Γιώργος Σαράτσης, Νυχτερινές Απουσίες

na

Φθινόπωρο με τον Γκαλεάνο στο Μοντεβιδέο. Θερμοκρασία στους 20οC. Μου μιλά χαμηλόφωνα για τα ένδοξα ταξίδια του Κορτές στα 1547, για φυλές ινδιάνων με περίτεχνες γλώσσες και άλκιμα σώματα. Τη μέρα που γεννήθηκες, μου λέει, ο Φρανθίσκο Πιθάρο βολόδερνε στη Λίμα. Από χοιροβοσκός, τιμημένος νεκρός στον περίβολο ενός καθεδρικού. Κάποιος άλλος πάντοτε.

Στο βάθος τα βουνά της Μακεδονίας. Νοέμβρης μήνας, λιμνοθάλασσες και εκβολές ποταμών. Ένα θαλασσοφαγωμένο ρυμουλκό, παρκαρισμένα Ι.Χ. δίπλα από συρματοπλέγματα. Οι αποστάσεις απαιτούν συγκατάβαση κι ο έρωτας χώρο να χορτάσει απ’ τα σωθικά μας. Η ύπαρξη γραπώνει αιφνίδια απ’ το πόδι και σέρνει πρόσωπα, γόνατα, παλάμες αιμόφυρτες στο χρόνο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2016/11/23.html

Ζωή Καρέλλη, Οι ουλές

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Οι ουλές

Σαν πεινασμένα στόματα που δεν εχόρτασαν,
ανοίγουν οι επιθυμίες πληγές απάνω μας,
που μένουν ανοιχτές και δεν περνούν,
πληγές που μας πονούν.

Αν χέρι συμπονετικό δε μας τις γιάνει,
αν λόγος συμπονετικός δεν μας γλυκάνει,
λόγος παρήγορος, που ξέρει, απαλός,
τα τραύματα αφορμίζουν.
Περνάει καιρός και κλείνουν,
γιατί πρέπει να ζήσουμε.
Όμως σημάδια αφήνουνε,
ουλές, που φαίνονται άσχημες, βαθιές.
Οι αληθινές μορφές είναι τυραννισμένες.

Κι ας μη μας λένε τότε,
ας μην κατηγορούν, που είμαστε
οι παραμορφωμένοι.

Από τη συλλογή Της μοναξιάς και της έπαρσης (1951) της Ζωής Καρέλλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ζωή Καρέλλη

View original post

Γιάννης Γιαννουλέας, Έξι ποιήματα

klepsidra


ΖΩΟΛΟΓΙΑ

Μαύρα αναλφάβητα ερπετά
εγκαταλείπουν τις τρύπες τους
έξι μέρες την εβδομάδα
— γιατί την έβδομη αναπαύονται —
Κυκλοφορούν στα στενά πεζοδρόμια
μπαίνουν και βγαίνουν στους υπόνομους
στα καταστήματα
στις δημόσιες τουαλέτες
συναλλάσσονται
παραληρούν
τρομοκρατούν
ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα
καθορίζοντας
και τη δική μου ζωή.

***

Η ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΗ ΣΦΑΙΡΑ

Ονειρεύομαι το θάνατό μου.
Θα ’ναι απόγευμα,
μια μέρα του γλυκού Σεπτέμβρη,
όταν οι λιγοστοί συγγενείς
και φίλοι ασφαλώς,
θα θρηνούν
την απότομη διακοπή
μιας τεθλασμένης πορείας.
Στο μεταξύ
παλεύω με σκιές
εξαντλούμαι
παλινδρομώ
περιπλανώμαι
σε μια διαδρομή
που όλο και πιο συχνά
αναγνωρίζω τα όριά της.

***

ΠΡΟΣΟΧΗ!

Δεν πρέπει
να μας βαραίνει
κανένας
σεβασμός,
καμιά
εμπιστοσύνη,
καμία
προσδοκία.
Το μέλλον,
ένα σχήμα λόγου.
Το παρελθόν,
άλλος ένας σκελετός
στο νεκροταφείο
αυτοκινήτων.
Προσοχή!
μόνο
αυτή
η
στιγμή
υπάρχει!

