πάλι του κατοικίδιου σπορέα
εκτός κι αν είναι το πέρασμα
από την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
εκείνου του αόρατου ζώου των σπηλαίων
ναι
του χρωστάμε ακόμη λίγο αίμα
από τότε που μας βοήθησε να επιζήσουμε
την εποχή της μεγάλης ξηρασίας.
 
***
 
ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ          
 
Πρέπει ν΄ αντέξω όπως ο κάστορας
την ορμή του ποταμού
ν΄ αρνηθώ όπως ο κόρακας το ξεφτισμένο σκιάχτρο του
να εξαντλήσω όπως η μύγα
όλες τις εκδοχές της εισβολής στη ζάχαρη
ν΄ ανεχτώ όλες τις ύβρεις του στερεώματος
όπως ο εκ γενετής ζητιάνος έχει μάθει ν΄ ανέχεται
και μετά να πετάξω πάνω από τα χαλάσματα του κόσμου
ένα καλαθάκι άχρηστες πράξεις και παραλείψεις
αερόστατο κήρυκας χωρίς καν λέξεις.
 
***
 
ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
 
Ακούω: Πανορμίτης.χρυσελεφάντινο.Κομοτηνή…
τις θυμάμαι
ακριβώς όπως τις συλλάβισα τότε για πρώτη φορά
τις ήθελα όμως αποκλειστικά δικές μου στο άμεσο μέλλον
ο θησαυρός του Δημοτικού Σχολείου
όπου η κάθε καινούργια λέξη
από τον Δάσκαλο κυρίως
ή τον διπλανό μου στο θρανίο
που δεν σήκωνε κεφάλι από τα βιβλία του
η κάθε καινούργια χώρα στον ρυτιδιασμένο χάρτη
δίπλα στον μαυροπίνακα
 
έκπληξη από ύπαρξη.
 
***
 
ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
 
Μια βδομάδα στεγνός, λάβαρο της πείνας
άλλοι βαστάνε δυο βδομάδες
μεγάλο ζόρι, μισοσπασμένα κλαδιά της αντοχής
το δικό του όριο οι δέκα μέρες
μετά θα λυγίσει μέσα στα ένδοξα χρώματα του φθινοπώρου
για μια μπουκιά εξάρτηση
στον περίβολο της Εκκλησίας των Βαπτιστών
με τα Φύλλα Χλόης αγκαλιά
ανυπόταχτο Χάρλεμ, ματωμένο Μπρονξ.
 
***
                              
Η ΦΕΝΑΚΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

 
Συνοικία μοιάζει απέξω, μέσα κρύβει το χάος
εξοντωτική ήπειρος αχανής των ματαιοτήτων
η μαύρη τρύπα των ματιών
θυμάσαι μήπως πού έμενα;
Επιστρέφω μετά από χρόνια και είναι κρύο
σειρήνες όχι πανικού αλλά εκδίκησης τώρα
δεν είχα προβλέψει εμφύλιο
σε λίγο άδειες πλατείες
θα μας χωρέσουν φαντάσματα.
      
*Η εικόνα της ανάρτησης είναι από εδώ: https://pandoxeio.com/2012/12/11/veis2/the-university-of-khartoum/

Ο ποιητής Θάνος Ανεστόπουλος

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από λίγες μέρες, μας ήρθε η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου. Αφήσαμε να περάσει λίγο ο θόρυβος της είδησης, «να κατακάτσει ο κουρνιαχτός», όπως λέει εύστοχα ένα δημοτικό τραγούδι, έτσι ώστε να μπορέσουμε με ησυχία και τον απαιτούμενο σεβασμό να αγγίξουμε το έργο του.

Το έργο του Ανεστόπουλου είναι πολυσχιδές, όμως, εδώ δεν θα ασχοληθούμε με τα σκίτσα του, ούτε με τους ποιητές, που μελοποίησε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων, αλλά με την ποίησή του. Γιατί ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν πάνω από όλα ποιητής.

