Αλέξης Τραϊανός, Οι μικρές μέρες

15134530_1321305767899863_3112521349777970244_n

Καλοκαίρι στεγνό κίτρινο
Φωλιασμένο στις ρυτίδες των πεύκων
Φωλιασμένο πάλι και πάλι φορώντας το χρόνο
Απουσία και νύχτα
Προσωπείο χλωμό και κερί μες στη σκυμμένη αγάπη
Προσωπείο κλεισμένο σε μελανές κάμαρες
Βλέποντας τα δέντρα του λωτού να ψηλώνουν
Σε μελανές κάμαρες τους λωτούς να πληθαίνουν
Ανάστημα από σιωπή
Δάπεδο φυτεμένο την απομόνωση

Έπειτα τόσες φορές πέρασε
Εκείνος ο δυνατός άνεμος
Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν
Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή
Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες
Αρχίζοντας το παιχνίδι
Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε
Μικρά μικρά κομματάκια τις χαμένες μας μέρες
Όλο σκόνη και στάχτη

Παίζουμε πάντα το ίδιο παιχνίδι
Χρώματα φωτεινά χρώματα θαμπωμένα
Κερδίζοντας ακίνητοι ανέκφραστοι
Το βαρύ νόημα να υπάρχουμε
Μέρες ματωμένες από ράμφη πουλιών
Ριγώνοντας την ζωή μας

Οι μικρές μέρες χωράν μεγάλες λύπες

Γιώργος Γκανέλης, Διπροσωπία

261359-cea3cea5ce9dce9dce95cea6ce91

Αυτός ο άνθρωπος είχε δύο κεφάλια
Το ένα μέσα στην κατάψυξη
Για να επιβιώνει τους χειμώνες
Και το άλλο βαθιά στο χώμα
Για να φυτρώνει την άνοιξη.

Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να πετάει
Γινόταν χαρταετός και μπλεκόταν στα καλώδια
Έβαζε τρικλοποδιές στα σύννεφα
Έβγαζε απ’ την πορεία τους τ’ αεροπλάνα
Αλλά όταν έπεφτε στη γη
Τον ποδοπατούσε ένα μυρμήγκι.

Αυτός ο άνθρωπος τρεφόταν με μνήμες
Όνομα δεν είχε, ούτε και μάτια
Κι όμως διάβαζε βιβλία εξ αποστάσεως
Μετά κατέβαινε στο λιμάνι
Κι έκλαιγε για όσα είχε δει.

Αυτός ο άνθρωπος ποτέ δεν κοιμόταν
Υπνοβατούσε σ’ αναμμένα κάρβουνα
Έδενε την αγρύπνια του σ’ ένα δέντρο
Κι ύστερα όργωνε τα χωράφια της νύχτας
Μα συχνά παραμιλούσε στον ύπνο του
Κι έλεγε ιστορίες που δεν είχε ζήσει.

Αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει
Κι όμως τον βλέπω έξω απ’ την πόρτα μου
Να με παρακαλεί να τον συγχωρήσω
Δεν ξέρω αλήθεια σε τι έφταιξε
Όμως γιατί απευθύνεται σε μένα;

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα Χειμώνας 2015-2016.

Γρηγόριος Σακαλής, Ασφυξία

suffocating_b

Σ΄ένα σπίτι μικρό
δυό στενά δρομάκια
και μια πλατεία
σε μια μικρή πόλη
διάγεις βίο λιτό
σχεδόν ανύπαρκτο.
Πού να προβάλεις τις ιδέες σου
με ποιόν να μιλήσεις
σε βλέπουν σαν αλλοπαρμένο
οι άνθρωποι της κοινής λογικής
του μέσου όρου
κι εσύ ασφυκτιάς
πνίγεσαι
σ΄ένα κουτάλι νερό
βράζεις στο ζουμί σου.
Θα επιβιώσεις
το κάνεις εδώ και πολλά χρόνια
μα η μοναξιά
σου έγινε αχώριστη σύντροφος
κι όταν θέλεις ν΄ανασάνεις
τραβάς για το αγαπημένο άλσος
με το ποτάμι και τα πλατάνια.

