Ποίηση και στιχουργική

3poesia3

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ*

Ποίηση, γενικά, είναι η παραγωγή έργου και μάλιστα η παραγωγή έργου με την πλήρη εκμετάλλευση των δυνατοτήτων της ύλης που χρησιμοποιείται γιά την πραγμάτωσή του. Στην ευρύτατη αυτή σημασία του ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά για το χαρακτηρισμό κάθε έργου το οποίο εξ αιτίας της τέλειας κατασκευής του υπερβαίνει το χρηστικό σκοπό του και αποκτά, ως “ποίημα’ στο είδος του, αξία επιτεύγματος καθαυτό. Η αξία αυτή είναι τάξεως αισθητικής, όποιος και αν είναι ο σκοπός του έργου.

Ειδικότερα, τώρα, ποίηση είναι η παραγωγή λογοτεχνικού έργου με την πλήρη εκμετάλλευση της δυναμικής των λέξεων που χρησιμοποιούνται για τη σύνθεσή του και έτσι ώστε η απόλυτη τιμή καθεμιάς τους να υπερβαίνει την τιμή που φέρει ως μονάδα σημασίας, η δε αξία τους, ως συνόλου, να υπερβαίνει την αξία η οποία μπορεί να τους αποδοθεί βάσει των περιεχομένων νοημάτων. Αναλυτικότερα, τούτο σημαίνει ότι κατά την παραγωγή του λογοτεχνικού έργου που ορίζεται ως ποιητικό, η αξιολόγηση και ο χειρισμός της χρησιμοποιουμένης ύλης, δηλαδή η επιλογή των λέξεων και η θέση καθεμιάς στο σύνολο, δεν προσδιορίζεται κυριαρχικά από την απαίτηση προβολής του τυπικού νοήματος ή γενικότερα της θεματικής, αλλά από την απαίτηση αναδείξεως των στοιχείων εκείνων (προσωδία, ομοιοκαταληξία, τονισμός, “εσωτερικός’ ρυθμός, ένταση συνδυαζομένων νοημάτων, “αυτόματη’ συμπαράθεση λέξεων κατά τη ροή της συνειρμικής ανάδυσής τους από το “ασυνείδητο’ κοκ) τα οποία θεωρούνται “ποιητικά’ σύμφωνα με τον ισχύοντα κάθε φορά “λογοτεχνικό κανόνα’. Τούτο φαίνεται καθαρά τις φορές που ο λογοτεχνικός κανόνας θεσμοθετείται βάσει εξωτερικών ή τυπικών κριτηρίων, όπως η ομοιοκαταληξία λχ και μάλιστα στις ακραίες – αυστηρές μορφές της (σονέττο, μπαλάντα, ρόντω, τριολέ, σεστίνα κλπ). Στις περιπτώσεις αυτές οι απαιτήσεις του συγκεκριμένου ποιητικού είδους επιβάλλουν την οριακή επιλογή των λέξεων, και επομένως των νοημάτων, μεταξύ εκείνων που ανταποκρίνονται στην ηχητική των καταλήξεων και στην απαρέγκλιτη τήρηση του αριθμού των στροφών ή, με άλλα λόγια, επιβάλλουν την οριακή αναγωγή του “περιεχομένου’ στη “μορφή’.

