Μάρκος Μέσκος: Εν Βοδενοίς (Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας)

%ce%b5%ce%bd-%ce%b2%ce%bf%ce%b4%ce%b5%ce%bd%ce%bf%ce%b9%cf%83

Φ.Σ. Έδεσσας « Μέγας Αλέξανδρος»
Αγίου Δημητρίου 7
(58200) Έδεσσα
Ε-mail:megasalexandrosedessas@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Μάρκος Μέσκος: Εν Βοδενοίς (Κείμενα εκτός εμπορίου από την ενδοχώρα της Έδεσσας), εκδ. ΔΗ.ΚΕ.ΔΕ., Φ.Σ.Ε. «Μ.Αλέξανδρος», Έδεσσα 2016.

Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται δώδεκα κείμενα τα οποία είχε κυκλοφορήσει ιδιωτικά ο Μ.Μέσκος. Σημεία αναφοράς οι άνθρωποι (επώνυμοι, ανώνυμοι), οι τόποι και τα σημεία της γενέτειράς του Έδεσσας (παλιά Βοδενά). Ψηφίδες του πολύχρωμου μωσαϊκού της πόλης, των ανθρώπων και της ιστορίας της, συνυφαίνονται με τον τρόπο που μόνο ένας ποιητής μπορεί ν΄απεικονήσει, παραδίδοντάς μας ένα, εν κινήσει, ζέοντα πίνακα, όπου όλα βρίσκουν την σωστή τους θέση. Με το βλέμμα να χάνεται στης μνήμης το πηγάδι.

Τίτλοι ενδεικτικά: Ο ‘Δυσσέας Γιαννόπουλος (Όμηρος Πέλλας) στην Έδεσσα, Ο ποιητής Θανάσης Πάσχος, Το σπαραγμένο σώμα του Χρήστου Νέπκα, Οι κλοσάρ των Βοδενών, Ο Πασίφιλος, Τα καφενεία των Βοδενών, Πορεία προς την ποίηση, Μνήμες ζωής ο θάνατος κ.ά.

Γεωργία Τρούλη, Τζόκερ – Κόψαν και μοίρασαν

%cf%83%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf9

Κάθισαν στο τραπέζι αντικριστά
Άπλωσαν τα χέρια
Πάνω στο ξύλο
Έκρυβαν καλά τα χαρτιά σε λινά μανίκια
Άφησαν στα μάτια μόνο ασπράδι
Το βλέμμα σε αναστροφή
Ακούμπησαν κατά λάθος τα πόδια
Κάτω από το τετράποδο
Στο οποίο κάποτε μεταμορφώνονταν.
Το φύλο τους δεν ένιωσε παλμό
Δεν μίλησαν για μια ώρα
Και σαράντα λεπτά
Όταν ο ένας έκανε να ισιώσει το φρύδι
Με μια κίνηση δακτύλων
Έπεσαν κατά λάθος
Μια βασίλισσα
Ένας τρελός
Και μια καρτέλα ρόμβων
Πάνω στο δάπεδο-
Ο άλλος έπρεπε τότε να επιλέξει
Για την συμφωνία
Που δεν επετεύχθει
Κι αυτό μόνο μέσα στα είκοσι λεπτά
Που απέμεναν
Με τα επιχειρήματα να σχηματίζουν
καρδούλες
ντάμες
βαλέδες
σπαθιά
Στην άκρη των χειλιών τους
Στους λεπτούς δείκτες ενός δειλινού
με πασπαρτού συγκινήσεις
Γιατί η ανάγκη για αφή είχε
εξουδετερωθεί από το πρώτο δίλεπτο
Η προσδοκία συνέχειας
Και το παιχνίδι,
Δεν ήταν ποτέ ανάγκη

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Νίκος Σφαμένος, Τέσσερα ποιήματα

maxresdefault

Κάτι όμορφες νύχτες

περπατάς νύχτα στους έρημους δρόμους
στο μυαλό σου στριφογυρίζουν κάτι
παράξενες λέξεις
θυμάσαι τις απορρίψεις και χαμογελάς
χλευάζεις τη ποίηση της εποχής
τραγουδάς στη σιωπή
τα αστέρια γέρνουν στον ώμο σου
απλώνεις τα χέρια σου για να εκτοξευθείς
τρέμεις για ουρανό
γελάς δυνατά
επιστρέφεις στη κάμαρά σου
σκόρπια τα βιβλία
στο πάτωμα ποιήματα που ποτέ
δε διαβάστηκαν
κατεβάζεις μια γουλιά κόκκινο κρασί ενώ
στη τηλεόραση τα ταλέντα σχηματίζουν ουρές
χα χα
κάποιες νύχτες είναι τόσο όμορφες