Μιχάλης Κατσαρός, απόσπασμα

15202725_1149946645060508_1509148929991017458_n

Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
η επέμβασις των γεγονότων των ήχων των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες το στήθος μου οι φωνές
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του ‘17
το 1936
ο Δεκέμβρης του ’44…
Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.

*Από το «Κατά Σαδδουκαίων».

Φυσικά και δεν έχει απολύτως καμία σημασία. Εσύ τι περίμενες;

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Υπέροχα
Ανακαινισμένοι
Με την πληρότητα
Της αδιαφορίας
Είμαστε
Ο χώρος
Όπου τα πάντα
Συμβαίνουν
Όπως
Για παράδειγμα
Ο επερχόμενος
Θάνατος σου


View original post

Μια συζήτηση με τον Κωστή Τριανταφύλλου

15181679_1025741137548587_3820271973649049113_n

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016, ώρα 8,00 μ.μ.
Ο Εμμανουήλ Μαυρομμάτης μιλάει για σύγχρονη τέχνη συζητώντας με τον Κωστή Τριανταφύλλου.
Dépôt art galery, Νεόφυτου Βάμβα 5, Αθήνα

Νίκος Σουβατζής, Χειμερινή ισημερία

cf87ceb5ceb9cebcceb5cf81ceb9cebdceae-ceb9cf83ceb7cebcceb5cf81ceafceb1-ceb5cebecf8ecf86cf85cebbcebbcebf

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*

Υπάρχει ένα ρητό του Orwell, που λέει: «Σε μια εποχή παγκόσμιου ψεύδους, το να λες την αλήθεια είναι μια πράξη επαναστατική.» Σε μια εποχή, λοιπόν, που οι περισσότεροι πολυδιαφημισμένοι ποιητές, γράφουν ακαταλαβίστικα, δήθεν μοντέρνα ποιήματα, που δεν ξέρουν ούτε οι ίδιοι να τα εξηγήσουν, το να γράφει κανείς ποιήματα απλά, κατανοητά με στίχους λιτούς και απέριττους, είναι μια επίσης επαναστατική πράξη, αφού αντιστέκεται στην τάση, που προβάλλεται από το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο ως η μία και μοναδική τάση της ποίησης στις μέρες μας.

Απλά, λιτά και κατανοητά είναι και τα ποιήματα του Νίκου Σουβατζή στην ποιητική του συλλογή: «Χειμερινή ισημερία», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερούνται ποιητικότητας, στοιχείο στο οποίο θα επανέλθουμε πιο κάτω.

Πριν από την έκδοση της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής, τον Νίκο Σουβατζή, τον είχαμε γνωρίσει ως πεζογράφο με τη συλλογή διηγημάτων «Αναχώρηση», που κυκλοφορεί δωρεάν στο διαδίκτυο από τις εκδόσεις «Σαΐτα» και το πολυσέλιδο διήγημα «Η αγέλη των δειλών», που κυκλοφορεί επίσης δωρεάν στον διαδικτυακό τόπο «τοβιβλίο.net». Όμως, σαν ποιητή δεν τον είχαμε γνωρίσει και μπορούμε να πούμε ότι με αυτή την ιδιότητα μας εντυπωσίασε περισσότερο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι ενδιαφέρουσες και οι υπόλοιπες ενασχολήσεις του με τον γραπτό λόγο.

Θα λέγαμε ότι μας εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός ότι μέσα σε μια ποιητική συλλογή, που ξεπερνά τις 60 σελίδες και περιλαμβάνει αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα, βρήκαμε σε κάθε ποίημα κάτι ενδιαφέρον και σίγουρα θα χρειαζόμασταν τεράστια ανάλυση, αν θέλαμε να σταθούμε σε όσα μας τράβηξαν την προσοχή, οπότε θα επικεντρωθούμε στα κυριότερα.

