Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ουρανός ήταν ό,τι το καλύτερο
Υπάρχει στο κίτρινο
Θειάφι και αποθέωση
Ήταν το κίτρινο πριν τ’ ονομάσουν
Χρώμα του μίσους
Χρώμα της ζήλιας
Χρώμα της τρέλας
Ήταν η λάμψις και κροκός της αστραπής
Πριν έρθουν οι σημαίες των φατριών
Τα λάβαρα των βασιλέων
Τα κουρέλια των Αγίων
Ήταν οι καλύτερές μας προσδοκίες

Αυτό το χρώμα
Το κίτρινο
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης
Ξέφυγε από την Ιστορία

22 Νοεμβρίου 1971

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΥ

Φευγαλέα
Συμπαγής και ζωώδης
Πάλι φευγαλέα
Σαν φτερούγα πουλιού και σαν όραμα
Κτηνοτρόφου που βλέπει
Την νεκρή από χρόνια μητέρα του
Γυμνασμένο το βλέμμα της
Ακαριαίο δηλητήριο.

Απ’ τα έγκατα βγαλμένη
Απ’ τον Άδη απεσταλμένη
Μάγισσα της Χρυσής Ορδής
Τατάρου γέννα.

24 Ιανουαρίου 1974

***

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Ο φάρος πάει, χάθηκε.
Του λιμανιού ρημάξανε τα στήθη
Μονάχα η Δύση απόμενε
Ανάλλαχτη
Στο χρόνο και στα ήθη
Σαν του σταυρού απαράλλαχτη
Φλεγόμενη τη Δόξα
Και στην σφενδόνη τ’ ουρανού
Οι σκιές του απέναντι βουνού
Τεντώσανε τα τοξα.

6 Ιανουαρίου 1975

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, εκδόσεις Άκμων, χειμώνας 1981-1982.

Λύνοντας σταυρόλεξα | Μαριάννα Πλιάκου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pla

Για να περάσει η ώρα.
Γιατί δεν περνά. Αλλά
στριφογυρνά στο ίδιο σημείο –
μόλις δύο. Τ’ οξυγόνο στη μάσκα σου βράζει
κι σε βάζει σε ύπνο βαθύ. Εκεί,
μπορεί κι εσύ να λύνεις σταυρόλεξα,
σουντόκου, αρτικόλεξα.
Μπορεί να έγινες μωρό, αμέριμνος
στης μάνας σου το στήθος. Ίσως.
Ίσως, πάλι, με τα μαλλιά σου μαύρα κι πυκνά,
να σχεδιάζεις (στωικά) το μέλλον σου,
ξανά. Θα ’μασταν μέρος του άραγε;
Θα ’μουν τώρα, εδώ, να διεκδικώ
το τρία οριζοντίως και τη σκέψη σου;
Δεν ξέρω. Κι μεταθέτω
το ερώτημα αλλού: ουσιαστικό θηλυκό,
πέντε γράμματα, “… είναι ο μόνος τρόπος” –
ο μόνος μας κοινός μας τόπος, θα ’λεγες.
Κι ίσως, γι’ αυτό, να διάλεγες
πάλι εμάς.
Κι η ώρα παραμένει εκεί,
ανήμπορη κι αυτιστική,
τώρα σχεδόν δυο μισή.

View original post

Στέλλα Γεωργιάδου, Συναστρίες

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Συναστρίες

στην λογοτεχνική συντροφιά
εκείνων των ημερών

Θα τους λέγατε χαρούμενη συντροφιά
ίσως και να τους λέγατε λιγάκι βαρεμένους
(απ’ τον αέρα του βουνού;)
Σίγουρα μοιάζανε τύποι ιδιόρρυθμοι
Αντί για βότσαλα
λέξεις κλωθογυρνούν στο στόμα τους
να καθαρίσει ο ήχος
κι ατόφιο να προβάλλει
το βουητό των ρυακιών
το θρόισμα των φύλλων
το φτεροκόπημα απ’ των πουλιών το ξάφνιασμα

Ο καθένας τους κουβαλά και μιαν έρημο
μια γραφίδα ακατέργαστα όνειρα
κι έναν δρόμο με υπόγειες χαράξεις
Όλοι μαζί συνθέτουν τη στιγμιαία όαση
και πλημμυρίζει πράσινο αλλότροπο
ζεστό γαλάζιο ρέον φως

Εκρήξεις γέλιου
στα ποτήρια που υψώνονται
Ο πύργος δραπετεύει απ’ τη σκακιέρα
Ο φιλόσοφος επιμένει κυνικός
Η βασίλισσα πετά το διάδημα καθώς
το βουνό ολισθαίνει στη θάλασσα
Οι καλεσμένοι –επίτηδες– αφήνουν αιωρούμενα
μικρά ψήγματα ψυχής
υπόμνηση στο γυρισμό Κενταύρων κι Αμαζόνων

Στο Πήλιο
Ιούλιος του δυο χιλιάδες έντεκα
κάτι ανερμήνευτο συνέβη
Ίσως –καταπώς λέν’ οι αλχημιστές–
ήρθαν σε σύζευξη τ’…

