Ο ΚΑΦΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_6691

Στην φωτογραφία του Κάφκα που έχω κολλήσει

στον καθρέφτη της κάμαράς μου, έβαλα δεξιά

κι αριστερά από ένα ψάρι.

Γιατί ο Κάφκα αγαπούσε τα ψάρια και δεν τα

έτρωγε.

Το χειμώνα μαζί με τα ψάρια έκανε μπάνιο

στο κρύο νερό μιας λίμνης, όπως κι ένας

άγιος πρόγονός του, που έσπαζε τον πάγο της

λίμνης κι έμπαινε μέσα.

Άλλωστε η αγάπη του για τα ψάρια φάνηκε

και στο θάνατό του. Τον τελευταίο καιρό

δε μιλούσε, έγραφε ό,τι ήθελε να πει κι ο θά-

νατός του έμοιασε με θάνατο ψαριού που το βγάλαν στη στεριά.

Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια ν’ αναπνεύσει.

Κι ας είναι ευλογημένη η Dora Dymant

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΑ (1986)

Dora Dymant: η νέα κοπέλα που έζησε με τον Κάφκα τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και παραστάθηκε στοργικά στον θάνατό του

View original post

Θανάσης Τζούλης, Ο Κρατύλος ανάμεσα σε παμπάλαιες λέξεις

του Δημήτρη Παπαδίτσα

  Επειδή δε φωνή τε και γλώττη και στόματι βουλόμεθα δηλούν, αρ’ ου τότε
εκάστου δήλωμα ημίν έσται το από τούτων
  
γιγνόμενον, όταν μιμημα γένηται δια τούτων περί οτιουν;

