Γιάννης Λειβαδάς, Από το «Το ξίγκι της μύγας»

Αrtwork: Polly Morgan

Αrtwork: Polly Morgan

[Minuit]
 
Ενάμισι x ενάμισι
με το πνεύμα να οργιάζει.
Η πρώτη υδρόγειος του Νέου Κόσμου
ήταν χαραγμένη σε αυγό στρουθοκαμήλου.
Το μηδέν είναι ό,τι περισσότερο μπορεί
να υπάρξει μέσα κάποιου το κεφάλι.
Σχάση.
Ο μονόλογος κάποιας περαστικής σκιάς απέναντι
στο δυσανάλογο τετράγωνο του Saint-Médard.
Η πνευματική δυνατότητα με αναγκάζει
να θαυμάζω τον σωματικό πόνο.
Την αθλιότητα.
Πως είμαστε ανακατεμένοι
σε κάποιας απροσδιοριστίας την τράπουλα.
 

[Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ταυτισμένος]
 
Πολύ πρόσφατα εξέθεσα τα προβλήματα της
εμπειρίας όπως επιτακτικά οι μπακατέλες
υποθέτουν μακρηγορώντας ότι μας βρίσκουν
μοιρολάτρες όταν άλλοτε μας έβρισκαν προσαρμοστικούς
σ’ όσα μας αφορούσαν.
Φαντάζομαι πως θα επιβιώσω ο μαγκούφης
ταυτισμένος με το ημιτελές
που επανεξετάζω στα καλά
του καθουμένου.
 

[Στο σταντ του La Manne στο 90 της Claude Bernard]
 
Αυτό είναι αρχείο μέχρι να πάψει να είναι.
Πάρλες.
Λίγο κρύο από τους αγκώνες και κάτω.
Όταν κάθε αποτυχία θα κερνάει βασισμένη
στα στατιστικά που θα την φέρνουν πρώτη
στην εκτίμηση των πολιτών,
θα αποτελεί δύναμη.
Μας περικλείουν τα αναρριχητικά των ενημερώσεων·
η έγνοια μου μια κόρα
βουτηγμένη στου ήλιου τη σιωπηρή λάμψη.
Ο αέρας παίρνει μια κάρτα με την εικόνα
ενός λιμανιού με φορτωμένα μουλάρια.
Το χρονικό διάστημα που στρέφεται προς το μέρος μου
βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ελαττώματά του.
Δυο τρεις στόμφοι.
Η κατευθυνόμενη αφθαρσία βρυχάται για Πλειάδες.
Η σημασία ως ατυχής έννοια
είναι αποκλειστικά
ανθρώπινη.
 
*«Το ξίγκι της μύγας», εκδόσεις Κέδρος 2015
**Αναδημοσίευση από το http://www.bibliotheque.gr/article/59568

 
artworks : Polly Morgan

Alexis Lateef reviews Antigone Kefala’s Fragments

fragments-with-1px-border

Fragments
by Antigone Kefala
Giramondo Publishing, 2016

When casting an eye back at Antigone Kefala’s oeuvre, one finds a poet of the surreal, who has delicately combined reality, folklore, and dream state. She has expressed the trauma of migration and diaspora in hallucinatory ways; she once merged the ache of an old country’s absence with the comfort of myth, and heightened the contrast with dream-like and often disturbing symbolism. Her first book in two decades is titled Fragments – fittingly, given Kefala’s documentation of the cut-up, kaleidoscopic existence of migrants.

Her innate strength is that no word is an afterthought. No line is solid and fixable. Instead, lines are exposed, as if unearthed from underground, to be raked through with questions. The opening poems are abrupt, and convey a tender wistfulness. In ‘The Voice’, she writes:

This return
the past attacking
unexpectedly
in the familiar streets.

Kefala, the daughter of Romanian parents who lived first in Greece and then New Zealand and Australia, has reached a point where the unfamiliar has become the familiar. The past that she forged in this country – now a place of safety – preys upon her, and catches her unawares. She relates these pivotal moments of emotion with restraint – she holds back, whether for our sakes or for hers.

In ‘Photographs’ the speaker expresses ambivalence. Kefala reminds us that recalling the past is often a jarring experience. You long to drink from it, but it is also a poisonous craving. There is a daydream feel to these poems; they seem to drift into one another like clouds, presenting rather than commenting. In ‘Dreams’, however, there is the enticing Surrealist presence, albeit in a clipped form. The poet envisions a presence in a ‘long dress of silk’ with crystal teeth. Again, the past intervenes:

And then
we were in the old house
full of a silver light
As we came in
someone was plucking
at an aluminium sound

By the second stanza, the scenario has become fantastical, as the speaker and the vision walk on glass, below a ‘mass of naked crabs and chickens.’ Words are not to be taken at face value in Kefala’s work, and she questions the vision:

How come? I said
before we had clean water.
Your fear, she said
changing the place.

Kefala suggests that fear persists, no matter how well acquainted you are with death. She acknowledges the phobia of time that haunted her last collection. Having written of time as lead, time as stolen by others, time peeling things away, she now comes face to face with it, and the results are illuminating.

Part Two is infused with snippets of the natural world that are at once both peaceful and disturbing, hinting at her environmental conscience. There is a deep seeing, whether it is of the demise of ringbarked trees – ‘a scattered army, eerie ghosts/left there to face alone / the mornings and the nights’, or walking by a bay ‘in the apocalyptic sunset / that left / gold orange strands / on the dark waters.’

The book’s flickering impressions create a lulling effect. They provide a connected commentary on the beauty of a sudden moment. ‘Summer at Dervini’ is one such example. The brevity of each line-break emulates the ‘folding of the sea’, and evokes an air of seasonal haziness. The final image recalls the romanticism that Kefala weaves into much of her poetry:

At dusk
the fishing boats
massive dark stones
planted
in a field of moonstone.

