Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Λειψανάβατα

1.
Μέσα στό βλέμμα του τυφλού
καρπίζει ένα χωράφι
κι ή άγκαθιά στις αύλακές
τόν κάνει καί δακρύζει

2.
Στά ρούχα του δέν πιάνει κουρνιαχτός,
άφού πέρ’ άπ’ τήν άσφαλτο ποτέ δέν πήγε.

3.
Ποιές μνήμες του νερού
φέρνουν τούς γλάρους στά καμπισοχώραφα
τόσες δεκαετίες μετά τήν άποξήρανση
τής λίμνης Κάρλα;

4.
Όσο ήτανε μικρός προσέγγιζε τό μέλλον
μέ τήν γοητεία πού άσκούν στά μάτια των νηπίων
τά επάνω ντουλάπια τής κουζίνας.
Μεγάλωσε κι ή φαντασία του εντοιχίστηκε
σάν μιά κουζίνα στό παρόν.

5.
Ποτέ τά μάτια μου
δεν πρόκειται νά δουν τά μάτια μου
έξω άπό τούς καθρέπτες.

6.
Έφυγες
κι έμεινα σάν μέσα δρόμος τής Κέρκυρας
τήν ώρα πού κλείνει ή αγορά
κι άποχωρούν οι τουρίστες.

7.
Ή πρώτη μου κόρη, κερασιά στά ριζά του Κισάβου.
Ή δεύτερη κόρη μου, κοχυλάκι στ’ ακρογιάλι του γαλαξία.
Οι δυό μου κόρες, χώρες γνωστές κι ανεξερεύνητες.

8.
Κι αν δεν μπορεί να γράφει ποιήματα
μπορεί νά τά έμπνέει.

9.
0ι λέξεις είναι διανύσματα.

10.
Τό ποίημα.
Ό Ισχυρός αλγόριθμος.

11.
Έκανε την ποίηση επάγγελμα
άφού ποτέ δέν τη σεβάστηκε.

12.
“Ήταν ένας άνθρωπος πού γινόταν όνειρο.
Ήταν κι ένας άλλος πού γινόταν πραγματικότητα.

*Από τη συλλογή “Αμειψισπορά”, έκδοση Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδειάς 1996. Καταβλήθηκε προσπάθεια να διατηρηθεί το πολυτονικό του ποιητή, μετά την σάρωση. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι πίνακας ζωγραφικής του Σπύρου Κουρσάρη, έργο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο της παρούσας συλλογής.

“Γράμμα στην πατρίδα” του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Της Χριστίνας Λιναρδάκη*

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[…]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[…]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/04/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Μάτση Χατζηλαζάρου, [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί…]

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί,
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα τής δροσιάς τού αμπελιού.

Από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης (1944) της Μάτσης Χατζηλαζάρου

Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάτση Χατζηλαζάρου

View original post

Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα

Κρίσεως τάφος
Για όσα δεν αγαπήσαμε υπάρχει χρόνος

Αν βρέχει
Κι αν πλημμυρίζει
Ο τάφος μου πάντα ν’ ανθίζει
Τις ευωδιές σας
Διαρκώς

***

Η δια καύσεως ταφή
Τόπος χλοερός

Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι
Δεν είμαι μύθος ή 17 Νοέμβρη
Νόμος οφθαλμών
Πτωχός και άγαμος
Οι χίλιοι ελληνικοί χοροί
Ο Ηράκλειτος
Οι στάβλοι του Αυγεία
Δεν είμαι ύπατος μαντείων αλάθητος
Η βολεμένη φάρα
Στο παντελόνι τσάκιση ευτυχισμένης μάνας
Στα ύδατα της Στυγός ορκίζομαι
Δεν είμαι

***

Ρίχνω σβούρα ρίχνω τύχη
Στον παράδεισο τα τείχη

“Πέφτουν της βροχής οι στάλες
Κι εγώ κάθομαι στις σκάλες”

Πέφτουν της βροχής οι σκάλες
Κι εγώ κάθομαι στις στάλες

*Από τη συλλογή “Ή σταγόνα ή ωκεανός”, Εκδόσεις Η ΣΥΝ(+)είδηση, Νάουσα 2011. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή στη διεύθυνση https://tsehos.wordpress.com