***

Αυγουστιάτικο τραγούδι

το αηδόνι τραγουδά μονάχο του στις σκεπές
στη μέση τούτης της καλοκαιριάτικης
νύχτας
ανοίγω τα παραθύρια
ξαφνικά γίνομαι δυνατός
όπως πάντα ήθελα

***

Για έναν αναγνώστη

όχι
δεν είμαι σπουδαίος
είμαι εκείνος που θα ξενυχτήσει
κι αυτό το βράδυ
-με αγωνία ίδια με τη δικιά σου-
εκείνος που θα κοιτά απ’ τις κουρτίνες
όχι φίλε
εγώ καίγομαι εδώ
ακροβατώ σε λεηλατημένες πολιτείες
θα συναντηθούμε ίσως
στα άδεια μας μπουκάλια
στα βρώμικα παγκάκια
στις θολές λέξεις
κράτα τα καλά σου λόγια γι αλλού
γιατί εγώ καίγομαι
-και οι πόρτες της άνοιξης δε θ’ανοίξουν ποτέ-

***

Επιτυχία

μη ξεκινήσεις να γράφεις εάν δε βυθιστείς
εάν δε πεθάνεις χιλιάδες φορές
εάν δεν έχεις τίποτα να πεις για ό,τι βλέπεις
-τότε μη γράψεις-
ν’ αποφεύγεις τις ποιητικές βραδιές
κλείσου σε μια κάμαρα και δώστου να καταλάβει
να θυμάσαι πως το μεγαλύτερο μέρος της
σύγχρονης ποίησης
δεν είναι για ανάγνωση
ν’ αδιαφορείς για τους επαίνους
και ένας μοναχικός τύπος να ξετρυπώσει κάποτε
τα ποιήματα σου
και να βρει το κουράγιο
να κρατηθεί μια κρύα νύχτα
όπως και συ έκανες μ αυτά κάποτε
μόνο αυτό να σου αρκεί
-θα σημαίνει πως πέτυχες φιλαράκο-

*Η αρχική δημοσίευση εδώ: http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html

Άιντε ρε | Βάιος Μπαλατσός

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

vmp

φέρσου και συ σα να μη συνέβη τίποτα
Τίναξε τη στάχτη σου βαριά
Άσε το αμπελόφυλλο να τυλίξει τα σκατά σου
Είμαστε όλοι βρώμικοι και μεθυσμένοι
Άστο το πούστικο να σου κάψει τα πάντα
Να γεννήσει μέσα σου έναν Άνθρωπο
μονάχα αυτή την ιδιότητα
που ξέρει να λιώνει και να μαγνητίζει
όχι να βλέπει και να συστήνεται
Ο πόνος είναι λευκή τουλίπα
Φίλα τον με ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο
Μη ψάχνεις για ουλές
ούτε για ευαίσθητα σημεία
στο κέντρο φλέγεται η σάρκα
Εκεί στα άγνωστα χωράφια της καρδιάς
που νιώθεις σαν κάτι να τη γρατζουνάει
Είναι η αίθουσα της πίκρας
οι ιδρωμένες παλάμες
το τρέμουλο και ο κόμπος στο στομάχι
Σε διαπερνά δόρυ αρχαίου πολεμιστή
και το δάκρυ που χύνεται
παλεύει με το χρόνο
και στεγνώνει πριν τη Δύση

[εικόνα]

View original post

Από το “Σάρκινο Λόγο” του Γιάννη Ρίτσου

Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου.
Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Θανάσης Τζούλης, Τρία ποιήματα

page-03

Να βοτανίσω

Να βοτανίσω τη φωνή μου από τους ήχους των νεκρών
και προπαντός από τους ήχους των ποιητών

***

Καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

Αγοράζουμε καστανόχωμα για τα νεκροταφεία

διαβάζουμε μπαίνοντας στα Γιάννενα από το νότο
με τον Αι – Γιάννη και την ομίχλη του
να κρύβει τ’ απόκρυφα των πεθαμένων

Άλλοι λένε λόγια παλαβά·
Πως η γραφή δεν είναι από ζωντανούς
και το χώμα ξενιτεύτηκε στη Βλαχιά
από τον καιρό του Ρόβα

Απ’ έξω μουλάρια φορτωμένα
που κατηφόρισαν από τη Λίπα και τη Δωδώνη
πουλούνε μάλλινα για τους νεκρούς
και ζέστη από παλιά χαλκουργεία
που αντέχει ακόμα στο κάλπικο κλίμα

Παράξενα που παχαίνουν τα σπίτια
όταν μένουν μόνα
λένε από μακριά οι πεθαμένοι
Αποθηκεύουν το λίπος τους
για ν’ αντέχουν στην ερημιά
με τα χαμένα μουλάρια

*Από το “Απόγευμα των μύρων” (1977).