Σε αρκετά σημεία της ποιητικής συλλογής «Χειμερινή ισημερία», ο Νίκος Σουβατζής δείχνει οργισμένος. Τα ποιήματά του, θα λέγαμε, ότι θυμίζουν, λίγο τους ποιητές της beat λογοτεχνίας. Διαθέτει αρετές, που πλησιάζουν την δηκτικότητα του Burroughs και το χειμαρρώδες της Γώγου χωρίς να πλατειάζει. «Μισώ αυτούς που καταδικάζουν τη βία / απ’ όπου κι αν προέρχεται», θυμίζοντάς μας το απόφθεγμα του Μαρξ: «Βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που κυοφορεί μέσα της μια καινούργια».

Όμως, η ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή δεν είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας χωρίς αντίκρισμα. Απεναντίας, δείχνει ότι πιστεύει σε έναν κόσμο καλύτερο χωρίς καταπίεση, πόλεμο και φτώχεια. Σε έναν κόσμο, που θα οικοδομηθεί με συλλογικό αγώνα: «Ενώσαμε τα χέρια και αρχίσαμε», ενώ για τους εκμεταλλευτές υπάρχει η απειλή: «Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ / μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει» και αλλού: «Να ‘στε σίγουροι πως κάποτε / θα πάρω πίσω σε μια στιγμή / όλα όσα μου στερήσατε». Στίχοι, που δηλώνουν, όχι μόνο οργή, αλλά και πίστη στον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάζοντας, τα παραπάνω, θα ‘λεγε κανείς, πως έχει να κάνει με έναν ποιητή οργισμένο και διψασμένο για εκδίκηση, όμως, ο Νίκος Σουβατζής είναι ο άνθρωπος, που θα σταθεί δίπλα στους καταπιεσμένους αυτής της κοινωνίας και θα αγωνιστεί μαζί τους, καταπιεσμένος και ο ίδιος από ένα σύστημα, που είναι από τη φύση του καταπιεστικό. Εδώ έχουμε ένα δίπολο. Ο οργισμένος ποιητής, που μισεί τους καταπιεστές, αγαπάει του καταπιεσμένους και ιδιαίτερα όσους αγωνίζονται για να ανατρέψουν την κοινωνική ανισότητα: «Ό,τι αγαπάω παλεύει στους δρόμους / για να ζήσει» και όπως κάθε άνθρωπος κάνει όνειρα: «Τα όνειρά μας είναι αγέννητα παιδιά / που ζωγραφίζουν το μέλλον» και όπως κάθε άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τους φόβους του: «Φοβάμαι αυτούς που εισβάλλουν / απρόσκλητοι στα όνειρά μου / για να με μάθουν δήθεν να ονειρεύομαι». Κι αν αναρωτηθούμε, τι είναι εκείνο, που ονειρεύεται ο ποιητής, ο Νίκος Σουβατζής μας απαντάει, ότι κάποτε ο άνθρωπος «θα μάθει πάλι / να σφίγγει το χέρι του διπλανού του» και: «να μοιράζεται το ψωμί και τον πόνο».

Στην ποιητική συλλογή «Χειμερινή ισημερία, ο Νίκος Σουβατζής δεν παραλείπει, να αναφερθεί στους μετανάστες και στους πρόσφυγες. Πέρα από τις σκόρπιες αναφορές σε αρκετά από τα ποιήματά του, συναντήσαμε και δυο ποιήματα, που είναι χαρακτηριστικά: Στο ποίημα «Εκατόν τριάντα έξι ψέματα» ο ποιητής αναφέρεται σε 136 ανθρώπους που στη διάρκεια ενός έτους, έχασαν τη ζωή τους στο Αιγαίο στην προσπάθειά τους να φτάσουν στην Ευρώπη. Πιθανότατα, το ποίημα αναφέρεται σε επίσημα στοιχεία, γιατί ανεπίσημα ο κατάλογος των θυμάτων είναι αρκετά μεγαλύτερος. Στο ποίημα «Όταν ξανάρθεις» ο Νίκος Σουβατζής αποτίει φόρο τιμής στον Αϊλάν, που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει: «Και πριν μάθεις να γράφεις το όνομά σου / έμαθες ότι η ιστορία είναι γραμμένη με αίμα».