Πλάτων, Κρατύλος 423 b

Παμπάλαιες λέξεις που επιζούν με σπάνια ζώα

τα μόνα ολόκληρα που έχουν μέσα τα δύο φύλα μέσα τους

και τη φύση για χώρισμα

κι ανάμεσα ο Κρατύλος μ’ άλλους ονοματουργούς

γεύεται βαθιά τις φωνές

—————————-χωμένος

————————————–στο

——————————————αίμα

———————————————–του

Πόσο βαθιά μας πάει η μυρουδιά της αφής

που είμαστε υγροί από μέσα με πρωτοβρόχια ήχων λέει

νιώθω τις λέξεις στην αφή της κοιλιάς μου

με αγέλες από χαμένα ζώα που έμειναν

οι φωνές τους

——————στα ρουθούνια μου

Οι λέξεις είναι ολόκληρο υδραγωγείο

με αγρότες γύρω που το ξεσκεπάζουν

μαλάζουν τα όργανά του

και τρυγούν τα νερά του όπως το μέλι

Γνωρίζω βοσκούς που ώρες βάζουν αυτί

στο άνοιγμα του υδραγωγείου και πλάθουν λέξεις

που αν γεμίσουν με έλκη χύνονται τα νερά
και μένουν με το κορμί τους ανοιχτό

μέσα από κεφαλάρια για να γεμίσουν

όπου να τους αγγίξεις ποτίζεσαι

Μ’ ήυρε το γλυκοχάραμα σε ζεστούς τριφυλλιώνες

κι έπαιρνα μυρουδιά από μέσα

όπως η λέξη χωμένη στο ποίημα

Όπου βρίσκω τα πράγματα ταράζομαι ολόκληρος

μ’ ετοιμόγεννα πουλερικά που η ζέστη

χύνεται από τις μάζες τους

Αν τα μαλάζεις εκεί που πρέπει τα πράγματα

λύνονται στα χέρια σου με τους αδένες τους ανοιχτούς

ως τα βαθιά ζωνάρια

και ονομάζεις τα όργανά τους

Για όλους τους χυμούς να μην χύνονται είναι οι λέξεις

ριζιμιές από βαθύτερες βιολογίες

αρκεί ν’ ακούσεις την πετροπέρδικα που

———————————————–γδύνεται

με μαλακιά βροχή στο λαρύγγι της

για να ευδοκιμεί το λάλημα

και το αργυλώδες χώμα

————————–βγάζει

———————————τα
———————————–υγρά του

——————————————–στον

————————————————ύπνο

Όπου το αίμα εξέχει είναι το φύλο μας

με τις λέξεις του σε οχεία

έτσι γεμίζουμε κοιλάδες γύρω από το αίμα μας

και δίνουμε στους ήχους βιολογικά μιμήματα

το ρω τη φορά και κινήσει και σκληρότητι εοικε

το δε λάβδα τω λείω και μαλακώ

Γι αυτό ο χασάπης κλέβει τους ήχους

από το λαιμό του κατσικιού για να κρατάει

μέσα τους το μαχαίρι

Ο ποιητής είναι

—————–ο τελευταίος

——————————φαλλός

————————————–του κόσμου
και το κορμί του είναι από κυτταρολέξεις

Από εποχές με περισσότερο αίμα

σώζονται πελώρια φαλλικά σύμβολα

ναυαγισμένα στα μάτια μας

Και γυρίζει ο Κρατύλος μέσα από παμπάλαιες λέξεις

με κουφάλες στα ψαχνά τους να μας παίρνουν
από κακομοιριές μ’ άλλα χαμένα ζώα

που έμειναν

————-τα πατήματα

—————————-της

——————————-φωνής

—————————————τους

Περιμένουν τη φαλλική εποχή τους οι λέξεις

σωριασμένες στους όρμους σαν οι φώκιες του χαμένου Πρωτέα

που πνίχτηκε στα λύπη του

thanasis-tzoulis-1

Stephen Crane, The black riders and other lines [1] / Μαύροι καβαλάρηδες και άλλοι στίχοι (απόσπασμα)

crane_black-riders

I
Black riders came from the sea.
There was clang and clang of spear and shield,
And clash and clash of hoof and heel,
Wild shouts and the wave of hair
In the rush upon the wind:
Thus the ride of sin.

I
Μαύροι καβαλάρηδες ήρθαν από τη θάλασσα. [2]
Κι ασπίδων και δοράτων συγκλονισμός,
και καλπασμών αναβρασμός και ποδοβολητών·
άγριες κραυγές, παραδαρμός
λυτών μαλλιών στον άνεμο:
προελαύνει η αμαρτία.

II
Three little birds in a row
Sat musing.
A man passed near that place.
Then did the little birds nudge each other.
They said, «He thinks he can sing».
They threw back their heads to laugh.
With quaint countenances
They regarded him.
They were very curious,
Those three little birds in a row.

II
Τρία πουλάκια στη σειρά
κάθονταν και στοχάζονταν.
Πέρασε κάποιος από εκεί
και τα πουλιά σκουντήθηκαν.
«Αυτός νομίζει πως μπορεί να κελαηδήσει», κάγχασαν
και του έριξαν
παράξενες ματιές.
Ήταν σπουδαία ετούτα τα πουλιά,
τρία πουλάκια καθισμένα στη σειρά.

III
In the desert
I saw a creature, naked, bestial,
who, squatting upon the ground,
Held his heart in his hands,
And ate of it.
I said, «Is it good, friend?»
«It is bitter bitter», he answered; «But I like it
Because it is bitter,
And because it is my heart».

III
Είδα στην έρημο ένα πλάσμα
γυμνό, αποκτηνωμένο.
Καθότανε κατάχαμα, κρατούσε
στα χέρια την καρδιά του
κι έτρωγε με λαχτάρα.
«Είναι καλή;» τον ρώτησα.
«Είναι πικρή, κατάπικρη»
απάντησε· «όμως μου αρέσει,
γιατί είναι πικρή
και γιατί είναι η καρδιά μου».

IV
Yes, I have a thousand tongues,
And nine and ninety‐nine lie.
Though I strive to use the one,
It will make no melody at my will,
But is dead in my mouth.

IV
Ναι, έχω χίλιες γλώσσες
κι οι εννιακόσιες ενενήντα εννιά λένε ψέματα.
Όταν προσπαθώ να χρησιμοποιήσω τη μία που απομένει,
δεν τραγουδά όπως θέλω·
μέσα στο στόμα μου είναι νεκρή.