***

Στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού

Τη νύχτα που αποκόβονταν το φεγγάρι από το γάλα του
και το αμπέλι μου έπεφτε στο μαλλί του
έβλεπα ένα απολιθωμένο παιδί
να παλεύει με το ποταμόσκυλο γύρω από ένα κόκαλο
ή κάτι σαν τέτοιο από παλιά παράγραφο
που είναι χαμένο το άλλο κείμενο
Στην αρχή τους πήρα για φίλους το λιγότερο
που έπαιζαν γύρω από ένα μαντήλι
ύστερα πήγα να βοηθήσω το παιδί που ήταν χωρίς κεφάλι
κι ανάβρυζαν τα λόγια του από τις πλάτες
δεν ήξερα ακριβώς από πού στάλαζαν
το είδα να φεύγει με το κόκαλο στο χέρι

Είναι η γλώσσα μου ούρλιαζε

και χτυπιόταν σαν το κοτσύφι στο αμπέλι
να σηκώσει κουρνιαχτό γύρω να μην το δουν
κι άνοιγε γούρνα μ’ ένα κουταλάκι
στην τελευταία παράγραφο του φεγγαριού
ή αλλιώς στη χάση του

Γενικών καθηκόντων | Γιώργος Σαράτσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

gsn

[όπως γυρίζει ο ήλιος κι η μέρα σβήνει νωρίς
όπως λογαριάζουμε μ’ επιθυμίες και βλέμματα
κι όπως η Ελλάδα φθινοπωριάζει
μαζί με τα πουλιά και τα δέντρα της]

Αν ακούσεις για επαναστάσεις και τέτοια
καμιά ομοιότητα με τον καιρό σου
Μεταλλασσόμαστε σ’ ό,τι επιθυμήσαμε
όχι με την ψυχή
αλλά με τον φόβο μας

Να προχωρά ο άνθρωπος
χωρίς να βλέπει εμπρός του
και να ‘ναι γοητευτικό το σταυροδρόμι
η ανώνυμη ανάσα
το επιθετικό φως του Νοέμβρη

View original post 42 more words

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη…

View original post 32 more words

τα τανκς στο μουσείο

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Με τα δανεικά σου φώτα
όχημα εσύ,
της νιότης περιστέρι,
πού χάθηκες;
στα χέρια που εξεγέρθηκαν
αγκαλιασμένα,
στις θάλασσες που σου δίδαξα την άνωση,
το κενό σου πως αναπαράχθηκε πάνω τους,
μυκητιακά;
πως άντεξες τους συναυτουργούς σου
πλέοντες,
σε μια θαμπή φωτιά
που πάγωσε,
σπειρί το σπειρί της μνήμης
την κλεψύδρα;
λησμόνησες που σε κάλεσα να πλάσεις,
την εφηβική μου απόγνωση;
λησμόνησες που υπήρξες,
μια κορδέλα στα μαλλιά,
η αφή των ξωτικών
και το βραχύ τραγούδι των λαβωμένων γλάρων;
Ποιός θα ζωγραφίζει πια στο στέρνο μου,
την αγωνία της πόλης για το ζευγάρωμα
των βράχων;
Ποιός θα βγεί εκεί έξω, να διδάξει τα παιδιά μας
ζωή;
Φορώντας – για πάντα – τούτα τα μεταμφιεσμένα όπλα
στα όργανά μας,
πόσο ελάχιστο έχει καταντήσει πια το φύλο μας!
Στα γαλάζια μας πλούτη
βυθισμένοι,
μα πένητες κι άστεγοι και ημιθανείς,
δεν έχουμε πια καμιάν ανάγκη,
μήτε χειραγώγησης, μήτε καταστολής/
για αυτό τα τανκς τους, εγκαταλείφθηκαν,
στο…

View original post 20 more words