Μια συνηθισμένη ερώτηση, που γίνεται στους περισσότερους ποιητές σε συνεντεύξεις, συζητήσεις και κάθε είδους λογοτεχνικές εκδηλώσεις είναι γιατί γράφουν; Τι τους ωθεί να απλώνουν τη σκέψη τους στο χαρτί; Τι τους εμπνέει; Ο Νίκος Σουβατζής έχει την απάντηση, όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για όλους τους ποιητές. Όχι τους ποιητές, που γράφουν για να γράψουν, αλλά, για να θυμηθούμε λίγο και τον Ρίλκε, όσους δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να γράφουν. Στο ποίημα «Στην αθέατη όψη του κόσμου», ο Νίκος Σουβατζής ξεκινάει: «Όταν θα μάθεις να ακούς κραυγές / εκεί που οι άλλοι ακούν μόνο σιωπή, / όταν θα μπορέσεις να δεις / ολόκληρους κόσμους / εκεί που οι άλλοι βλέπουν / το απόλυτο κενό» και καταλήγει: «τότε ίσως καταλάβεις / γιατί υπάρχουν άνθρωποι / που καταθέτουν την ψυχή τους στο χαρτί». Στο ποίημα «Σκόνη πάνω σε παλιά βιβλία» ο Νίκος Σουβατζής γράφει: «Το ποίημα αυτό είναι απ’ τα ποιήματα / που ασφυκτιούν στο χαρτί. / Ονειρεύεται μια νύχτα / να δραπετεύσει / και να γνωρίσει τον κόσμο» για να καταλήξει ότι το ποίημα θα επιστρέψει στο χαρτί όταν: «κάθε λέξη του» θα «έχει να αφηγηθεί μια ιστορία». Τα ποιήματα του Νίκου Σουβατζή έχουν να μας αφηγηθούν ιστορίες κοινωνικών αγώνων και άρα είναι ποιήματα, που αξίζει να βγουν προς τα έξω, να διαβαστούν και να εμπνεύσουν και αυτά με τη σειρά τους άλλες ιστορίες. Είναι ποιήματα, που μπορούν να συγκλονίσουν και να ξεσηκώσουν, που μπορούν να ταρακουνήσουν και να αφυπνίσουν συνειδήσεις.

Πολλοί ποιητές έχουν μπερδέψει την ποίηση με την πολιτική μπροσούρα. Γράφουν κοινωνικά μανιφέστα και τα βαφτίζουν ποίηση, ενώ κυριαρχεί η πεζότητα. Όμως, ο Νίκος Σουβατζής είναι πάνω απ’ όλα ποιητής και τα ποιήματά του δεν στερούνται ποιητικότητας, στοιχείο, που αναφέραμε και πιο πάνω. Ο ποιητής δεν πλατειάζει, δείχνει να γνωρίζει, που να χωρίσει τους στίχους, δεν παρασύρεται σε λεκτικούς ακροβατισμούς και όλα τα ποιήματά του αν και γραμμένα σε ελεύθερο στίχο εμπεριέχουν εσωτερικό ρυθμό, που είναι το κυριότερο στοιχείο για να χαρακτηρίσουμε ένα σύγχρονο ποίημα. Αν δεν υπάρχει εσωτερικός ρυθμός, τότε μιλάμε για πεζογράφημα. Επίσης, σε πολλά ποιήματα του Νίκου Σουβατζή η επανάληψη λέξεων όπως: Μισώ, φοβάμαι, σας θυμάμαι, γίνεται για να δώσει περισσότερη έμφαση και το πετυχαίνει χωρίς να κουράσει. Κάτι άλλο, που παρατηρήσαμε είναι ότι σε αρκετά ποιήματα υπάρχουν σκόπιμες αντιθέσεις και μια λεπτή απόχρωση ειρωνείας: «Βρεθήκαμε μια παγωμένη νύχτα / για να μοιραστούμε / δυο ζεστές κουβέντες». Συνολικά, μπορούμε να πούμε ότι αν δεχόμαστε ότι η ποίηση για να είναι όμορφη, θα πρέπει να συγκλονίζει, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο Νίκος Σουβατζής είναι ποιητής γιατί κατάφερε και μας συγκλόνισε.

