Ισόβια θητεία
η έρημος που βρεθήκαμε.
Η ξηρασία στεγνώνει τις φωνές.
Το ίδιο τίποτα
μαραίνει τις κινήσεις.
Τις νύχτες σκάβουμε όπως-όπως
τρύπες στους βράχους για κατάλυμα
μα, έκθετοι ξανά τα πρωινά,
διψασμένοι
νομίζουμε
πως η όαση της ανακούφισης σιμώνει,
ενώ, ιδέα εκείνη,
όλο μετατίθεται
για την επόμενη παραίσθησή μας…
Από τη συλλογή Ισόβια θητεία (2006) της Μαρίας Ψωμά
Είναι μια μέρα δίχως νέα
αφού κυριαρχούν τα χθεσινά
όταν με αποκάλεσαν ξένο
πάλι
και με ρώτησαν ποιας εθνότητας
είμαι
εκείνης των προγόνων μου – ξαναείπα
η πολλοστή σπατάλη εξηγήσεων
άχνη της γλώσσας του Δάντη.
Μια μέρα δίχως νέα
στον κήπο μου δυο κερασιές άνθησαν,
μοσχοβολούν βάρβαρα διαμάντια
και μεταδίδουν
τα νέα του σήμερα.
Περιπατητής σε δρόμους αχάρακτους
σύντροφοι τα ξωτικά της φαντασίας.
Ξέρω θα μου πείτε
τα πλουμιστά εμπορεύματά σας
φαντάζουν διαλεχτά.
Όμως στις παράγκες του κόσμου ξεθωριάζουν.
Δεν τα χρειάζομαι.
Αφήστε με ήσυχο ν’ ανησυχώ.
***
Δίνη
Τούτες τις ώρες
μοναξιά διάχυτη.
Η συνέχεια του προηγούμενου αιώνα
με μαζικά εγκλήματα.
Φτάνει πια.
Πόσος πόνος σε δυο αράδες;
Θέλω να σου πω
η δίνη με παρασέρνει.
Αίμα αθώων.
***
Οργή
Ουρλιάζω στις φωτιές
μαζί με τα καιόμενα δέντρα και τους ανθρώπους.
Ουρλιάζω στις πυρπολημένες βουνοπλαγιές
μαζί με τα πουλιά και όλα τα ζώα των δασών.
Ουρλιάζω για τη διατίμηση της ανάσας μας.
Ουρλιάζω για όσα αφανίστηκαν
και θέλουν αιώνες να ξαναγίνουν.
Προδότες της ζωής
τα ουρλιαχτά μας εφιάλτες σας.
***
Σύλληψη
Σε κρυστάλλινους δρόμους το είδωλό μου.
Κάμερες παντού στην πόλη
αόρατα βλέμματα.
Ελεύθερο το φιλί μας
συλλαμβάνεται σε οθόνες.
Κατοχή
η ψυχή μας παραφράζεται.
***
Ψωμί
Τα πουλιά πέταξαν μακριά
χάθηκαν στον ορίζοντα.
Λιγόστεψε το ψωμί.
Εξουσία των λίγων.
Ψίχουλα
μερικά σπουργίτια τσιμπολογούν
στους καρπούς της σιωπής.
***
Κυριαρχία
Τικ τακ το εκκρεμές του Γκουαντανάμο.
Τικ τακ ο μετρονόμος της εξουσίας.
Τικ τακ η συμφωνική των κυβερνήσεων.
Κλεψύδρα απύθμενη.
Τικ τακ οι καρδιές των αιχμαλώτων.
Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Ανάβω τα χλομά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Τα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν όλα δολοφονούνται.
Τώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές υποκλίνονται.
Τώρα πεθαίνουν.
Οι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας μας περιπαίζουν.
Εγώ έχω μέσα στη θύμηση μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά
κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Μαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πως βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Κος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Κος πρέσβης;
Και τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πως θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
Ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;
Στο κοσμηματοπωλείο,
ο ωραίος ιδιοκτήτης βοηθάει τη νεαρή πελάτισσα
να διαλέξει δακτυλίδι.
