Αλέξης Τραϊανός, Κλείνουν οι δρόμοι ένας-ένας

siragga

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο…

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να ‘ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να ‘ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

*Αναδημοσίευση από το http://eisvathos.blogspot.com.au/2016/10/blog-post_49.html

Γιώργος Αναγνώστου, Ποιήματα

ga025

Διασποράς Νοήματα

Τόνους αέρα εκτοπίζει
η απογείωση
-αγάπη
βαρύ το κενό
-φιλία
έκκεντρης πλέον γλώσσας.

Σύμφωνα με νόμους
βαρύτητας απομακρύνουν το El.
Βενιζέλος, σύννεφα μεταφοράς αραιώνουν μιλιά ανά
defteroleπtο.

Air vacuum
αναφωνήματα ααα όι ωχ! συνωστισμός
φωτάκια στις 5Η, 7Ν,
12Ε, 8 S-όσο μπορώ
να διακρίνω-φωτίζουν γαλόνια
διεσπαρμένου αλφαβήτου στροφές
στροβίλων άπληστα
γέρνουν γλώσσα.

-Αγάπη ακούς;

Φιλιά
χθεσινής νύχτας δαγκώστε
διασποράς συναρμολόγηση:

«Soi ΝΕα Ηχώ, α!α» cou p-
εράσματα
σύνορα διασχίζεις
συνόνειρα φορειν
for reign
αντίβαρα κανονικότητας
-πρόσφερε
Αγάπη μου βροχή
Προφορές!

***

Της Διγλωσσίας. Της Γλώσσας.

1.
Ένα ακόμα μπερδεμένο παιδί της
Διασποράς… Φορτώθηκε έτσι το
μεγάλο μπελά (για ένα συγγραφέα)
της διγλωσσίας. . .
-Καίη Τσιτσέλη (αυτοβιογραφούμενη)

Διγλωσσία,
άντε τώρα τα τρυγίσεις
τα… ορυχεία σου

2. «πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά»
-Β. Τσιτσάνης

Ξενιτιά: τρέλα alert

3.
στου λεξικού τον οίκο
βρήκα μέθη βρήκα οίνο
βρήκα κι ένα γιώτα
που αν το είχα φανταστεί
μ’ ένα όμικρον και πρόσθετα το χι
θα μαρσάριζα με γιόταχι
πρόζα και ποιητική
υπογεγραμμένες χιαστή!

***

Periphery All my Life (Περιφέρεια μια Ζωή) (A)

1. Βιομηχανία Πλυντηρίων «Η Στέρνα»

επαρχιώτης στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο…
-Διονύσης Σαββόπουλος

Ένα σακάκι (το καλό)
απ’ το παζάρι του χωριού
φόρεσε πόλης καγχασμό.
Κι ένα παντελόνι (ακριβοπληρωμένο)
από το «Νεωτερισμών» της πόλης
πρόβαρε πρωτεύουσας χλεύη.
Εσώρουχα μούσκεμα (μι/νεύρα)
φόδρα από κουστούμι
το σώμα στραγγίζει μετανάστη ανέλιξη.
Καρύδι κολάρου
-σύριζα στην τσάκιση ακριβώς-
ξεροκαταπίνει βίωμα ιθαγένειας.
(κοινωνιολογική μπουγάδα
ζητώ, έλλα δα,
σε κιτρινίλες η διαφορά
-μα εσύ φουστανέλες λευκαίνεις
κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις
τσάμικο κοινότητας τσαμπουνάς.)

*Από την άρτι αφιχθείσα (σε μένα) συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής Επιστολές εξ Αμερικής», εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2016.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Υβρίδιο

μαζέψανε το υβρίδιο
και χαρήκαν
στην αρχή το ποτίσανε καλά
μετά ξεχάσανε ότι ήταν μέσα
στη μεγάλη λεκάνη
το πετάξανε μαζί με τα νερά

υβρίδιο
δεν έσκασες ποτέ
ποτέ δεν πέταξες ουρά

το υβρίδιο δεν μούλιασε ποτέ σωστά

Τζίμης Ευθυμίου, Αναπαρθενευτής

b210802

Θα είμαι σαν λευκή σκιά
βελούδινη ηλεκτροπληξία
αν θες
σιδερένιος άνεμος

μουσική από καλάμια

θα γίνω
αν θες
μήνυμα σε μπουκάλι

άμμος στο σώμα

βράχος στον ουρανό

μπορώ

να πέσω

και τ’ αστέρια να κάνουνε ευχή

αν θες

με το σίγμα να σφυρίζει

σαν κύμα

άμα δεν μου στερείς το όνειρο

και τότε όλα τα χιλιόμετρα

που φεύγουν από σένα

πάλι σε σένα

να οδηγούν . . . κλπ. κλπ.