These poems are intensely visual. If any readers have regrets about not savouring such moments, Kefala presents them with a neat blueprint.

In the third section one finds longer poems drawing out the intensity of a lifetime’s worth of grief and loss. ‘Anniversaries’ sees the poet reveal emotion in an unexpected gush, as she contemplates both the beauty and sadness of having lived and loved. In ‘On Loss’, she reveals a sharp appraisal of death:

This cut, this total
final cut
like a dead weight
that presses down.
Death needs no one
comes wrapped
in self-sufficiency.

Much of the collection is concerned with her ageing generation. Those who ‘briefly forget the fatal prophecies,’ wait out their lives in hospitals and homes – ‘the same spent, white faces / under the discoloured high ceilings’ – and yet, they live, and live bravely. She touches upon their frailty in intimate detail, such as in ‘Birthday Party’, where she writes of a friend who has been transformed by the process of ageing:

She was waiting on the couch
very pale, white dusted
incredibly small now
folding inwardly
not coping with her glasses
that had grown
to a giant size.
The very act of these elderly friends gathered for a birthday party and noting each other’s fragility, ‘an exaggerated edge / to our caring’ is a defiant one, and the poem is a strong homage to their spirit.

Kefala’s characteristic fondness for myth is evident, as she writes of pilgrims who wait for a spiritual moment at a waterhole, and in ‘The Fatal Queen’, presents a nameless monarch, who ‘watched us from a dais’, a sort of eternal Medea:

She seemed suspended
above the cliffs…
impatient, inside her
all was set
for the last killing.

These are distilled poems, concentrated in essence. In one of the most captivating moments in the collection, ‘The Piano Tuner’, Kefala displays a candid wit. She writes of a passionless piano tuner:

Sounds were flat things to him
they did not give him vertigo
raise him above…
He would place them according
to some metal rule.
And I, who thought the trade
required perfect pitch.

T S Eliot writes in The Waste Land of ‘these fragments I have shored against my ruins’. This was a time when long-held values broke apart, ruining a generation who no longer believed in certainty. Eliot speaks of salvaging fragments from the debris, and such a process haunts Kefala’s new collection. She faces the disintegration of a life, but the fragments of her past and loved ones are elevated. The poems drift and offer no resolution, only the potent energy of articulation.

*Alexis Lateef is a Perth-based poet. She has a BA (English Literature) from The University of Western Australia and has worked as a tutor and bookseller. Her poetry has been published in Westerly, Shot Glass Journal, Page Seventeen, Australian Poetry Journal and Southerly. She is editor of the journal Writ Poetry Review.

**Taken from http://cordite.org.au/reviews/lateef-kefala/

Δημήτρης Τρωαδίτης, διψώ

διψώ γι’ ανθρώπους
με ίσκιους ασκητές
αλαργινές σαγήνες
διψώ για πέλαγα ανταριασμένα
αγάπες που δεν πεθαίνουν
κάτω απ’ τα χτυπήματα
των σπαθιών
διψώ για πάθη
που λυσσομανούν
πυρκαγιές σε χείλη
σώματα βουνοκορφές λαγνείας
διψώ για ήχους
αναψοκοκκινισμένους
αντοχές των εποχών
πριν τον επερχόμενο θάνατο
διψώ για πετάγματα
στις φωλιές των άστρων
ιδέες φτερούγες ορθάνοιχτες
διψώ για συγκλονισμένα θρύψαλα
και παντοτινές
αντιστάσεις

Ένας ποιητής καταθέτει- Συνέντευξη με τον ποιητή Λουκά Λιάκο

loykas_0

Του Αντρέα Πολυκάρπου*

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά

Ο κόσμος της ποίησης του Λουκά Λιάκου είναι ένας λεβύρινθος γεμάτος με καθρέφτες έτοιμους να σπάσουν ανά πάσα στιγμή και να συνθλίψουν τον αναγνώστη που θα θελήσει να κάνει το πέρασμα στο χωροχρόνο ενός κόσμου με παραμορφωμένα είδωλα.

Αφημένος στην ποίηση του Λιάκου ενδύεσαι ένα μυσταγωγικό ένδυμα και οφείλεις να αφήσεις το μύστη- ποιητή να σε παρασύρει σε ένα τεθλασμένο δικό του κόσμο.

Κόσμος παραμορφωμένος; Διαφορετικός; Απομονωμένος;

Ίσως να έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά η ποίηση του Λιάκου ίσως πάλι όλα αυτά να τα βρίσκεις μέσα σου ως αναγνώστης ερχόμενος αντιμέτωπος με το απροσδόκητο μιας ποίησης ενδόμυχης (επιτέλους μπουχτίσαμε από τις λαμπερές επιφάνειες της ποιητικής φορμάικας που μας διακατέχει) που αρνείται να ξεκλειδώσει αυτά που κρύβει.

Έφυγα χθες και το σκοτάδι μ’ αγκάλιασε
μεμιάς,
έπεσα κι εγώ στην αγκαλιά του.Χρόνια τώρα,
φέρνω το κορμί μου μαζί
μα λείπει η ψυχή μου,
λείπει του φεγγαριού το φως
η τρέλα του παιδιού μου
λείπει.
Ο δρόμος του αλήτη,
ο δρόμος της βροχής
ο διαμαντένιος δρόμος,
λείπει. Καρδιά μισή, πες μου πως ζεις
το άσπρο δέρμα σου, πως λείπει
το σκούρο τρένο της φυγής
έρχεται, μ’ αφήνει.

Η ποίηση του Λιάκου δεν θέλει χειροκροτήματα, δεν έχει ανάγκη πεφωτισμένα μυαλά και λαμπρές αίθουσες. Είναι η ποίηση για τις ψυχές που αρκούνται στο σκοτάδι μα που εντέλει λάμπουν περισσότερο από τα γύρω φώτα.