Θα μπορούσε να πει κανείς, πως χαρακτηρίζουμε εύκολα ποιητή κάποιον, που εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή, μόλις το 2015 όταν ήταν 48 ετών, όμως, τότε θα έπρεπε να ξεχάσουμε τον Καβάφη, που δεν εξέδωσε ποτέ ποιητική συλλογή όσο ζούσε και αν δεν θέλουμε να πάμε τόσο πίσω, έχουμε το παράδειγμα του Νίκου Γκάτσου, που σε όλη του τη ζωή εξέδωσε μόλις μία ποιητική συλλογή. Βέβαια, ο Νίκος Γκάτσος είχε την τύχη να μελοποιήσουν στίχους του συνθέτες-ογκόλιθοι, όπως ο Χατζηδάκις, ο Θεοδωράκης και ο Ξαρχάκος. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έγραφε στίχους, που τους μελοποιούσε και τους ερμήνευε ο ίδιος. Πολλά, λοιπόν, από τα τραγούδια της δισκογραφίας των Διάφανων Κρίνων είναι ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου γι’ αυτό δεν θα σταθούμε στη μία και μόνη ποιητική συλλογή, που εξέδωσε, αλλά σε ορισμένα ποιήματα, που βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο.

Το πρώτο, που παρατηρούμε, όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ότι ο ποιητής ήταν γλωσσοπλάστης. Έφτιαχνε δικές του λέξεις, που φαντάζουν πιο ποιητικές και δίνουν μια άλλη χροιά στην ποίησή του. Για παράδειγμα, η λέξη «αΰπνωτος», που είναι πολύ πιο εύηχη από τη λέξη άυπνος. Επίσης, η λέξη «ηλιοκράτορας» παραπέμπει στη λέξη ηλιάτορας του Οδυσσέα Ελύτη.

Η ποίηση του Θάνου Ανεστόπουλου είναι ορμητική σαν χείμαρρος. Η πλούσια φαντασία του και η ευχέρεια του λόγου του και το πλούσιο και δημιουργικό λεξιλόγιό του φαίνονται κυρίως στα ποιήματα: «Αΰπνωτος», «Βλέφαρα του Φλεβάρη», «ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΠΑΝΘΕΟΝ ΣΤΙΓΜΩΝ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΩΝ», «Ο Ρόντια στον πάγο» κ.α.

Όμως, οι καλύτερες στιγμές του Θάνου Ανεστόπουλου είναι στα κοινωνικά του ποιήματα(*). Εκεί, ο στίχος του γίνεται ασυμβίβαστος και αναρχικός. Εκεί, ο ποιητής οικτίρει τον άνθρωπο, που είναι κλεισμένος στον εαυτό του και δεν τον φτάνουν οι φωνές των κολασμένων της γης. Τον άνθρωπο, που έχει κλειστεί στον δικό του γυάλινο πύργο και φοβάται να βγει παραέξω. Ο άνθρωπος αυτός καταλήγει: «Να φθείρεται ακίνδυνα…. Χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε. / Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί.» Στο αφηγηματικό ποίημα «Οι κρεμάστρες» θα συναντήσουμε έναν μετανάστη ρακοσυλλέκτη, που δέχεται ρατσιστική επίθεση από έναν φασίστα μικροαστό.

Στα ποιήματα, που αναλύσαμε πιο πάνω ο Θάνος Ανεστόπουλος περιγράφει με αδρές πινελιές τις κοινωνικές αδικίες, όμως, σε άλλα ποιήματα δεν περιγράφει απλά, αλλά προτρέπει. «Ανοίξτε όλες τις φυλακές», γράφει στο ποίημα «Παράθυρα», για να καταλήξει: «Ανοίξτε τα λαμπερά μάτια των παιδιών / και κλείστε την τηλεόραση.» Σε άλλο ποίημα θα δείξει ότι η ελπίδα μένει ακέραια, όσες προδοσίες κι αν γίνουν χρησιμοποιώντας τον εύστοχο τίτλο: «Κάποτε τα δεσμά θα σπάσουνε», ενώ στο ποίημα «το αναντικατάστατο οστεοφυλάκιο» θα γράψει: «Είναι όλα έτοιμα. Οι καιροί αλλάζουν!»