Συνεχώς γλυκοκοιτάζονται.
Στη συνομιλία τους οι λέξεις σαϊτιές και θωπείες.
Μια παντομίμα ερωτικών ανταποκρίσεων
με ιδιάζουσα χάρη εκτυλίσσεται.
Φωτίζεται η ατμόσφαιρα ανάμεσά τους,
ένας μαγνητισμός πλαταίνει και δυναμώνει.
Είμαι στην άκρη, σαν θεατής.
Λίγη ζήλεια με κεντρίζει.
Όμως αμέσως την προσπερνώ, τη σβήνω.
Το περιβολάκι των ερώτων μου τερπνό,
οι καρποί του εύχυμοι.
Τι να ζηλέψω.
Η νύχτα μας εξαντλεί
η προφύλαξη έγινε απαραίτητη
έξω παραμονεύουν οι κυνηγοί
με τα χιλιάδες μάτια
που ψάχνουν το μυαλό μας
μας απορροφούν ψηλά απ’ τα παρατηρητήρια
συνδεδεμένα με τον βαθύ ύπνο μας.
***
Η παρέλαση σταμάτησε ξαφνικά στη μέση
οι σημαίες και τα όπλα είχαν γίνει βάτραχοι
και πηδούσαν στην ανοιξιάτικη βροχή.
***
Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν
η μια κοντά στην άλλη
καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο
της ζωής μου
δεν λυπάμαι για τίποτα
παρά μόνο, αυτό το κόκκινο ψάρι
που κλαίει στην αγκαλιά μου.
***
Δε θέλω να πεθάνουμε
σαν τα μικρά πουλιά
ή “τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας”
αλλά να γλεντήσουμε
με τα γλυκά πουλιά μας.
***
Μια νύχτα
με το περίστροφο
άνοιξε μια πόρτα στο μυαλό του
να ελευθερώσει
τα όνειρα.
***
Σήμερα ερωτεύθηκα τη νύχτα
και το τρελό φεγγάρι
μούκλεψε το πρόσωπο.
***
Αστρογέννητα δέντρα
διαμάντια πάνω στα φρέσκα φύλλα
μια βροχή θεϊκή
μια βροχή που σέρνει μαζί της αστέρια
η βροχή είναι ερωμένη μου
θ’ αγαπήσω ό,τι καινούργιο
υπάρχει στο νερό που κυλά
μες στην καρδιά αυτού του γέρικου δάσους.
***
Μες στον διπλό καθρέφτη
του έρωτα και του θανάτου
καθρεφτίζομαι
χωρίς τέλος.
*Από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.
δεν μπορώ να μιλήσω για
πολλά φεγγάρια
καθώς μεταφέρονταν οι καταυλισμοί (1)
δεν μπορώ να πω για
την τελευταία σπουδαία μάχη
να εξιστορήσω άθλους ή
να πω πώς παίρνεις τα σκαλπ
δεν ξέρω πώς ήταν να
κυνηγάς βουβάλια
ή να χορεύεις τον χορό των πνευμάτων
μα
μπορώ να δω έναν αετό
σχεδόν σβησμένο
πάνω σε γελοία πλαστικά κυπελλάκια
μπορώ να ταξιδέψω σε ανταμώματα (2)
κατασκηνωτών και winnebagos (3)
μπορώ να φάω κρέας βουβαλιού
στο τουριστικό κιόσκι με μπέργκερς
μπορώ να χορέψω σε ινδιάνικη μουσική
το ροκ εν ρολ χέι-α χέι-ο
μπορώ,
και δυστυχώς
το κάνω
***
ΗΛΙΘΙΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Μετά από μια ολόκληρη ζωή γεμάτη ηλίθιες ερωτήσεις
θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γίνει
πιο ανεκτική, πιο υπομονετική
ή τουλάχιστον θα μπορούσα να απαντώ σβέλτα
είσαι στ’ αλήθεια ινδιάνα;
(όχι, έτσι το λέω για να μπορείς να μου κάνεις ανόητες ερωτήσεις)
δεν μοιάζεις με ινδιάνα