Εξ αιτίας της οριακής αυτής αναγωγής του “περιεχομένου’ στη “μορφή’ έχει επικρατήσει η άποψη ότι ο ποιητικός λόγος διαφέρει από τά άλλα, τα μη ποιητικά είδη κατά το βαθμό αποκλίσεώς του από το “επικοινωνιακό’ λεγόμενο πεδίο της γλώσσας και συγκλίσεώς του προς το “εκφραστικό’ ή “συγκινησιακό’ λεγόμενο πεδίο. Κατά την κρατούσα δηλαδή άποψη, ο ποιητικός λόγος δεν λειτουργεί ως αγωγός σημασιών αλλά ως αγωγός συγκινησιακών κραδασμών. Αποτέλεσμα επομένως της λειτουργίας του δεν είναι η λογική ανταπόκριση αλλά η συναισθηματική ταύτιση πομπού (ποιητή) – δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή). Τούτο επιτυγχάνεται με την επιστράτευση διαφόρων “τεχνασμάτων’ (κυρίως της “μεταφοράς’) ως εκ των οποίων το κέντρο βάρους του λεκτικού συνόλου που συνιστά κάθε ποίημα μετατίθεται από τα “σημαινόμενα’ (τις σημασίες) στα “σημαίνοντα’ (τις λέξεις ως καθαρές μορφές). Περαιτέρω αποτέλεσμα της μετάθεσης αυτής θεωρείται η αλλοίωση των παγιωμένων τρόπων της “κανονικής’, “επικοινωνιακής’, γλώσσας και η συνακόλουθη έκπληξη ή “παραξένισμα’ (ξάφνιασμα) που προκαλεί η ιδιόμορφη εκφορά του ποιητικού λόγου στον ακροατή του. Στην έκπληξη ή στο ξάφνιασμα αυτό αποδίδεται τέλος η αισθητική απόλαυση που παρέχει στους αποδέκτες του ο ποιητικός λόγος.

Continue reading

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

vequinox's avatarManolis

ritsos_front-largeΆξαφνα

Μέρες καλοκαιριού—τό φώς, οι πέτρες, θάλασσα, σταφύλια.

Σβησμένα γεγονότα. Ο ορίζοντας ίδιος ώς τό βάθος. Ο χάρτης

στό διάδρομο τού πανδοχείου ξεθώριασε ολότελα απ’ τόν ήλιο.

Οι εφημερίδες φτάνουν καθυστερημένες—δέν τίς διαβάζεις.

Λάμπει μιά ψάθα τρυγητή στή μέση τής πεδιάδας.

Ο τυφλός παίζει ακορντεόν. Τουρίστες μέ υπνόσακους περνάνε.

Κι άξαφνα, τά μεσάνυχτα, η απόλυτη λέξη σέ φτάνει

σά σφύριγμα πλοίου μές στόν ύπνο σου, καί δέν μπορείς νά ξυπνήσεις.

~Καρλόβασι, 22-8-78

Suddenly

Summer days – the light, the rocks; sea, grapes.

Forgotten events. The horizon same to its end. On the wall

of the hostel the map completely faded from the sunlight.

The newspapers arrive late – you don’t read them.

In the midst of the valley the hat of a grape picker shines.

The blind man plays the accordion. Tourists go by with sleeping bags.

And suddenly, at midnight, the absolute word reaches you

like a whistle of…

View original post 27 more words

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

vequinox's avatarManolis

cover

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ

Και μέσα στο σπίτι υπήρχε το άλλο εκείνο σπίτι — εκεί που η

μητέρα ήταν ακόμα νέα κι ένα φλάουτο ακουγόταν το βράδυ, όπως

όταν οδηγούν έναν τυφλό.

Σ’ αυτό το σπίτι είχαμε μείνει κι εμείς για πάντα, ενώ καθώς

ανάβαμε τη λάμπα, το φως της έριχνε μόνο τις σκιές μας στο

πάτωμα εδώ.

OUR SHADOWS

Within the house was that other house — when mother was

still young and a flute was heard in the evening like when

they guide a blind man.

