Giuseppe Ungaretti, La Pietà

iya-aeeuia-66-275x300

I.
Είμαι ένας άνθρωπος πληγωμένος.
Και θα ’θελα να φύγω
και τελικά να φτάσω,
Έλεος, εκεί που αγροικιέται
ο άνθρωπος που είναι με τον εαυτό του μόνος.
Δεν έχω παρά καλοσύνηκιέπαρση.
Και νιώθω εξόριστος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μα γι’ αυτούς μοχθώ.
Δεν είμαι άξιος στον εαυτό μου να επιστρέψω;
Κατοίκησα με ονόματα τη σιωπή.
Κομμάτιασα καρδιά και νου
για να πέσω στη σκλαβιά των λέξεων;
Και βασιλεύω πάνω σε φαντάσματα.
Ω, φύλλα ξερά,
ψυχή εδώ κι εκεί συρμένη…
Όχι, μισώ τον άνεμο που ’χει φωνή
πανάρχαιου θεριού.
Θεέ μου, αυτοί που σε ικετεύουν
μόνο κατ’ όνομα πια σε ξέρουν;

Μ’ έχεις διώξει από τη ζωή.
Θα με διώξεις κι απ’ το θάνατο;
Ανάξιος ίσως ο άνθρωπος ακόμα και για την ελπίδα.
Ξεράθηκε ως και η πηγή της τύψης;
Τι νόημα έχει η αμαρτία,
αν στην αγνότητα πια δεν οδηγεί;
Η σάρκα μόλις που θυμάται
πως κάποτε υπήρξε δυνατή.
Τρελή είναι και φθαρμένη η ψυχή.
Θεέ μου, κοίτα την αδυναμία μας.
Γυρεύουμε μια σιγουριά.
Ούτε που γελάς πια με μας;
Σπλαχνίσου μας, λοιπόν, σκληρότητα.
Δεν μπορώ πια να μένω εγκλωβισμένος
στην δίχως αγάπη πεθυμιά.
Ένα σημάδι δικαιοσύνης δείξε μας.
Ο νόμος σου ποιος είναι;
Κεραύνωσε τα ταπεινά μου πάθη,
λύτρωσέ με από τις αγωνίες.
Απόκαμα να ουρλιάζω δίχως φωνή.
`