(εννοείς ότι δεν μοιάζω με κείνον τον τύπο στο νόμισμα (4))
πάντως σίγουρα είσαι μια όμορφη ινδιάνα
(λες και όμορφη ινδιάνα είναι οξύμωρο)
ξέρεις, η προγιαγιά μου ήταν ινδιάνα πριγκίπισσα
(ξέρεις, θα πρέπει να ήταν και γαμώ τις πουτάνες
γιατί όλοι έχουν την ίδια αυτή προγιαγιά)
είσαι υποχρεωμένη να μένεις στον καταυλισμό;
θα σε αφήσουν να φύγεις;
(όχι, είμαι εκεί για να μην αφήσουμε εσένα να μπεις)
ξέρεις, όταν ήμουν παιδί,
παρίστανα τον ινδιάνο
(κι εγώ τις αποκριές ντυνόμουν γιάπης
και κανείς δεν καταλάβαινε ότι ήμουν μεταμφιεσμένη)
πραγματικά νιώθω συμπόνια για τον τρόπο που
φέρθηκαν στους Ινδιάνους, την αρπαγή γης, την καταπάτηση συνθηκών
(ωραία, αυτό σημαίνει ότι κάνεις γενναιόδωρες προσφορές
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό; ότι δίνεις χρήματα
για υποτροφίες; ότι προσφέρεις γαλοπούλες στους
μεγαλύτερους στη γιορτή των Ευχαριστιών για να έχουν
κάτι να φάνε; ότι δίνεις κονσέρβες σε σχολικά προγράμματα
για να μπορέσουν αυτοί να βοηθήσουν άλλους; ότι είσαι
ανάδοχος ενός παιδιού ή μιας οικογένειας τα χριστούγεννα, ώστε
να μπορούν να πάρουν ένα ζεστό πανωφόρι ή ένα παιχνίδι;)
γάμησέ τα,
μη σπαταλάς την ανάσα μου,
βάλε τα λεφτά σου εκεί που είναι το στόμα σου,
στείλε βιβλία, δωρεές, το χρόνο σου, τη συμμετοχή σου
στον πιο κοντινό σου καταυλισμό
ονόμασέ το
«εις μνήμην της ινδιάνας πριγκίπισσας γιαγιάς μου»
1.Travois: αυτοσχέδιο μεταφορικό μέσο των ινδιάνων.
2.Pow-wow: συγκέντρωση αυτοχθόνων της βορείου Αμερικής.
3. Φυλή αυτοχθόνων Αμερικανών που ζούσαν στην περιοχή Πράσινος Όρμος του Γουισκόνσιν, σήμερα μοιράζονται σε Γουισκόνσιν και Νεμπράσκα.
4. Στη μια πλευρά του νομίσματος των πέντε cents που κυκλοφόρησε μεταξύ 1913-1938 απεικονίζεται η μορφή ενός ινδιάνου.
*H Nila Northsun είναι ποιήτρια, φωτογράφος, καλλιτέχνιδα, ιστορικός και ακτιβίστρια στον αγώνα για τη χειραφέτηση των Ινδιάνων. Γεννήθηκε στο Σουρζ της Νεβάδα το 1951. Ινδιάνα της φυλής των Shoshone και των Chippewa. Μεγάλωσε στο Σαν Φρανσίσκο, μα επέστρεψε στον καταυλισμό της για ν’ αναθρέψει την οικογένειά της στο Φάλον της Νεβάδα, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Η ποίησή της δονείται από τις παραδόσεις της κληρονομιάς της και εκφράζει τόσο τη φυλετική της ταυτότητα όσο και τη ζωή τής σύγχρονης αμερικανίδας γυναίκας. Σημαντική συγγραφέας του δεύτερου κύματος της Αναγέννησης των Αυτοχθόνων Αμερικανών και από τις πιο πολυδιαβασμένες ποιήτριες ανάμεσά τους.
**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, Οκτώβρης 2013, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή.
