Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά
Ο κόσμος της ποίησης του Λουκά Λιάκου είναι ένας λεβύρινθος γεμάτος με καθρέφτες έτοιμους να σπάσουν ανά πάσα στιγμή και να συνθλίψουν τον αναγνώστη που θα θελήσει να κάνει το πέρασμα στο χωροχρόνο ενός κόσμου με παραμορφωμένα είδωλα.
Αφημένος στην ποίηση του Λιάκου ενδύεσαι ένα μυσταγωγικό ένδυμα και οφείλεις να αφήσεις το μύστη- ποιητή να σε παρασύρει σε ένα τεθλασμένο δικό του κόσμο.
Ίσως να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά η ποίηση του Λιάκου ίσως πάλι όλα αυτά να τα βρίσκεις μέσα σου ως αναγνώστης ερχόμενος αντιμέτωπος με το απροσδόκητο μιας ποίησης ενδόμυχης (επιτέλους μπουχτίσαμε από τις λαμπερές επιφάνειες της ποιητικής φορμάικας που μας διακατέχει) που αρνείται να ξεκλειδώσει αυτά που κρύβει.
Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ’ αγκάλιασε
μεμιάς,
έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του.Χρόνια τώρα,
φέρνω το κορμί μου μαζί
μα λείπει η ψυχή μου,
λείπει του φεγγαριού το φως
η τρέλα του παιδιού μου
λείπει.
Ο δρόμος του αλήτη,
ο δρόμος της βροχής
ο διαμαντένιος δρόμος,
λείπει. Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις
το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει
το σκούρο τρένο της φυγής
έρχεται, μ’ αφήνει.
Η ποίηση του Λιάκου δεν θέλει χειροκροτήματα, δεν έχει ανάγκη πεφωτισμένα μυαλά και λαμπρές αίθουσες. Είναι η ποίηση για τις ψυχές που αρκούνται στο σκοτάδι μα που εντέλει λάμπουν περισσότερο από τα γύρω φώτα.
Είμαι κάποιες γριές,
η ασχήμια που τινάζεται απ’ το πρόσωπό τους
αίμα από ρουθούνι
μας πλημμυρίζει
βρώμα και θάνατος.
Βρώμα και θάνατος
αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου
κι αυτά κομπάζω στο κόσμο
στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω. Και λύπη,
λύπη για όσους καίει ο έρωτας
το μεγάλο μαράζι
που κλαίει, βουβό σαν υγρασία
σκεπάζει τα πάντα
τις χαμένες αγάπες
που σκάνε μια και τόσο
που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές,
που παράτησαν τα νιάτα τους
και πάνε.
Η ποίηση του Λιάκου ενέχει κάποιες νοηματικές, απόκρυφες δυναμικές που έλκουν τον αναγνώστη με το πρώτο πέρασμα, με την πρώτη ανάγνωση.
Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Στροφορμή», 2016, Straw Dogs και «Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα», 2011, Ενδυμίων.
Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Είναι το ίδιο. Ταυτότητα σημαίνει όμοια την ετερότητα μιας ποίησης που μιλάει όχι από συνήθεια και κατάχρηση ρόλου σε μια ευφυία που είναι κοινή. Βλέπουμε πως ακόμα και στην ποίηση ο λόγος αντί να είναι ευκαιρία για ανάταση μοιάζει με πένθος. Γιατί σ’ αυτή τη ζωή δεν ξέρει κανείς για τι λέει. Είναι ο κανόνας και η ποίηση δεν ξεφεύγει. Αυτό είναι που αιώνια διαχειρίζεται ο ποιητής, αγωνίζεται να ξεφύγει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κοινοτοπία από αυτόν που μιλάει χωρίς να ξέρει για “τι” λέει κι ωστόσο πρέπει να πει. Ταυτότητα λοιπόν σε μια ποίηση όχι από υποχρέωση, μα να δρω όπως εγώ θέλω και όποτε, περιφρονώντας κάθε εντύπωση.
Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά. Μίλα μου και αυτό να ακούγεται γιατί δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις, με ενδιαφέρει η φωνή σου. Αυτό με λυτρώνει και αυτό ανέχομαι.
Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Τις κλείνει και τις ανοίγει; Αυτό σίγουρα μπορεί και το κάνει. Η τέχνη θα μας πάει βαθιά. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση κι αυτή μας η ψυχαγωγία είναι που μας εξοστρακίζει και μας ξαναχτυπά. Η τέχνη για όσους τη ζουν είναι πολύ σοβαρή για να ‘ναι ανώδυνη.
Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Επηρεάζομαι, υπάρχουν βιβλία ογκόλιθοι που δεν γίνεται να προσπεράσεις. Επηρεάζομαι μα δεν νιώθω να σύρομαι. Με ενδιαφέρει πολύ η λογοτεχνία που παράγεται τούτη την ώρα. Από την άλλη, με ενοχλεί η απροσδιοριστία στην έκφραση και στο πνεύμα. Κάθε τι που τυπώνεται δεν ξέρω αν έχει και λόγο να υπάρχει. Είναι σαν να συμβαίνει μοιραία. Εντάξει. Καθένας ας πει το τραγούδι του. Δεν θα υμνήσω και δεν θα λιθοβολήσω κανένα. Δεν γυρεύω εμένα στα σχέδια άλλων κι αν αυτό ακούγεται αλαζονικό καθόλου δεν με ενδιαφέρει.
Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Όλα όσα μας σημάδεψαν συνεχίζουν να μας σημαδεύουν, έρχονται και ξανάρχονται. Είναι η ιστορία του παρόντος χρόνου. Ο αγκώνας μιας ωραίας γυναίκας, η στάση της, η φωνή της. Το βλέμμα των φίλων και η καταγωγή των ηλικιωμένων που τη βρίσκουμε στο μικρό παιδί. Όμως, οι σκληρές εικόνες είναι περισσότερες, ονοματίζοντάς τες, πλησιάζοντάς τες, οφείλουμε να σταθούμε μπροστά τους βρίσκοντας εκείνη τη δύναμη που χρειάζεται για να τις διαπερνάμε. Με άλλα λόγια, βαδίζοντας πλάι στο άσχημο, καλούμαστε και πάλι να βρούμε την ομορφιά, τον άνθρωπο και όλη του εκείνη την πρωτοτυπία που σε εμένα, σαν από ευγένεια δημιουργεί αυτόν τον κενό χώρο που ονομάζω αριστούργημα.
Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Είπαμε, ο ποιητής δεν είναι όργανο της συνήθειας. Δεν καλείται και δεν εγκαλείται. Ενεργεί αυτεπάγγελτα.
*Ο Αντρέας Πολυκάρπου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.
Το Δ.Σ. του Φ.Σ.Ε. «Μέγας Αλέξανδρος» σας προσκαλεί στην εκδήλωση με τίτλο «Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία», το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου(Βαρόσι, Έδεσσας).
Στην εκδήλωση θα γίνει παρουσίαση του Εδεσσαίου ποιητή και παράλληλα θα λειτουργεί έκθεση ζωγραφικής και βιβλίων του ιδίου*.
Θα μιλήσουν οι:
Θωμάς Ιωάννου, ποιητής
Αποστολία Μαλαδάκη, φιλόλογος
Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ποιητής
Βασίλης Παπάς, ποιητής.
Διαβάζει ο ηθοποιός Γιάννης Θωμάς.
Η εκδήλωση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Δήμου Έδεσσας με την υποστήριξη της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Έδεσσας.
Έτσι και το βουνό έχει μνήμη.
Γνωρίζει από βροχές και σεισμούς.
Τα πλακάκια που περπατώ κάθε βράδυ και τα αριθμώ έχουν μνήμη
γνωρίζουν το ασταθές από το σταθερό μου περπάτημα
Μνήμη έχουν όλα
το χθεσινό ποτήρι
που το γέμιζα και το άδειαζα με ουίσκι
ξεχωρίζει τους αναστεναγμούς και τις σιωπές.
Μνήμη έχει το χαρτί και το στυλό για ό,τι γράφτηκε
σβήστηκε
για όσους κύκλους έκανε πάνω
στη λεύκη σελίδα όταν στέρευε η μελάνη.
Μνήμη και ο ουρανός και η γη.
Μνήμη και ο χρόνος και τα τσιγάρα.