II.
Σάρκα μελαγχολική
που κάποτε πάνω σου περίσσευε η χαρά,
μάτια απ’ το κουρασμένο ξύπνημα μισόκλειστα,
βλέπεις, ώριμη ψυχή,
τι θα γενώ, πέφτοντας μες στο χώμα;
Είναι μες στους ζωντανούς ο δρόμος των νεκρών,
χείμαρρος ίσκιων είμαστε,
αυτοί είναι ο σπόρος που στ’ όνειρο φυτρώνει.
Και το αλάργεμά τους είναι το μόνο που μας απομένει.
Δικός τους κι ο ίσκιος που βαραίνει στα ονόματα.
Η ελπίδα ενός σωρού από ίσκιους
είναι η μοίρα μας και τίποτ’ άλλο;
Και συ, Θεέ μου, δεν θα ’σουν παρά ένα όνειρο μονάχα;
Ένα όνειρο τουλάχιστον όπου, αλόγιστα,
ζητούμε να σου μοιάσουμε.
Γέννημα είναι καθαρής τρέλας.
Δεν τρεμοπαίζει στ’ ακροβλέφαρα
καθώς σε σύννεφα κλαδιών
τα πρωινά σπουργίτια.
Μέσα μας είναι κι ατονεί, μυστήρια πληγή.
`
III.
Το φως που μας κεντρίζει
είναι κλωστή ολοένα πιο λεπτή.
Δεν θαμπώνεις πιότερο, εάν δεν σκοτώνεις;
Δώσ’ μου την υπέρτατη τούτη χαρά.
`
IV.
Ο άνθρωπος, μονότονο σύμπαν,
θαρρεί πως αβγατίζει το βιος του
μα απ’ τα πυρετικά ταχέρια του
περνούν διαρκώς αγαθά πεπερασμένα
Στον αραχνένιο του ιστό
γαντζωμένος στο κενό,
δε φοβάται και δεν πλανεύεται
παρά απ’ την ίδια τη κραυγή του.
Γιατρεύει τη φθορά ορθώνοντας τάφους
και για να σε σκεφτεί, Αιώνιε,
άλλο δεν έχει απ’ τις βλαστήμιες.
(1928)
`
*************************************************************
Testi in italiano
“La Pietà’
`
I.
Sono un uomo ferito.
E me ne vorrei andare
E finalmente giungere,
Pietà, dove si ascolta
L’uomo che è solo con sé.
Non ho che superbia e bontà.
E mi sento esiliato in mezzo agli uomini.
Ma per essi sto in pena.
Non sarei degno di tornare in me?
Ho popolato di nomi il silenzio.
Ho fatto a pezzi cuore e mente
Per cadere in servitù di parole?
Regno sopra fantasmi.
O foglie secche,
anima portata qua e là…
No, odio il vento e la sua voce
Di bestia immemorabile.
Dio, coloro che t’implorano
Non ti conoscono più che di nome?
M’hai discacciato dalla vita.
Mi discaccerai dalla morte?
Forse l’uomo è anche indegno di sperare.
Anche la fonte del rimorso è secca?
Il peccato che importa,
se alla purezza non conduce più.
La carne si ricorda appena
Che una volta fu forte.
È folle e usata, l’anima.
Dio guarda la nostra debolezza.
Vorremmo una certezza.
Di noi nemmeno più ridi?
E compiangici dunque, crudeltà.
Non ne posso più di stare murato
Nel desiderio senza amore.
Una traccia mostraci di giustizia.
La tua legge qual è?
Fulmina le mie povere emozioni,
liberami dall’inquietudine.
Sono stanco di urlare senza voce.
`
II.
Malinconiosa carne
dove una volta pullulò la gioia,
occhi socchiusi del risveglio stanco,
tu vedi, anima troppo matura,
quel che sarò, caduto nella terra?
È nei vivi la strada dei defunti,
siamo noi la fiumana d’ombre,
sono esse il grano che ci scoppia in sogno,
loro è la lontananza che ci resta,
e loro è l’ombra che dà peso ai nomi,
la speranza d’un mucchio d’ombra
e null’altro è la nostra sorte?
E tu non saresti che un sogno, Dio?
Almeno un sogno, temerari,
vogliamo ti somigli.
È parto della demenza più chiara.
Non trema in nuvole di rami
Come passeri di mattina
Al filo delle palpebre.
In noi sta e langue, piaga misteriosa.
`
III.
La luce che ci punge
È un filo sempre più sottile.
Più non abbagli tu, se non uccidi?
Dammiquestagioiasuprema.
`
IV.
L’uomo, monotono universo,
crede allargarsi i beni
e dalle sue mani febbrili
non escono senza fine che limiti.
Attaccato sul vuoto
Al suo filo di ragno,
non teme e non seduce
se non il proprio grido.
Ripara il logorio alzando tombe,
e per pensarti, Eterno,
non ha che le bestemmie.
`
*********************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιταλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1888 και πέθανε στο Μιλάνο το 1970. Ανανεωτής των ποιητικών σχημάτων, με την ιδιόμορφη, μικρή, ποιητική γραφή του να χαρακτηρίζεται από επιγραμματικά, πυκνά κείμενα,απογυμνωμένα από στίξη και ρίμα, με ύφος λιτό, με λέξεις που «τέμνουν τη σιωπή», ήταν εμπνευστής, μαζί με τον Εουτζένιο Μοντάλε και τον Ουμπέρτο Σάμπα, της Σχολής του Ερμητισμού στην Ιταλία. Ο Ungaretti πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ιταλικό μέτωπο του Κάρσο, εμπειρία που σημάδεψε τη ζωή του και τον έκανε να βιώσει την αντιποιητική πραγματικότητα, συνδεδεμένη με τη φρίκη του πολέμου, τον σπαραγμό, την απουσία, και την αγωνία του θανάτου. Η θεματογραφία της ποίησής του συναρτάται με αυτόν ακριβώς τον κύκλο της ζωής του και αποτυπώνεται στους τίτλους που ο ίδιος έδινε στα βιβλία του, από την «Ευθυμία» και το «Αίσθημα του χρόνου»μέχρι το «Σημειωματάριο του γέρου». Ο Οδυσσέας Ελύτης το 1958 στα Ανοιχτά χαρτιά έγραφε: «Το ένα ποίημα, που αποτελούν όλα μαζί τα ποιήματα του Ungaretti, απλοποιεί τις γραμμές της ζωής και τις συγκεντρώνει σ’ ένα σχέδιο, που το καθαρό του περίγραμμα, όπως η θάλασσα γύρω από ένα νησί, μας αφήνει να δούμε καλύτερα ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο κόσμος όλων των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, όταν του αφαιρέσει κανείς τα βάρη της ματαιοδοξίας μας». Το συγγραφικ ότου έργο έχει συγκεντρωθεί σ’ έναν τόμο με τον γενικό τίτλο «Η ζωή ενός ανθρώπου», (Giuseppe Ungaretti,Vita diunuomo – Tuttelepoesie, Mondadori, 2005, IMeridianiCollezione).