Ο σκελετός μιας πεθαμένης εικόνας
ξαφνικά άρχισε να βάφεται μπροστά
στον μοναδικό πια καθρέφτη της
σκέψης…
Από το πάντρεμα του πόνου και της χαράς
γεννήθηκε η Θύμηση…
Ο πόνος είναι ο πατέρας…
Η χαρά είναι η μητέρα…
Σε είδα λοιπόν στο σαλόνι της Άνοιξης
αυτό το πρωινό που σκαρφαλωμένη
στην ανθισμένη ακακία χαΐδευες με
το γέλιο σου τη χαρά της…
Κι όταν ένα δειλό αγκάθι κατά λάθος
σου μάτωσε το δάχτυλο… Μια μεθυσμένη
μέλισσα που κατάλαβε τον πόνο σου…
Ήρθε και ρούφηξε το αίμα… Και
άρχισε να ποτίζει όλα τα ευαίσθητα
λουλουδάκια της ανθισμένης ακακίας
που ήδη είχαν αρχίσει να κλαίνε
για τον πόνο της χαράς σου…
***
ΜΟΝΑΞΙΑ
Το εγκαταλειμμένο σπίτι τρελάθηκε
από τη μοναξιά του…
Και άρχισε να πίνει το δηλητήριο
από τις φλέβες της φωτιάς…
διψώντας για αφανισμό…
Όπως ο μοναχικός απροσάρμοστος
στρατιώτης που κρεμάστηκε…
Θλιμμένο χακί μενταγιόν…
Στο στήθος ενός γεροδεμένου πεύκου…
Κλέβοντας λίγες χαρούμενες αχτίδες
από τον τελευταίο ήλιο της
ζωής του…
Κάπου είχε ακούσει…
Πως η καταστροφή της ανίατης
λύπης…
Γεννά μια πιο όμορφη ζωή…
Και το πίστεψε…
***
ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Απόψε σαν νυχτώσει καλά είπαν
πως θα μας πάνε περίπατο…
Στο μυαλό μου ήρθε μια από
τις σχολικές εκδρομές…
Τότε ήταν πρωί…
Φοράγαμε μπλέ ποδιές και
κρατούσαμε στα χέρια λουλούδια…
Ο ουρανός ήταν γαλάζιος τα
βήματα ανάλαφρα και
στο δρόμο χέρι-χέρι τα όνειρα…
γεμάτα λαχτάρα για ζωή τα
τραγούδια μας…
Τώρα προσπαθούν να κρύψουν τον
θάνατο στο σκοτάδι…
Ο δρόμος γέμισε νεκρούς που
ούτε γνωρίζονται μεταξύ τους…
Στα χέρια κρατάμε όπλα…
Τα βήματα είναι βαριά και
οι πένθιμοι ήχοι τα τραγούδια τους…
Τα όνειρα τυλιγμένα σε χακί
σάβανα… και στον σκοτεινό ουρανό
χιλιάδες ψυχές καρφωμένες με
αστρικά καρφιά σε φλογισμένους σταυρούς…
Η Άνοιξη δεν φαίνεται πουθενά…
Θα τρόμαξε και κρύφτηκε…
*Από τη συλλογή “Ανθισμένες ακακίες σε άρρωστους δρόμους”, Αθήνα 1985.
