Γιώργος Γκανέλης, Δύο ανέκδοτα ποιήματα

ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ

Φράσεις ατροφικές
Λεκτική ανορεξία
Φωνήεντα σκελετοί
Σύμφωνα καλαμάκια
Χωρίς σημεία στίξης
Σημάδια κατάθλιψης
Ετοιμόρροπος λόγος
Να γκρεμοτσακιστεί
Να σπάσει πλευρά
Στο γύψο για πάντα
Αδύνατα νοήματα
Θραύσματα λογικής
Ωχρό στο πρόσωπο
Μορφή ασκητική
Στίχοι ελλειπτικοί
Με καθόλου δέρμα
Λείψανο θανάτου

Κι όμως βραβευμένο
Από νεκρούς κριτικούς

***

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟ

Δεν ακολουθεί κανείς
Μπροστά μου σ’ έχω
Σκότος θανάτου
Μόνο αντιφάσεις
Για την αιωνιότητα
Είναι κι η μοναξιά
Υποζύγιο της αλήθειας.

Πλήθος τα σώματα
Περιμένουν στην ουρά
Κι ο Σαρτρ στο τέλος
Κρατώντας το Μηδέν
Το Είναι του ξέφυγε
Το ‘πιασα και φεύγω
Μη μ’ ακολουθήσετε

Θα αργήσουμε πολύ
Να ξανασυναντηθούμε.

Γιάννης Αγγελάκας, Η γελαστή ανηφόρα

Τώρα που πέφτει πάνω μας άλλη μια άγρια μπόρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι αν φλέγεται τριγύρω μας του τίποτα η χώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα.

Τώρα που όλοι συμφωνούν πως είν’ κακιά η ώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα
κι ως που να συναντήσουμε της δίψας μας τα δώρα
χαρούμενοι ανεβαίνουμε τη γελαστή ανηφόρα

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα

I

Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου.

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους.

*Από τη συλλογή Εποχές (1945).Το ποίημα αναδημοσιεύεται απο εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2010/07/23/manolis-anagnostakis-pente-mikra-themata-ii-thessaloniki-%CF%80%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%AC-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-i-%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82/

Jaques Prevert, Οικογενειακό

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Grace Cossington Smith, Γυναίκα που πλέκει κάλτσες (1915)

Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Κόρινθος

korinthos02

Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες

Σ’ αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ’ όνομά του’

Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ’ τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ’ αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε

*Από τη συλλογή «Ο δύσκολος θάνατος», Εκδόσεις Νεφέλη, 2007

Γιάννης Στίγκας, Η τέλεια ακουστική του λαβύρινθου

stigkawq

Ι.
Επειδή
δεν μπόρεσα να πνίξω τον ουρανό
– τόσο γαλάζιο που στο τέλος ελπίζεις –
ένας άγγελος
μου ψιθυρίζει τρυφερά
—
χτίσε με σ’ ετούτες τις πέτρες

ΙΙ.
Επειδή
όσο κι αν κάπνισα
δεν βρήκα το μίτο μου
—
τόσες αγάπες
τόσο λαχάνιασμα
— και ο Μινώταυρος
τι βιολιστής, Θεέ μου,

ΙΙΙ.
Ξέμεινα
με τον ουρανό και το Λόγο
—
κανείς τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει
(φταίνε λιγάκι κι οι εποχές
τα δόντια μου που ‘ναι στραβά
φταίει
το έσω σκιάχτρο)

IV.
Είμαι τόσο πρόθυμος για συντέλεια
ώσπου να γράψω «λουλούδι»
έχει ήδη χάσει δυο πέταλα
δεν ξέρω αν το φως
είναι τέχνασμα σκότους
ή ανάποδα
—
εγώ
—
μόνο να βασανίζω τις πεταλούδες
– καμιά τους δεν ξέρει να μ’ αγαπήσει

V.
Κι άλλωστε
τούτος ο κόσμος δεν άναψε ποτέ
θέλει να δέσεις κόμπο το κενό
–
αν είναι ναυτικός καλύτερα
—
να κεντήσεις την ψυχή σου καταιγίδες

VI.
Τόσες φωνές για σφάξιμο
τόσες φωνές για γδάρσιμο
—
που να σου μείνει μία —

λεϊμονιά
λεϊμονιά
εδώ που μ’ άφησες ριζώνω

*Aπό τη συλλογή “Η όραση θ’ αρχίσει ξανά”, εκδ. Κέδρος (2006).

Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”

maxresdefault

ΧΙΙ

Αυτό που κάποτε σήμαινε Ζωή, χάνεται.
Το νόημά της χάνεται
γιατί είναι ένα νόημα δίχως αλήθεια.

Κάποτε είχε αλήθεια.
Όχι σήμερα,
σήμερα δεν έχει.

Ανοίξαμε τη λέξη Ζωή
κλέψαμε τον Πλάτωνα,
τον Βούδα, τον Μακιαβέλι, τον Εξυπερύ,
και χύσαμε στις γλώσσες τους.
Πλέον, επικαλούμενοι τα ονόματά τους,
εκείνων αλλά και όλων των υπολοίπων,
έχουμε το πάσο για να ρίχνουμε γκόμενες
να μεταμορφωνόμαστε (ή να μεταμφιεζόμαστε)
σε διανοούμενους,
να καλύπτουμε τα σημάδια μας.

Τόσα πνεύματα, και σήμερα, εδώ.
Τόσοι τρανταχτοί παλμοί, άριστα κρυμμένοι.

Οι ιδέες χάνονται.
Μακιγιάρονται μέχρι να ξεχαστούν
(ή μέχρι ο καλλιτέχνης να ξεράσει)
(ή και τα δύο)
στην αναζήτηση ενός σπιτιού, μιας οικογένειας.

Όλοι θέλουμε ν’ ανήκουμε κάπου.
Όλοι θέλουμε να μας αποδεχτούνε
να μας δώσουν μια αγκαλιά
να μας πούνε μπράβο.
Η ανάγκη δε σταματάει ούτε στα εφτά
ούτε στα δεκαεφτά
ούτε στα ενενήντα εφτά.

«Αγαπητοί Κλειδοκράτορες
βρίσκετε το ποίημά μου υπερβολικά θρασύ;
Το τραγούδι μου εκτός μόδας;
Το θεατρικό μου εργο ολίγον εγωκεντρικό;
Παρακαλώ, παρακαλώ, πείτε μου,
πώς να το βελτιώσουμε;
να του κόψουμε τα πόδια, τα χέρια;
Μη δίνετε σημασία στο κλάμα του, δεν ξέρει.
Ροκανίστε. Ορίστε, πλαστικές σακκούλες.
Ναι, πετάξτε τα χέρια εδώ. Και τα πόδια.
Ναι, ναι, σας ευχαριστώ».

*“Σκοτάδι”, Εκδόσεις Ars Poetica, 2013.

Γιώργος Ρούσκας, Πώς να χορτάσω;

10914826_10153002288956683_7955162054530655204_o

Μπορεί να χόρτασα ψωμί
κούραση, ξενύχτι, αγωνία
πίκρες χόρτασα σίγουρα
ρόλους στην κοινωνία
ψεύτικες συμπεριφορές
ανούσιες απολαβές.

Πλήρης ημερών απ’ τα τριάντα
χόρτασα αντιβίωση
πόνο, πυρετό
μπορώ με σιγουριά να πω
φτάνει
δεν θέλω άλλο.

Όμως αναπνέω, γελώ
αχόρταγα λαχταρώ
τον έρωτά μας
ανάστατος παραδίνομαι
στην ακατανίκητη
της ολότητάς σου έλξη.

Λαίμαργα μεταλαβαίνω
του λόγου την απεραντοσύνη
των βιβλίων τη σκόνη, την παιδική αγκαλιά.
Τις λιογέννητες κυματομορφές
του ελλαδικού φωτός
κοινωνώ ευλαβικά.

Δεν χορταίνω
τα μάρμαρα
τ’ αμπέλια
τις ελιές, τα στάχυα
τη μυρωδιά
απ το κομμένο τριφύλλι.

Ακόρεστα πίνω
το χρώμα του ουρανού
γίνομαι ένα
με τα βουνά
τη θάλασσα
το νερό.

Πώς να χορτάσω
το Δίον;
Την Ακρόπολη
πώς να προσπεράσω
χωρίς να σταθώ;

Είναι τόσα πολλά
τα επίγεια
πέραν χρημάτων αγαθά
που ξέρω πως
ποτέ δεν θα χορτάσω.

*Από τη συλλογή “Άυλο Πύαρ”, Εκδόσεις Χίλων, 2013.