*Mετάφραση-επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου.
**Από το http://www.poiein.gr/archives/34425/index.html

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 1390 ( ζουμερές ρόγες και παλιοπράγματα)

14729137_1056221991190535_680896145753658779_n

~
δρόμοι
αιδεσιμότατοι,
με το
νυφικό της νύκτας σου λέω,
λερωμένο
χωρίς
προσδοκίες,
μόνο θερμοφόρα της πίστης
για τον
καθένα,
γεμάτη από μέρες ενέχυρες,
και
γροθιές έρωτα
~
κατέβηκα
από τη πλαφονιέρα της φαντασίας,
ναι
σου λέω,
συμμετρική η θλίψη:
ξεβαμμένο
το εσώρουχο
και το βλέμμα αόρατο,
εθνικό
μουσείο Ελλήνων,
ευτυχώς υπάρχουν κάτι ταμπέλες που σε κάνουν
υπερήφανο:
wc προσφύγων
~
τέλος πάντων,
το κέρμα
της,
ο αυτόματος πωλητής
μου,
με πολλές ατμόσφαιρες η περιπλάνηση,
με αδύνατους
καρδιακούς παλμούς,
ταξινομεί
κατά
έρωτες
και μαζεύει χούφτες τους στίχους
για πέταμα
~

*Photo: alexmil

Julieta Valero, Τρία ποιήματα

dsc06778

ΚΥΡΙΑΚΗ. ΠΑΡΑΖΑΛΗ. Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΒΟΥΛΗΣΗ

Αντελήφθη σαν ωκεανός όπου μπορούν να λάβουν χώρα μεγάλα κύματα

και κοπάδια ψαριών πραγματικά πολύ μοναχικά.

Το πράσινο το πιο υπερφυσικό θα τα χάσει όλα γιατί τελικά ο Ήλιος είναι αυτός που προστάζει.

Η άσκηση της ελευθερίας δεν υπάρχει αλλά να προσποιηθεί θα πρέπει

– ένα εύρημα που συχνά στην αγορά, στο μπάνιο συμβαίνει – .

Το εφικτό είναι επομένως να χειρίζεται κανείς την ένταση ή το χρόνο που συμφωνούν στην έκθεση, στο σφουγγάρι, στην έβδομη δερμίδα.

Η παραζάλη, τη συνείδηση γδύνει, για παράδειγμα

και συμβαίνουν τέτοια πράγματα:

Από το παράθυρό μου η πτήση της πρώτης γύρης επιτρέπει να επισπευθεί ο απρίλης

και βλασταίνω στη φούστα ή στη δυστυχία εκείνης της γυναίκας που κουβαλάει κορίτσι, εφημερίδα, Κυριακή.

Αργότερα ανεβαίνω στο τρένο που κάθε οδός προς το παρελθόν προτείνει

και καταλήγω πως η κακοτυχία ήταν πάντα της αγάπης η υποτίμηση

πίσω από την οποία μένει το πέρασμα στην τρυφερότητα, το κρυολόγημα, η με την απουσία της ζαρτιέρας τελείωση

Αν δεν αντέχεται η ένταση τρία παραγγέλματα διασφαλίζουν το κλάδεμα μίας ζωής.

Πολύ πιο διεγερτικό από το κατεργασμένο δέρμα, το ορατό ζευγάρωμα ή το φώλιασμα στη γραμματέα είναι η επίγνωση της θνητότητας και η επιζήτηση συντροφιάς

Απ’ την πλευρά μου προτιμώ να διαπραγματεύομαι με το φως και συστήνω σαν νάρθηκα και στέγη την κομψότητα.

Αλλά υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να βάλεις το γράμμα σ’ αυτό το έγκλημα.

Σε μερικά πλάτη γεωγραφικά περιορίζονται στο να χορεύουν.

***

Ο ΣΙΝΤΑΡΤΑ ΣΤΟ GOOGLE

Η ιστορία του νεαρού πρίγκηπα που βγαίνει απ’ το παλάτι
και ανακαλύπτει ξαφνικά την αρρώστια και το θάνατο,
την απάτη. Όλα συνέβησαν τόσο ραγδαία… Η απογοήτευση,
γοητευτική, όπως το σεξ. Και αναγκαία. Οφείλουμε
να φάμε πολλά φρούτα και να κατανοήσουμε το Ισλάμ
και η μέρα επίσης θα ευχόταν να έχει εικοσσιτέσσερις ώρες
για εμάς. Αλλά υπάρχει, δεν ξέρω, ένα λάθος
δομής˙ έξω και μέσα, ίσως.
Το πιο σοβαρό από όλα το βλέμμα.
Το πιο ευαίσθητο το δέρμα.

Και υπάρχει μια μορφή ανίας
υγιεινή, των ναρκωτικών η απουσία.

Εδώ βραβεύουν της νιότης το τελείωμα με μια σοφίτα.
Σήμερα είδα έναν πελαργό να φωλιάζει στη μύτη
ενός υπέρμετρου γερανού και είδα
τη διαγώνιο της ανάγκης ιχνογραφημένη από ένα λαγωνικό.
Ποτέ δεν θα μάθω από τι δραπέτευε ο ένορκος
τη σύγχυσή μου δεν θα λάβει υπ’ όψιν αλλά ναι
τον τρόπο με τον οποίο εξηγώ την τάση, να καθηλώνω κόσμο.