Περικυκλώθηκαν
Aπ’ τα λειψά κανάτια
των ριζωμένων βάρδων
Διαλυθήκανε
ξανασχηματιστήκανε
κρυφτήκανε κι εμφανιστήκανε
ελωποδύτησαν
κι ανατριχιάσαντες αποδεχτήκανε
τα χρεωστούμενα εμβάσματα
Μ’ αφηρημένα παρελθόντα
Εξορκίσανε
Τραμπαλιστήκανε στ’ άγνωστου την παντοδυναμία
εξουδετέρωσαν τους σφονδύλους νομίζοντας
Βλαφτήκανε ανεπανόρθωτα
αμαυρώθηκαν κι επιτεθήκανε
σταδιοδρόμησαν κι ανήλθανε
Άλλοι κατήλθανε
Υπήκουσαν στους νόμους της αναγκαιότητας
εκνευριστήκανε
μαλακιστήκανε
ψοφήσανε
παπαγαλίσανε
σπάσανε και σπαστήκανε
αραβουργήσανε
Μυήθηκαν και καταπνίγηκαν
Καταπνίξανε
Αγκαλιαστήκανε
Σςιγουϊλμπιελιβινγκεντ
Χειροκροτήσανε
Γεμάτοι – Πλήρεις
κορεστήκανε
Αύτανδροι βυθιστήκανε
Ανέκαθεν περικυκλωμένοι
Στα παπάρια τους
Τα νέα πλάσματα
Θυμάστε ε;
***
Ξερακιανοί ειδήμονες της άγνοιας
τοποθετούνται ευφραινόμενοι επιδεικτικά
μέσα στα κλίματα της μόδας και των παραδομένων τάσεων
θάλλοντας όταν υφίσταται σιγή
και δη εκούσια
κι επιδιδόμενοι σε αγριόηχους με κρόταλλα
οι ίδιοι να παραπλανούνται πιστεύοντες
πως ξεγελούν τους γνώστες του περίγυρου
ή εέστω τους διαισθανόμενούς τους κρατουμένους
Κατασκευάζουνε . καθήκοντα
Ως ρήτορες αναρωτιούνται
γιατί οι αλήτες δεν τα εκτελούν
Με σέβας εις το πρόσωπό τους απαντούν
πως οι αλήτες φυγομαρτυρούν
σ’ αντίθεση με την των ειδημόνων τιμιότη
Δραστήριοι λοιπόν αυτοί
Μετακινούν κοχύλια
μπρος στα πιο έκπληκτα μάτια των άεργων
κι Από την κόπωση πονούν και κάποτε σωριάζονται
Μιλήσαμε πια για ελιξήριο
αλλά των ειδημόνων ο αγώνας είναι συνεχής (Πρέεπει)
Διότι η ομίχλη είναι εύθραυστη
και δύναται να εκπορθείται
***
Οι φυλακές είναι γεμάτες κοινωνία
και τα καΐκια είναι γεμάτα θάλασσα
Τα υπερωκεάνεια κρουαζιερόπλοια είναι όλο παγόβουνα
Κάτι βαρκούλες με κουπιά μονάχα
θυμίζουν Άγρια χόρτα
έτσι Πράσινα
με μίσος και μ’ οργή που ‘χασαν τη ματιά μου
Τι φταίει κι η ματιά μου…
αυτοί όλοι κι εκείνοι απηλλάγησαν
Ψάχνω να βρω ένα βούκινο ή
αλλά τυχάρπαστοι Βουρβώνοι με παρακολουθούν
έστω ενα τρομπόνι
με παραδέχονται αν εύρω τηλεβόα
να κάνουν τη δουλειά τους
Εγώ γεμάτος τίποτα τα πάντα
υποχρεώνομαι
δηλώνω σπουδαστής και ποιητής
θάμουν περίεργος ως άεργος συγκινητής
Με συγκινεί που αυτοκτόνησε ο Καρυωτάκης
Ε
Ε
εγώ δεν αυτοκτόνησα ακόμα
Εδήλωσα λοιπόν αλήθεια
και τι παράξενο
Προέκυπτε μια Δόση αντεπανάστασης
*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, Εκδοτικός Οίκος Αλκή (Ευάγγελος Λάμπρου), Αθήνα 1988.
**ΜΠΡΝ. Σ. MAP είναι ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Μπουρίκας για την μοναδική ποιητική του συλλογή που γράφτηκε στο διάστημα μεταξύ Απρίλη του ’80 και Νοέμβρη του ’83. Γεννήθηκε στην Χαλκίδα το 1963. Συμμετείχε σε κοινωνικούς αγώνες, οριοθετώντας τον εαυτό του Αντιεξουσιαστή. Διώχτηκε ως τρομοκράτης από την κυβέρνηση της Ν.Δ. Αυτοκτόνησε στις αρχές του Φλεβάρη του 1985 μέσα στο σπίτι του. Το σχήμα της πρώτης σελίδας είναι δικό του.