Συζήτηση με το Στίγμα Λόγου

troaditis

Συζήτηση με τον εξ Αυστραλίας ορμώμενο ποιητή-blogger Δημήτρη Τρωαδίτη

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης διατηρεί το γνωστό ιστολόγιο http://tokoskino.me. “Συναντηθήκαμε” διαδικτυακά και συζητήσαμε για την ποίηση και για το πώς φαντάζει το ελληνικό ποιητικό τοπίο στα μάτια ενός ομογενή που ζει μόνιμα στην Αυστραλία.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Πώς ορίζεις την προσωπική σου σχέση με την ποίηση, Δημήτρη;

Δημήτρης Τρωαδίτης: Η δική μου σχέση με την ποίηση είναι μια σχέση δούναι και λαβείν. Είναι μια σχέση που κρατά χρόνια, από την εφηβεία μέχρι σήμερα, αμείωτη και αμετάβλητη, μ’ έχει χαράξει, μ’ έχει σημαδέψει… Ζω και ανασαίνω όλα αυτά τα χρόνια με τους ποιητές, τις ποιήτριες και την ποίηση. Ακόμα και κάποια χρόνια που δεν έγραψα ούτε μια λέξη, διατηρούσα αυτή τη σχέση ως κόρη οφθαλμού, με την έννοια ότι ενημερωνόμουν όσο μπορούσα για την ποιητική εν γένει κίνηση, αγόραζα συλλογές, διάβαζα, πήγαινα σε ποιητικές αναγνώσεις, συνέλεγα λέξεις, έννοιες και στοχασμούς από δω κι από κει, σαν να ήθελα να υφάνω το δικό μου ιστό, να δημιουργήσω μια βάση πάνω στην οποία θα ήθελα να κινηθώ σε έναν χρόνο απροσδιόριστο, να βρω ένα απάγκειο, να πιαστώ σε δύσκολες, ίσως, ώρες…
Πράγμα που εξακολουθώ να κάνω.

Ήταν σαν να έδινα μια μάχη εκ του συστάδην, για να κερδίσω ακόμα και μια τόση δα φράση, ακόμα και μια λέξη, που όμως για μένα σημαίνει πολλά, ίσως και τα πάντα..

Ακόμα και όταν καταπιανόμουν ή καταπιάνομαι με άλλα είδη λόγου και έκφρασης, την ποίηση έχω ως αφετηρία και πάντα σ’ αυτήν επιστρέφω. Τη θεωρώ μάνα μου, αδελφή μου, τη θεωρώ σανίδα σωτηρίας, αντίδοτο στα όποια δεινά μας κατατρέχουν σήμερα.

Για μένα, η ποίηση είναι παρελθόν, παρόν και μέλλον, που δεν είναι ξεκομμένα μεταξύ τους, αλλά οι διαφορετικές πτυχές, τα αναπόσπαστα στοιχεία ενός όλου, μιας τεράστιας εικόνας… Γιατί η ποίηση είναι εικόνα, ίσως διαφορετική από τους χρωστήρες και τα σχέδια, αλλά εικόνα λέξεων και εννοιών, συναισθημάτων και προσεγγίσεων.

Αυτή είναι η δική μου σχέση με την ποίηση και έτσι ορίζεται. Προσωπικά, “υπηρετώ” την ποίηση όλα αυτά τα χρόνια μέσα από αρκετά και διαφορετικά μετερίζια, του ποιητή, του μεταφραστή, του blogger, του οργανωτή ποιητικών εκδηλώσεων, του συμμετέχοντα σε αντίστοιχες εκδηλώσεις άλλων ποιητών, του αναγνώστη…

Χ.Λ.: Πώς βρέθηκες στην Αυστραλία;

Στην Αυστραλία, συγκεκριμένα στη Μελβούρνη, βρέθηκα κατά τα τέλη του 1992, μετά από απόφαση εμού και της συντρόφισσάς μου να εγκατασταθούμε εδώ. Εκείνη ήταν γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ, Ελληνοαυστραλή δεύτερης γενιάς. Εξετάσαμε το ενδεχόμενο να έρθει εκείνη και να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά υπερίσχυσε η Μελβούρνη και η Αυστραλία.

Αν και η φυγή μου από την Ελλάδα δεν είχε να κάνει με οικονομικούς ή άλλους παρεμφερείς λόγους, για να πω την αλήθεια, ήθελα να φύγω. Υπήρχαν ορισμένα πράγματα που με έπνιγαν εκείνη την εποχή στην Αθήνα, τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Από την άλλη, δεν είχα καμία πρόσβαση ή κάτι παρόμοιο στην επαρχία. Έτσι ήθελα να φύγω, να αποδράσω, να δω άλλους τόπους, ανθρώπους, πολιτισμούς και συνήθειες, να ταυτιστώ μαζί τους ή και να τους απορρίψω. ‘Ηταν μια μεγάλη, αλλά όχι δύσκολη, απόφαση. Ήταν ένα μεγάλο βήμα, που βέβαια εμπεριείχε πολλά ρίσκα, τα οποία αποφάσισα σε στυλ “εδώ και τώρα” να τ’ αναλάβω. Και αυτό έκανα και εξακολουθώ να το κάνω.

Σήμερα κοντεύοντας 25 χρόνια εκτός Ελλάδας (με εξαίρεση 7 περίπου μηνών παραμονής μας στην Ελλάδα το 2002 και 2-3 ακόμα επισκέψεων λίγων βδομάδων), δεν μπορώ να πω ότι μετάνιωσα. Το αντίθετο, η Αυστραλία μου άνοιξε πολλά μέτωπα αλλά και ορίζοντες -και όχι μόνο στην ποίηση- στα οποία βάδισα και βαδίζω…

Χ.Λ.: Πώς βλέπεις το ελληνικό ποιητικό τοπίο από εκεί;

Δ.Τ.: Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, μια ανθολογία-ορόσημο για την τωρινή ελληνική ποίηση. Μιλώ για την πρόσφατη, δίγλωσση (αγγλικά και ελληνικά) έκδοση της ανθολογίας “Austerity Measures – The New Greek Poetry” σε επιμέλεια Karen Van Dyck (η οποία -να πω πληροφοριακά- έχει εργαστεί και εδώ στη Μελβούρνη αρκετά χρόνια και έχει σχετιστεί με ποιητές της ελληνικής διασποράς) με ανθολόγηση ποιημάτων στην αγγλική και στην ελληνική.