Ο αφροαμερικανός ακτιβιστής Frederick Douglass έχει γράψει: «Δεν είναι το φως που χρειαζόμαστε, αλλά η φωτιά. Δεν είναι η βροχούλα, αλλά η βροντή. Χρειαζόμαστε την καταιγίδα, τον ανεμοστρόβιλο και το σεισμό.» Η ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή «Χειμερινή ισημερία» είναι καταιγίδα, ανεμοστρόβιλος και σεισμός μαζί.

*Το παραπάνω αποτελεί κείμενο ομιλίας, που διαβάστηκε σε παρουσίαση του βιβλίου, που έγινε στο μπαρ Locomotiva στις 27/10/2016.

%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%b2%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%ae%cf%82-3

Μιχάλης Κατσαρός – Μικρό αφιέρωμα

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη ἐκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
ἄλλον θὰ λένε Κωνσταντὴ κι ἄλλον Μιχάλη

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς γνωρίσεις πάλι
σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο θὰ γυρνοῦν
μὲ περηφάνια πιὸ μεγάλη

Αὐτοὺς ποὺ βλέπεις πάλι θὰ τοὺς ξαναΐδεις
θὰ τοὺς μισήσεις πάλι
ἕναν μονάχα δὲ θὰ βρεῖς
τὸν πιὸ μικρό, τὸν πιὸ πικρό, τὸν πιὸ ἀγαπημένο
τὸν μοναχό, τὸν δυνατὸ καὶ τὸν ἀντρειωμένο

Αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξανεΐδεις νὰ τόνε βασανίσεις
καὶ τὴν μεγάλη του καρδιὰ νὰ τηνε σκίσεις
αὐτὸν δὲ θὰ τὸν ξαναβρεῖς τί τὸν φυλᾶνε τ᾿ ἄστρα
τί τὸν φυλάει ὁ ἥλιος του, τόνε φυλάει τὸ φεγγάρι

Αὐτὸν πού ῾χει τὴ χάρη τὸν πιὸ μικρὸ
τὸν πιὸ πικρὸ καὶ τὸν ἀγαπημένο
αὐτὸν μονάχα ἐγώ, μονάχα ἐγώ, ἐγὼ προσμένω

Ἡ Θαλασσινή

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη ἐκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος
Ἄλλες ἑρμηνεῖες: Βίκυ Μοσχολιοῦ

Στὶς καλύβες μία φορᾶ ζοῦσε ἡ Θαλασσινιά.
Ζοῦσε κάτω στὸ γιαλὸ καὶ λουζόταν στὸ νερό.
Καὶ μία νύχτα ποὺ φυσοῦσε καὶ ζητοῦσε καὶ ζητοῦσε
παλικάρι καὶ παιδὶ ποὺ ἔφυγε μὲς τὴ βροχή.