***

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ

Θέλω να μιλήσω
για τη δύναμη
της αισιοδοξίας.
Για τις ώριμες του μέλλοντος
ημέρες
— όταν οι ανάξιοι καιροί μας
μόνο βιαστικά θα μνημονεύονται
απ’ τους σχολαστικούς —
για λίμνες με νούφαρα
και βάτραχους-ρήτορες
για δένδρα ερωτευμένα
με ρίζες γερές.
Θέλω να μιλήσω.
Θέλω.

***

ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

Δεν υπάρχει συνάφεια
ανάμεσα
σ’ αυτούς που συγκεντρώνουν
ένσημα σπαραγμού
και σ’ αυτούς
που δεν ξέρουν
τι σημαίνει αυτό.

***

ΠΑΤΡΙΝΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ

Περασμένα μεσάνυχτα
ανυποψίαστα γέλια στην πόρτα
μεθυσμένα βήματα
σφυρίζοντας ένα σκοπό ανάλαφρο
μετά τη λαμπρή γιορτή
τελευταία αγωνία
— αν το περίπτερο διανυκτερεύει —
με βήματα αργά
πολύ αργά
ο σκύλος
δεν με χάνει
απ’ τα μάτια του,
ακίνητος
σκύλος,
έλα δω
σκυλάκι…
ωστόσο
από μακριά
ήχοι παράξενοι
— ουρλιαχτά —
στο φωτισμένο φαρμακείο μέσα
παιδιά βαμμένα κόκκινα
μιλάνε με ψιθύρους
κάποιος στρέφεται
ζητάει τσιγάρο
«Νίκος Τεμπονέρας»
μου συστήνεται.

*Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005.

31 Οκτωβρίου 2016, συμπληρώθηκαν 128 χρόνια από τη γέννηση του λογοτέχνη Ναπολέοντα Λαπαθιώτη | Βαγγέλης Ψαραδάκης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

14875087_10207966271018145_597393531_nΑρχική προσθήκη

Σήμερα, 31 Οκτωβρίου 2016, συμπληρώθηκαν 128 χρόνια από τη γέννηση του λογοτέχνη Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Δυστυχώς διάφορες άλλες υποχρεώσεις δεν μου επέτρεψαν να ολοκληρώσω κάποιο από τα νεότερα αδημοσίευτα κείμενά μου για τον ποιητή. Αυτό όμως δεν ήταν λόγος να απέχω από την επέτειο· ιδίως τώρα, που για τον λογοτέχνη γράφει ο καθένας χρησιμοποιώντας, κατά κανόνα, έτοιμη και πολύχρονη δουλειά άλλων δημοσιευμένη έντυπα ή ηλεκτρονικά…

Σκέφτηκα λοιπόν ότι θα ήταν καλό να επαναφέρω στη δημοσιότητα ένα παλιότερο, σχεδόν εφ’ όλης της (μέχρι τότε) γνωστής ύλης, κείμενό μου για τον λογοτέχνη. Αν θυμάμαι καλά, δημοσιεύτηκε πρώτη φορά σε δύο μέρη σ’ ένα ηλεκτρονικό περιοδικό, την Άνοιξη και το Φθινόπωρο του 2011. Όποιος το ψάξει σήμερα δεν θα το βρει. Δεν είναι το μοναδικό κείμενό μου που έχει δημοσιευτεί ηλεκτρονικά και αποσύρθηκε στην πορεία… Λειτουργούσα πάντα με την αρχή της, εκατέρωθεν, καλής πίστης. Θεωρώ πως μέσα στα πλαίσια μιας αγαστής συνεργασίας…

View original post 8,947 more words

Tasos Livaditis

vequinox's avatarManolis

cover

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ

Σαν τον ποιητή που σκίζει τα χειρόγραφά του και φεύγει για τον

Ωκεανό

σαν τη γυναίκα που αφήνει την κουρτίνα να πέσει κι ενδίδει

σαν ένα προάστιο πολύ μεγάλο για ένα ραχητικό παιδί

σαν το θολό γέλιο του παρείσαχτου σ’ ένα σπίτι που εορτάζει

σαν τους αλήτες που πετάνε μια πέτρα στον ουρανό

σαν αυτό που λέγαμε κάποτε “μια μεγάλη εποχή”

σαν τα μικρά ραφτάδικα στις συνοικίες, όπου ντύνεται κανείς

για να πεθάνει.