*Από τη συλλογή “Τί εννοεί ο ποιητής”, εκδ. Φαρφουλάς.

“Χυμένο κόκκινο” του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου

unknown

Λες κι αυτό το χώμα δεν μπορεί
χωρίς ιδρώτα, πόνο κι αίμα
Οδός αφανισμού ονείρων [1]

Θα ξεκινήσω από το τέλος γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να χάνουμε όλοι τον χρόνο μας: πρόκειται για μια εξαιρετική συλλογή. Από αυτές που θα ήθελα να συναντώ πιο συχνά, και μου θυμίζουν τι ακριβώς είναι αυτό που λέμε μια εύστοχη ποίηση. Στα 29 ποιήματα του Χυμένου κόκκινου, ο Γιάννης Αλεξανδρόπουλος κάνει μια επιτυχημένη προσπάθεια όχι περιγραφής, αλλά απόδοσης αυτής της πραγματικότητας που ταλανίζει όλους μας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο: υπερ-επίκαιρη θεματολογία λοιπόν, τωρινές λέξεις, χτεσινές, σημερινές κι αυριανές εικόνες, σε ένα κοκτέιλ με βασικό συστατικό τον άνθρωπο.
Αν θέλει κανείς να επικεντρωθεί περισσότερο στα τεχνικά στοιχεία, θα έλεγε ότι ο ενεστώτας της αμεσότητας και της διαρκούς πρόκλησης είναι ένα βασικό σημείο σε όλη την συλλογή, όπως επίσης και το κοινωνικοποιημένο «εμείς» σε αντιδιαστολή με το «εγώ» της ατομικότητας. Το «εσύ» του Άλλου, του έρωτα, εμφανίζεται στην πορεία της συλλογής και όχι από την αρχή, σε ένα σημείο όπου συντελείται μια εμφανής στροφή προς μια καταλυτική ανθρωποκεντρικότητα.
Ξεκάθαρη γλώσσα, κατανοητή σύνταξη, λογική και ειρμός, χειρουργική ακρίβεια στις λέξεις και τα συναισθήματα, αυτά είναι τα εκ πρώτης όψεως χαρακτηριστικά του συνόλου των ποιημάτων. Είναι μια συλλογή με συνοχή θεματική, δομική και στιλιστική, και δείχνει μια γραφή γεμάτη συναίσθημα και συγκίνηση αλλά απαλλαγμένη ταυτόχρονα από κάθε φιοριτούρα.
Ξεκίνησα με αυτούς τους στίχους επειδή είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας γραφής που πάει κατευθείαν στο στόχο, χωρίς απαραίτητα να περνάει από τη μανιέρα της «φωτογραφημένης» επικαιρότητας. Αντίθετα, ο ποιητής μπαίνει σε ένα παιχνίδι με την Ιστορία, με τις τότε έννοιες των λέξεων και τις τότε πραγματικότητες, σε μια προσπάθεια να εντάξει κάπου αυτά που συμβαίνουν μπροστά στα μάτια του, να τους δώσει ένα πλαίσιο που να τα ξεπερνάει ώστε να τα εξετάσει σε πιο ρεαλιστικές διαστάσεις.
Συνολικά οι στίχοι του Αλεξανδρόπουλου κινούνται στα νερά της πολιτικοποιημένης ποίησης, μπορεί και της στρατευμένης ακόμα, χωρίς όμως να «πνίγονται», πετυχαίνοντας να διατηρήσουν αλώβητη την συναισθηματικότητα του εύθραυστου ανθρώπινου στοιχείου.

Μια χώρα-καράβι που απομακρύνεται
ψάχνει την τύχη της σ’ άλλο γιαλό
Με μια ιδέα τυλιγμένη η γύμνια της
σπρώχνεται στο βάθος του ορίζοντα
Η πατρίδα μας
Μια χιλιοειπωμένη ιστορία ματωμένης κολώνας [2]

Από αυτό το σημείο και μετά αρχίζει να εδραιώνεται η ουμανιστική χροιά του ανθρώπινου στοιχείου στο Χυμένο κόκκινο: ο άνθρωπος εμφανίζεται ως αυτή η σταθερή αξία που κινείται εκτός χρηματοοικονομικών ορίων, όπως για παράδειγμα εδώ:

Εμείς, οι μικροί τυφώνες της ζωής
Τα χαλίκια των δευτερολέπτων σπάμε [3]

Παράλληλα με ένα παιχνίδι με τις αισθήσεις, την όραση και την αφή, χτίζεται σταδιακά η εικόνα του ανθρώπου σε αντιδιαστολή με την πραγματικότητα που τον ξεπερνάει. Το άτομο, με υπερτονισμένη την ουμανιστική του διάσταση, σκιαγραφείται αντιμέτωπο με ένα κατεστημένο που σαν να διογκώθηκε και να ξεπέρασε τα όριά του για να καταλήξει μοναδικός ρυθμιστής των πάντων. Ο δε έρωτας, ηχηρά απών στην αρχή, εμφανίζεται και εδραιώνεται στην συνέχεια σαν το θεμελιώδες στοιχείο που είναι: άγριος, αψύς και τελειωμένος.

Αναρωτιέμαι πώς να στο πω;
Ν’ ανέβω στην καρέκλα να στο φωνάξω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η κλεψύδρα του χρόνου μετράει στιγμές μακριά σου
όταν ο θυμός χαστουκίζει τις μνήμες μας
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν γρατζουνώ την όρασή μου
και σε θολό κάτοπτρο σε ψάχνω
Αναρωτιέμαι πώς να στο πω
όταν η σκέψη μου σκαλί-σκαλί ιδροκοπά για να σε συναντήσει
Αναρωτιέμαι…
Ίσως σαν τον παλιό, καλό, τον πρώτο μας καιρό
Σ’ ένα χαρτί λευκό
στίγμα το στίγμα
κουκίδα την κουκίδα
ν’ αφήσω τη λέξη μου αυτή
Μαρία σ’ αγαπώ [4]

Ο ποιητής τον παγιώνει στον χρόνο. Τον ακινητοποιεί, σχεδόν τον ταριχεύει, για να μπορεί να τον επισκέπτεται και να τον πενθεί. Αναφέρω το συγκεκριμένο ποίημα γιατί αισθάνομαι ότι αντλεί την δύναμή του από την απεικόνιση σε λέξεις αυτού που λέμε «ουρλιάζω σε κενό αέρος», έναν από τους πιο συνήθεις εφιάλτες. Τον εφιάλτη του να μην μπορεί κανείς να επικοινωνήσει τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις ανάγκες στον Άλλον, να του έχει τελειώσει ο χρόνος.
Η ποίηση του Γιάννη Αλεξανδρόπουλου στο Χυμένο κόκκινο είναι το αποτύπωμα της προσπάθειας για επιβίωση, για εκείνη την συνάντηση με τον Άλλο που θα ξαναδώσει τις ευκαιρίες και θα επανενώσει τα σπασμένα κομμάτια της ζωής που είδε τις ισορροπίες της να διαλύονται στη δίνη της κρίσης. Είναι η ποίηση της «μη-παράδοσης», αλλά και της αναζήτησης της καινούριας ταυτότητας που θα εξασφαλίσει την συνέχεια, οι στίχοι του σκιαγραφούν την προσπάθεια να κοιτάξει και να κοιταχτεί τελικά ευθέως.

Κρις Λιβανίου

[1] στ. 3-5, σελ.11
[2] σελ. 16
[3] στ. 3-4, σελ. 19
[4] σελ. 21

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com/2016/10/blog-post_19.html

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : διανοούμενοι είστε και φαίνεστε

χαρη's avatarσημειωματαριο κηπων

  

       

  

   τό σημερινό από τά κείμενα άλλων που παραθέτω είναι παλιότερο – όμως μολονότι άλλα επίσης αφορούσε τότε που γράφτηκε, μού φαίνεται ότι στον πυρήνα του αφορά μονίμως μια σταθερή και ιθαγενή νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφτεί επίσης μέσα από τή ρήση τού μαρξ για τόν άνθρωπο ως αστό – ότι δηλαδή «ο άνθρωπος αυτός είναι μια ζωντανή αντίφαση»… ξέρω, είναι βαρετό να επαναλαμβάνουμε τά γνωστά, αλλά τό πρόβλημα ανακυκλώνεται μονίμως, και μονίμως έτσι (κάποιους (λίγους)) προκαλεί : γιατί αυτός που ζει (και ανασαίνει) μέσω τής τσέπης του η οποία έχει αναχθεί στον πυρήνα τής συνείδησής του, και η οποία έχει υποκαταστήσει με τόν τρόπο αυτό και τό (αν υπήρξε ποτέ) πρόσωπό του, είναι ο ίδιος που θα σπρώξει τούς απογόνους του να σπουδάσουν γιατροί ή δικηγόροι και μετά να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά για να σπουδάσουν κι αυτά κάτι κερδοφόρο αντίστοιχο
  …