V
Once there came a man
Who said,
«Range me all men of the world in rows».
And instantly
There was terrific clamour among the people
Against being ranged in rows.
There was a loud quarrel, world‐wide.
It endured for ages;
And blood was shed
By those who would not stand in rows,
And by those who pined to stand in rows.
Eventually, the man went to death, weeping.
And those who staid in bloody scuffle
Knew not the great simplicity.

V
Ήρθε ένας άνθρωπος και είπε:
«Για μπείτε οι άνθρωποι της γης
καθένας στη σειρά του».
Πάραυτα σηκώθηκε βοή
κι αντάρα τρομερή μες στους ανθρώπους —
να μπούνε στη σειρά ή να μην μπούνε;
Κι αρπάχτηκαν οι άνθρωποι του κόσμου μεταξύ τους,
και μάχονταν αιώνες και χυνόταν
το αίμα εκείνων
που δεν ήθελαν να μπούνε στη σειρά
κι εκείνων που ποθούσαν να μπούνε στη σειρά.
Στο τέλος, πέθανε απ’ τη θλίψη του ο άνθρωπος.
Κι αυτοί που μπήκαν στο μεγάλο μακελειό,
δεν γνώρισαν ποτέ το μεγαλείο του απλού.

VI
God fashioned the ship of the world carefully.
With the infinite skill of an All‐Master
Made He the hull and the sails,
Held He the rudder
Ready for adjustment.
Erect stood He, scanning His work proudly.
Then —at fateful time— a wrong called,
And God turned, heeding.
Lo, the ship, at this opportunity,
slipped slyly,
Making cunning noiseless travel down the ways.
So that, forever rudderless, it went upon the seas
Going ridiculous voyages,
Making quaint progress,
Turning as with serious purpose
Before stupid winds.
And there were many in the sky
Who laughed at this thing.

VI
Έφτιαξε με προσοχή ο Θεός του κόσμου το καράβι.
Με μαστοριά μεγάλη του Ποιητή των Πάντων
έφτιαξε το σκαρί και τα κατάρτια,
κι ετοίμασε τιμόνι
ακριβοδίκαιο. Το άδραξε
και στάθηκε και κοίταξε περήφανος το έργο του.
Και πάνω εκεί —την κρίσιμη στιγμή— κάτι στραβό
προέκυψε και γύρισε να δει τι τρέχει ο Θεός.
Και να που το καράβι, βρήκε την ευκαιρία
και γλίστρησε κρυφά,
κι άνοιξε δόλια, αθόρυβα τον δρόμο του
κι ανοίχτηκε ακυβέρνητο στις θάλασσες
κι άρχισε καταγέλαστα ταξίδια,
χαράζοντας αλλόκοτες πορείες,
ξεφεύγοντας τάχα σοφά
τους ανόητους ανέμους.
Κι ήταν πολλοί εκείνοι
στον ουρανό, που γέλασαν πολύ.

VII
Mystic shadow, bending near me,
Who art thou? Whence come ye?
And —tell me— is it fair
Or is the truth bitter as eaten fire?
Tell me!
Fear not that I should quaver.
For I dare — I dare.
Then, tell me!

VII
Σκιά μυσταγωγική, που γέρνεις πάνω μου, ποιος είσαι;
Από πού έρχεσαι;
Και —πες μου— είναι καλή
η αλήθεια ή καίει σαν φωτιά;
Πες μου!
Μη φοβάσαι, δεν φοβάμαι.
Θα τολμήσω, θα τολμήσω.
Μίλα, λοιπόν!

VIII
I looked here;
I looked there;
Nowhere could I see my love.
And —this time—
She was in my heart.
Truly, then, I have no παράπονο,
For though she be fair and fairer,
She is none so fair as she In my heart.

VIII
Κοίταξα εδώ·
κοίταξα εκεί·
η αγάπη μου δεν ήταν πουθενά.
Γιατί εκείνη τη στιγμή
ήταν στην καρδιά μου.
Λοιπόν, πραγματικά, παράπονο δεν έχω·
γιατί είναι όμορφη, πανέμορφη, αλλά
ποτέ τόσο όσο στην καρδιά μου.