In this house we had also stayed forever and as we lit our

lamp its light projected only our shadows on this floor.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

View original post

Γεωργία Τρούλη, Επιφάνεια εγγραφής

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Artwork: Γεωργία Τρούλη

Ο ύπνος
Τσουβάλι
Γεμάτο
Λευκό
Αλεύρι
Που
Ρέει
Αργά
Και δεν
Βιάζεται
Να
Τελειώσει

Ήχος
Που
Προσπαθεί
Να
Κάνει
Ησυχία

Ένας ύπνος
Που θυμίζει
Αλεύρι απαλό
Τρέχει
Λίγο
Λίγο
Από
Μια
Ελάχιστη
Τρύπα
Στην κάτω
Δεξιά
Γωνία
Ενός ασκού
Ενώ
Στέκεται
Ξεχασμένος
Στην
Άκρη
Του χνώτου
Ενός
Κάτι
Που
Έχει
Ζωή

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

Από το ιστολόγιο http://diffusedlight-blogspot.com

ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΙΣΗ

Μισή αλήθεια με παλιό παλτό
Κρατά στο χέρι μια ζακέτα
Το βγάζει, μένει γυμνή
Γυμνός κι εγώ από τύψεις
Παίρνω σβάρνα τα μαγαζιά
Να ντυθώ σαν άνθρωπος
Ξέχασα πως δεν είχα σώμα
«Το νούμερό σας εξαντλήθηκε
Θα παραγγείλουμε αύριο».

Μισή αλήθεια με φτηνά γυαλιά
Κρατά στο χέρι ένα φακό
Τα βγάζει, μένει τυφλή
Τυφλός κι εγώ από χρόνια
Ανοίγω δρόμο στα σκοτάδια
Να αντικρίσω τον ήλιο
Ξέχασα πως δεν είχα κεφάλι
«Πού πάτε χωρίς ομπρέλα
Δε βλέπετε ότι βρέχει;»

Ποιος τελικά λέει την αλήθεια;

***

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Παραδείγματος χάριν
Βγαίνεις απ’ τη θάλασσα νεκρός
Παίρνεις ταξί για το νοσοκομείο
Υποβάλλεσαι σε πλύση στομάχου
Ανακτάς πάλι τις αισθήσεις σου
Και παίρνεις εξιτήριο για το σπίτι
Σε περιμένει η γυναίκα σου
Σε βάζει να καθαρίσεις πατάτες
Στο ράδιο η θεία λειτουργία
Παρατηρείς πως δεν υπάρχεις
Σε ξεματιάζει μια γειτόνισσα
Δεν έχεις παιδιά να σε μισήσουν
Κάθεσαι στη βεράντα μόνος
Μπαίνεις σε κλουβί καναρινιού
Αποκτάς ξανά την ελευθερία σου
Μένεις εκεί μέχρι να γεράσεις
Γκρεμίζεται η πολυκατοικία
Σε απεγκλωβίζουν οι διασώστες
Παίρνεις το πλοίο των εννιά
Πάνω στο κατάστρωμα πεθαίνεις

Στο πρώτο λιμάνι
Παίρνεις ταξί για το φρενοκομείο.

***

Ο ΤΑΡΙΧΕΥΤΗΣ

Κι αν η ζωή μου κύλησε βίαια
Σαν τον αφηνιασμένο άνεμο
Πρώτη πόρτα δεξιά το τέλος
Χτυπώ, μου ανοίγουν αμέσως
Κρατώ ένα μαύρο βαλιτσάκι
Με εσώρουχα, οδοντόβουρτσα
Καθαρές πετσέτες για το μπάνιο
Και το χρυσό σταυρό της νονάς
Με παραλαμβάνουν οι φύλακες
Με οδηγούν στην απομόνωση
Μόνη συντροφιά το ραδιόφωνο
Ακούω τις ειδήσεις που μιλάνε
Για μικρούς ανώδυνους θανάτους
Ο δικός μου, λέω, πόσο μεγάλος
Δεν απελπίζομαι, βάζω μουσική
Παραδίνομαι στην αιωνιότητα
Τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει
Κι αισθάνομαι πολύ άρρωστος.

Τα βράδια ο ταριχευτής ψυχών
Χαρούμενος πιάνει δουλειά
Μένει να δούμε την κατάληξη
Πάντως το σώμα δεν το δίνω
Προτιμώ να το φάνε τα σκυλιά
Παρά να γεμίσει μπαλώματα.