Σε εύθετο χρόνο κι ένα δωμάτιο περισσότερο
ή λιγότερο άδειο, πολλοί από εμάς δεν απογοητεύουν.

Αυτοί που έχουν παιδιά, σε καθαρές μορφές απελπισίας προσχωρούν.

Αυτοί του Νοτίου ημισφαιρίου δεν έχουν προβλήματα με το αφηρημένο.
Ναι για τους τυφώνες δυσπιστούν.

***

ΜΩΡΟ

Τι ένταση στο δέρμα φωτεινή
τι επίκειται όλων γιατί θα συμβεί.

Θαύμα, αλλά ανεπιτήδευτο, του καρπού σαν άκρη του κλαδιού.
Ποιος θα μαρτυρούσε τέτοιες αρμοδιότητες απ’ το κλαδί: παραχώρηση χρώματος
κίνηση, αέναη εγκαινίαση.

Από αηδία ανακάτωση κι οι Δευτέρες, όλα είναι σύμβολο της ηδονής:
η σιελλόροια χωρίς ασθενή, ο πόνος που καταλήγει
όπου το δάκρυ χάνει υγρά.
Η πείνα δεν μετριάζει σε καμία ζυγαριά,
σε ηπείρους δυστυχείς.
Όλα όσα πονούν φτάνουν για να μεγαλώσει.

Επίσης της ομοιότητας φανέρωση και η μικρογραφία.
Ομορφιά από αυτό που θα διαστρεβλώσει τη βρωμερή ζωή ή
από το ποδαράκι στον μαραμένο στηθόδεσμο.

Τι να σου πω˙ έχεις γεννηθεί. Μένει το ημερολόγιο
Στο μπουμπούκι κούρνιαξε η αιωνιότητα.

(Ποιήματα ανήκοντα στη Συγγραφή, 2010)

*Η Julieta Valero] (Μαδρίτη, 1971), είναι πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές και δοκίμια κι έχει βραβευτεί σημαντικά για το έργο της. Συντονίζει το Ίδρυμα Κέντρο της Ποίησης José Hierro.

**Μετάφραση: Άτη Σολέρτη

Κωστής Τριανταφύλλου, ν

1a

α.

πήρα μια βαθειά ανάσα
αέρα που έρχεται από μακριά
εκεί όπου βρυχώνται των ανέμων οι βράχοι νησί
είσοδος στις μικρές ομίχλες αγκαλιά να διαλύεται
με βαθειά εισπνοή
αέρα που φέρνει
νυκτερινή πλοήγηση σε σκηνές άναυδες
τον άλλο κόσμο των βράχων που συνομιλούν
με τον άνεμο να τους γδέρνει
αέρα που ξεροσταλιάζει στις ψημένες ξερολιθιές
όπου ριπές καταιγιστικές σε μια δίνη μηνυμάτων
φυσάει πάνω από την θάλασσα και ξεσηκώνει
μέγα βουητό τραγούδια αισθήσεων πλεγμένων
στο νησί πάνω στην άμμο της κλεψύδρας
αμμοθύελλα ονειροδαρμένη
ψυχές
περπατάω στον βυθό του γαλάζιου
τα βράχια ψιλή άμμος του ανέμου
περιήγηση εν πλω κραυγή στην ομίχλη
φεύγω στο βάθος με μια εισπνοή
χαμένος σε δίνη
μια κι έξω
νησί

β.

είσαι κι εσυ στο νησι
εκεί ο αέρας ηγείται εκμαιεύει τα βράχια
εγγράφει νέες σκέψεις φαράγγια δύναμης
όπου βγαίνουν ελεύθερες συνθέσεις
πλεξούδων λέξεων και συνειρμών μετάβαση
σε περίοδο περίσκεψης και τρέλας η περιπλάνηση
ξενάγηση σε άγνωστες λέξεις θεούς ακατάληπτους
όντας το μάγμα στερεοποιημένο σε μιαν ανάσα έμπυρη
γνώστη των άνισων διαδρομών
να φέρνουν την επόμενη σκηνή εκπνοής σε άπνοια

όταν διάλεξα νησί Μαρία την πήρε ο άνεμος και την σήκωσε ολόκληρος κόσμος λογοτεχνίας άνοιξε μπροστά μου να κλείνω τα βιβλία το ένα μετά το άλλο να μην με απορροφήσουν μέσα τους σελίδες σελίδες διείσδυση γεμάτες υπονοούμενα γεια σου Μαρία και διάλεξα το επόμενο όνομα όταν μου έδωσες τον χάρτη να τοποθετηθώ στο νησί σύννεφο άνεμο λέξη στη λέξη

γ.