SIMILARITIES

Like the poet who rips his writings and goes away to

the Sea

like the woman who lets the curtain fall and gives in

like a big suburb for the rachitic child

like the spiteful laughter of the intruder in a celebratory house

like the street kids who throw a stone toward the sky

like what we once called “a great era!”

like the tailors’ workshops in the suburbs when one dresses

in order to…

View original post 14 more words

Lucas Weschke, Introduction to Kris Hemensley’s Your Scratch Entourage

hemensley-fcs

How can one write words about a poet? Last year, Kris Hemensley and I considered Émile Chartier (Alain)’s assertion that ‘men are afraid to complete their thoughts’, on our way to visit Greta Berlin, whom I had first met in Zennor as a small child and whose father, Sven Berlin, had enthralled a young Kris Hemensley in 1963 with the accoutrements of the artist and his first taste of red wine. And down by the harbour in Weymouth, we had already discovered a shared admiration for W S Graham. A framework was emerging.

Hemensley reads his poetry in a warm accent of old Hampshire and more recent Dorset overlaid with Melbourne, unconsciously abstracting his past. The words are uttered to hang as sudden realities on the air. There is an easy intimacy and a careful measure in this, for Hemensley has clearly not rushed the words he has chosen to engage us, and they have come to know their places well. One hears though that the ghost is never far below the surface, as he will break off occasionally to compose himself, his throat constricted by emotion. Apart from a chapbook or two and a CD, it is thirty years since Hemensley’s last collection was published, and one senses that only the combined weight of these new works can have brought them onto the page.

These poems relate to people in their places, and are inevitably auto-biographical, as all art is. They take us into deeply personal territory: the territory of sons and fathers, brothers and lovers; into the territory of war and its enduring shadows. The chapters are stakes embedded in the ground to mark what needed to be acknowledged. This is not a harvest of words but a mapping of fields, and paths, from impressions distilled through memory and reference to lexical imagery, ‘there where the sun catches your shoulder’. In journeys and perspective, nature is drawn as domains not only of sentiment and matter, but also presence and conviction.

Hemensley’s choice of language, form and punctuation is fluid. If fourteen lines are the right vehicle, then good. If an opening parenthesis is required, its complement may not be. Elsewhere running prose sits comfortably in the body of the work. And his characteristic use of the twelve-syllable line is there for the careful reader. Hemensley clearly feels a kinship with other poets, and the trusted place he grants them here has the character of homage. One must recognise that these people have been chosen: chosen by our senses. When Graham told me where the words came from, I did not expect to encounter the same source again. One must recognise that these people have been chosen by our need. The poet is the last artist, using our finest tools to assert that we are not lost, always reaching out to limn that which can only be ‘elicited by the living’.

We are afraid of our thoughts because they lay us bare, and that is how the poet stands, the ‘human witness’ making his or her statement. Hemensley dares to have a conversation with language, and language reveals the nature of what it is to be human. But how else can we complete our thoughts? We choose our brushes, we make our mark, foolish people judge us.

*Lucas Weschke makes bold block prints, usually depicting people or animals in a landscape or setting. His pictures are characterised by simple lines, blocked shapes and flat colours, imparting an abstract quality and suggesting a less tangible landscape. He was born in Redruth in 1958 and grew up in West Penwith, living first at Zennor and then at Cape Cornwall. From the artists working in the region at that time, he came to appreciate the strength of an authentic personal statement made by visual means. He left Cornwall in 1977 to study Modern Languages at Bristol Polytechnic. He has lived and worked in Dorset since 1996.