Φτερά μελάνης, Aksinia Mihaylova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

vop

Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
αυτός ο άνδρας όλο και πιο συχνά χάνεται
στους δρόμους της πόλης
και να θυμηθεί δεν μπορεί ποιος είναι.
Δεν παρατηρεί πώς του δωματίου οι τοίχοι
λικνίζονται τ’ απόβραδο,
πληγωμένα πουλιά – τα βιβλία
πετούν απ’ τα ράφια
και φτερά μελάνης σκεπάζουν
τα καθίσματα και το τραπέζι,
θολώνοντας το περίγραμμα των αντικειμένων
και τα ματαιωμένα φιλιά.
Ο αέρας δεν φτάνει,
και γι’ αυτό δεν διαβάζει στα μάτια μου
την κούραση κι αυτό που αποσιωπώ,
ότι δηλαδή δεν είναι πια κάστρο
το σπίτι μου.

Στην κοιλιά του αυτός ο άνδρας κρύβει
αχόρταγο σφουγγάρι,
που όλη μου τη χαρά ρουφά.

Από τότε που βρήκε τα γυαλιά του,
δεν βλέπει τα κολλημένα στο σπίτι
σημειώματα με το: «πότισε τα λουλούδια!»,
και γι’ αυτό μαραίνονται αργά αυτά
όπως οι πόθοι μου
κι ακούγοντας τις ξένες φωνές απ’ έξω,
όλο και δυσκολότερα αναγνωρίζω τη δική μου.

View original post

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Νόστιμον ήμαρ (1998)

lykiardopoulos-ragismeno-tabourlo-bgclta

I

ώ μοι εγώ, τέων αυτε βροτών ες γαίαν ικάνω;

Εΐδαν πολλά τα μάτια μου
την τρέλα τη φωτιά τό θάνατο στις πιο αθώες σελίδες
θρόνους καινούργιους να στεριώνονται πάνω σ’ αρχαία κόκαλα
γενεές γενεών σε λόφους σκουπιδιών
σημαίες να πέφτουνε στα γόνατα
και τις χλωρές μου αποικίες να κουρσεύονται
από τη δυστυχία του τσούρμου μου

Είδαν πολλά τα μάτια μου

Πώς ξαναγύρισα τώρα στην πόλη αυτή
πώς ξεγελάστηκε το σώμα μου
και κλείστηκε ξανά στο ξοφλημένο αυτό βασίλειο
πώς
φάντασμα μέσα σε φαντάσματα ξαναγύρισα
άδειο τομάρι πειρατή νοσταλγώντας τη σάρκα μου
γυρεύοντας το σκοτεινό μου δίκιο από τους τοκογλύφους
μετρώντας στην αγύριστή μου κεφαλή σημάδια πετροπόλεμων
και τις παλιές ανάκουστες φωνές
Κάκια! Δημήτρη! Τζόγια!
μες στα ξεπουλημένα περιβόλια;

Υπήρχαν τόσοι άλλοι τρόποι
Φαρμακεροί λωτοί κι άγρια ψάρια
τραγούδια αλλόγλωσσα να πέσω να πνιγώ

πώς ξαναγύρισα σ’ αυτόν τον ξεσκισμένο τόπο
σ’ αυτή την ένδοξη γενέθλια δυστυχία;

ΙΙ

Οταν πήγα στη θάλασσα ξαναβρήκα τα λόγια σου
ηλικία θαμμένη αγραφή μου φωνή
λευτεριά που ματώνεις και το στίχο χαλάς
και το στίχο παγώνεις λευτεριά στα φτερά σου

Λευτεριά λευτεριά καραβάκι που πάει
το λευκό στο λευκό το χαρτί στο χαρτί
ποιος φυσα το τραγούδι στο ψηλό σου κατάρτι
ποιος σου σβήνει στη Νύχτα το λευκό σου πανί;