Με αυτή, λοιπόν, τη σύντομη ανάλυση αποχαιρετάμε τον ποιητή Θάνο Ανεστόπουλο και κρατάμε ως παρακαταθήκη τους στίχους του, όπως και τους τελευταίους στίχους του ποιήματος «Σκάψιμο», που θα μπορούσε να είναι η ποιητική διαθήκη του: «Εγώ ο άγνωστο που υπήρξα / δεν είμαι πια εδώ. ……. ΚΟΙΜΗΣΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΘΑ ΚΟΙΜΗΘΩ…/ όταν πεθάνω.»

(*) Τα κοινωνικά ποιήματα του Θάνου Ανεστόπουλου βρίσκονται αναρτημένα στο διαδίκτυο σε αφιέρωμα, που έγινε στο blog: «ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ» και μπορείτε να τα διαβάσετε ακολουθώντας τον σύνδεσμο: http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast food & Κέρματα

theoxaris2034

Παρουσιάζει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε προηγούμενη παρουσίαση ποιημάτων του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου σημειώναμε ότι η ποίηση του «είναι άμεση, απλή, ελεύθερη από δύσκολα νοήματα, με διάθεση για πειραματισμό – φέρνοντας έτσι τον ποιητή σε άμεση επαφή με την σύγχρονη ποιητική παραγωγή στη χώρα μας, αναδεικνύοντας φαινόμενα, καταστάσεις και προβληματισμούς όπως ακριβώς είναι». (Ατέχνως, 24/10/2015). Αυτή μας την εκτίμηση έρχεται να επιβεβαιώσει με τον καλύτερο τρόπο η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου «Fast food & Κέρματα» (2015) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Ο τίτλος της συλλογής εύκολα μας παραπέμπει (κι αν τον διαβάσουμε κυριολεκτικά, δηλαδή χωρίς φαντασία) σε κάτι που είναι γρήγορο και ευτελές, όχι απαραίτητα καλό, που ικανοποιεί τις ανάγκες μας για να ξεχαστεί αμέσως μετά. Αντίθετα τα ποιήματα του βιβλίου φαίνεται να παίζουν με τις παραπάνω καθιερωμένες έννοιες και να τις ανατρέπουν, γιατί ούτε γρήγορα είναι (ακόμα και η ανάγνωση τους θέλει προσοχή κι όχι ένα γρήγορο ξεπέταγμα, γιατί μετά θα χάσουμε την ουσία των λόγων του ποιητή), ούτε πρόχειρα και ευτελή. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα αντιληφθεί με ευχαρίστηση ότι τα χαικού της συλλογής (γιατί σε αυτή τη μορφή επιλέγει να εκφραστεί ο ποιητής στο «Fast food & Κέρματα») δεν είναι ένα εύκολο είδος αλλά ένα απαιτητικό είδος όπου για να εκφράσεις με απλότητα τα συναισθήματα και τις απόψεις σου, απαιτείται μαστοριά, σκληρή δουλειά και γνώση των ποιητικών κανόνων, κάτι που κατέχει με πληρότητα ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος. Δεν ξεχνάμε ότι στα χαικού μέσα σε δεκαεπτά (17) συλλαβές μπορούν να εκφραστούν τόσα πολλά νοήματα που ίσως ούτε σ’ ένα μακροσκελές ποίημα , δεν θα μπορούσε κάποιος να παρουσιάσει.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ενότητες (ή αν προτιμάτε, σε δύο ποιητικές συλλογές που συνδιαλέγονται μεταξύ τους) και με ποιήματα που θα μπορούσαν να βρίσκονται στη μία ή και στην άλλη ενότητα. Τα ποιήματα του βιβλίου, είναι ποιήματα λυρικά, γήινα, βαθειά ανθρώπινα κι εκφράζουν την απώλεια των ονείρων και των αγαπημένων προσώπων (δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, τα «Κέρματα», είναι αφιερωμένα στην αλησμόνητη Μάρα, δηλαδή στην αγαπημένη σύντροφο του ποιητή), υπαρξιακά (με την έννοια ότι αναφέρονται σε καθημερινές εμπειρίες και εικόνες), κοινωνικά και πολιτικά (εδώ ο ποιητής δεν πολιτικολογεί αλλά αναφέρεται ρητά στην πόλη και στους ανθρώπους της – κατά τη γνώμη μας πολιτικός λόγος δεν είναι μόνο οι πολιτικές διακηρύξεις αλλά και η αίσθηση ότι δεν είσαι μόνος σε αυτό τον κόσμο). Η απώλεια του σώματος, τα φιλιά που δεν θα ‘ρθουν, τα λόγια αγάπης τα χαμένα αλλά όχι λησμονημένα, οι ανίεροι χτύποι της μοίρας αλλά κι ο αγώνας του ποιητή να μη λυγίσει, ο ήχος του μπουζουκιού που μένει φίλος παντοντινός ως στήριγμα και παρηγοριά, σκέψεις και προβληματισμοί, να τι εκφράζεται στην ποιητική συλλογή «Fast food & Κέρματα» εμποτισμένα με τη σοφία και την απλότητα που εκφράζει τον ποιητή.