IX
I stood upon a high place,
And saw, below, many devils Running, leaping,
and carousing in sin.
One looked up, grinning,
And said, «Comrade! Brother!»

IX
Στάθηκα σε μέρος ψηλό
και είδα κάτω δαίμονες πολλούς
να τρέχουν, να πηδούν
και να γλεντάνε αναίσχυντα.
Σήκωσε ένας το κεφάλι,
και μόρφασε και είπε: «Σύντροφε! Αδελφέ!»

X
Should the wide world roll away,
Leaving black terror,
Limitless night,
Nor God, nor man, nor place to stand
Would be to me essential,
If thou and thy white arms were there,
And the fall to doom a long way.

X
Αν κυλούσε ο κόσμος όλος στο χάος,
αφήνοντας πίσω του σκοτάδι φρικτό,
ατέλειωτη νύχτα,
ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος, ούτε τόπος να σταθείς
θα είχαν για μένα σημασία,
αν ήσουν εκεί εσύ και τα λευκά σου χέρια
κι ο δρόμος του αφανισμού μακρύς, πολύ μακρύς.

XI
In a lonely place,
I encountered a sage
Who sat, all still,
Regarding a newspaper.
He accosted me:
«Sir, what is this?»
Then I saw that I was greater,
Aye, greater than this sage.
I answered him at once,
«Old, old man, it is the wisdom of the age».
The sage looked upon me with admiration.

XI
Σε τόπο ερημικό
συνάντησα έναν σοφό
που καθόταν ασάλευτος
και περιεργαζόταν μιαν εφημερίδα.
Με διπλάρωσε:
«Κύριε, τι είναι αυτό;»
Τότε διαπίστωσα πως ήμουν πιο σοφός
—ναι!— από κείνον τον σοφό.
Του απάντησα αμέσως:
«Σοφέ, σοφέ μου γέροντα, είναι η σοφία της εποχής».
Με κοίταξε ο σοφός με θαυμασμό.

*Από το βιβλίο “ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ / THE BLACK RIDERS AND OTHER LINES”, σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα.

PG8960

Υπεροχή είναι η στιγμή με τη στιγμή

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ρε πως μας κατάντησαν έτσι;
Γνωστές φυσιογνωμίες και η
κατανόηση του προσδόκιμου λάθους.
Ρε δεν ήθελα το όνειρο
μα την ευκαιρία να το πιστέψω.
Σε είδα και δεν θυμόμουν
δεν θα μπορούσα ποτέ να θυμηθώ
πως ήμασταν αυτοί.
Όπως ο χρόνος αναδιπλώνεται
σε μια ανάμνηση αυτού που είναι.
Χίλια χρόνια θα ζήσεις
μα πρέπει ένα διάλειμμα για να σε φιλήσω.
Ξανά όπως το φιλί
είναι αυτό που σε θέλει.
Δεν θα υπερβώ ποτέ
όσα σε χρονογράφησαν.
Ιστορίες από το ποτέ στο τίποτα
που τώρα πάλι θα σημάνει.
Υπέροχες ασυνόδευτες χρονικές ακολουθίες
ενός προσώπου που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει
μιλώντας για όλα και κάνοντας κάτι
που κάλλιστα θα μπορούσε
να υπάρχει.
Μα έχε υπόψιν πως πρέπει να σταματήσω
γοργά τον υπερσυντέλικο
της αγάπης μου
και επιτέλους να σε αγκαλιάσω
σε ότι μπορέσω να πειστώ
πως σε αγκαλιάζω.