Το χαρτί στο χαρτί κι η φωνή μου του ανέμου
η ψυχή στ’ ανοιχτά κι οι σημαίες στ’ αμπάρι
— στο ξεπούλημα σ’ έδωσα όσο όσο να ζήσω
στο ξεπούλημα σ’ έδωσα κι έχω μείνει πια ξέμπαρκος

κι έχω μείνει ξεμέθυστος του θανάτου πουλί

ΙΙΙ

Ποια είναι η χώρα μου δεν ξέρω. όλα, Κυρά μου, μου τα πήρες.
Δεν έχω τώρα πού να πάω και τι να πω. Κλείνω στα στερνά και
το ραδιόφωνο, κλείνω τα μάτια μου και μένω μόνος κι έρημος
στο κρύο αυτό δωμάτιο, στην ξένη γη.

IV

αφιέρωμα σε αρχαίο κινέζο ποιητή

Οι δρόμοι όλοι κλείσανε και βρέχει
σ’ ένα μακρόσυρτο σκοτάδι ταξιδεύει η ζωή
από νησάκι σε νησάκι κι από ταβέρνα σε ταβέρνα
κανείς δεν ξέρει που τραβάει τούτο το ποτάμι

Κάθισε τώρα στο παράθυρο
κι άσε το ραδιόφωνο να παίζει
— γνωστές ηλεκτρικές φωνές
μιμούνται τ’ άγνωστα τραγούδια μας

παίρνουν ό,τι πεταμε και πλουτίζουν

Κάθισε τώρα στο παράθυρο
κι άσε το ραδιόφωνο να παίζει
η μουσική δεν λέει ψέματα κι ας θέλει
κάθισε στο παράθυρο παλιέ μου φίλε
οι δρόμοι όλοι κλείσανε και βρέχει
κανείς δεν είναι να φανεί ούτε κι απόψε

V

…δέν θά ’ρθούμε. Πέρασε ή πλώρη μας στ’ ανοιχτά τουμέλλοντος,
η λάμψη του χαράχτηκε γιά πάντα στά μάτια μας και στά χειρόγραφά μας
— αθάνατη σαν την πληγή τής πρώτης μας αγάπης…

Εσύ
που μελανώνεις τα όνειρά μου
πρώτη
στο φως της άμμου διαδήλωση
φτερό του ανέμου φήμη
σιωπή
των είκοσι χρονώ

Δεν δίνω τίποτα στη μνήμη
δεν χτίζω δεν χαρίζω πιά
δεν έχω τη ζωή μου
η άμμος πονάει χρόνια στα νύχια

(άμμος και κίτρινο παλιό χαρτί)

Εσύ
ανείπωτη ανείπωτη ανείπωτη
εκεί μέσα που κατοικείς
στο ακίνητο δάσος του μυαλοΰ
πέτρα
πάνω στην πέτρα του στίχου αυτού
ξεκάρφωτου απ’ την ψυχή ξερ-
ριζωμένου μετανάστη
απ’ τη μεγάλη ατέλειωτη ωδή

Εσύ
δρεπάνι ευαγγελικών επαναστάσεων
σκότος και χλωρασιά των άδετων μαλλιών
χειλιών
χεριών
μελλούμενων ωδών οδών
και θαλασσών ώ
Μισολόγγι της Ζακύνθου

των άμμων κάλβεια γράμματα
ανεμισμένα στούς καιρούς των νέων ιακωβίνων
ανεμισμένη Ζάκυνθο
ηλεκτρική
σελήνη

V

ποιητική, 1986

Λέξεις χλωμές που τις ματώνουν σημαιάκια
του έρωτα και του θανάτου άλλων έποχών
ιδέες ακραιφνείς της εφηβείας χρώματα
αλήτες των γλυκών νερών
νησιά ξεπουλημένα
νησιά νησιών μιμήσεις