Ποῦθε πῆγε τὸ παιδὶ Θαλασσινή, ποῦ ῾χει πάει τὸ πουλί;
Ὁ ἀϊτός, τὸ χελιδόνι καὶ μᾶς λιώνανε οἱ πόνοι.
Στὶς καλύβες καίει-καίει τὸ γιαλὸ καίει τὴν ἄμμο, καίει τὸ νερό.
Παλικάρι πιὰ δὲν βρίσκει τ᾿ ὄνειρό της νὰ μεθύσει.

Στὶς καλύβες μία φορὰ ζοῦσε ἡ Θαλασσινιά.
Ζοῦσε κάτω στὸ γιαλὸ καὶ λουζόταν στὸ νερό.

Κατὰ Σαδδουκαίων

Πλῆθος Σαδδουκαίων
Ῥωμαίων ὑπαλλήλων
μάντεις καὶ ἀστρονόμοι
(κάποιος Βαλβίλος ἐξ Ἐφέσου)
περιστοιχίζουν τὸν Αὐτοκράτορα.

Κραυγὲς ἀπ᾿ τὸν προνάρθηκα τοῦ Ναοῦ.
Ἀπ᾿ τὴ φατρία τῶν Ἐβιονιτῶν κραυγές:
Ὁ ψευδο-Μάρκελος νὰ παριστάνει τὸ Χριστό.
Διδάσκετε τὴν ἐπανάστασιν Κατὰ τοῦ πρίγκιπος
Οἱ Χριστιανοὶ νἄχουνε δούλους Χριστιανούς.

Ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Ναοῦ νὰ ἐκλείψει.
Ἐγὼ ἀπέναντί σας ἕνας μάρτυρας
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ὕπατους ἐγὼ ἀνάδειξα στὶς συνελεύσεις
κι αὐτοὶ κληρονομήσανε τὰ δικαιώματα
φορέσαν πορφυροῦν ἀτίθασον ἔνδυμα
σανδάλια μεταξωτὰ ἢ πανοπλία-
ἐξακοντίζουν τὰ βέλη τους ἐναντίον μου-
ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε
τόσους αἰῶνες.

Τοὺς ἄλλους ἀπ᾿ τὴν πέτρα καὶ τὸ τεῖχος μου
καθὼς νερὸ πηγῆς τοὺς εἶχα φέρει
ἡ θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία
τ᾿ ἄλογά τους ἀπ᾿ τὸν κάμπο μου.
δὲ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δῶ τὸν Αὐτοκράτορα
τοὺς ὕπατους δὲν ἄφηναν νὰ πλησιάσω
σὲ μυστικὰ συμπόσια καὶ ἔνδοξα
τὴ θέλησή μου τὴν καταπατήσανε
τόσους αἰῶνες.

Τώρα κι ἐγὼ ὑποψιάζομαι
ὅλο τὸ πλῆθος τῶν αὐλοκολάκων
ὅλους τοὺς ταπεινοὺς γραμματικοὺς
τοὺς βραβευμένους μὲ χρυσὰ παράσημα
λεγεωνάριους καὶ στρατηλάτες
ὑποψιάζομαι τὶς αὐλητρίδες τὴ γιορτὴ
ὅλους τοὺς λόγους καὶ προπόσεις
αὐτοὺς ποὺ παριστάνουνε τοὺς ἐθνικοὺς
τὸν πορφυροῦν χιτώνα τοῦ πρίγκιπος
τοὺς συμβουλάτορες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς
ὑποψιάζομαι συνωμοσία
νύκτα θὰ ρεύσει πολὺ αἷμα
νύχτα θὰ ἐγκαταστήσουν τὴ βασιλεία τους
νέοι πρίγκιπες μὲ νέους στεφάνους
οἱ πονηροὶ ρωμαῖοι ὑπάλληλοι τοῦ

*τοῦ αὐτοκράτορος

τοιμάζουνε κρυφὰ νὰ παραδώσουν
νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ καὶ τὴν
ὑπόκλισή τους.