View original post 562 more words

Θεσσαλία | Αλέξανδρος Βαναργιώτης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

foto123

Τα σπίτια μας
ήταν από χώμα
Ευρύχωροι τάφοι
πάνω στο νοτισμένο κάμπο
Οι άνθρωποί μας
όταν έφευγαν
πήγαιναν στη Γερμανία
ή στο διπλανό δωμάτιο
το μονίμως κλειστό
κι έπαιρναν μια θέση
ανάμεσα στις φωτογραφίες
στη σερβάντα
Γι’ αυτό τα τραγούδια μας
μοιρολόγια
Γι’ αυτό οι κραυγές μας
ανακάλεμα
και τα μάτια μας
σκοτεινά
φορτωμένα χειμώνα

[εικαστικό: Δημήτρης Τσιγάρας]

View original post

Τάσος Λειβαδίτης, Ὀρυχεῖο

stelladou's avatarΨυχοναύτες

sleepwalk_6

.

Σοῦ γράφω γεμάτη τρόμο μέσα ἀπό μιά στοά
νυχτερινή
φωτισμένη ἀπό μίαν ἐλάχιστη λάμπα σα δαχτυλίθρα
ἕνα βαγόνι περνάει ἀπό πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τίς ἀποστάσεις του μή μέ χτυπήσει
ἐγώ πάλι ἄλλοτε κάνω πῶς κοιμᾶμαι ἄλλοτε
πῶς μαντάρω ἕνα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί ἔχουν ὅλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

Στό σπίτι
χτές
καθώς ἄνοιξα τή ντουλάπα ἔσβησε γίνηκε
σκόνη μ᾿ ὅλα τά ροῦχα της μαζί
τά πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ᾿ ἀγγίξει
φοβᾶμαι κι ἔχω κρύψει τά πηρούνια καί τά
μαχαίρια
τά μαλλιά μου ἔχουν γίνει κάτι σὰ στουπὶ
τό στόμα μου ἄσπρισε καί μέ πονάει
τά χέρια μου εἶναι πέτρινα
τά πόδια μου εἶναι ξύλινα
μέ τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δέν ξέρω πῶς γίνηκε καί μέ φωνάζουν μ ά ν α

Θέλησα νά σοῦ γράψω γιά τίς παλιές μας τίς χαρές
ὅμως ἔχω ξεχάσει νά γράφω γιά πράγματα
χαρούμενα

Νά μέ θυμᾶσαι

~Ἡ πληγωμένη Ἄνοιξη, εκδ…

View original post 5 more words

μην άλλο μου μιλάς

nullapoenasinelege's avatarsine_lege

κοιμήσου ακόμα λίγο σύντροφε

γιατί η νύχτα ακόμα στάζει πίσσα από τα μάτια μας

καήκανε σύντροφε τα βλέφαρά μας από την αναμονή

και πάντα το αύριο που περιμέναμε δεν ερχότανε

ξεκούρασε σύντροφε τα μάτια σου

γιατί στον πόλεμο των πλανητών είδες πολλά

αστέρια να φλέγονται και γαλαξίες να ξορκίζουνε το θάνατο

ανάπαυσον σύντροφε τα χέρια σου

που χτίσανε μετερίζια λεβεντιάς πάνω στο γράμμο

αυτά τα χέρια που κοπήκανε για τριάντα αργύρια βρετανικά

μην άλλο μου μιλάς καλέ μου σύντροφε

γιατί μου στάθηκες πιστός σε μέρες που μας ξεγελούσαν όλοι

πολίτες και οπλαρχηγοί και εν αποστρατεία σοσιαλιστές

κι αυτός ο ίδιος ο ξεδιάντροπος ο ήλιος βασιλιάς

που έπρεπε στη βάρκιζα να μην ξημέρωνε

παρά να έστελνε δυνάμεις σκοτεινές καταστολής

για να ξεπλύνουν τη ντροπή κι εκείνα τα δάκρυα τα καυτά

που κύλησαν μέχρι τη θάλασσα του αργοσαρωνικού

κι ίσαμε σήμερα καίει τούτος ο κόλπος

ξεκούρασε τα πόδια τα πολεμικά σου σύντροφε

View original post 168 more words