Τι γύρευα σ’ αυτή την κρουαζιέρα;

Μπαρκάραμε όλοι στο ίδιο σαπιοκάραβο
μέθυσο τσούρμο κι άμυαλα γεράματα
(που να τα πίνει τώρα ο ραψωδός μου;
αχ! όλα μονάχος πρέπει να τα κάνω
μνήματα και ποιήματα
με σκάρτα υλικά και ξεπεσμένους τεχνίτες)
Τι γύρευα λοιπόν σ’ αυτή την κρουαζιέρα;
κανείς δεν ξέρει πούΰ τραβάμε κι όλοι τραγουδάμε

Μα εγώ νυστάζω τώρα στο κατάστρωμα
νυχτώνει σ’ όλες τις ρυτίδες της φωνής μου
— σωπάστε πια ν’ ακούσουμε τη θάλασσα

που μας σκεπάζει

VII

σάμπα για ιθαγενείς και μετανάστες

Φεύγει βουβός ο ουρανός
κι η θάλασσα δεν απαντάει
δεν απαντάει στη φωνή σου
η ποίηση και σε ξερνάει

Πιστός που η προσευχή του εχάθη
τρικάταρτο μες στην ομίχλη
ψυχή του ανέμου και φυλλάδα
πιστός που η προσευχή του εχάθη

Ψυχή του ανέμου και φυλλάδα
τραγούδι πού ’ξερα τα λόγια
τώρα ψευτιά και δάκρυα όλα
το σώμα στάχτη στην Ελλάδα

Έλ’ αεράκι του πελάγου!
σκοτάδι μου βασιλικό
εμέ ήη ψυχή μου πάει πια πέρα
έλα καράβι δροσερό!

*Από το βιβλίο “Υπό ξένην σημαίαν – Ποιήματα 1967-1987”, εκδόσεις Ύψιλον, 1991.

Dr Writer & Mr Editor: A guest post by Dmetri Kakmi

thumbnail_9781920882433-204x300

By Lee Kofman

As a writer who is also an editor, I’m often asked how it feels to be edited. In other words, how does it feel to be on the receiving end of criticism and someone else’s red pen, instead of being the one that dishes out the dirt?

The short answer is it’s discombobulating. The long answer is more complicated.

I edit for a living and when I have time I write; and that writing, should it be deemed publishable, is inevitably intensely scrutinised by other editors. As intensely, I hope, as I scrutinise other writers’ work before it is ready to be published.

When I gave the question serious consideration, I realised several things.

The first is that I love to be edited. The second is that I hate to be edited.

Following on from that, I saw that I am a split personality.

There are two Dmetris. One is a writer; the other is an editor. The former is an intuitive, imaginative creator and the latter a detached, analytical observer. They often contradict each other and have full-on arguments in my head. Over the years, I’ve learned to switch one voice on and to turn the other voice off, which is easier said than done, by the way. And it’s not always successful.

I’ll talk about my love/hate relationship with being edited shortly. First, l will digress slightly to tell you about a revelation I had when I saw the copy edited manuscript for my memoir Mother Land.

As a writer, I vacillate wildly between confidence and crippling uncertainty. One minute I’m Oscar Wilde, next minute I’m a dolt who can’t string two words together to make a sentence. Seeing the revisions of Mother Land the first time was humbling. Part of me was mortified by my infelicities. Another part was overjoyed and pathetically pleased that someone — anyone! — was paying attention to something I had slaved over for five solitary years.

The editor gave the manuscript an expert line-by-line copy edit and pushed my abilities to the utmost. However, if the editor was hard on me, I was harder on myself. After seeing what he had done, and agreeing with most of it, I rewrote almost the entire manuscript — a definite no-no at this late stage.