View original post

ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου

14448830_1111012802318544_1129667957198731708_n

Της Γιώτας Παναγιώτου

Ήταν ήδη εις γνώσην μου εδώ και μέρες και το’χα κάπως χωνέψει. Να όμως που έφτασε η σημερινή Κυριακή για να το πάρω στα χέρια μου, να δω το επικήδειο εξώφυλλο, να νιώσω κάτι – κάτι άνευ ορισμού ακόμα – και να αποφασίσω πως τελικά, δεν υπήρχε ούτε υπάρχει κάτι για να χωνέψω. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη, σε σημείο που ίσως γίνομαι τραγικά φορτική ή/και που ίσως φαίνομαι ακλόνητα ρομαντική. Το λέω και το γράφω κατ’επανάληψη και θα το ξαναπώ, στον διαδικτυακό και στον πραγματικό κόσμο, η Τέχνη ΔΕΝ είναι είδος πολυτελείας αλλά ανάγκη έκφρασης. Και όχι αγαπητέ μου, εμείς που ασχολούμαστε μ’αυτήν δεν το κάνουμε γιατί είμαστε κάτι αργόσχολα τυπάκια που γουστάρουμε να πουλάμε αφενός μούρη και αφετέρου να τα κονομάμε χοντρά. [Και για να προλάβω τη σκέψη σου, ναι, υπάρχουν μες στα χωράφια της Τέχνης μυριάδες τέτοιοι εξυπνόβλακες που κάνουν τα πιο πάνω και που ασχέτως αν το ξέρουν/καταλαβαίνουν/παραδέχονται ή όχι, οι πράξεις και οι βλέψεις τους φαίνονται σαν τα κακά σπυριά στον κώλο – και εν τέλει, αυτοί, δεν έχουν να μου πουν τίποτα και δεν με αφορούν.] Η παρένθεση έκλεισε. Και μαζί μ’αυτήν και το Ηδύφωνο, για το οποίο άλλωστε γράφεται αυτή η ανάρτηση. Κι αν αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο δεν σου λέει κάτι σαν λέξη, μη σκοτίζεσαι – δε χάθηκε κι ο κόσμος. Εδώ ο ίδιος ο εκδοτικός οίκος που το κυκλοφορούσε όχι μόνο δεν ήξερε τι πάει να πει Ηδύφωνο, όχι μόνο δεν ήξερε και δεν ενδιαφερόταν να διαβάσει τι γραφόταν με αγάπη και όρεξη στις σελίδες του, από τους ίδιους τους δικούς του συντάκτες αλλά και από τους συνεργάτες του, όχι μόνο ξεκίνησε να το διαφημίζει χωρίς καν να αναφέρει το όνομά του (γιατί τους ήταν δύσκολο), αλλά αποφάσισε, δείχνοντας ασέβεια στον κόπο και στο έργο των ανθρώπων πίσω και μέσα σ’αυτο, να το κλείσει γιατί προφανώς σύμφωνα με τα γεμάτα αριθμούς και μαθηματικές πράξεις τεφτέρια ενός λογιστάκου σ’ένα αναπαυτικό γραφείο δεν επέφερε ό,τι και όσο θα ήθελε ο εκδοτικός οίκος. Βλέπεις, αγαπητέ μου, ο πολιτισμός και η τέχνη δεν πουλάνε οπότε είναι αχρείαστο να υπάρχουν – άσε που οι άνθρωποι πίσω από την ιδέα και μέσα στο κάμωμα του Ηδυφώνου προφανώς δεν είχαν σώας τας φρένας αφού, άκουσον-άσκουσον!, επέλεξαν να ασχοληθούν με κάτι που δεν είχε να κάνει με κώλους, βυζιά και λοιπά σελεμπριτίστικα αλλά με θεατρικές παραστάσεις, βιβλία, εκδόσεις, μελέτες, έρευνες, μουσικές, κινηματογράφο, αφιερώματα και συνεντεύξεις. Ναι, αγαπητέ μου, το Ηδύφωνο ήταν “ένας ελιγμός ευτυχίας ώστε να μπορούμε να υπάρχουμε κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένοι”, να έχουμε λόγο να αγοράζουμε, να διαβάζουμε και να ξεφυλλίζουμε μια κυριακάτικη εφημερίδα μόνο και μόνο για ένα ένθετο. Δεν ξέρω αν με πιάνεις αγαπητέ μου. Ξέρω όμως, πως αν έπρεπε να εξηγήσω στα τιγκαρισμένα παράδες στομάχια και στα κατάδειανα μυαλά των λογιστών και των διευθυντών ότι η Τέχνη εμποδίζει τον πολιτισμό να καταστραφεί από τον εαυτό του, δεν θα τα κατάφερνα και δεν θα υπήρχε συνάμα λόγος να το κάνω – διότι αυτοί είναι ήδη κατεστραμμένοι από μόνοι τους. Απλά κανείς δεν τους το είπε ακόμα..
Σε όλη τη συντακτική ομάδα, στους ανθρώπους μπροστά και στους ανθρώπους πίσω, και ειδικά στον Μιχάλη και τη Μαρία, ένα τεράστο ευχαριστώ μετά χαμόγέλου. Ο πολιτισμός δεν κληρονομείται, κατακτάται – κι εσείς, έχετε ακόμη πολλά να κατακτήσετε.
ΗΔΥΦΩΝΟ / Πολιτιστικό Ένθετο της Κυριακάτικης “Σημερινής
ΗΔΥΦΩΝΟ / Το μοναδικό ουσιαστικό και ουσιώδες πολιτιστικό ένθετο του κυπριακού έντυπου τύπου