View original post 24 more words

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Arabesques

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Aldo Ciccolini plays Claude Debussy‘s Arabesque 1

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Arabesques

μνήμη Claude Debussy

Ανοιγμένοι κάλυκες
Λευκοί

Ο ύπνος των παιδιών στολίζεται
Γαλανές πεταλούδες

Μες στην τολύπη των ονείρων
Η μακρινή ανταύγεια των ουρανών

Το αίμα της καταιγίδας
Πίσω απ’ τα τζάμια

Όταν εισδύει
Το μυστικό λυκόφως

Στο ανθισμένο παράθυρο
Λικνίζεται
Το φέγγος μιας κόρης

Μελωδικό ηλιοτρόπιο

*

Aldo Ciccolini plays Claude Debussy‘s Arabesque 2

Το αναβρυτήριο
Μιας γυάλινης φωνής

Τα μελαγχολικά παράθυρα

Και οι βελόνες
Της τελευταίας αναλαμπής

Οι αχτίδες γέρνουν
Μες στ’ ανθογυάλια

Ήχοι χλωμοί
Ανεπαίσθητοι
Μας αποχαιρετούν

Ένα χαμόγελο
Που κρύβεται μες σ’ ένα ρόδο

Ο ουρανός όταν κλείνει
Τα βλέφαρά του

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post

Στέργιος Τσιορμπατζής, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Μικρή καταδίκη στην ανύπαρκτη επανάσταση

Ανατρέποντας τις ισορροπίες της δύναμης
της αδυναμίας
Καταστρέφοντας τη βία των ειρηνιστών
μέσα από τη διάλυση της ανικανοποίητης
ευτυχίας της αυτάρεσκης και αυταρχικής
ατομικής ισορροπίας.
Τροφοδοτώντας συνθήκες χαοτικής ανισορροπίας,
προσδοκώντας ανεντροπικές καταστάσεις
χαώδους πολυπλοκότητας,
δυνατότητες δημιουργίας ελευθεριαζώντων πεδίων
αντι-ιεραχικής, αταξινόμητης, αταξικής Υπερθέασης.

Απορρίπτοντας την κρυφή καταφατικότητα της μη-θέσης
Επιρρίπτοντας ευθύνες για τη μη-άρνηση

****

Σ’ αυτούς που μας διαχειρίστηκαν

Ορμήσατε με την ορμή της αντεπανάστασης
φέρατε την ηθική σας στον αδιαμόρφωτο κόσμο μας
επιβάλλατε με τη βία την ειρηνικότητά μας
θελήσατε εξ’ αρχής τη δύναμή μας.
Κι όταν η πολυσήμαντη κινητικότητά μας
άρχισε να σας τρομάζει
η θλίψη και πάλι σας έδωσε την έξοδο.

Βρισκόμενοι και πάλι στους δρόμους της δύναμης
χάσαμε τη χαρά
βαδίζοντας ανήμποροι για τη νέα αναμέτρηση.

*Από την ενότητα “Καταστάσεις α-ισορροπίας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υλοποιητική ιδεολογικοποίηση των ενστίκτων – Εικασίες για την απελευθέρωση”, εκδ. Βραχόκηπος, Οκτώβρης 2003.

Ανδρέας Τσιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες, μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τι είχε πάρει ο άνεμος.

***

ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Φοράω τέσσερα δάκτυλα
και μετρώ ως το πέντε.
Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα
προσθέτουν μια ζωή.
Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα
αφαιρούν έναν θάνατο.

***

ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ

Το γέλιο σου αντηχεί
σαν πριόνι στο δάσος.
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν τη θλίψη μου.
Καίει η άμμος, καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι
σαν καναπές διθέσιος
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

***

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δημίου”, εκδόσεις Strawdogs 2016.

ΣΙΩΠΗ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_9010

Παράθυρο κλειστό

το πρόσωπό σου

και οι ρυτίδες,

που το μέτωπό σου χάραζαν

γρίλλιες μισανοιγμένες.

Έσκυψα τάχα

για να πάρω ένα φιλί

κι είδα το λογισμό σου

έναστρο ουρανό.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΟΝΕΙΡΑ ( ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966)

View original post

Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων | Χλόη Κουτσουμπέλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

xlko

Με λένε Αλίκη και είμαι καλά.
Κάθε πρωί ξυπνώ με χαρά,
παίρνω μία ασπιρίνη
για το αφόρητο ράγισμα
που μου χωρίζει το κρανίο σε ημισφαίρια.
(Το άλλο όνομά μου είναι Χάμπτυ Ντάμπτυ
και όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά
παλεύουν να με συναρμολογήσουν
από εκείνο το φοβερό πέσιμο απ’ τον φράχτη)
μένω μουγκή για χρόνια,
τα σαράντα αδέλφια μου νεκρά.
Με τσουκνίδες τους έπλεξα πουκάμισα
για να μην μεταμορφώνονται
τις νύχτες σε κηλίδες.

View original post 146 more words