Κλείνοντας, αξίζει να σημειώσουμε ότι το «Fast food & Κέρματα» αξίζει να διαβαστεί απ΄ όλους, τόσο από τη νέα γενιά ποιητών για να δει πόσο η παλαιότερη γενιά αναζητά και πειραματίζεται (πετυχημένα) με νέες μορφές ποιητικής έκφρασης, όσο κι από κάθε αναγνώστη που θεωρεί πως η διατήρηση της μνημοσύνης μπορεί να αποτελέσει φάρο φωτεινό για μια ζωή που δεν θα ξεχνά, που δεν θα απεμπολεί τις εμπειρίες και τα παθήματά της αλλά που θα προσπαθεί και για καλύτερες συνθήκες από τις προηγούμενες. Αυτό είναι το μήνυμα που κατά τη γνώμη μας πάντα, περνάει, ακούσια ή εκούσια δεν έχει σημασία, τούτο το αισιόδοξο μέσα στη μελαγχολία του βιβλίο.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Fast food

IV
Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

ΧΧ
Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.

Κέρματα

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

*Από το http://atexnos.gr/antonis-8-papadopoulos-fast-food-kermata/?utm_campaign=shareaholic&utm_medium=facebook&utm_source=socialnetwork

Poems from a Foreign Country (1)

X385612's avatarX385612

balancing kropotkin whilst quoting baudelaire
(thirty some ill-conceived lines about nothing)

in my wallet I keep an anarchist
muttering
incessantly kropotkins hopes
of freedoms ordered expectations
demanding the impossible.

i keep a priest locked
in the attic amidst
the cobwebs of antiquity
yesterdays sage humming ave maria
reading rereading repeating john 3:19.

immersed in perfume and
smelling of tears in my closet
a nancy boy I keep
freshly shaven trying on queer
tight fitting thoughts
taking in visions of
warm summer days
indoors.

i keep an artist under
the cushions of my couch a
constant pain
in the dada.

in my pocket I keep an alchemist
transmuting lead into garlic mayonnaise
ssssssshhhhhhh listen
can you hear his nerves impatient
awaiting celebrations not quite
touching glory.

i keep a philosopher by my bed
essential absurdist existential
handgun in hand dreaming of
summer algerian beaches ushering
forth the tide of mad sincerity.

View original post