The editor in me knew it was the wrong thing to do, but the writer went, fuck it. It’s my name on the cover. I’ll do what I like. I wanted to get it right. The language, rhythm and pacing had to be unassailable. I would not get another chance.

The process made me see that good writing is rewriting. Bizarre as it sounds, it had not occurred to me before. At least it had not occurred to Dmetri, the writer. He thought his verbiage leaped fully formed from the keyboard. Of course, Dmetri, the editor, knew the truth and he sat in the wings going, ‘I told you so.’

Seeing the copy edited manuscript was a shock. It brought out the insecurities, the self-hatred and recrimination. I felt inept, despite the fact that, as an editor, I know being edited is par for the course, even for experienced authors. Your editor doesn’t think you’re a dolt. He or she is just trying to make a good thing even better, raise it to the next level.

At the time I worked as a senior editor at Penguin Books. In a flash, I saw that this is how my authors must feel when they see my scratches on their manuscript. That awful sinking feeling. The doubts; the questions. It would be sick-making no matter how practiced, professional or resilient one is.

From there on I began to be even more sensitive to the authors’ needs. I’d return the edited manuscript and followed up with a phone call to the writer a day or so later to make sure they hadn’t hanged themselves. Communication channels were open and I was there to give support, should it be required. It may sound absurd to a non-writer, but the support is a lifeline to a writer.

Being an editor isn’t merely about checking for typos; there’s a lot of handholding as well.

To get back to being edited. When I say I love to be edited I mean that I appreciate the editor’s objective eye. It helps to hone and refine a piece of writing until it zings.

It’s a mistake to think a writer who is also a professional editor can edit his own work. You’re too close to the manuscript. You can’t see the forest for the pencils, especially when it comes to structural matters.

An editor, on the other hand, has no vested interest. It’s business. This allows her to have an overview. She sees the big picture, strengths and failings. And, if she’s good, she can suggest how to resolve a problem. If you’re lost and wandering, she can guide you through the tangled undergrowth to the main path. For all that, you need a thick skin to survive the lacerations. And, unfortunately, I do not have a thick skin.

A short time ago, I entrusted the first draft of my new novel to my agent and to an author friend. Long story short, they were unimpressed. The consensus was that there’s a good story there, but there’s an even better one underneath. Interestingly, their feedback coincided on many points and even though Dmetri the editor knew they were right — the manuscript needs a lot of work before it can be shown to a publisher — Dmetri the writer was crushed.

A fortnight passed before I could look at the feedback and decide how to approach a new draft.

So if you ask how does it feel to be edited, I will say it’s awful. It’s like being crucified and pierced with spears; however, should you survive the ordeal, you will be triumphantly resurrected and adulation shall come to thee from all quarters. Or so I like to imagine.

I also take heart from a friend’s sage observation. ‘You’ve done it before and you’ll do it again.’

*Dmetri Kakmi is a writer and editor. His fictionalised memoir Mother Land was shortlisted for the New South Wales Premier’s Literary Awards; and is published in Australia, England and Turkey. He edited the acclaimed children’s anthology When We Were Young. His ghost story ‘The Boy by the Gate’ was reprinted in The Year’s Best Australian Fantasy and Horror 2013. Haunting Matilda was shortlisted in the Aurealis Awards Best Fantasy Novella category in 2015. His essays and short stories appear in anthologies and journals. He lives in Melbourne.

**Taken from Lee Kofman’s webpage at http://www.leekofman.com.au/the-writing-life/dr-writer-mr-editor-guest-post-dmetri-kakmi/

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η μοναξιά του χρόνου, εκδόσεις Οδός Πανός

troadiths

Διατίθεται ήδη στα βιβλιοπωλεία:
Ιανός, (Αθήνα, Θεσσαλονίκη)
Πρωτοπορία (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα)
Πολιτεία,
Πατάκης,
Αχιλλέας Σίμος,
Τζανακάκης,
Χριστάκης,
Κέντρο του Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη
και στο Βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Οδός Πανός