**Taken from http://cordite.org.au/guncotton/weschke-hemensley/

***Book’s cover design by Alissa Dinallo

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

http://www.argolikeseidhseis.gr/2015/05/blog-post_183.html

Μεσοπέλαγα

Το διάβα βαρύ στο αέρινο τοπίο
ο βοριάς βυσσοδομεί φτερωτός δράκος
τα κύμματα έρχονται ψυχές στο πέλαγος,
γοργόνες μπλε και ασημί
συνοδεύουν τα μοναχικά σκαριά
ερωτοτροπουν με τους ταξιδιώτες
χελιδονόψαρα στα ίσαλα παιχνιδίζουν.
Ταξιδεύουμε ανάμεσα σε δυο καθρέφτες
της θάλασσας και τ’ ουρανού.

***

Αναχώρηση

Καταχνιά τούτο το πρωινό του Γενάρη.
Δυο γάτες αντίκρυ
νιαουρίζουν ερωτικά.
Η καμπάνα θλιμμένη.
Κάποιος έφυγε
το χωριό φτωχαίνει.
Τα τζάμια δακρύζουν.
Μετέωρος στοχάζομαι το όλον.

***

Χρόνος

Προσπερνώ κίτρινες φυλλωσιές
βρίσκομαι μακριά σε πράσινο δέντρο.
Οι στάλες της βροχής στο πρόσωπό μου.
Ο χρόνος στο σώμα μου.
Στέκομαι και λογίζομαι
τι είναι τούτη η θωριά
που αφήνεται στου καιρού τα γυρίσματα;

***

Πέταγμα

Φανοί στου διαβάτη την πορεία
τα πουλιά ζωγραφίζουν ουράνιους τόπους.
Σπίτι μου οι φωλιές των πουλιών
ονειρεύομαι το πέταγμα.
Σκέπη μου τα φύλλα των δέντρων
ανασταίνομαι στο θρόισμα.
Πάντα επιρρεπής σε φτερωτές απόπειρες.

***

Αϋπνία

Στου αγέρα τη βορά
δωμάτιο.
Βάζω το μπρίκι στο καμινέτο
τσιγάρο.
Περιμένω να ξημερώσει.
Τι θα φέρει η μέρα;

*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

**Στο βίντεο ο Αντώνης Στασινόπουλος διαβάζει ποιήματά του στην Πάτρα

img841

Αργύρης Μαρνέρος, Εννέα Ποιήματα

%ce%ac%ce%bd%ce%b8%cf%81%cf%89%cf%80%ce%bf%cf%821

ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ

Άξιος φώναζε ο κόσμος
Από τη μια μεριά
Ανάξιος φωνάζανε οι άλλοι
Ο θεός με τη σιωπή του
Έλειπε παντελώς.

ΧΡΩΜΑ ΣΟΒΑΡΟ

Και βέβαια προσέξατε
Πως τα δημόσια αμάξια
Τά ‘χουν βαμμένα μαύρα
Μόνο που οι νεκροφόρες
Έχουν λαμπάκια παραπάνω
Και το φορτίο πάντα σοβαρό
Ολόφτυστο το ίδιο
Οι μεν καθισμένοι
Οι δε ξαπλωμένοι.

ΞΕΡΟΥΝ ΑΥΤΟΙ

Ξέρουν αυτοί
τι κάνουν
Όταν τα μάτια
Της Δικαιοσύνης
Δένουν
Με μαύρο μαντήλι
Είναι
Γιά να μη τους βλέπει
Όταν μοιράζουν
Το δίκιο.

ΕΜΕΙΣ

Πήρε λοιπόν τη λάσπη ο θεός
Και έπλασε τον άνθρωπο
Πήρε κι ο άνθρωπος τη λάσπη
Κι έχτισε το σπίτι του θεού
Οι παπάδες όμως που ήρθαν
Έκαναν τόσο πολλή λάσπη
Που το περίσευμα το ρίξαν
Στα μούτρα του Θεού
Και μεις αντί να του πλένουμε
Τα μάτια, πλένουμε τα χέρια μας.