Είμαι κάποιες γριές,
η ασχήμια που τινάζεται απ’ το πρόσωπό τους
αίμα από ρουθούνι
μας πλημμυρίζει
βρώμα και θάνατος.
Βρώμα και θάνατος
αυτά είναι τα μπιχλιμπίδια μου
κι αυτά κομπάζω στο κόσμο
στο κόσμο που τρέχει ξοπίσω. Και λύπη,
λύπη για όσους καίει ο έρωτας
το μεγάλο μαράζι
που κλαίει, βουβό σαν υγρασία
σκεπάζει τα πάντα
τις χαμένες αγάπες
που σκάνε μια και τόσο
που τις παρατάς και πάνε. Είμαι κάποιες γριές,
που παράτησαν τα νιάτα τους
και πάνε.

Η ποίηση του Λιάκου ενέχει κάποιες νοηματικές, απόκρυφες δυναμικές που έλκουν τον αναγνώστη με το πρώτο πέρασμα, με την πρώτη ανάγνωση.

Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: «Στροφορμή», 2016, Straw Dogs και «Στο δεύτερο κόσμο η μοίρα», 2011, Ενδυμίων.

Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Είναι το ίδιο. Ταυτότητα σημαίνει όμοια την ετερότητα μιας ποίησης που μιλάει όχι από συνήθεια και κατάχρηση ρόλου σε μια ευφυία που είναι κοινή. Βλέπουμε πως ακόμα και στην ποίηση ο λόγος αντί να είναι ευκαιρία για ανάταση μοιάζει με πένθος. Γιατί σ’ αυτή τη ζωή δεν ξέρει κανείς για τι λέει. Είναι ο κανόνας και η ποίηση δεν ξεφεύγει. Αυτό είναι που αιώνια διαχειρίζεται ο ποιητής, αγωνίζεται να ξεφύγει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κοινοτοπία από αυτόν που μιλάει χωρίς να ξέρει για “τι” λέει κι ωστόσο πρέπει να πει. Ταυτότητα λοιπόν σε μια ποίηση όχι από υποχρέωση, μα να δρω όπως εγώ θέλω και όποτε, περιφρονώντας κάθε εντύπωση.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Ο ποιητής ανακαλύπτει κι αν θέλει αποκαλύπτει. Εάν δεν θέλει σιωπά κι η σιωπή μετέχει στο μήνυμα. Δεν υπάρχει περσόνα ούτε και ενδιάμεση κατάσταση. Δεν υπάρχει ικεσία για να μας δοθεί η λαλιά. Μίλα μου και αυτό να ακούγεται γιατί δεν με ενδιαφέρουν οι λέξεις, με ενδιαφέρει η φωνή σου. Αυτό με λυτρώνει και αυτό ανέχομαι.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Τις κλείνει και τις ανοίγει; Αυτό σίγουρα μπορεί και το κάνει. Η τέχνη θα μας πάει βαθιά. Μοιάζει περισσότερο με άσκηση κι αυτή μας η ψυχαγωγία είναι που μας εξοστρακίζει και μας ξαναχτυπά. Η τέχνη για όσους τη ζουν είναι πολύ σοβαρή για να ‘ναι ανώδυνη.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Επηρεάζομαι, υπάρχουν βιβλία ογκόλιθοι που δεν γίνεται να προσπεράσεις. Επηρεάζομαι μα δεν νιώθω να σύρομαι. Με ενδιαφέρει πολύ η λογοτεχνία που παράγεται τούτη την ώρα. Από την άλλη, με ενοχλεί η απροσδιοριστία στην έκφραση και στο πνεύμα. Κάθε τι που τυπώνεται δεν ξέρω αν έχει και λόγο να υπάρχει. Είναι σαν να συμβαίνει μοιραία. Εντάξει. Καθένας ας πει το τραγούδι του. Δεν θα υμνήσω και δεν θα λιθοβολήσω κανένα. Δεν γυρεύω εμένα στα σχέδια άλλων κι αν αυτό ακούγεται αλαζονικό καθόλου δεν με ενδιαφέρει.

Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Όλα όσα μας σημάδεψαν συνεχίζουν να μας σημαδεύουν, έρχονται και ξανάρχονται. Είναι η ιστορία του παρόντος χρόνου. Ο αγκώνας μιας ωραίας γυναίκας, η στάση της, η φωνή της. Το βλέμμα των φίλων και η καταγωγή των ηλικιωμένων που τη βρίσκουμε στο μικρό παιδί. Όμως, οι σκληρές εικόνες είναι περισσότερες, ονοματίζοντάς τες, πλησιάζοντάς τες, οφείλουμε να σταθούμε μπροστά τους βρίσκοντας εκείνη τη δύναμη που χρειάζεται για να τις διαπερνάμε. Με άλλα λόγια, βαδίζοντας πλάι στο άσχημο, καλούμαστε και πάλι να βρούμε την ομορφιά, τον άνθρωπο και όλη του εκείνη την πρωτοτυπία που σε εμένα, σαν από ευγένεια δημιουργεί αυτόν τον κενό χώρο που ονομάζω αριστούργημα.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Είπαμε, ο ποιητής δεν είναι όργανο της συνήθειας. Δεν καλείται και δεν εγκαλείται. Ενεργεί αυτεπάγγελτα.