Δήμος Βιλαέτης, Ο αντί-λογος

loreley

Ανεξέλεγκτα
ο Εφιάλτης πάλι,
στους Πέρσες
τριακόσιους θα προδώσει.

Ελεύθεροι πολίτες,
που τις ανάγκες τους
οι δούλοι θεραπεύουνε,
από τη φίλη πόλη,
τη νίκη του προδότη
θα δρεπανίσουνε.

Τότες.
Τη νίκη αρνηθείτε,
το έπαθλον.
Αρνηθείτε τη σωτηρία πόλη.
της μάχης το πεδίο
αφήσατε αδειανό.
Αφήσατε τον εισβολέα
να ψάχνει για προδότη
για σφάγια τριακόσια.

Αγνοήσατε τα όπλα του.
Προδότη, αρχηγό,
στρατιώτες.
Τη στέρεα εργασία
π’ αλόγιστα αυτοκτονεί
μη χρησιμοποιήσετε.

Φυλάχτε τους και κρύφτε τους
για νά ‘χετε αξίες
στην εξάντληση.

Σιωπώ
Μπροστά μου υπόλοιπα
απ’ τα κρασιά
του ογραμένου κατωγιού,
απ’ τα σκουτιά
των βουνιασμένων γιούκων,
απ’ των παλιών σπιτιών
τη πτώση,
απ’ των παλιών ανθρώπων.

Μ’ αγωνία έξω
απ’ τη χρησιμοποίηση
βαστώ,
ό,τι δεν αποδοκιμάζω.

Δικαιώνω τα υπόλοιπα.
Ταλαιπωρούμαι
από τη κύναιδο μορφή των ανανεωτών.

Στους φοίνικες νομάδες
μιλάνε,
για το αρνί που άσφαγο
το ψόφησε η θέρμη.

Για τ’ άλογο το σταυλισμένο
π’ αδούλευτο
το σκότωσε η πέτρα.
Για κείνο το φίλο,
π’ απαρηγόρητο τον σούγλισε
της πεύκας το κλωνάρι.

Διεκδικητές.
Πέτρα, κλωνάρι, θέρμη.

Μην εξαντλήσετε
Εφιάλτηδες, στρατιώτες, αρχηγούς,
τα όργανά τους.

*Από τη συλλογή, “Η Παρουσία των Όντων”, Πύργος 1979.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Τρία ποιήματα

10392296_906529699493099_4792452359525201070_n


ΑΓΝΩΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

…
όμως,
το ρολό της μοίρας,
βάφει τη μέρα με μια ανάσα,
και τη νύχτα
με ασφυξία,
καταλαβαίνεις τώρα γιατί πνίγομαι
από τα δάκτυλα,
κρύβουν στάχτες
που αφήνουν δαχτυλιές
στη μνήμη,
γι’ αυτό,
δεν έχω συμμετρία στα βήματα,
γέρνω στη διανομή και πάω προς την άλλη,
εκεί πάλι,
το γυαλί μαραίνεται
και η ψίχα γίνεται πείνα

*Από τη συλλογή “Σπιτικά μπισκότα” (2015)

***
…
να μοιρολογήσω
και τους δυο
μας,
γιατί είμαστε σε απόσταση πετριάς,
δηλαδή ζευγαρώνουμε
με θάνατο
και αν είναι να ξαπλώσουμε στο χρόνο ανάσκελα,
αφού στο δαίδαλο
το σύρμα δείχνει
μόνο τους πιασμένους στο
αδιέξοδο
κι εμάς,

ας το
κάνουμε,
πρώτα τα υπόλοιπα,
όχι τα ισόπαλα
τα ηττημένα να στείλουμε να ξεβιδώσουν πέτρες
για τους επόμενους

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί” (2015)

***

ένα
λεπτό,
μα ξαναρώτησες για τη γέμιση του διπλανού:
είναι από
τον παραδίπλα
και ούτω καθ’ εξής,
μέχρι το γωνιακό κρεοπωλείο,
που σημαίνει,
υστερείς γιατί είσαι ζωντανός
στην εξέδρα της θείας
δίκης,
κερδίζεις
το φορτίο των πυροβολισμών
και χάνεις τη διαδρομή
προς
τα κάτω,
εκεί που κερδίζεται
αιωνιότητα

*Από τη συλλογή “Ενέδρες τα χρόνια” (2016)