Η ΓΛΥΚΑ ΤΗΣ ΑΛΜΥΡΑΣ

Η ευτυχία του Παράδεισου 
Ήταν δοτή γι αυτό και ήταν άνοστη
Μόνο όταν απλώσαμε τα χέρια μας
Γλυκαίναν οι καρποί πραγματικά
Μες στην αλμύρα του ιδρώτα μας.

ΜΟΝΟ

Πωλούνται
Οικόπεδα θαυμάσια
Με φως νερό τηλέφωνο
Ευκολίες πληρωμής
Θαυμάσια θέα
Προς όλες τις πλευρές
μόνο που η μία βλέπει
Πάντα στο Νεκροταφείο.

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Πορνεία κατανάλωση προμήθεια
Ξεπούλημα παζάρεμα χαμόγελο
Μέση σκυφτή λαίμαργο μάτι
Χειραψίες βελούδινες νύχι γαμψό
Βγαλμένα όλα στο σφυρί
Παράδοση αιώνων
Και κόκκαλα προγόνων.

ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΕΙΣΤΕ

Η Ελλάδα μας χορεύει
Τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι
Και οι ξένοι μας ολόγυρα κοιτούν
Τα πιάτα πέφτουνε βροχή
Στου Φιλοπάππου εθνικοί χοροί
Με βήματα στο πρόγραμμα βαλμένα
Ήχος και φως
Κόκκινη η Ακρόπολη από ντροπή
Πορνεύουν στα Προπύλαια
Οι Καρυάτιδες πάνω στις κάρτες
Έχουμε και κέρματα παλιά
Βασιλικά κεφάλια
Δεκάρες τρύπιες
Χειροκροτείστε
Greece is Music 
Διώξτε το γέρο απ’ το κέτρο
Η γκάιντα του είναι αντιτουριστική
Σουβλάκι Μουσακά Μουσείο

GOOD – BYE AUFWIEDERSEHEN AU REVOIR

Σας ευχαριστούμε
Σας περιμένουμε ξανά
Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα
Χειροκροτείστε.

*Από τη συλλογή “Είσοδος Κινδύνου”.

Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

maxresdefault

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα
φώναξε μεστωμένη στο σάλιο
του προηγούμενου φιλιού
τα μάτια ανοιχτά το νερό
τρέχει τον κατήφορο
πρωταθλήτρια των στίβων
η ασώματη φορεσιά.

ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Άνεμος ήρθε αφήνοντας
ιαχή από μύθο βόρειο κοντά
στο σβέρκο ν’ ακούει τον
παφλασμό του σώματος σαν
έφτανε δεν έφτανε η
ταλάντωση μεταξύ ενός μεταξένιου
μανδύα και μίας χρυσής πόρπης.

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χτρωστώ να κοιμηθώ
για να ‘ναι η αύριο καλή
μέρα όμως τ’ άνοιγμα του
ματιού διαρκεί περισσότερο
όπως το βλέφαρο
ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός
φιλιέται με την ξεκούρασή μου.

ΑΥΛΗ

Το κόκκινο κέντημα στην μπλούζα
κοίταξα είδα τον ίμερο
τα ρόδια ώριμα έβαφαν πάνω σε κόκαλο
αναρριχώμενο κάθε στάλα
ύστερα από πότισμα απορρυπαντικού
τα κιούπια έχυναν μάλλον νερό
ή στη ράχη έσκουζε κάτι.

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΒΡΟΜΟ ΣΤΑΧΤΙΖΕΙ

Μουνί με
νίκησες
μες στο πορτοκάλι
κρατώντας την
τρίχα στα
χείλη την ήττα
έχω.

ΚΕΦΑΛΙ

Χρόνια
μάζευα το φλέμα
κι ήταν
το στόμα υγρό
τώρα
που φτύνω
αφυδατώνομαι.

*Από τη συλλογή “Καρίνα (ποιήματα 1993-1997)”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή Νο 10), 2012.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82%cf%81%ce%b5%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b11993-1997