*Ο Αντρέας Πολυκάρπου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στο τμήμα Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού. Επιστημονικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε Ελλάδα και Κύπρο. Εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές στην Κύπρο και το 2013 εξέδωσε την τρίτη του ποιητική συλλογή «Απρόσωπα Φαγιούμ», στις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα. Το 2014 εκδόθηκε το θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» από τις εκδόσεις Vakxikon.gr στην Αθήνα. Ποιήματα του δημοσιεύτηκαν σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και μεταφράστηκαν στα αγγλικά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από τη European Commission για δημοσιογραφικές του έρευνες και εκπροσώπησε τη χώρα του σε Σλοβενία και Κωνσταντινούπολη αντίστοιχα.

**Αναδημοσίευση από το http://www.onlycy.com/articles/perissotera/vivliogonia/112249-enas-poiitis-katathetei-synenteyxi-me-ton-poiiti-loyka-liako

Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία

2016-meskos-afisa

Φ.Σ. Έδεσσας « Μέγας Αλέξανδρος»
Αγίου Δημητρίου 7
(58200) Έδεσσα
Ε-mail:megasalexandrosedessas@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία»

Το Δ.Σ. του Φ.Σ.Ε. «Μέγας Αλέξανδρος» σας προσκαλεί στην εκδήλωση με τίτλο «Μάρκος Μέσκος, 60 χρόνια στη λογοτεχνία», το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, στις 7 το απόγευμα, στην αίθουσα του παλιού Παρθεναγωγείου(Βαρόσι, Έδεσσας).

Στην εκδήλωση θα γίνει παρουσίαση του Εδεσσαίου ποιητή και παράλληλα θα λειτουργεί έκθεση ζωγραφικής και βιβλίων του ιδίου*.

Θα μιλήσουν οι:
Θωμάς Ιωάννου, ποιητής
Αποστολία Μαλαδάκη, φιλόλογος
Θοδωρής Σαρηγκιόλης, ποιητής
Βασίλης Παπάς, ποιητής.
Διαβάζει ο ηθοποιός Γιάννης Θωμάς.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Δήμου Έδεσσας με την υποστήριξη της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Έδεσσας.

*διάρκεια έκθεσης: 5-11 Νοεμβρίου, ώρες: 5-8 μ.μ.

Για το Δ.Σ.

Άγγελος Ευθυμιάδης, από τη συλλογή ”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”

aggelos031

Έτσι και το βουνό έχει μνήμη.
Γνωρίζει από βροχές και σεισμούς.
Τα πλακάκια που περπατώ κάθε βράδυ και τα αριθμώ έχουν μνήμη
γνωρίζουν το ασταθές από το σταθερό μου περπάτημα
Μνήμη έχουν όλα
το χθεσινό ποτήρι
που το γέμιζα και το άδειαζα με ουίσκι
ξεχωρίζει τους αναστεναγμούς και τις σιωπές.
Μνήμη έχει το χαρτί και το στυλό για ό,τι γράφτηκε
σβήστηκε
για όσους κύκλους έκανε πάνω
στη λεύκη σελίδα όταν στέρευε η μελάνη.
Μνήμη και ο ουρανός και η γη.
Μνήμη και ο χρόνος και τα τσιγάρα.
Η πέτρα και η πόλη σου.
Μνήμη και η μνήμη.

Μνήμη και οι αγκώνες πάνω στις μπάρες των μπαρ.
Μνήμη έχει και η ουλή – τοποθεσία και στιγμή.
Μνήμη έχουν τα ακρωτηριασμένα και καμένα playmobill
οι μνήμες με θέα
η νοσταλγός μνήμη που γυρνάει στα παιδικά χρόνια
μνήμη ο πρώτος έρωτας.
Μνήμη το ξεραμένο σπέρμα στην υφασμάτινη καρέκλα, μνήμη τα στερητικά
μνήμη και τα στερημένα.
Μνήμη τα καλαμάκια
οι τζιβάνες
οι σύριγγες
οι ζυγαριές ανακρίβειας αντίληψης.
Μνήμη ατροφική
αδύνατη
τραυματισμένη
πειραγμένη
άσχημα επιλεκτική
τόσο δίκιά μας, διαχειριζομένη άθελά μας.
Η μη μνήμη.
Η θεά μνήμη.

***

Στον Θοδωρή

Ας χαθούν όπως ήρθαν.
Χωρίς βογγητά,
χωρίς πολλά πολλά, γενικά χωρίς.
Υποψιασμένες. Άφοβες. Βροχερές. Σπάνια ηλιόλουστες.
Κούφιες. Άδειες. Τρύπιες.
Τόσο ίδιες και ξεχωριστές.
Ας χαθούνε όπως ήρθαν.
Τότε που ήρθαν, σε λίγο που θα χαθούν.
Το μεσοδιάστημα. Το μεσοδιάστημα.
Άλλοτε στη μέση του διαστήματος,
άλλοτε στη μέση του πουθενά,
άλλες στο σπάσιμο της μέσης.
Σβήσε ή απομυθοποίησε αυτές τις μέρες.
Καλώς ήρθαν.
Κακώς ζήσαν τόσο.
Ας χαθούν με αυτοπεποίθηση ακριβώς όπως ήρθαν.

*”Δεν θυμάμαι, ξέχασα”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2016.