Η ανθολογία αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα τεράστιο βήμα κοινωνικοποίησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, της ελλαδικής ποιητικής σκηνής, τουλάχιστον ενός ικανού αριθμού ποιητών και ποιητριών και του έως τώρα έργου τους, το οποίο είναι εμβληματικό.

Η Ελλάδα διαθέτει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Αυτοί οι ποιητές και οι ποιήτριες έχουν κατά βάση μερικά κοινά γνωρίσματα/χαρακτηριστικά: είναι νέοι, ίσως οι περισσότεροι διανύουν την τρίτη και/ή τέταρτη δεκαετία της ζωής τους, και ξέρουν πολύ καλά για ποια πράγματα γράφουν και μιλούν.

Δεν ξέρω εάν είναι σωστό να τους ορίσουμε ως ποιητές της κρίσης, γιατί αρκετοί από αυτούς άρχισαν να γράφουν πριν ξεσπάσει η λεγόμενη κρίση, ούτε συνηγορώ στο ότι ίσως θα πρέπει να τους “ταξινομίσουμε” σε μια σχολή/γενιά (π.χ. η γενιά του ’90, του ’00 κ.ο.κ.).

Αλλά από την σχεδόν σε καθημερινή βάση επαφή μου με μέρος του έργου αρκετών ποιητών και ποιητριών από τον ελλαδικό χώρο -και, φυσικά, από αυτούς ποιήματα των οποίων φέρνω στην επιφάνεια ή αναδημοσιεύω στο ιστολόγιό μου (στο http://tokoskino.me)-, πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που έχει ήδη προσφέρει στην ελληνική σύγχρονη ποίηση, εξακολουθεί να προσφέρει, παρά τα όποια εμπόδια, και ευελιστώ ότι θα συνεχίσει να το κάνει με την ίδια ζέση και αποφασιστικότητα, την ίδια αμεσότητα και αγριάδα -ας μου επιτραπεί η λέξη-, αλλά και την ίδια έντεχνη υφή και στοχαστικότητα του λόγου που βγάζει προς τα έξω.

Κατά 90%, η ποίηση αυτή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, με γοητεύει, μου αρέσει και γι’ αυτό την αναδημοσιεύω.

Εκείνο για το οποίο στεναχωρούμαι είναι το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ποιητές και ποιήτριες -όπως γίνεται και με άλλα είδη καλλιτεχνικής έκφρασης, τη μουσική, τα εικαστικά, τον κινηματογράφο κλπ.-, δεν τυχαίνουν καμίας απολύτως στήριξης από το κράτος, την “οργανωμένη” πολιτεία και τους φορείς (αν και αυτοί καταργήθηκαν ή περιέπεσαν σε αδράνεια) και φαίνεται ότι τα πρώτα θύματα της όποιας κρίσης, εκτός από τους εργαζόμενους και τα αδύνατα οικονομικά στρώματα, είναι και ο λόγος και η τέχνη.

Χ.Λ.: Μιλάς όμως, Δημήτρη, για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Έχεις υπόψη σου ότι τα τελευταία χρόνια κατατίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη 1.000 κατά μέσο όρο ποιητικές συλλογές κάθε χρόνο, σε συνθήκες κρίσης; Εδώ έχουμε ένα νέο φαινόμενο που απάδει της ρομαντικής άποψης περί ποιήσεως που μπορεί να έχουμε εσύ κι εγώ. Μιλάμε για εξαγορά, ουσιαστικά, του τίτλου του ποιητή. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Δ.Τ.: Ναι, έχω επίγνωση του ότι μιλώ για μια μερίδα μόνο της σύγχρονης ελλαδικής ποιητικής παραγωγής ή, τουλάχιστον, της ποίησης με την οποία ασχολούμαι εγώ. Γιατί είναι φύσει αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με το σύνολό της ή με το μεγαλύτερο μέρος της.

Έχω, επίσης, επίγνωση αυτού που αποκαλείς εξαγορά -που δεν θα το έλεγα έτσι- του τίτλου του ποιητή, αλλά του τι ακριβώς και ποιος πρέπει να λογίζεται ως ποιητής τη σημερινή εποχή. Με λύπη μου, βλέπω ότι έχουν πλέον “ανοίξει”, έχουν επεκταθεί τα “όρια”, τα “στενά πλαίσια” με βάση τα οποία ίσως “νομιμοποιούμασταν” έως τώρα να ορίσουμε κάποιον ως ποιητή. Φαντάζει σαν κάποιος να προσπαθεί να ανοίξει ένα λεγόμενο “κλειστό” επάγγελμα, κατά την έννοια ότι αφού όλοι μπορούν να είναι φαρμακοποιοί, φορτηγατζήδες ή οτιδήποτε άλλο γιατί να μην είναι όλοι ποιητές… Οπότε, ίσως, μπορούμε να μιλήσουμε για κατάχρηση…

Εγώ πιστεύω ότι σε αυτό έχει βάλει αρκετά το χέρι της και η τεχνολογία, κυρίως τα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αρκεί σε πολλούς να βάζουν μερικές σκέψεις στην οθόνη, να τα ονομάζουν ποίηση ή κάτι παρόμοιο και να παίρνουν κάποια likes. Δεν αντιτίθεμαι στην ποίηση στο διαδίκτυο, στα ηλεκτρονικά βιβλία και τα παρόμοια -άλλωστε, είμαι και εγώ ένας από αυτούς που ασχολούνται σε καθημερινή βάση με την ποίηση στο διαδίκτυο- ή δεν αντιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθένα να εκφραστεί όπως θέλει, όμως, κάποια πράγματα έχουν και τα όριά τους.