είσαι κι εσύ νησί αέρας των βράχων
μόλις που αποβιβάστηκες στη γραφή
αλλόκοσμος βρυχηθμός παφλασμός έκρηξη
κυκλάδες όνειρα με διαπασών κοχύλια άγγιγμα μια παραλία
παλίρροια μυρωδιές αέρας ονείρων
υπόσχεση που σου δίνει το νησί
είναι πάντα ώρα για βουτιά
υπάρχει πάντα ένα νησί στον ορίζοντα
μέσα στον άγριο άνεμο ανασαίνω
αναγνωρίζοντας τις καταιγίδες
ελευθερία

δ.

αλλαγή πλεύσης πέτρα περίπτυξη
ατμοπλοϊκή ή διαδικτυακή σύνδεση
σπάνια συνομιλία
γι’ αυτό κάποια νησιά
φεύγανε σε άτακτους κυματισμούς
ενώ άλλα αλαφροΐσκιωτα χανόντουσαν
σε συνεχή αναμέτρηση με τις βουνοκορφές η ανάσα
μου πήρε τον αέρα μου
που αφήνει τα όνειρα χωρίς φακούς
να βρίσκουν τα δικά τους μονοπάτια
τις νυχτερινές ώρες περιδιαβάζοντας νησί
από νησί σε νησί σύννεφο που χάνεται στον αέρα

ε.

έτσι στο νησί
αλλά όπως πάλι είπες κι εσύ
ήμασταν μαζί κάπου οράματα οπωσδήποτε
πάντως ναι ιπτάμενες οφθαλμαπάτες για το ταξίδι
οπτασίες να υφέρπουν υπολογιστές ραντάρ διαδίκτυο
οθόνη αποβίβαση αοριστία υπερβολή εκπνοή
στη μέση του πουθενά ήμουν νησί λοιπόν
ανεμονησίδα πλοήγησης στην κορυφή του κόσμου
να σε παίρνει και να σε φέρνει δυνατός αέρας
στην κρυφή πλευρά πάνω στον άνεμο στη σιωπή

στ.

για όλα φταίει ο άνεμος
άσκησης επί χάρτου το νησί
παίρνω τις λέξεις μου και φεύγω
όπως και άλλες γνωστές αγράμματες λέξεις
πίσω στους δρόμους της αυτοκίνησης μανίας
με σκέψεις άλλων λέξεις
η εκπνοή δεν είναι πάντα τέλος διαδρομής
μπορεί όμως να γίνει το παιχνίδι

ζ.

έτσι είπες κι έγινες νησί
στη γραφή που εισπνέει εικόνες κι αισθήσεις άμετρες
που φέρνει στον ύπνο το νησί ολόκληρο αερικό
γεμάτο παρελθόν και μέλλον
οι νεκροί μου ζωντανοί αέρας πολύς
κι οι ζωντανοί στο όνειρο τραπέζι μαζί

το νησί είχε ακόμη και δένδρα
στο νησί έβρισκες αεροδιαδρόμους απογείωσης
ένα με το νησί σε ρυθμούς ερωτικούς
το νησί όπως κήπος κείμενο σύννεφο
ανεμοστρόβιλος

η.

ξαφνικά συθέμελα και κατά συρροή καταστροφή
σαρώνει το νησί που φέρνει
φλόγες που χορεύουν πανικό
να σου κόβεται η ανάσα στο κενό
ένα νησί σταχτί στην μέση του ονείρου νεκρό
νησί εφιάλτης στο γκρεμό

λένε πως φταίνε τα δέντρα
κι ο αέρας που φέρνει
μυστικές συνομιλίες της φύσης

καμένο ξημέρωμα στο νησί απνευστί και σταχτί

θ.

η εκπνοή
το νησί ξεσηκώνοντας
βόμβο βαθύ συμπαντικό
πνοή στο θρόισμα των λέξεων εκείνων
που μου φέρνουν
νησί στο νησί τον αέρα που εισπνέω λέξεις εκκίνησης
προπομπούς περιήγησης βαθειάς ανάσας

*”ν” Αθήνα, 2009

**Για τον Κωστή Τριανταφύλλου επισκεφθείτε
http://www.artopos.org/artists/costis
http://www.youtube.com/user/fromcostis
http://www.issuu.com/costi
http://www.costis.gr

inside

Σπύρος Μεϊμάρης, Διαδρομή

%ce%bf-%cf%8d%cf%80%ce%bd%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%ae%cf%82

Πηγαίνω από το ένα στο άλλο.
Ολόγυρά μου φωνές πουλιών, θόρυβοι εωσφορικοί,
φόβοι εξωπραγματικοί, ιδιόρρυθμες στιγμές
που δεν κατορθώνω να δαμάσω.