Βασίλης Βασιλειάδης, στίχοι

Πρωί
ή άναπνοή βρωμάει
καυχιέται ξενυχτισμένη ηδονή
κάθομαι στό μπαλκόνι
ανάβω τσιγάρο
ρουφάω απανωτά τό άρωμα τού καφέ
ό Αρης επαγγελματίας γοπίστας
περπατάει στό πεζοδρόμιο σκυφτός μαζεύοντας αποτσίγαρα
σηκώνει τό κεφάλι του καί μέ κοιτάζει
“Καλημέρα” μού λέει
κοντοστέκεται
μέ ξανακοιτάζει χαμογελαστός
“η καλημέρα αυτή δέν είναι τάχαμου ούτε τζουτζέδικη
έχει μπέσα
γι αυτό καί τήν έχω ακριβή
νά τό ξέρεις αυτό”
φεύγει
ποτέ δέν δέχτηκε τά τσιγάρα πού τού πρόσφερα
“ευχαριστώ αλλά δέν θά πάρω “μού έλεγε
“άν θά τά δεχτώ θά ξεχάσω τήν αιτία
καί θά χάσω τό στοίχημα μέ τήν προσπάθεια
πώς κάποια στιγμή πρέπει νά αγοράσω μόνος μου τό πακέτο,
θά μέ ξαποστείλει απολέμητο ή φιλανθρωπία σου” μουρμούριζε
“καί είναι πού τίς σιχαίνομαι τίς σκατοφιλανθρωπίες
άς το…είναι ολόκληρη στάση ζωής……..
θεωρία τής αξιοπρέπειας
έτσι τή λέω εγώ
δύσκολα πράγματα τά δικά μου “
ό Περικλής μέ τήν ακρομεγαλία του
σταματά αχαιρέτιστος
καί χωρίς καλημέρα μέ ρωτάει
“τί είναι κόκκινο καί φτύνει πριονίδια?”
δέν περιμένει νά ρωτήσω “τί?”
“’ο λύκος ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα πού κάνει
πίπες στόν Πινόκιο” μού λέει
“www.xa.xa.xa” φωνάζει έχοντας γυρίσει τήν πλάτη του
καί ξεκαρδισμένη στά γέλια ή ανεμελιά του
απομακρύνεται κουτσαίνοντας.

Εμφανίζεται ή Μαίρη
συνήθως οί έντονοι διάλογοι μέ τό πρόσωπο
πού ή φαντασία της τό βλέπει απέναντι
μέ ξυπνούν στίς επτά τό πρωί
σήμερα άργησε μία ώρα
κομψή μέσα στό λευκό μακρύ τής φόρεμα
τό κεφάλι τυλιγμένο μέ τήν άσπρη μανδήλα
τό κόκκινο κραγιόν διπλοπερασμένο ζωγραφίζει τά χείλη της
ρουφάει τό τσιγαρίλο
σταματάει απότομα
στέκεται κοιτάζωντας κατάματα τό πρόσωπο τού άλλου
καί ό εμπρησμός τής φωνής της τού μιλάει
“Γιατί ρέ καριόλη μέ τό πουστοπουτανίστικο μυαλό σου
τσαλαπάτησες τό νόημα τής ζωής μου?
Τόν έρωτα μου γιά σένα.
Σού τά έδωσα όλα ρέ αλήτη.
Ολααα.
Ακόμη καί τό μεδούλι μου σού έδωσα.
Γιατί ρέ γαμημένε
μού έκλεψες τήν αλήθεια τού όνειρου
καί μέ άφησες μέσα στά σκατά τής πραγματικότητας?
Γιατί?”
Κοντοστέκεται
φαίνεται πώς ό άλλος τής φαντασίας της δέν μιλάει,
εκνευρίζεται ή Μαίρη με τή σιωπή του
“Σέ παραδόθηκα
θελημένα
ανυπόκριτη καί ελεύθερη
παρότι είμαι πολύ καλά ασκημένη
στά τερτίπια τής κοινωνικοποίησης,
νά στήνω παιχνίδια ίντριγκας καί υποκρισίας
καί νά διαχειρίζομαι κερδοφόρα γιά μένα τή συγκυρία,
έτσι σ΄αγαπάω”
τά συναισθήματα χαμηλώνουν τήν ένταση τή φωνή της
“κι εσύ μέ ξαπόστειλες σέ ερημιά
σ΄αυτήν εδώ
τήν χωρίς μοιρασιά
τήν αβάστακτη”

“Τό ερωτευμένο μυαλό μου
πού ανίκητο από τό ζορμπαλίκι τής αναπηρίας σου,
γιατί είναι αναπηρία ό μικρονοητισμός τού συντηρητισμού σου
τσιρκολάνε,
γελούσε ευτυχία,
όχι πές μου
πόσες φορές
γινόταν ό συντηρητισμός σου αθλιότητα
όταν εφορμούσε αφρισμένος κατεπάνω μου
γιά νά επικυρώσει τή δύναμη τής διευθυντικής του δραστηριότητας
βίαιος
ειρωνικός
καί παρόλο πατημένη καί σακατεμένη εκείνες τίς στιγμές
τό είναι μου ερωτευμένο
δάκρυζε
χωρίς νά βγάζει τσιμουδιά?
Γιατί ρέ τζουτζέ
ξεχειλισμένος από έρωτα,όπως έλεγες
στίς σπαραξοκάρδιες εξομολογήσεις σου
δέν μπόρεσες ν΄αναρωτηθείς
πώς γίνεται νά ζήσεις μιά χαρά,
μέ άλλους τρόπους,
έξω από τά κελιά τού συντηρητισμού σου
πού ό μανιακός
επέμενε νά μέ καταλαβαίνει
σάν νά είμαι εσύ,
αλλά είμαι εγώ
μικρονοητικό απόβρασμα,
είμαι εγώ
άλλη από εσένα
ερωτευμένη ώς τό μεδούλι μου
μέ εσένα
άλλά άλλη”
Η φωνή της έγινε πάλι μεταλλική
“Δέν μπόρεσες?Δέν ήθελες?