Όσον αφορά τον αριθμό συλλογών που κατατίθενται ετησίως στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όχι δεν τον ήξερα, αλλά διαβεβαιώ ότι το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει και εδώ στην Αυστραλία, μάλλον και αλλού. Μέσω της χρόνιας τριβής και ενασχόλησής μου, έχω δει ότι αρκετός κόσμος γράφει ποίηση, πηγαίνει σε αντίστοιχες εκδηλώσεις, αναζητεί τρόπους δημοσιοποίησής της και ένας από τους τρόπους αυτούς είναι βέβαια και η έκδοση συλλογών, από τις οποίες ο πιο μεγάλος αριθμός κατατίθεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας, στις Πολιτειακές Βιβλιοθήκες (State Libraries) αλλά και στις πανεπιστημιακές – αν και οι εδώ Βιβλιοθήκες ζητούν, κυρίως, οι ίδιες αντίτυπα. Ο δε πληθυσμός της Αυστραλίας, όπως ίσως θα ξέρεις, φτάνει σχεδόν στα 24 εκατομμύρια, δηλαδή ο διπλός και πλέον από αυτόν της Ελλάδας. Δεν έχω ακριβή εικόνα του αριθμού των ποιητικών συλλογών που κατατίθενται στις εδώ επίσημες Βιβλιοθήκες, αλλά σίγουρα είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν της Ελλάδας. Και, σίγουρα, αυτό γίνεται σε, κατά βάση, παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι μόνο ελλαδική ή αυστραλιανή υπόθεση.

Χ.Λ.: Αλλά εκεί είναι Αυστραλία, εδώ Ελλάδα. Όταν είχε έρθει ο Άμαρτζιτ Τσάνταν για την παρουσίαση της ανθολογίας του που μετέφρασα, «Φόρεσέ με», μου ζήτησε να τον πάω στο Μουσείο του Γιάννη Ρίτσου. Του απάντησα ότι δεν υπάρχει τέτοιο Μουσείο, ούτε καν Μουσείο για την ποίηση γενικότερα και τότε συνειδητοποίησα το όνειδος αυτής της έλλειψης για μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές, που έχει εκφραστεί μέσω της ποίησης ήδη από την αρχαιότητα.

Δ.Τ.: Ούτε και εδώ υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο Μουσείο ποίησης. Υπάρχει όμως τεράστια μέριμνα, τόσο κρατική όσο και εκ μέρους άλλων φορέων, για τη διάσωση και διατήρηση της ποιητικής ιστορίας της χώρας, όλων όσον αφορούν μεγάλους ποιητές και ποιήτριες στην Αυστραλία, αλλά και γενικά ό,τι έχει σχέση με την ποίηση και την προώθησή της.

Υπάρχει πανεθνικός φορέας με την επωνυμία Australian Poetry, με βάση τη Μελβούρνη, που επιχορηγείται και παρουσιάζει συγκεκριμένο έργο σε ετήσια βάση, με εκδόσεις, οργάνωση σεμιναρίων και διαφόρων εκδηλώσεων, με διαγωνισμούς, δημιουργία βάσεων δεδομένων κ.λπ.

Υπάρχουν, επίσης, διάφοροι άλλοι φορείς -όπως το Melbourne Poets Union- που ασχολούνται με τη γενικότερη λογοτεχνία, αναπόσπαστο μέρος της οποίας είναι και η ποίηση και με σχεδόν παρεμφερή δράση όπως αυτή του Australian Poetry – όπως το Writer Victoria και άλλα.

Υπάρχουν, τουλάχιστον στη Μελβούρνη όπου ζω, πάρα πολλές ποιητικές “σκηνές”, ομάδες, παρέες, με δράση (και μια από αυτές είναι οι ποιητικές αναγνώσεις που οργανώνω σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση και εγώ στη Βιβλιοθήκη Emerald στο South Melbourne).

Άλλωστε, η Μελβούρνη από το 2008 είναι η δεύτερη Πόλη Λογοτεχνίας στον κόσμο μετά το Εδιμβούργο. (Περισσότερα για τη γενικότερη λογοτεχνία στη Μελβούρνη, εδώ: http://www.cityofliterature.com/cities-of-literature/cities-of-literature/melbourne/)

Χ.Λ.: Κυκλοφόρησε πρόσφατα, εδώ στην Ελλάδα, ένα νέο βιβλίο σου, σωστά;

Δ.Τ.: Ναι, εξέδωσα πριν λίγες βδομάδες από τις εκδόσεις Οδός Πανός, την ποιητική συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου”. Η συλλογή αποτελείται από δύο ενότητες: “η μοναξιά του χρόνου” και “υπολήψεις-απόπειρες” και αρχικά είχε γίνει ηλεκτρονική μόνο έκδοσή τους. Τα ποιήματα της πρώτης ενότητας έχουν γραφτεί το διάστημα 2008-2009 και της δεύτερης το 2012. Τα δημοσιεύω μαζί γιατί θεωρώ αυτές τις δύο ενότητες ποιημάτων αλληλένδετες μεταξύ τους, τη μια ενότητα συνέχεια της άλλης. Στην πρώτη ενότητα ασχολούμαι με το χρόνο που προχωρά και φεύγει, μόνος, ακαταμάχητος και αλώβητος, χωρίς να μας δίνει σημασία, χωρίς να τον ενδιαφέρει η κάθε μας δραστηριότητα και τι κάνουμε για να τον ξεγελάσουμε. Είναι σκέψεις που γυροφέρνουν στο μυαλό μου συχνά, πολύ συχνά, και πηγάζουν κυρίως από τις εντρυφύσεις μου στις φιλοσοφικές πτυχές και παρορμήσεις περί χρόνου. Ωστόσο, στη δεύτερη ενότητα τα ποιήματα πατούν μεν πάνω στα ζητήματα του χρόνου, αλλά έχουν να κάνουν με προσωπικές καθημερινές στάσεις, κυρίως με το πώς εγώ ο ίδιος παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου να αντιδρά στις σημερινές συνθήκες ζωής και να οργανώνει τη ζωή του. Φυσικά, σε όλα αυτά εισέρχεται και η πολιτική πτυχή των πραγμάτων, μιας και η ποίησή μου είναι πρωτίστως πολιτική και κραυγή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Και λέγοντας αυτό, να πω ότι μέχρι το τέλος του χρόνου (ευελπιστώ) θα εκδοθεί και μια άλλη συλλογή μου με τίτλο “Με μια κόκκινη ανάταση” η οποία είναι κατ’ εξοχήν πολιτική ποίηση.