Πέρα στα μεσημεριανά χωράφια ίσως υπάρχει
κάποια ελπίδα να αναθαρρέψει η καρδιά μου-
χωρίς ανθρώπινες φωνές, μονάχα η Φύση.
Πέρα εκεί κάτω που ονειρεύτηκα.

Ο Χρόνος είναι συνεργάτης μου
στη διαχείριση της Πραγματικότητας.
Οι άλλοι πεζοί δεν με αφουγκράζονται.
Ο φόβος που με καθορίζει γιγαντώνεται.

Στα μακρινά δρομάκια γεμάτα τριανταφυλλιές
οι κάργιες από πάνω, μικρό παιδί παρασυρμένο
από τη δύναμη της Ζωής υφαίνει το νήμα.

Τώρα στους αντίποδες, τα ίδια καμιόνια σκοτώνουν
τα όνειρα, η φυλή αυτή είναι καταδικασμένη,
ίσως κι εγώ μαζί της.

Τα βιβλία δεν προσθέτουν τίποτα, μια φορά κι έναν καιρό,
μια συνήθεια, μια προσκόλληση, ένα τρέμολο,
μια ανησυχία βαθιά μέσα στο Είναι-

Άδειασαν όλα κι έγιναν σαν αχιβάδες-
όλο το Παρελθόν ρουφήχτηκε, το σώμα στέγνωσε,
μια σειρά από λάθη οδυνηρά τερμάτισε τον Χρόνο.

Ξανά από την αρχή.
Όπως μεγαλώνουν τα νύχια & τα μαλλιά.
Και το κεφάλι πονεμένο διασχίζοντας
την Αγίου Μελετίου μεσημέρι καιρό με ιδρώτα.

Είχαν αφαιρεθεί όλες εκείνες οι εικόνες στον ύπνο,
ολόκληρες περίοδοι.
Και τότε άνοιξε μια δίοδος προς τον Θεό μέσα από πόνο,
μέσα από λάθη, από μετάνοια.

Φέρτε κοντά μου τα αντικείμενα
με τα χρώματα & τις μουσικές τους.
Ακούμπησε πάνω τους για λίγο και ησύχασε.
Τον είχε παρασύρει η Νύχτα του Novalis.

Μια παραφροσύνη τον είχε κυριεύσει.
Ήξερε, γνώριζε ότι δεν τον συμπαθούσαν,
γι’ αυτό ήθελε να εξαφανιστεί δια παντός.

Αποκαμωμένος ήθελε να πέσει να κοιμηθεί
αλλά μέσα του, στην καρδιά του που είχε ζωηρέψει,
ευαισθητοποιηθεί, γίνονταν διάφορες κινήσεις
που κανείς δεν καταλάβαινε.

Έπρεπε να γείρει πάνω από το Παρελθόν,
από αυτό το αρτεσιανό ρεύμα.
Έτσι πλούσιο όπως ήταν πολύ του ταίριαζε.

Ο θόρυβος ιερός από ανθρώπινες δραστηριότητες
ανέβαινε σιγά-σιγά στο κεφάλι του,
τον διέλυε σιγά-σιγά, τον έφτιαχνε
κάπως διαφορετικό μέσα στην Έρημο.

Κοντά του, σιμά του, ήταν το ροζ χέρι
που κρατώντας το στυλό έγραφε, σημείωνε.
Είχαν όλα περάσει ανεπιστρεπτί.

Τι κρίμα!
Πώς γέμιζε άραγε ο Χρόνος;
Πιο μέσα το κρεβάτι όπου κοιμόταν.

Και δεν μπορείς να συνέλθεις με τίποτα
βλέποντας τους άλλους τόσο πολύ.

Αυτό που βλέπω είναι ο πληγωμένος εαυτός,
ο κίνδυνος διάλυσης του εαυτού
ή ο διαλυμένος ήδη εαυτός.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Από τους “Δώδεκα”

535442_3298885743411_1005924418_33163904_567182548_n

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριέ μου; Κι όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σε ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

*”Οι Δώδεκα”, εκδόσεις Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία 2011.

2 ποιήματα | Γιωργής Σαρακηνός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gior

Ραντεβού στην Κόλαση με τη Βάντα

προ ετών παιδί κι εγώ βαρκάδα στην αντιχουντική ελλάδα από τον καύσωνα του απεργούντος λιμένος ηγουμενίτσης, οι αριστεροί θερμόπληκτοι τουρίστες σάς ζηλεύουν γλύφοντας το ιόνιο ονειρεμένο δειλινό σε στάση αναμονής και ουράς Αυτή τη φορά γιατρέ ζηλεύω τον ποιητή και θεατή! Γκουντ μόρνινγκ Λευκωσία! Συνελήφθην υπό υποχρεώσεων εις προθάλαμον ιατρείου και πόρφυραν ουκ είδον, ότι πλησίον ήτο ιλύς γενέσεως γητευτού και μαγγανείας Ασθενούντων γονέων περίθαλψις, επαναγραφή «ναρκαλιευτικό Αλέκος Κουμπής», μαρινάρεται ο πόρφυρας το σκοτεινό του ρύγχος πριν γυρίσει κατά πάνω μου
σαν τον σερβίρουν