Ρέ κωλόπαιδο
κατάλαβε το επιτέλους
πώς δέν μπορούμε νά απομονώνουμε τά πράγματα
τής ζωής καί τών ανθρώπων,
παρά μόνο νά τά καταλαβαίνουμε μέσα από τήν αμοιβαία σχέση τους
καί τήν ολότητα τους.
Τί δέν καταλαβαίνεις
από αυτά πού σού εξηγώ παληοαρχίδι?
Πές μου τί?”
Ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού τσιγαρίλο.
Μέ μία βιαστική κίνηση
σκούπισε τά δάκρυα από τά μάτια της.
“Κουράστηκα νά σού τά λέω……
Κουράστηκα πολύ..
Είναι καιρός τώρα
πού μέσα στά σκοτάδια
τής σύγχυσης,τού άγχους,τού πανικού
ή αυτογνωσία μου σέ αναλαμπές
λαχταράει τήν επαναφορά στή φυσιολογικότητα,
νά ενσωματωθεί στό “έξω”,
νά λεηλατηθεί παραμένοντας νηφάλια
από τίς δεσμεύσεις,τίς αντιφάσεις,
τίς αυτόματες καί αυτονόητες καταστολές
ακόμη καί μαζικές παράνοιες
τής κατεστημένης λογικής,
τόν τρόπο σκέψης τής πλειοψηφίας
τής κάθε φορά πλειοψηφικής λογικής…..
επινοώ απλούς σχεδιασμούς
χωρίς νά είμαι ψευδαισθητική
ούτε τό μυαλό μου είναι χέρσο
ξέρωντας πολύ καλά
πώς τό απλό είναι καί τό πιό δύσκολο,
γιά νά έχω ξανά τόν έλεγχο τής μοίρας μου
χωρίς αυτούς εδώ τούς σπασμούς βασανιστικού πόνου
πού γεννάει χωρίς νά μέ ρωτήσει ή χημεία τού μυαλού μου,

μέ κάνει σπαράλια
ή βιωματική συνθήκη τής τρέλλας
πού μέ οδηγεί άθελα
σέ αρνήσεις τής πραγματικότητας,
σέ αδυναμία διαχείρησης της
καί τής διαχείρησης τής δικής μου σχέσης
μέ τόν χωρόχρονο της,
χωρίς ή μέ πολύ λίγα τραύματα.”
Γύρισε τό κεφάλι της πρός τό μέρος μου.
“Εδώ είσαι?”
Δέν περίμενε απάντηση.
“Ανοιξε μου
θέλω νά έρθω επάνω γιά λίγο
νά ξεκουραστώ ”
Αυτή ή γλυκειά προστακτική τής φιλίας
μέ τήν ανευλάβεια της πρός τά φρού-φρού
καί τούς κανόνες τής επικοινωνιακής γλώσσας
πού αφήνει αποσβολωμένη τήν κοινωνικότητα
νά χάσκει μέ τό στόμα ανοιχτό
μέ σήκωσε αμέσως από τήν καρέκλα,
άφησα μισάνοιχτη τή πόρτα τού σπιτιού
καί επέστρεψα στό μπαλκόνι
νά τελειώσω τόν καφέ….
Στό κεφαλόσκαλο μιλούσε δυνατά
“εμ δέν φτάνουν μόνο οί οργασμοί
γιά νά αποδειχθεί ό έρωτας,
αυτή ή μαγκιά χρειάζεται πολλά
πάρα πολλά
τά χρειάζεται όλα μαζί αυτά τά πολλά
καί ένα μόνο από τά πολλά είναι οί οργασμοί…..
δύσκολη,πολύ δύσκολη γιά νά παιχτεί ή παρτιτούρα τού έρωτα
κι ακόμη πιό δύσκολος ό συντονισμός σου στήν ορχήστρα τών δύο……”
άκουσα τίς ανάλαφρες πατημασιές της
νά πηγαίνουν στή βιβλιοθήκη,

τό αγαπημένο της δωμάτιο από τούς καιρούς τότε
πριν τήν υπονομεύσει ό μεγάλος έρωτας
καί τήν ματαιώσει……
δέν ήταν απαραίτητη ή παρουσία μου στό δωμάτιο
σχεδόν γνώριζα τί κάνει στό κάθε λεπτό τής σιωπής της,
αυτά πού έκανε πάντα,
στεκόταν μπροστά από τά ράφια τής κοινωνιολογία τής τρέλας καί τής αντιψυχιατρικής,
τά είχε διαβάσει όλα
αρκετές φορές,
τά χάιδευε μέ τά δάχτυλα της,
αγγίγματα ερωτικά,
μονολογούσε σέ τόνο χαμηλό
“κάθε φορά
τά διαβάζω μέ τρόπο διαφορετικό
καί μού αρέσει πολύ”,
ή περιέργεια της σκάλιζε τίς σχεδόν κιτρινισμένες από τόν καπνό καί τόν χρόνο σημειώσεις
από τίς νυχτερινές μου πληρωμένες βαρδιες βιοπορισμού στά ψυχιατρεία
ή στά κακόφημα ιατρικά στέκια
τούς Σταθμούς Πρώτων Βοηθειών ναρκομανών καί ψυχασθενών
καί κατέληγε στά περιοδικά λόγου καί ποίησης
πού εκδίδαμε μαζί μέ τούς ανθρώπους πού υπέφεραν από τό βάσανο
-ποτέ δέν τούς ονοματίσαμε “ασθενείς”-.
στήν προσπάθεια τής ασέβειας μας νά αναψηλαφεί διαρκώς
τούς κατεστημένους ορισμούς τής τρέλας
ακόμη καί στό ρίσκο της νά τήν ακυρώνει ώς “ασθένεια”.
Μέ φώναξε
“θέλω νά σού μιλήσω”,
παραξενεύτηκα
συνήθως καθόταν ένα μισάωρο μέ μία ώρα
χωρίς νά ανταλλάξουμε κουβέντα
άλλοτε κάπνιζε σκεφτική δύο-τρία σιγκαρίλος απανωτά
άλλες φορές διάβαζε
καί έφευγε
δίχως νά χαιρετήσει.
Βουλιαγμένη στήν κόκκινη πολυθρόνα