Starlings over Calais by Antony Owen

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

When God pressed her fingerprints over Calais
A million starlings swirled song-less over the jungle.

When God threw her black veil in grief for widows
A million starlings migrated to the bottom of the sea.

When God danced in her black dress to Aleppan anthems
two Mig birds left an aviary of wounds in a million nests.

When God wrote her ballads for man she used the ink-pot sea
A million starlings danced over Calais and sang from the diggers.

When God slit her wrists just she released a million starlings
She wanted to see the pain leave her but mankind never cared.

When a million starlings lie dead over Europe
wrap them in tents where the albatrosses slept.

View original post

Χριστόφορος Μπότσης, Τρια ποιήματα

chrisbotsis

ΣΦΙΧΤΟ ΜΑΝΙΚΙ

Είχα ένα όνειρο τις προάλλες,
ήμουνα λέει ένας γυμνοσάλιαγκας, η κάποιο είδος
μαλάκιου τελοσπάντων.
Και δεν υπήρχα ακριβώς, τουλάχιστον
δεν υπήρχε η έννοια του “εγώ είμαι ζωντανός και
παρών”, και απλώς γλιστρούσα
από ΄δω και από ΄κει, ένας κόσμος χωρίς τριβή, και
τα πάντα μπαινόβγαιναν
μεταξύ τους, δεν υπήρχαν διαφοροποιήσεις,
όλα ήταν ένα και ένα ήταν όλα. Ξαφνικά όμως,
με τύλιξε μια βαριά
κουβέρτα φτιαγμένη από γνώριμο κρέας, με κόκαλα
και φλέβες και κλειδώσεις,
και με είχε σα μια λουκανικόπιτα, η οποία
σιγά σιγά με απέβαλε, όπως το σκατό αποβάλλεται από
το σφιχτό μοβ
μανίκι το πρωκτού, και με τράβηξαν
και με σήκωσαν από τα ψωριασμένα μου πόδια, μου έχωσαν
δυο, τρεις χαστούκες
και φώναξαν: “Ένα αγόρι! Ένα αγόρι!”
Και εγώ γκάριζα μια αιωνόβια κραυγή, πραγματικά, δεν ήμουν
τίποτ΄ άλλο από ένα ορθάνοιχτο
στόμα, με ωμά ούλα και ρυτιδιασμένο
δέρμα από φλούδα πατάτας. Και όλοι φώναζαν οργιαστικά:
“Να ο κανακάρης μας!
Να ΄το το αγόρι!” Και ΄γω, με όλο μου
το είναι κατασταλαγμένο σ΄αυτήν την κραυγή, τους απαντούσα:
“Είμαι ένα τίποτα, είμαι ένα τίποτα!”
“Ένα αγόρι, ένα αγόρι! Να ΄το το αγόρι μας! Να ΄το! Να ΄το!
“ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ!”