Ἐγὼ πάλι μέσα στὸ πλῆθος διακλαδίζομαι
ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στὸ πλῆθος
μαζεύω τοὺς σκόρπιους σπόρους μου
γιὰ τὴν καινούρια μακρινή μου ἀνάσταση
μαζεύω.

Μεῖον ὠά

Τὰ μεῖον ὠὰ
ὅταν συγκεντρωθοῦν σὲ καρὲ τετράγωνο
ὅτι
εἶναι μὲ υἱὸν νέο διαφορετικὸ
ἀπὸ Θεὸ
μὲ υἱὸν μαζοὺτ σῶμα ἐξελθὼν
ὅπως πλάνο ἀμερικαὶν πάνω ἀπὸ ἐκρὰν
ἢ ὅ,τι ἄλλο – ἄγνωστο σὲ οὐσία
ἢ σαρκικὸ
ταμεῖον σεπτὸ
ταμεῖον ἐφορίας
ταμεῖον θεάτρου ἱπποδρόμου Μπὰρ
καὶ τὰ μεῖον δεφτέρι
μὲ εἴσπραξη ἐξόφληση
τὰ μεῖον ὠὰ – ὠοὰ
μειοδοτεῖς ἐσὺ μετὰ
μὲ τί μὲ τὲ
μὲ ἂ καὶ μέχρι
νὰ φτάσεις ἧττα
εἶσαι
μὴ μὴ προχωρᾶς στὸ θῆτα
εἶναι ἐκτὸς ταμείου ἐκτὸς ἑπτὰ
ἐνθέμιον Θέμιον
θαρρῶ Θέτις
Τὰ μεῖον ὠὰ
εἶναι νὰ μὴ μπλεχτεῖ ὁ Θεὸς
καὶ σὲ διχάσει.

Ὁ Δοῦλος

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

Ὁ πατέρας μὲ τὴ φυσαρμόνικα

Στίχοι: Μιχάλης Κατσαρός
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη ἐκτέλεση: Γιάννης Μαρκόπουλος

Ἀκούσατε μία παράδοξη παράξενη ἱστορία
γιὰ τὸν πατέρα μὲ τὴ φυσαρμόνικα.

Τελάληδες, κοντραμπασίδες καὶ τῆς μηχανῆς τοῦ τσεβελέκου σπαΐδες
ὅσοι τοῦ πατρὸς ζητᾶτε τὴ γνώση, ἀκαμάτηδες καὶ διακοναρέοι,
ὡραῖοι νέοι καὶ τοῦ δεκάξι Φαρισαῖοι.
Τῆς Σμύρνης μὲ τὴ Γαλλικὴ σχολὴ σπουδαῖοι
ὅσοι ἀκοῦτε μὲ παλιὲς παρέες, ὅλοι ἐσεῖς ποὺ θέλετε γνώση
τοῦ πατέρα τὴν ἱστορία, ὅσοι γιὰ πατρίδες νύχτες μιλᾶτε τόσοι ἀνθρῶποι,
γυναῖκες παιδιὰ μία ἱστορία λυρικὴ παλιά, γιὰ φυσαρμόνικα καὶ κάποιο πατέρα
γιὰ νύχτα καὶ μέρα ἀκούσατε τὴν ἱστορία στὸν ἀέρα.

Στὴν ἀρχὴ ἦταν οἱ τρεῖς χαλύβδινοι αἰῶνες
στοῦ Μπαρτζελιώτη μὲ καρεκλάκι οἱ Παρθενῶνες
καὶ μετὰ ἦρθε ἡ θάλασσα καὶ μεσόγειος νησιά,
ὁ δρόμος μὲ τὴ βρύση πέτρινη παλιά, παλιῶσαν ὅλα μέσα σὲ μιὰ νυχτιά.
Γέρασε ἡ Ἑλένη γιὰ μία νυχτιὰ καὶ τὸ ῾23 ἤτανε αὐτὸ ποὺ λὲς 1910, ἀποκοτιά!
Πηγάδια ὑπόγεια ποταμοί, μὲ τοῦ νέγρου τὸ μωρὸ στὴ φυλακὴ
οἱ ἀταμάνοι οἱ Κοζάκοι οἱ παλιοί.