Χ.Λ.: Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και καλή ευόδωση στα σχέδιά σου, Δημήτρη. Σε ευχαριστώ πολύ για τη συζήτηση.

Δ.Τ.: Ευχαριστώ κι εγώ από καρδιάς για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από το Στίγμα Λόγου να πω αυτά τα λίγα, σχετικά με την ποίηση κ.λπ. Θα ήθελα να ευχηθώ καλές εμπνεύσεις στους ποιητές και ποιήτριες στην Ελλάδα και, επίσης, να δουν κατάματα την πραγματικότητα και να οργανωθούν οι ίδιοι για τα δικά τους συμφέροντα, ώστε να αποτελέσουν μια διακριτή οντότητα αντίστασης σε ένα ζοφερό τοπίο, έτσι όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα.

*Η συζήτηση δημοσιεύεται εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blogger.html

Δημήτρης Τρωαδίτης, Βλέμματα

5591

βλέμματα ορθάνοιχτα
τρυπώνουν οι σπίθες τους
πριν βγουν τα φεγγάρια

βλέμματα καρφιά με δύναμη
τεμαχίζοντας μηνύματα
σημαδεύοντας ορίζοντες

βλέμματα πέφτουν εκεί
που είναι ακόμα σκοτάδι
που δεν έχει ξημερώσει

βλέμματα λειαίνουν βράχους
προαλείφουν τσεκούρωμα ελπίδων
κλείσιμο διόδων επιστροφής

βλέμματα θωπεύουν ξενιτιές
διευρύνουν τα χάσματα
βαθαίνουν το χάος

βλέμματα που δεν βλέπουμε
αλλά μας βλέπουν αυτά
ορθώνοντας σύνορα δακρύων

Λουκάς Λιάκος, Στροφορμή

liakoscover

ISBN: 978-9963-2135-3-5
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 23Χ15
ESD04
Σειρά Ποίηση
Μάιος 2016

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΙ

Το πεπρωμένο εδώ κυλά, εκεί. Σ’ ακούει.
Σ’ α κ ο ύ ω

Είμαι ένα καλό φιλί που πια δεν εξηγείται κι ανηφόριζες·
την Αγίου Κωνσταντίνου αφήνοντας πίσω την παραφροσύνη του Σταθμού Λαρίσης.
Είχες το μερίδιό σου -είχα το μερίδιό μου- ένας βρικόλακας μπροστά στον όγκο της Ομόνοιας.
Έκανες τον κύκλο μπουκώνοντας με νυχτερινό κόσμο.
Για το χατίρι μιας γριάς κι ενός μαχαιροβγάλτη την προτροπή έπρεπε να αποφασίσεις.
Θα ‘σουν ο Πέτρος ή ο Ιούδας;
Το χάραμα σε αγνοεί.
Έστω ο Ιωάννης, έστω ο Θωμάς.
Καλημέρα κύριε, είμαστε από το μαντείο των Δελφών.
Στα τέσσερα σημεία οι άνθρωποι θα σας αντιμετωπίσουν.
Νεραϊδόπαρμα. Σε μια γωνιά δεν είχες τίποτα πέρα από αδιέξοδο εν εξελίξει.
Κι ούτε φόβο βέβαια, μόνο άγριο δικαίωμα εμπρός στο θρίαμβο -άφησέ με να ζήσω-
πέρα και δώθε του θανάτου. Να πικραθείς, γιατί αυτές είναι οι ικανότητες του ζώου.
Συνεχώς να ξεφεύγουμε. Οι άνθρωποι θα εμπλακούν. Κι ακόμη:

πρέπει να ρέει
αυτό που παράγεις
αγάπησα το βράδυ που περιστρέφεις
αγάπησα το σύντομο
το φίλησα
ήταν ο τελευταίος πόνος
μια λευκή στιγμή
θλιβερή σαν την αγκαλιά σου
που τρέμει
ξεχνώντας
ικανοποιήθηκα
…………………………………………………

Έγραψαν για το βιβλίο:

Βιογραφικά στοιχεία κι αφιέρωση, τα προσπερνώ, είναι τα -ενδεχομένως- αναγκαία των εκδόσεων, τα σέβομαι αλλά δικά μου είναι άλλα, δικά μου είναι οι μέσα του σελίδες. Ξεφυλλίζω το βιβλίο, υποψιάζομαι, η δομή της σελίδας 11, της σελίδας εισόδου στο βιβλίο, το πάνω αριστερά της, με υποψιάζει, με προδιαθέτει σε αυτό που με βεβαιώνει η σελίδα εξόδου, η σελίδα 77 του τέλους της συλλογής με το κάτω δεξιά της: ο Λουκάς Λιάκος πήρε καρέκλα, κάθισε απέναντί μου, ανοίξαμε μια μπύρα και άρχισε να (“μου”) απευθύνεται, (“μου”) μιλάει…
… υποψιάζομαι λοιπόν και προχωράω, ψάχνω στο σώμα του βιβλίου ύφος λέξεις νοήματα εικόνες συνδέσεις στόχο, κάποια στιγμή ξαφνιάζομαι όπως αντιλαμβάνομαι πως ο τίτλος ενός κειμένου μοιάζει όχι μόνο να εισάγει στο κείμενο αλλά να συνδέει αυτό με το προηγούμενό του σα μια συνέχεια που απλώς τονίζει, δίνει έμφαση σε λέξεις κλειδιά προεισαγάγοντας στο κυρίως σώμα κάθε φορά κι απαντώντας ή συμπληρώνοντας το τέλος μιας κάποιας διερώτησης του προηγούμενου…
… εργάτης της σκέψης (του) ο Λ.Λ. την κόπιασε, την πόνεσε, την έστρωσε ακόμπιαστη, σε μια γλώσσα ρέουσα, ανεπιτήδευτη, γερή αλλά γυμνωμένη τόσο και με τέτοιο τρόπο που σε κερδίζει, σε καθηλώνει, σε εξυψώνει…
… η αμεσότητα του λόγου του Λ.Λ, η θέση/στάση του η φιλοσοφική, ο τρόπος του στην περιγραφή, η γυμνότητα της έκφρασης, με τοποθετούν “φύλακα στη σίκαλη” “στον δρόμο” των Σάλιντζερ και Κέρουακ ενώ είμαι σίγουρη πως θα μπορούσα κάπου να δω και έναν Μπάροουζ να βγάζει για να μου προσφέρει, ένα αποξηραμένο μα πλήρες χρωμάτων κι ομορφιάς, ρόδο μέσα από το Τζάνκι του, αν ο Λουκάς ήθελε. Τη γενεαλογία όμως του Λ.Λ θα την δώσουν άλλοι και με τρόπο ενδεδειγμένο και καλό. Ό,τι έγραψα εδώ είναι οι δικές μου εντυπώσεις και θαυμασμός για την δουλειά αυτή του Λ.Λ. Ένα βιβλίο ποίησης με προσεγμένη έκδοση στο σύνολό της από την ομάδα του Straw Dogs Editions. Ένα βιβλίο που μαζί με το πρώτο του Λουκά, “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”, εκδ. Ενδυμίων, 2011 και τα 14 κείμενά του στο Straw Dogs magazine σαν απάντηση στο ερώτημα: γιατί γράφω, δίνουν την εικόνα ενός ποιητή που γράφει επειδή αυτός είναι ο τρόπος του να μιλήσει κι όταν μιλάει έχει κάτι άξιο και δυνατό να πει…

Ασημίνα Λαμπράκου

Όσο διάβαζα τη νέα ποιητική συλλογή του Λουκά Λιάκου (Λ.Λ.) τόσο μου επιβεβαιωνόταν το κοινότοπο όσο και ζωντανό, ότι η λογοτεχνία είναι η συνείδηση του κόσμου και η Ποίηση το βάθος και η ουσία της λογοτεχνίας –ιδιαίτερα όταν η αυλαία ενός ποιητικού πονήματος κλείνει σιωπηλά κι αθόρυβα όπως «μια λέξη μας απόμεινε, μπορεί και δύο»- ναι· διότι το πιστεύω, μια λέξη, μπορεί και δύο θα απομείνουν από τις απόλυτες αλήθειες, τις ίντριγκες, τις ιδεολογίες, τις θρησκείες και τις μικρότητες της ανθρώπινης υπόστασης, θα μείνει μια λέξη, μπορεί και δύο –διότι πάντα, Το Έργο θα είναι αυτό που απομένει…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει ότι: η ανθρώπινη Ζωή είναι Στιγμή και τίποτα περισσότερο -Κι όλο αυτό διαρκεί και λίγο ενδιαφέρει και ξεχνιέται – κι αφήνει πίσω της χυμούς από μια μουσική κρυφή, υπέροχη, μαγική κι ανεπιτήδευτη, ούτε δίκαιη είναι, ούτε άδικη, ούτε ποτέ καταδέχτηκε· ούτε καταδέχεται, ούτε τον «Κύριο» ενδιαφέρει, όπως αναφέρει ο ποιητής, εάν εσύ τριγυρνάς μες στους καπνούς / μια ολόγυμνη καμπύλη / σαν ήχος / βέβηλος…
… Ο Λ.Λ. φαίνεται, και είναι μέγα ευτύχημα, έχει βαθύτατα συνειδητοποιήσει το κατά τον Γ.Χ. Ώντεν[1]: «Στις μέρες μας το έργο τέχνης από μόνο του αποτελεί πολιτική πράξη» και ότι η πρώτη ύλη του ποιητικού λόγου και γίγνεσθαι στην κοινωνία και τον κόσμο δεν αποκλείεται –το λέω δίχως καμία βεβαιότητα διότι γνωριζόμαστε μόνον διαδικτυακά- να ξεκινά από μια πρόδηλη ή λανθάνουσα αμφισβήτηση, από μία ή πολλές νεανικές ή παιδικές εμπειρίες, ή· από το ανέβασμα του Εαυτού στη σκηνή, ή ακόμα και από τον εσώτερο προβληματισμό για τον εαυτό του –και από εκεί, ίσως, αρχίζει ο αγώνας του ποιητή Λ.Λ. όπως διαφαίνεται στο ποίημα με τίτλο «Σαν να σε μαλώνει η μάνα σου»…
… Ελπίζω να συνεχίσει να προσφέρει ποιητική συνείδηση με φειδώ, μέτρο και σύνεση, δίχως να παρασυρθεί από τις φανερά μεγάλες δυνατότητες του αξιόλογου ταλέντου (μέγας ο πειρασμός στην διαδικτυακή πλέον, εκκλησία του δήμου) που διαθέτει και ξοδευτεί. Ελπίζω να συνεχίσει να μας προσφέρει εδέσματα εξαίσια, όπως η τωρινή Στροφορμή, διότι όταν σημαίες και λάβαρα σιγήσουν, το Έργο πάντα, είναι αυτό που θα μας απομείνει. Φωνές σαν του Λ.Λ. μας είναι οδυνηρά αναγκαίες.

Στράτος Φουντούλης

Βιογραφικό:
Ο Λουκάς Λιάκος γεννήθηκε στη Λιβαδειά και ζει στην Αθήνα. Είναι πατέρας τριών παιδιών. Η «Στροφορμή» είναι το δεύτερο ποιητικό του βιβλίο.