***

ΚΑΡΝΑΤΑΚΑ

Μια φορά,
ήμουν εθελοντής στην Ινδία,
και ζούσαμε, εγώ και οι σύντροφοί μου, σε απαδασωμένες εκτάσεις,
με άστεγους γηγενείς πληθυσμούς,
και όλοι έμεναν “προσωρινά” σε χαμηλά προκάτ,
και δε τους βλέπαμε ποτέ έξω,
μόνο καταλαβαίναμε πως υπήρχανε
από τα μαύρα ματάκια τους που μας κατασκόπευαν
απ΄ τις εισόδους
και δεν υπήρχε ήλιος, μόνο ένας απέραντος καταγάλανος ουρανός
που ήταν αυτούσια φωτισμένος.
Τότε, όταν πήγα ως εθελοντής,
και σκάβαμε τρύπες στα ρυτιδιασμένα χωράφια της Καρνάτακα,
με το φράγμα αχρηστευμένο πια
χωρίς τίποτα υγρό να περικυκλώνει την τσιμεντένια αγκαλιά του,
και τις αλογόμυγες και τις ψείρες
ψόφιες παντού στα ραγίσματα της αποξεραμένης λάσπης,
είχαν έρθει να μας βοηθήσουν
κατηχητικά τάγματα
εφήβων, υποψήφιοι διαπραγματευτές τρομοκρατικών ομίλων,
που μίλαγαν πιο δυνατά απ΄όσο θα΄πρεπε
σε στάσεις του λεωφορείου,
και ενάρετων χελονολόγων
που έσπευαν να προλάβουν
το νευρωτικό σαλτάρισμα της διδακτέας τους ύλης,
και μας βοήθαγαν να σκάψουμε τρύπες,
αμβλύνοντας τις εθελοντικές μας τσουγκράνες
και ξεθάβοντας γόπες, πάμπερς, σερβιέτες
και άδεια μπουκάλια κουμκουάτ,
και είχαμε σκάψει μια τρύπα,
πέντε μέτρα βάθος,
βάλαμε πάνω σ΄αυτήν δύο μεγάλα σανίδια,
βάλαμε γύρω ένα ψηλό, συνθετικό παραβάν,
και φτιάξαμε μια βαθιά τουαλέτα για να χέζουμε.
Και πηγαίναμε όλοι σ΄αυτήν την τρύπα και χέζαμε,
και μέσα σε μια ΄βδομάδα η τρύπα είχε σχεδόν γεμίσει,
και όλα μας τα σκατά και τα κάτουρα
γουργούριζαν με κοχλασμούς, ενωμένα μέσα σ΄αυτήν την σούπα.
Και να σας πω, και μην γελάσετε,
τί απόλαυση που ήταν, να χέζω σ΄αυτήν την τρύπα
στην οποία οι συνάνθρωποι μου, οι σύντροφοι,
έχεζαν,
και πόσο μεγαλύτερη απόλαυση,
όταν συνειδητοποίησα,
πως ο καθένας από ΄μας, όταν έχεζε,
κοίταζε πέρα, πάνω απ΄το τετράγωνο περίγραμμα του παραβάν
και κοίταζε το ίδιο καταφωτισμένο τετραγωνάκι ουρανού.
Τι υπέροχο που όλοι μας μοιραζόμασταν εκείνο το κομμάτι ουρανού
ενώ χέζαμε, το οποίο άνηκε μόνο σε ΄μας.
Αυτό το επιφανειακά μονόχρωμο και επίπεδο κομμάτι
έκρυβε μέσα του
το απέραντο βάθος του σύμπαντος,
ένα γαλάζιο που βαθαίνει και απομακρύνεται από ΄μας
χωρίς σταματημό.
Κάθε φορά που έχεζα σ΄αυτήν την τρύπα,
κοίταζα τον ουρανό
και ενώ άφηνα το σώμα μου και ταξίδευα απείρως μπροστά,
ταυτόχρονα ξεγλίστραγα από πίσω και ενωνόμουν
με την γη και τους συντρόφους μου.
 