Η πέτρα και η πόλη σου.
Μνήμη και η μνήμη.
Μνήμη και οι αγκώνες πάνω στις μπάρες των μπαρ.
Μνήμη έχει και η ουλή – τοποθεσία και στιγμή.
Μνήμη έχουν τα ακρωτηριασμένα και καμένα playmobill
οι μνήμες με θέα
η νοσταλγός μνήμη που γυρνάει στα παιδικά χρόνια
μνήμη ο πρώτος έρωτας.
Μνήμη το ξεραμένο σπέρμα στην υφασμάτινη καρέκλα, μνήμη τα στερητικά
μνήμη και τα στερημένα.
Μνήμη τα καλαμάκια
οι τζιβάνες
οι σύριγγες
οι ζυγαριές ανακρίβειας αντίληψης.
Μνήμη ατροφική
αδύνατη
τραυματισμένη
πειραγμένη
άσχημα επιλεκτική
τόσο δίκιά μας, διαχειριζομένη άθελά μας.
Η μη μνήμη.
Η θεά μνήμη.
***
Στον Θοδωρή
Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες. Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και ξεχωριστές.
Ας χαθούνε όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν.
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση ακριβώς όπως ήρθαν.
John Lennon & Paul McCartney, All you need is love (The Beatles, 1967)
Μάταια πράγματα
[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]
Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ’ έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.
Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.
Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.
I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;
Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`
II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).
~
δρόμοι
αιδεσιμότατοι,
με το
νυφικό της νύκτας σου λέω,
λερωμένο
χωρίς
προσδοκίες,
μόνο θερμοφόρα της πίστης
για τον
καθένα,
γεμάτη από μέρες ενέχυρες,
και
γροθιές έρωτα
~
κατέβηκα
από τη πλαφονιέρα της φαντασίας,
ναι
σου λέω,
συμμετρική η θλίψη:
ξεβαμμένο
το εσώρουχο
και το βλέμμα αόρατο,
εθνικό
μουσείο Ελλήνων,
ευτυχώς υπάρχουν κάτι ταμπέλες που σε κάνουν
υπερήφανο:
wc προσφύγων
~
τέλος πάντων,
το κέρμα
της,
ο αυτόματος πωλητής
μου,
με πολλές ατμόσφαιρες η περιπλάνηση,
με αδύνατους
καρδιακούς παλμούς,
ταξινομεί
κατά
έρωτες
και μαζεύει χούφτες τους στίχους
για πέταμα
~
Αντελήφθη σαν ωκεανός όπου μπορούν να λάβουν χώρα μεγάλα κύματα
και κοπάδια ψαριών πραγματικά πολύ μοναχικά.
Το πράσινο το πιο υπερφυσικό θα τα χάσει όλα γιατί τελικά ο Ήλιος είναι αυτός που προστάζει.
Η άσκηση της ελευθερίας δεν υπάρχει αλλά να προσποιηθεί θα πρέπει
– ένα εύρημα που συχνά στην αγορά, στο μπάνιο συμβαίνει – .
Το εφικτό είναι επομένως να χειρίζεται κανείς την ένταση ή το χρόνο που συμφωνούν στην έκθεση, στο σφουγγάρι, στην έβδομη δερμίδα.
Η παραζάλη, τη συνείδηση γδύνει, για παράδειγμα
και συμβαίνουν τέτοια πράγματα:
Από το παράθυρό μου η πτήση της πρώτης γύρης επιτρέπει να επισπευθεί ο απρίλης
και βλασταίνω στη φούστα ή στη δυστυχία εκείνης της γυναίκας που κουβαλάει κορίτσι, εφημερίδα, Κυριακή.
Αργότερα ανεβαίνω στο τρένο που κάθε οδός προς το παρελθόν προτείνει
και καταλήγω πως η κακοτυχία ήταν πάντα της αγάπης η υποτίμηση
πίσω από την οποία μένει το πέρασμα στην τρυφερότητα, το κρυολόγημα, η με την απουσία της ζαρτιέρας τελείωση
Αν δεν αντέχεται η ένταση τρία παραγγέλματα διασφαλίζουν το κλάδεμα μίας ζωής.