Του ιδίου:
Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα, εκδόσεις Ενδυμίων, 2011
……………………………………………………………………………………..

Μπορείτε να κάνετε τις παραγγελίες σας στο
strawdogsmagazine[at]yahoo[dot]com
και να σας αποσταλεί ταχυδρομικά
Τιμή: 8 € (μαζί με τα ταχυδρομικά έξοδα)

Νότης Γέροντας, Ορισμός

http://zoitaxa.net/ixografisi/ηχογράφηση-πρόβας-23-03-2013/

Θα ξεριζώσω τα δέντρα, θα διαλύσω τα αυτοκίνητα

Θα στείλω τους πύραυλους στο διάολο,
Θα κηρύξω τον πόλεμο στα BARBADOS

Θα κάμω τον κόσμο γήπεδο να παίζουν ποδόσφαιρο οι καλικάντζαροι

Και θα γεμίσω την έρημο άδεια, μεγάλα, στρογγυλά πηγάδια

Θα στείλω τον ήλιο φυλακή και θα τεντώσω την ελπίδα

Θα καβαλήσω τη σελήνη και θα καλπάσω στο γαλαξία

Θα πιω κρασί ανακατωμένο πουλιά και σκόνη αστρική

Θα βλαστημήσω τα θεία και θα μεταλάβω σε πείσμα της θάλασσας

Θα προκηρύξω εκλογές χωρίς κανέναν υποψήφιο

Θα στείλω τους στρατιώτες να μαζέψουν μανιτάρια στην αστροφεγγιά

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς-διακορευτής

Που μπαίνω μέσα σου πριόνι και σου λιανίζω τα κόκαλα

Μη με ρωτάς ποιος είμαι, είμαι το φώς- διακορευτής

Είμαι πέρα απ’ τ’ όνομά μου το ασανσέρ που πάει στα ύψη

Για τον Νότη Γέροντα:
http://notisgerontas.blogspot.com
http://www.biblionet.gr/author/81327/%CE%9D%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82
http://www.mykonostour.gr/mykonos_people/notis-gerontas.html
http://www.vakxikon.gr/content/view/1302/4678/lang,el/
http://www.vakxikon.gr/content/view/1017/4678/lang,el/

Πελαγία Φυτοπούλου: Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

koykos-696x365

Η Γιούλη Αναστασοπούλου παρουσιάζει την πρωτοεμφανιζόμενη ποιήτρια Πελαγία Φυτοπούλου.

Τι θα ήθελες να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για τους ήρωες σου;
Όχι πολλά. Αποφεύγω τις αναλύσεις και τις εξηγήσεις, αυτό είναι δουλειά της επιστήμης και όχι της τέχνης. Επηρεασμένη ίσως από την τεχνική του Ιάπωνα σκηνοθέτη: Tadashi Suzuki, ο οποίος πιστεύει ότι όσο πιο συναισθηματικά  περιορισμένος είναι κανείς, όσο λιγότερα γνωρίζει (στο επίπεδο του ακαδημαϊσμού) τόσο πιο ελεύθερα λειτουργεί και πράττει. Είναι καθαρός. Κι όταν είναι κανείς καθαρός είναι ισχυρός. Γίνεται συνδημιουργός. Και εμένα με ενδιαφέρει αυτός ο αναγνώστης, ο συνδημιουργός, ο συνένοχος στο έγκλημα. Με ενδιαφέρει το σώμα του. Δεν μπορείς να τα δίνεις έτοιμα στο πιάτο, έχει και ο αναγνώστης να κάνει δουλειά. Βεβαίως, η καλή δραματουργία είναι αυτή που κρύβει αλλά δεν αποκρύπτει. Συνεπώς, θα δώσω κάποια στοιχεία. Οι ήρωες μου κυκλοφορούν στις φυλακές ανηλίκων, σε σανατόρια, σε νεκροταφεία και ομαδικούς τάφους, σε γιάφκες και Λούνα Παρκ, σε όνειρα δύσκολα: ανθρώπινα δικαιώματα. Οι ήρωες μου είναι Ένας. Εκείνος ο ένας, ο πάντα μόνος του. Ο ελεύθερος.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις τον ΚΟΥΚΟ;
Στο θέατρο χρωστάω τον ΚΟΥΚΟ, την ποίηση, την αγάπη. Στο θέατρο και στη μάνα μου. Θα εξηγηθώ. Όταν ήμουν νέο κορίτσι, πολύ νέο, παρατηρούσα τους ανθρώπους, ήταν ένα παιχνίδι. Το αγαπημένο μου. Ύστερα έγραφα κάτι γι’ αυτούς. Δεν γνωρίζω την αιτία. Ήταν το βίτσιο μου. Η μάνα με σιγόνταρε. Φρόντιζε να μην ανακαλύψει κανείς τον παραβάτη. Όταν με δέχτηκε ο δάσκαλος μου, Βασίλης  Διαμαντόπουλος, στην δραματική σχολή, άρχισε ο Γολγοθάς μου. Με έβαζε ο άτιμος αυτός γέρος να γράφω για τους ηθοποιούς και τους ρόλους που υποδύονται. Εσύ, η αναρχικούλα, η ποιητριούλα, έλεγε, θα γράφεις κάθε μέρα κι ένα ποίημα. Εγώ, βέβαια, έγραφα καμιά δεκαριά σελίδες. Ένιωθα έναν μικρό ηρωϊσμό που με επέλεξε. Παιδί μου, φώναζε, ποίημα ζήτησα, όχι μανιφέστο. Το γυρνούσε πίσω. Βρες το ποίημα που υπάρχει εδώ μέσα και φέρτο. Του λέω, το ψάχνω δάσκαλε. Απαντά, μην ψάχνεις, βρες. Σιγά-σιγά κατάλαβα, και του πήγαινα λίγες αράδες. Βεβαίως δεν μπορούσα να πάω κόντρα στη φύση μου και όποτε έβρισκα ευκαιρία αθώωνα και την Κλυταιμνήστρα και τη Μήδεια. Γελούσε. Πριν πεθάνει με έβαλε να υποσχεθώ ότι δεν θα αφήσω ποτέ το θέατρο και την ποίηση. Είναι η γη σου, είπε. Εγώ για να τον εκδικηθώ έπαψα για λίγο να γράφω, μετά όμως μια φωτιά άρχισε να με κυνηγά σαν την Κασσάνδρα και δεν άντεξα άλλο, έγραψα τον ΚΟΥΚΟ. Τον κρατούσα όμως, για χρόνια, ήμουν δειλή. Και τώρα που δεν φοβάμαι να πω ότι φοβάμαι, τον έβγαλα. Ήρθε η ώρα. Εκείνη η ώρα που λέει ο Λόρκα: «Και μου δωσε μια, σαν κουτουλιά μουλαριού και δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς».  Ο ΚΟΥΚΟΣ έφυγε από κοντά μου. Είναι ελεύθερος.