View original post 48 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, λόγια

14721441_552312724967248_5091544142646672812_n

……………………..
λόγια σιωπηλά
λόγια ανεπαίσθητα
λόγια σε χαραγμένα γράμματα
λόγια σε χείλη αθώα
λόγια αδιάντροπα
λόγια σε ερείπια
λόγια σε κλειστούς δρόμους
λόγια σε γκρεμούς
λόγια σε πλάνες
λόγια σε προσμονές
λόγια σε όνειρα
λόγια σε ώρες αιχμής
λόγια σε ώρα ανάγκης
λόγια σε πίκρες
λόγια σε μισεμούς
λόγια σε εμπαιγμούς
λόγια σε καρδιές
λόγια σε ψυχές
λόγια σε σκιές φλύαρες
λόγια σε βραδινές εξορμήσεις
λόγια σε πλημμύρες
λόγια σε κρύσταλλα
λόγια σε μελωδίες
λόγια σε αγνότητες
λόγια σε όρθρους φευγάτους
λόγια σε ανταύγειες
λόγια σε σεπτές μυσταγωγίες
……………………….

Yannis Livadas: “The instrument of poetry is not the poem; it is the poet. In truth, poems are the parasites of this consummation” – An interview

Yannis Livadas is a contemporary Greek poet, born in 1969. In 1993 he invented the «fusion-sonnet». In 2008 he came up with the idea of «organic antimetathesis», the transpositional synthesis of poetry based on the scaling indeterminacy of meaning, of syntactic comparisons and structural contradistinction. He works as an editor, translator, and independent scholar with a specialization in modernism, postmodernism, and haiku. He is also a columnist and freelance contributor to various literary magazines. His poems and essays have been translated into twelve languages. He refuses any participation in festivals, literary events, or associations related to poetry, on an international scale. He lives in Paris, France.

This month, Yannis took time out of his schedule to discuss not only poetry, but the current cultural context. We live in a time of immense change, underpinned by new racial tensions and the upsurge of technology which brings new discovery and societal recession in alarmingly equal measure. Yannis’ beloved art form, jazz, twists into new, but commercially driven forms and as a poet who deals in experimentalism and comparison, it’s interesting to see how he views various schisms in literature and wider culture. In many ways poetry mirrors our reality, changing with time but also recording its behaviour. Poetry is unaltered but our interpretation of it changes with time. But as Yannis suggests, like time and the human experience, poetry is unpredictable too.

Which period in literary history have you taken the most influence from and why?
Romanticism, Symbolism, early Modernism and early Postmodernism. I think that they have played a crucial role concerning the substructure of my identity as a poet. Yet their influence completed, reached to an end, at least a decade ago. This is the role of such influences, after all. Present and future are taking form, obtain substance through the risks that you take, regardless of any previous influence or advice.

You have frequently cited jazz as one of your favourite art forms. What is the most wonderful thing about jazz for you?
Freedom in terms of creativity and style and in terms of individualism; in other words, uniqueness. Yet, although in the past, I accepted the term ‘jazz poet’ for myself. I no longer use it or am attached to it since most of the people get a notion of something completely opposite from what actually happens. What mattered, at least what mattered for me, was the inheritance of this tradition, or at least, of some elements who define its nature.

‘Poetry is neither part of the decoration of the human world nor a priestess for the redemption of its wounds’

Jazz is having a resurgence in mainstream circles currently. The likes of Kasami Washington and Kendrick Lamar are taking jazz in new, interesting directions. You said in an interview with Empty Mirror that jazz offered you ‘faith in permanent innovation in poetry.’ Do you think artists like these are fulfilling that notion of innovation?
No, I certainly do not believe that. New directions can be found in the work of Anthony Braxton, Peter Brotzmann, Alexander Von Schlippenbach, and others. The kind of ‘music’ of these two you mentioned means nothing to me and certainly have no organic connection with the spirit of jazz. This is commercial baloney.

When it comes to the meaning of poetry, do you feel that is constructed by the reader due to their own interpretation, or that the meaning is set by the poet and they are simply waiting for the reader to decipher it?
The reader is a volitional receiver, the poet is a creator. One creates one receives. If the conditions allow this transfer, what others call ‘communication’, to happen. Beyond that; all interpretations are nothing more than innumerous substantiations of the fact that poetry is limitless- if there are readers and poets. Poetry is neither part of the decoration of the human world nor a priestess for the redemption of its wounds. It is the ultimate and continuous simulation of its destruction and creation. Every differentiation of this phenomenon is just another layer of the undifferentiated. This is the work of the poet, that is, his destiny. On the other hand, the work of the reader is something else, which, in any case, has no similarities with the poet’s.