Πολύ πιο διεγερτικό από το κατεργασμένο δέρμα, το ορατό ζευγάρωμα ή το φώλιασμα στη γραμματέα είναι η επίγνωση της θνητότητας και η επιζήτηση συντροφιάς
Απ’ την πλευρά μου προτιμώ να διαπραγματεύομαι με το φως και συστήνω σαν νάρθηκα και στέγη την κομψότητα.
Αλλά υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να βάλεις το γράμμα σ’ αυτό το έγκλημα.
Σε μερικά πλάτη γεωγραφικά περιορίζονται στο να χορεύουν.
***
Ο ΣΙΝΤΑΡΤΑ ΣΤΟ GOOGLE
Η ιστορία του νεαρού πρίγκηπα που βγαίνει απ’ το παλάτι
και ανακαλύπτει ξαφνικά την αρρώστια και το θάνατο,
την απάτη. Όλα συνέβησαν τόσο ραγδαία… Η απογοήτευση,
γοητευτική, όπως το σεξ. Και αναγκαία. Οφείλουμε
να φάμε πολλά φρούτα και να κατανοήσουμε το Ισλάμ
και η μέρα επίσης θα ευχόταν να έχει εικοσσιτέσσερις ώρες
για εμάς. Αλλά υπάρχει, δεν ξέρω, ένα λάθος
δομής˙ έξω και μέσα, ίσως.
Το πιο σοβαρό από όλα το βλέμμα.
Το πιο ευαίσθητο το δέρμα.
Και υπάρχει μια μορφή ανίας
υγιεινή, των ναρκωτικών η απουσία.
Εδώ βραβεύουν της νιότης το τελείωμα με μια σοφίτα.
Σήμερα είδα έναν πελαργό να φωλιάζει στη μύτη
ενός υπέρμετρου γερανού και είδα
τη διαγώνιο της ανάγκης ιχνογραφημένη από ένα λαγωνικό.
Ποτέ δεν θα μάθω από τι δραπέτευε ο ένορκος
τη σύγχυσή μου δεν θα λάβει υπ’ όψιν αλλά ναι
τον τρόπο με τον οποίο εξηγώ την τάση, να καθηλώνω κόσμο.
Σε εύθετο χρόνο κι ένα δωμάτιο περισσότερο
ή λιγότερο άδειο, πολλοί από εμάς δεν απογοητεύουν.
Αυτοί που έχουν παιδιά, σε καθαρές μορφές απελπισίας προσχωρούν.
Αυτοί του Νοτίου ημισφαιρίου δεν έχουν προβλήματα με το αφηρημένο.
Ναι για τους τυφώνες δυσπιστούν.
***
ΜΩΡΟ
Τι ένταση στο δέρμα φωτεινή
τι επίκειται όλων γιατί θα συμβεί.
Θαύμα, αλλά ανεπιτήδευτο, του καρπού σαν άκρη του κλαδιού.
Ποιος θα μαρτυρούσε τέτοιες αρμοδιότητες απ’ το κλαδί: παραχώρηση χρώματος
κίνηση, αέναη εγκαινίαση.
Από αηδία ανακάτωση κι οι Δευτέρες, όλα είναι σύμβολο της ηδονής:
η σιελλόροια χωρίς ασθενή, ο πόνος που καταλήγει
όπου το δάκρυ χάνει υγρά.
Η πείνα δεν μετριάζει σε καμία ζυγαριά,
σε ηπείρους δυστυχείς.
Όλα όσα πονούν φτάνουν για να μεγαλώσει.
Επίσης της ομοιότητας φανέρωση και η μικρογραφία.
Ομορφιά από αυτό που θα διαστρεβλώσει τη βρωμερή ζωή ή
από το ποδαράκι στον μαραμένο στηθόδεσμο.
Τι να σου πω˙ έχεις γεννηθεί. Μένει το ημερολόγιο
Στο μπουμπούκι κούρνιαξε η αιωνιότητα.
(Ποιήματα ανήκοντα στη Συγγραφή, 2010)
*Η Julieta Valero] (Μαδρίτη, 1971), είναι πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές και δοκίμια κι έχει βραβευτεί σημαντικά για το έργο της. Συντονίζει το Ίδρυμα Κέντρο της Ποίησης José Hierro.