Με ποιο άλλο βιβλίο συνομιλεί το βιβλίο σου;
Θα έλεγα πως συνομιλεί ή αν θέλεις φλερτάρει κρυφά με την Κάριν Στρουκ και την «Ταξική αγάπη» της και με την «Αναλφάβητη»  Άγκοτα Κριστόφ. Συχνά επισκεπτόμαστε η μια την άλλη και ενώ δεν έχουμε φαινομενικά κάτι κοινό μεταξύ μας, μας ενώνει εκείνο που μόνο τα παιδιά ξέρουν. Αυτό συμβαίνει τις Κυριακές. Τα βράδια όμως, όταν ο ΚΟΥΚΟΣ μένει μόνος  περιμένει τον Ινδιάνο απ’ την «φωλιά του κούκου». Όλα αυτά υπό το βλέμμα του Αισχύλου. Ο γέρος δεν θυμώνει που άφησα τον Ορέστη στα κρύα του λουτρού και αγαπώ τον Ινδιάνο. Είναι ο Αισχύλος. Ο πατέρας μας.

Πώς γράφεις και πού;
Στο δρόμο, δεν ξέρω, δεν είμαι σίγουρη. Νομίζω στο δρόμο. Μιλάω μόνη μου και είμαι αρκετά παραστατική, μιλάω δυνατά, κάνω χειρονομίες, τέτοια πράγματα. Το καταλαβαίνω απ’ τους άλλους, ο τρόπος που με κοιτούν. Προσπαθώ να είμαι διακριτική αλλά κάτι με πιάνει εκεί στην Ιπποκράτους, σαν να μπαίνουν άγνωστοι άνθρωποι μέσα μου και με κάνουν άνω κάτω. Τα μεσημέρια να με αποφεύγετε!

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη γενιά δημιουργών;
Δεν ανήκω πουθενά. Είμαι ακόμη στους  «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας». Έχω δουλειά, δουλειά. Δουλειά.

Αν μπορούσες να προσθέσεις κάτι σε ένα αγαπημένο βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;
Αν μου επιτρέπετε δεν θα ήθελα να προσθέσω, θα ήθελα να αφαιρέσω κάτι από ένα έργο, κι  ας ξέρω ότι είναι ύβρις. Το ανήλικο κομμάτι μου θα ήθελε να το κάνει αυτό. Το κορίτσι μέσα μου. Όταν ήμουν παιδί διαβάζαμε Όμηρο και τον αγαπούσα πολύ. Την  Ιλιάδα, όχι την Οδύσσεια. Πάντα όμως σταματούσα στη σκηνή με τον  Δούρειο Ίππο. Τι θυμός, τι τσατίλα θεέ μου που είχα. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ο παππούς ο Όμηρος  επέτρεψε τέτοια αδικία. Πως μπόρεσε να ταπεινώσει έτσι τους Τρώες, τον γέρο Πρίαμο. Πως; Δηλαδή όλο αυτό έγινε για να θαυμάσουμε τον Οδυσσέα, να δούμε τους Αχαιούς να κομπάζουν; Αχ, μεγάλη τσατίλα έχω! Βέβαια δεν έχασα την πίστη μου στον παππού και σκέφτηκα ότι ίσως όλο αυτό να μην έγινε για τους Αχαιούς, αλλά για να δούμε τι ήταν οι Τρώες. Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι ο Πρίαμος ήταν ανόητος; Ότι οι Τρώες δεν είχαν πολιτισμό; Ότι δέχτηκαν το αλογάκι έτσι, χωρίς να σκεφτούν τον ενδεχόμενο δόλο; Κι όμως, τους έκαναν ένα «δώρο» και το δέχτηκαν. Για μένα αυτό δείχνει αρχές. Οι Τρώες έπεσαν γιατί είχαν αρχές. Και τώρα λέω στο κορίτσι μέσα μου πως δεν πρέπει να αφαιρέσουμε τίποτα, γιατί τώρα, ίσως τώρα να κατάλαβε οι Αρχές τι σημαίνουν.

Γράφεις κάτι τώρα;
Δεν άφησα ποτέ το θεατρικό έργο, την υποκριτική και τα παραμύθια που κατά καιρούς ανεβάζουμε. Είναι έτοιμο ένα θεατρικό έργο κι αν το επιτρέψει η βιοπάλη μου θα ανέβει σύντομα. Το θέατρο ξέρετε είναι ακριβό «σπορ».

Τι σου λείπει από το λογοτεχνικό τοπίο;
Ένα ξάφνιασμα. Ένας τρελός. Και το τρακ.

Απάντησέ μας σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.
Στην ερώτηση αν θα έπρεπε να είναι και να φαίνεται τίμια η γυναίκα του Καίσαρα; Απαντώ:                                                                                Τίμια θα έπρεπε να είναι η Ρώμη και όχι η γυναίκα του Καίσαρα.