Μετὰ δυὸ τροχοὶ ἀλέθαν σιτάρι βροχὴ
μὲ τὴ σιδερολαβὴ τοῦ πυρπολητῆ Κανάρη, ἔλειπε ἡ σιδερένια γροθιά.
Τοῦ πατέρα τὸ σπίτι πάνω σὲ καρφιά, δὲν ἔκλαψε, δὲν ἔκλαψε,
τοῦ Πόντου Ἄρη καθὼς φεύγαν τὰ πουλιά.
Χόρεψε, χόρεψε, χόρεψε μόνος γιὰ πρώτη φορά,
δὲ γύρισε δὲν ἤτανε πατέρας πιά.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/mixalhs_katsaros_poems.htm

Πέτρος Νταβερώνης, Το Λαύριο (απόσπασμα)

ntav083

Βουλευτής όλων τών χρωμάτων
Δάσκαλος εκατό μορφών
Αρχηγός Κόμματος
Υπουργός
Συνδικαλιστής
Στρατηγός
Επίσκοπος
Διευθυντής καί
Επαγγελματίας επαναστάτης.

Πρώτα
Βασικαί καί πάντα έξω από τό Λαύριο
Έξω καί μακριά από τά τοιχία τού Λαύριου
Στήν καθημερινή παρέλαση τής προόδου
Γιά Λευτεριά
Ασφάλεια
Νέο Κόμμα
Κοινωνική δικαιοσύνη

Μέ μικρόφωνα
Γραβάτες
Χαρτιά
Γυαλιά μυωπίας
Χειροκροτήματα καί απεραντολογίες
Μαλακά χέρια
Μέ φωτοστέφανο αγώνων
Πτυχία

Μέ οβελίσκους από τόμους Μαρξισμού
Κακό δέν κάνει καί κάποιο παράσημο.

Σέ άλλους τόπους πλήθος τά παράσημα
Στολίζουν τούς σωτήρες σά βιτρίνες ή Χριστουγεννιάτικα
δέντρα.

Όλοι αυτοί
Μέ καθημερινότητα πολύστροφο αγώνα
Όμως δίχως ανίατο οχτάωρο
Δίχως μουγκή ορθοστασία πελεκοκουβαλητή
Χωρίς ειδικευμένο χεροπάλεμα κι αέναο πολυπλόκαμο
Δίχως νά σφυροκοπιούνται ντυμένοι ανυπεράσπιστο
αφοπλισμένου
Από ορυμαγδό
Προσταγή.
Βλαστήμια.

Άνθρωποι ορκισμένοι φίλοι μας
Άνθρωποι που θέλουν ειλικρινά ή ελίσσονται δόλια
Μέ ψύχωση γιά τό πρόβλημα στό Λαύριο
Μέ οίκτο γιά τό Λαύριο
Μέ γνώση που προσφέρεται τίμια όπως τό ψωμί στήν
πολιορκία
Μέ βεβαιότητες
Μέ υποσχέσεις
Μέ διάθεση νά προχωρήσει επιτέλους
ο εξανθρωπισμός του
Επισκέπτες
Περιηγητές
Σαμαρείτες
Χαρτογράφοι
Οδοιπόροι από κάπου αλλού
Όλοι στο χείλος τού κρατήρα
Μέ διάθεση νά πούν καί νά βοηθήσουν τό σκοτεινό βάθος

*Από τη συλλογή “Το Λαύριο”, εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (χωρίς χρόνο έκδοσης, αλλά, μάλλον τέλη της δεκαετίας του 1970 με αρχές της δεκαετίας του 1980).