έσταζε κούραση καί υγρασία
είχε βγάλει τήν πουκαμίσα
ό ανεμιστήρας κοντά στά στήθια της
ή ματιά τής ρημαγμένη από τόν πόνο
επώαζε κατάθεση σημαντικότητας
μιλούσε σοβαρά καί αργά
“Αυτοί μού ζητάνε
μέ τό ξυράφι τής παραίτησης μου
νά αποδεχτώ πώς είμαι άρρωστη
“ψυχιατρικός ασθενής” τό λέει ό στιγματισμός τους
άσε νά μού τό ζητάνε οί ψυχιατριστές καί οί ψυχιατρισμοί τους,
άκου
όροι πολυκαιρισμένοι
πού προδίδουν καταγωγή γνώσης τσαρλατάνικη
ψυχίατρος
ψυχιατρική
γιατρός τής ψυχής
ιατρική τής ψυχής
αρχιδιές αδόκιμες
λείψανα μορφωμάτων δολοφονικής αλητείας
“πεταμένα” από μήτρες δυσλειτουργικές
κι ανήκεστα αρρωστημένες
αυτές
τής βίαιης θρησκειοληψίας
καί τής ηττημένης μέχρι ακύρωσης μεταφυσικής,
πώς μπορώ
νά μή θυμηθώ
τίς ελάχιστες από τίς παγκόσμια πολλές
ανθρωποφάγες αλήθειες τέτοιων -ισμών
πού μέχρι τό 1860
τούς εγκεφαλικά βασανισμένους
τούς έριχναν στά ανελέητα χέρια
παπαδαριού δολοφονικού καί σαδιστικού
καί ό αρρωστημένος φανατισμός τής χριστιανοληψίας τους
κρατώντας τους αλυσοδεμένους
στά μπουντρούμια τών άγιων μοναστηριών καί εκκλησιών

τούς τιμωρούσε
μέ βασανιστήρια απάνθρωπα
ώς αμαρτωλές,δαιμονισμένες καί αντίχριστες ψυχές,
γαμώ τίς ψυχές τους,
πώς μπορώ νά ξεχάσω
τέτοιο ψυχιατρισμό καί τέτοιους ψυχιατριστές
πού ελάχιστο ιστορικό χρόνο πρίν
από τό 1940 ώς τό 1941
συμμετείχαν μέ ενθουσιασμό καί σύσσωμοι
στήν Aktion 14
οί αλμπάνηδες
δολοφονώντας εν ψυχρώ
σέ κατάσταση απόλαυσης σαλεμένης
εβδομήντα χιλιάδες σαστισμένες ανθρώπινες ζωές
-γι αυτούς υπάνθρωποι-
καί αριθμό αμέτρητο στά άσυλα καί στά τρελλάδικα
μέ τίς μεθόδους τής πείνας,τής δίψας,
τών θανατηφόρων ενέσιμων ουσιών,
μέ τήν ετυμηγορία-γνωμάτευση τού ψυχιατρισμού
“αθέλητη απιστία πρός τίς νόρμες τής φυσιολογικότητας
καί παράλογη συμπεριφορά απέναντι στήν κατά πλειοψηφία αποδεκτή λογική”,
πώς μπορώ νά τούς εμπιστευτώ
πού μόλις τό 1960
στό ιστορικό χθές δηλαδή
ασθμαίνοντες από τό ασήκωτο βάρος τής κατακραυγής
κρατώντας ακέραια τήν νομική τους ισχύ
κατέφυγαν σέ μία άρον άρον αυτοκριτική τού εγκληματικού ψυχιατρισμού
πού τήν ονόμασαν οί ανεπίτρεπτοι”ψυχιατρική μεταρρύθμιση”
ανακαίνισαν τούς τόπους μαζικών δολοφονιών
τά τρελλοκομεία άσυλα
καί τά επωνόμασαν “ψυχιατρικά νοσοκομεία”….
αι σιχτίρ
μπορείς νά μήν τά θυμάσαι όλα αυτά?
πώς νά μήν φοβάσαι
τέτοιους ψυχιατριστές καί τέτοιους ψυχιατρισμούς

πού ή εξουσία τους ανεμπόδιστη
χαμογελώντας ή λογικόπληκτη αλαζονεία
νά “θεραπεύσει” τήν άυλη ουσία μου
τήν ψυχή μου
μέ φαρμακοχημικούς προπηλακισμούς τής ύπαρξης τού Είναι μου ?
Λοιπόν
δέν ξέρουμε ποιά ή ποιές
από τίς άπειρες παράγωγες καί κατά συνθήκη καταστάσεις τού εγκεφάλου
-πού δέν έχουν νά κάνουν μέ αυτές τίς ασυναρτησίες τής θρησκειολογίας
καί τής μεταφυσικής-,
ποιό ή πόσα από αυτά τά άπειρα αποτελέσματα καθαρής βιοχημείας τών νευρώνων
-όλα τά παραπάνω ασυνέχειες καί εκκρίματα-
είναι ή προσομοίωση τής περίφημης ψυχής τους
αυτή
ή άυλη
ή άφθαρτη
ή πνευματική
ή γαμημένη ή ψυχή τους….
Άσε
πού όταν ή ανικανότητα μου νά διαχειριστώ τόν πόνο μου,
υποτροπιάζει σέ τρέλλα,
γελάω
γελάω ξεκαρδιστικά
βλέποντας τήν έπαρση τους αυστηρή καί τιμωρητική,
σάν τή δασκάλα μου τότε,
νά χτυπάει μέ τόν χάρακα τής κατασταλτικής χημείας
τίς παλάμες τών νευρώνων μου μέχρι νά πρηστούν καί νά ματώσουν
δηλαδή μέχρι νά μέ επαναφέρει
άφωνη καί ρημαγμένη(ευνουχισμένη)
στήν απρουπόθετη αποδοχή τής πραγματικότητας
χωρίς τό μαρτύριο τής διαμαρτυρίας,
τής τρέλλας
μέσα μου…….”
Τά δακρυσμένα της βλεφαρίσματα
ανόθευτο παράπονο καί σκάνιασμα αλάλητο
“άδικά περιμένω