Ποιον νέο ποιητή/λογοτέχνη θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές επιστολές;
Εκείνον τον νέο /νέα που έχει μια συστολή, έναν φόβο να δείξει ή να παρουσιάσει τη δουλεία του. Εκείνον που έχει τρακ. Σας έχει ανάγκη.
Εγώ από την πλευρά μου προτείνω το νέο και ταλαντούχο ποιητή Αρτέμη Μαυρομάτη, για την σκηνική οικονομία και τον αυτοσαρκασμό του. Λίγο είναι;
 
Βιογραφικό
Η Πελαγία Φυτοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη. Αποφοίτησε από την Ανωτέρα Δραματική σχολή ΙΑΣΜΟΣ-Β. Διαμαντόπουλος και στη συνέχεια παρακολούθησε σεμινάρια αφηγηματικής υποκριτικής, σκηνοθεσίας, καθώς και το Suzuki Actor method based upon of Tadashi Suzuki. Έπαιξε στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Ίδρυσε τη θεατρική ομάδα ‘’Σείριος’’ και ανέβασε θεατρικά έργα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη βία στην εκπαίδευση, ποιήματα και παραμύθια. Το 2012 εκδόθηκε το πολιτικό παραμύθι ‘’Το ραβδί των καλικαντζάρων’’ (εκδ. ΙΑΜΒΟΣ).Το 2015 παρουσίασε ΙΟΝΕΣΚΟ σε θέατρο της Γερμανίας. Ζει στα Εξάρχεια. Κυκλοφορεί η ποιητική της συλλογή «Κούκος» από τις εκδόσεις Θράκα.

*Αναδημοσιευση από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/πελαγία-φυτοπούλου-ένα-ξάφνιασμα-ένα/

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Η Πελαγία Φυτοπούλου

Θεοχάρης Α. Παπαδόπουλος, “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας – Παρουσίαση

unknown

Οι εκδόσεις Μανδραγόρας σας προσκαλούν τη Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016 και ώρα 20:00 στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Θεοχάρη Α. Παπαδόπουλου “Έξυπνες βόμβες”, στην εναλλακτική καφετέρια Άνω Πουρναρούσα, οδός Ευφράνορος 10, Παγκράτι (κοντά στην πλατεία Πλαστήρα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν η Φαίη Ρέμπελου και η Ελένη Καρασαβίδου.
Ποιήματα θα διαβάσουν η Καρίνα Βέρδη και ο ίδιος ο ποιητής.
Συντονίζει η Καρίνα Βέρδη.

Δείγμα γραφής

Σελίδα λευκή.
Σε φέρνω στη σκέψη μου
να τη γεμίσω.

Χειμώνας βαρύς.
Τυλίγομαι στο παλτό
της συντροφιάς σου.

Φθινοπώριασε
Συννέφιασε γύρω μου.
Μέσα μου βρέχει.

Το σουλούπι του
ήταν διαφορετικό.
Τον σκοτώσανε.

Τα είπαν όλα.
Της έπιασε κουβέντα
με μια του ματιά.

Σκληρή η νύχτα.
Μου χρέωσε ακριβά
τον κάθε στίχο.

Özdemir İnce, Βir kuş / Ένα πουλί

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında,
anlayamadım bir türlü Türk müydü yoksa Yunan mı,
bir başka yerden mi yoksa? Hiçbir belirti yok.

Denize sordum onu: “O bir dalıcı kuştur, dedi,
danteller örer durmadan bağrımda”.
Gökyüzüne sordum onu: “o benim ulağımdır, dedi,
mordan, gülrenginden eflatuna kadar”.
Balıklara sordum onu, öteki kuşlara,
teknelere sordum, bayraklı flamalı,
hepsi bir şey söyledi bir cevap alamadım.

Bir kuş uçuyordu Sisam’la Kuşadası arasında
anlayamadım bir türlü Türk müydü Yunan mı,
bir başka yerden mi hangi milletten?
“Ey kuş dedim, kimlerden olursun, hangi ülkeden?”
“Ben bir martıyım, dedi, yaşım evrenin yaşında,
ülkemi sorarsan: yeryüzü, gökyüzü ve deniz,
sınırlarımı sorarsan: topraktır, su ve hava.”

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι
και που να καταλάβω;
τούρκικο πουλί ήταν ή ελληνικό;
Ή αν μήπως από κάπου αλλού ερχόταν;
Κανένα σημάδι.

Τη θάλασσα ρώτησα
δύτης είναι, μου’πε.
Πλέκει, όλο πλέκει
νταντέλες στο στήθος μου.
Τον ουρανό ρώτησα
αγγελιοφόρος είναι, μου’πε
Απ’ το ανοιχτό βιολέ
και το τριανταφυλλένιο
ως το μενεξελί.
Τα ψάρια ρώτησα
και τ’άλλα τα πουλιά
και τα καράβια με λογιώ – λογιώ σημαίες.
Όλα κάτι άλλο μου’ πανε
απάντηση δεν πήρα.

Ένα πουλί πετούσε
ανάμεσα στη Σάμο και το Κουσάντασι.
Έ, που να καταλάβω
τούρκικο ήτανε πουλί ή ελληνικό;
Μην κι απ’ αλλού ερχότανε
Και ποιά είναι η φυλή του;
Έ πουλί, του είπα
Ποιοί είναι οι δικοί σου;
Ποιά είναι η χώρα σου;
Γλάρος είμαι, μου’πε
Πόσο χρονώ είμαι;
Όσο κι ο κόσμος.
Από ποιά χώρα είμαι;
Απ’τη γη, απ’ τον ουρανό, απ’ τη θάλασσα
Τα σύνορά μου ποιά;
Το χώμα, το νερό, ο αγέρας..

*Το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε σε τρεις γλώσσες (τουρκικά, ελληνικά, γερμανικά) στην Ανθολογία με τον τίτλο “Kalimerhaba”, που εκδόθηκε το 1992 από τις εκδόσεις Romiosini/Κολωνία, με την επιμέλεια της Νίκης Eideneier και της Arzu  Toker και τιμήθηκε με το βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Ipekci! Απόδοση: Ηρακλής Μήλλας.