***

ΝΤΟΜΑΤΕΣ

Κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Επαναληπτικά και σταθερά, καθαρίζω ντομάτες.
Μια λεπτή στρώση αγνού δέρματος έχουν, που την τραβάω
διστακτικά, και έπειτα με πολύ φόρα, ώσπου να διαλυθούν οι θλιβεροί
κόμποι των λέξεων τους. Κάθε μέρα ξεφλουδίζω ντομάτες. Είναι σε απόψυξη
οι καημένες, έχουν βγάλει όγκους στα βυζάκια τους.
Τις προάλλες ήμουν σε μια καφετέρια στο Χαλάνδρι,
με κάποια διακεκομμένη φίλη που την ξεφύλλισα κατά λάθος
σε μια χρεοκοπημένη μπουτίκ στον πεζόδρομο εδώ, πιο πέρα, και ενώ
παρεστιγμένα συζητούσαμε, μας ένιωθα να εξατμιζόμαστε, να εξατμιζόμαστε…
Μα πάνω απ ́ όλα να φοβόμαστε. Οπότε αποφύγαμε τα βαριά, και πιάσαμε το τέσσερα
σαράντα- επτά.
Κάθε μέρα, μα κάθε μέρα, καθαρίζω ντομάτες.
Την έχω βγάλει με μακαρονάδες. Επαναληπτικά, ξεφλουδίζω,
με το μαχαίρι ξεφλουδίζω τις κονσέρβες. Εκείνη η διακεκομμένη κίνηση
με το μαχαιράκι, εκείνο το όνειρο της παρεστιγμένης φίλης, στο οποίο αυτή και
οι ντομάτες είχαν το ίδιο σώμα, από μάρμαρο και χλωρίνη, και ξαφνικά έκανε εμετό
και απέβαλε τις ντομάτες. Αλλά αυτές,
άφησαν μέσα της τους όγκους τους. Και αυτή
κουλουριάστηκε σε μια τσίγκινη κατσαρόλα, σωριάστηκε σαν
θεατρίνα πάπια που αναπαριστά κύκνεια άσματα, και έκλαψε ρινίσματα
σιδήρου. Οι ντομάτες με το ένα, κοινό τους στόμα, στραπατσαρισμένο με θεόστραβη
ουλίτιδα, γέλαγαν και κορόιδευαν, σαν μαλακισμένα έκαναν. Αλλά εγώ ξέρω πως
οι ντομάτες αυτές έχουν και ένα
δεύτερο, μυστικό, στόμα, κρυμμένο βαθιά μέσα στα
πούπουλα τους. Ένα μυστικό, τρυφερό στοματάκι, τόσο τρυφερό
που κόβεται με την καρδιά ενός μαρουλιού, που μόνο εγώ γνωρίζω πως
υπάρχει, και μόνο εγώ φιλάω. Οι ντομάτες αυτές με κοιτάνε επικριτικά γιατί έχουν
σιχαθεί τις ερωτήσεις που κάνω, και έχουν
βαρεθεί να μου μιλάνε. Δε με θέλουν πια στη παρέα τους,
δε θέλουν να λερώνουν τα χέρια μου άλλο με τα ζουμιά τους. Μερικές
φορές όμως, αν κάτσω και τις ψηλαφίσω πολλή ώρα, και έτσι, τις πείσω, με
αφήνουν μέσα τους, και μπαίνω ολόκληρος μέσα τους, δάχτυλα πρώτα, μετά το κεφάλι,
τον κορμό, με αφήνουν να μπω μέσα τους
και να τις φορέσω, να πατάω τα στομάχια τους, να τις φέρνω καούρες
να καίγονται οι φωνητικές τους χορδές και να μη μπορούν να μου φέρουν αντίρρηση –
Κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες, κάθε μέρα καθαρίζω ντομάτες…
 
*Ο Χριστόφορος μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα, αν και, ως ταξιδιάρικη ψυχή, έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια στην Αυστραλία, στην Ινδία και στην Αγγλία. Τελείωσε πρόσφατα τις σπουδές του στις Καλές Τέχνες και περνά τον ελεύθερό του χρόνο ζωγραφίζοντας και κυνηγώντας εκδοτικούς οίκους για να κοιτάξουν τα ποιήματά του. Δουλεύει σε γκαλερί στο κέντρο της Αθήνας.
**Αναδημοσίευση από Το Παράθυρο στο https://toparathyro.com/2016/07/02/χριστοφοροσ-μποτσησ-τρια-ποιηματα/