νά διεισδύσουν στά σκοτάδια μου
νά τήν περπατήσουν τή ροή τού χρόνου μου
μέ βηματισμό αιρετικό πρός τούς κομφορμισμούς τους,
νά ψηλαφίσουν τήν αρχή τών φορτίων τής εμπειρία μου,
τής μνήμης μου,
τών αισθημάτων,
τών σκέψεων,
τών συμπεριφορών,
νά βρούν τήν άκρη τού νήματος
τό γιατί καί τό πώς τού τρόπου τής εγκεφαλικής μου χημείας
πού τά παράγει,τά συνθέτει καί τά αποσυνθέτει
σέ αλληλοεπίδραση μέ τόν κόσμο μου καί τόν κόσμο
όλα αυτά,
τό Υπάρχω μου καί τό Είναι μου
ενιαία
Εγώ,
νά βρούν εμένα
καί νά εντοπίσουν τήν αιτία
πού μέ εξορίζει αθέλητα
από τήν κάθε φορά κατεστημένη λογική καί φυσιολογικότητα…..
αλλά αντί γι αυτό
επιδίδονται κάποιοι στυγεροί μεταπτυχιακοί
στή χημική καταστολή ή ακύρωση
τών εξωτερικευμένων συμπτωμάτων τής αιτίας
τής τρέλας μου τή συμπεριφορά,τή νόηση,τή γλώσσα…..
τό πετυχαίνουν…..
τά ακυρώνουν προσωρινά
καί τό αλαφιασμένο θηρίο μέσα μου
ναρκώνεται γιά λίγο μέ τά τερτίπια τους,
μετά….
μετά ξυπνάει
γιατί ή αιτία πού τό κρατάει ζωντανό μένει ανέγγιχτη
καί πάλι από τήν αρχή
μού προκαλεί πόνο καί βάσανο…..”
Σηκώθηκε απότομα
καί μέ κίνηση στοχευμένη πήρε από τή βιβλιοθήκη
ένα χοντρό λεξικό

”σού διαβάζω τήν ερμηνεία τής ψυχής τους
από λεξικό έγκυρο μιάς ακαδημίας αθανάτων
άκου…! γιά νά γελάσεις
μέ αυτές τίς αθάνατες ασυναρτησίες”
ρούφηξε βαθειά τόν καπνό τού σιγαρίλο
”ψυχή είναι ή ηθική καί συναισθηματική φύση τού ανθρώπου
σέ αντίθεση μέ τήν βιολογική καί διανοητική του υπόσταση”
κλείνοντας τό βιβλίο μονολόγησε
”άς αλλάξουν τουλάχιστον τό όνομα
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς…
όχι….τής Εγκεφαλικής Χημικής Δυσλειτουργίας
όχι..όχι….
δυσλειτουργία, ώς λάθος ή παθολογία, απέναντι σέ ποιά σωστή
καί φυσιολογική λειτουργία?
πάλι τά ίδια
τό Παράλογο απέναντι στό Λογικό,
αφού είπαμε πώς καθορίζεται τό Λογικό,
κάθε φορά κατά πλειοψηφία καί κατά συνθήκη……
άσε…..άσε
μήπως δέν μπορεί νά είναι Λογικό
ένα κατά πλειοψηφία μαζικό Παράλογο?
δέν ζήσαμε τήν κατά πλειοψηφία Λογική ενός ολόκληρου λαού
λυσσαμένη σέ κατάσταση λογικοφρένειας
νά συμμετέχει ουρλιάζοντας χάιλ
στά εγκλήματα τού Χίτλερ?
αυτός δέν ήταν ένας μαζικός ανθρωποκτόνος Παραλογισμός
πού τότε μόστραρε σάν φυσιολογική κατεστημένη Λογική καί Συμπεριφορά?”
σκούπισε τόν ιδρώτα στόν λαιμό της μέ τήν μπλούζα
βυθίστηκε στή πολυθρόνα
ταίριαξε μέ μία γρήγορη καί διακριτική κίνηση τό σουτιέν της
“λοιπόν
μία αληθινή καί έντιμη ονομασία είναι
Γιατρός τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ιατρική τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς
Ασθενής τής Εγκεφαλικής Χημικής Συμπεριφοράς

αυτό είναι,
αφού ή τρέλα είναι ένα άλλο στύλ διεργασιών τής ηλεκτροχημείας τού εγκεφάλου
πού παράγει διαφορετικών στύλ διανόηση,συναισθήματα καί βιολογία,
μιά κατρακύλα σέ κατάσταση νταντά,σουρρεαλισμού,μπίτ τής κατεστημένης λογικής μου
έτσι πρέπει νά ονοματίζουμε τά πράγματα….
αποδεσμευμένα συθέμελα από τίς ανήκουστες συσχετίσεις
μέ τήν ψυχή,τήν αυθαίρετη ασυναρτησία,
Ιατρική τής Ψυχής-Ψυχιατρική
Γιατρός τής Ψυχής-Ψυχίατρος
Ασθενής τής Ψυχής-Ψυχασθενής
αρχιδιές αμετάκλητα αρτηριοσκληρωμένες…………………………….

*Aπό τό FUCK OFF long poem σέ διαδικασία έκδοσης.

Γιώργος Θέμελης, Μάταια πράγματα

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

John Lennon & Paul McCartney, All you need is love (The Beatles, 1967)

Μάταια πράγματα

[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]

Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ’ έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς.

Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post