‘Poetry is that cohesive force of the poet’s spirit and body, which comes to pass every time it is written on paper’

Do you think that poetry provided an antithesis to reality or our perceptions of it?
In poetry, what is apical is what is thoroughly unpredictable and which emerges from the intentional ridding of poetic speech from its evident balance and its apparent strategy. Antithesis and synthesis constitute the light and shadow of the art of poetry.

You have mentioned your interest in jazz and postmodern literature. Does the construction of these types of texts and the ideas they put forward affect how you approach the writing of your own poetry? Or is your writing style freer with no attachment to any ideals or Methodism?
The only attachment is that of the void between life and death. This is, by the way, the place and time of poetry. The poet manages to not submit to humanity by taking on the weight of its collective fall. He is the human being who experiences reality in full, certainly not a homunculus who belittles existence, who oscillates between self-definition and social appearances. I say all these because in there lies the way of poetry, it’s possible or impossible methods. Poetry is that cohesive force of the poet’s spirit and body, which comes to pass every time it is written on paper. The instrument of poetry is not the poem; it is the poet. In truth, poems are the parasites of this consummation. Once poetry enters circulation in form, it is dead. The poem is from now on a death announcement; despite that, it says a lot. The reader and the aspiring poet ought to raise their own potential for poetry out of this announcement, taking in consideration both the fact of its being publicly posted and what is written on the paper.

‘Logic is one among the endangered species’

What about Paris draws you back every time? Does it provide a rich breeding ground for your poetry?
I live permanently here; I don’t return; this is my base. And it’s nothing more than a big chance to escape from my devastated and regressive country, which is Greece. It has nothing to do with poetry or ‘poetic life’. Paris is a famous and beautiful city but it’s not a city for poets and artists, since there are no cities of that sort. The ‘artistic atmosphere’ is a huge lie and is connected with the general fakeness and pretense which dominate this city and all the cities and countries of the world.

The advent of technology and the internet is changing human interaction and behaviour. Do you think poetry is reacting in accordance?
Internet and high technology in general are an extension of a spoon and a plate. What matters is the way we use it; logic is one among the endangered species. Imagine the connection between logic and poetry.

How do you see poetry progressing and manifesting itself in culture in the years to come?
The hope of communication will always be the pretext, but authenticity remains the most serious irreverence in the interests of humanity. The pen pushers will be drowned in the laurels they duly exchange among themselves, in honor of their exceptional works and following that, no remorseful restitution will take place in the form of acknowledging the true poets but, on the contrary, they will start a pogrom, a genocide of true poets. If it has not already begun.

*From http://www.vendorculture.com/?p=1089

11220123_10204846987439302_988312481019382396_n

Γεωργία Τρούλη, Στο γόνατο

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%821

Όταν κρεμάσανε στους τοίχους αυταπάτες
Περπάτησαν χέρι χέρι μέχρι το τέλος της φρίκης
Η μοναξιά διαδρομή
Δεν χαρίζει κάστανα
Μόνο σχήματα λέξεις και εγώ
Από εκεί ξεκινώ γεμισμένος Παρίσι
Και ανάμνηση
Γεμάτος γυναίκα παιδί κατοικίδιο
Άδειος από χολή και συστροφή των εντέρων
Άδειος από μάταιο
Δεν κάνω τραμπάλα ούτε σε ήλιο
Μήτε σε φεγγάρι
Μόνο σώμα- αυτό αρκεί
Ένα χάρτινο προσκέφαλο τρυπάει εικόνες στο κρανίο μου
Από την μια άκρη ως την άλλη
Σήμερα όμως χάιδεψα δυο πορτοκάλια στον κήπο
Έδωσα στην γάτα ένα ψαροκόκκαλο υπομονή
Και μια εξαίσια μουσική από τα παράθυρα που ανοίγουν καταμεσήμερο
Κάθε απόγευμα κάνω σπουδή στο κατακάθι του καφέ μου
Ξεφυτρώνει μια έλλειψη με το χθεσινό λουλούδι που φύτεψα
Περνάω σε μεγαλύτερο σχήμα
Σε λιγότερο χρώμα
Στηρίζομαι στο ένα γόνατο
Το άλλο το σφάζω κάθε νύχτα μαζί με τα πουλερικά
Τα φτερά γεμίζουν δωμάτιο – λες
Τίποτα δεν υποχωρεί
Δημιουργείται ξανά

*Το ποίημα “Στο γόνατο” γράφτηκε σε συνομιλία με έργο του Γιώργου Σκυλογιάννη, εικαστικού και καθηγητή της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, με τον οποίο η ποιήτρια έκανε μια παρουσίαση. Τα τρία έργα οι εικόνες των οποίων αναρτώνται εδώ είναι του Γιώργου Σκυλογιάννη.

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%82-2

%cf%83%ce%ba%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b7%cf%823