Χρήστος Ζάχος, Τρία ποιήματα

Τα είδη του σκαψίματος

Άγγιξες τα χέρια μου
Τι απαλά που είναι, είπες
Δεν είναι σκληρά και με κάλους όπως παλιά
Έχω πάψει να είμαι χαμάλης
Τώρα το παίζω συγγραφέας
Και τα σημάδια φαίνονται
τα παλιά, όπως και τα νέα
Δεν έχω αλλάξει
Ποτέ δεν άλλαξα
Ο ίδιος είμαι πάντα
Συνεχίζω να σκάβω με τα χέρια
Το μόνο που έχει αλλάξει
Είναι το είδος του σκαψίματος

***

Αρνούμαι

Βρίσκομαι στο σαλόνι του πλοίου
Στην TV παίζει ένας ποδοσφαιρικός αγώνας
Έχω πλάτη στην οθόνη και διαβάζω
Διαβάζω το ΑΡΝΟΥΜΑΙ του Σαμαράκη
Η θέση η οποία βρίσκομαι
ενοχλεί κάποιους
να παρακολουθήσουν τον αγώνα
Η οθόνη και ο όχλος ενοχλούν εμένα
Δεν τους λέω τίποτα
Δεν μου λένε τίποτα

ΑΡΝΟΥΜΑΙ να γίνω μάζα
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να τους συμμεριστώ
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να αλλάξω θέση

Ίσως τους τρομάζω
Τρομάζουν που ΑΡΝΟΥΜΑΙ

***

Πόση ποίηση

Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει στη ζωή
στον έρωτα
στον θάνατο
σε ένα βιβλίο
σε μια πρόταση
σε μια λέξη
σε ένα σημείο στίξης
στο κενό…
Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει σε έναν άνθρωπο
ζωντανό
νεκρό
στον κόσμο
σε άγραφες σελίδες
λασπωμένες
από τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους
και τελικά
πόση τέχνη ψάχνεις να βρεις στο πουθενά;
Άμετρη
Άμετρη
Άμετρη
Όχι.
ΚΑΘΟΛΟΥ!

*Από το βιβλίο “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Μυροβλύτης

Μ΄αρνήθηκες.

Πότε οι λέξεις ανασταίνονται;
Όταν το νόημά τους,
άσπρο πανί τυλίγεται
στην άπιστη ουρανούπολη
του Σταυροφόρου εσταυρωμένου.

Τα σύμβολα,
μύρα αναμμένα,
δύουν στ΄απόκρυφο ηλιοβασίλεμά Σου.
Για να το δω, άλλωστε,
τον λόφο έκανα βουνό
και τον αέρα θειάφι,
κέρασμα πικρό στης θέας την αντένα.

Για τον Τάσο Δενέγρη

Γράφει ο Ντέμης Κωνσταντινίδης

Ο αμερικανός ποιητής Randall Jarrell, σε ένα βιβλίο απαισιόδοξο για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού, το “Ποίηση και η εποχή” (1), αναφέρει:

Ο ποιητής ζει σ’ έναν κόσμο που οι εφημερίδες του, τα βιβλία του, οι κινηματογραφικές ταινίες του,
οι ραδιοφωνικοί και οι τηλεοπτικοί σταθμοί του, έχουν καταστρέψει, σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ακόμα
και την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν την αληθινή ποίηση, την αληθινή τέχνη κάθε είδους…

Πρόκειται πράγματι για εκείνο το απαιτητικό ξεδιάλεγμα, που αν ίσχυε στις μέρες μας, πολλοί περισσότεροι, ασφαλώς, θα είχαν την τύχη και τη συγκίνηση να ανακαλύψουν έργα, όπως αυτό του πρωτοπόρου ποιητή Τάσου Δενέγρη (1934-2009).

Ο Δενέγρης, με τη “δημιουργική αφομοίωση του προγονικού διδάγματος” (2), καταφέρνει να συνομιλεί με την ποίηση του Καρυωτάκη, ουσιαστικά και χωρίς μιμητισμό, εκφράζοντας όμως το πνεύμα της εποχής του, μέσα από ποιήματα με εξαιρετική δύναμη εικόνων, όπως π.χ. “Ο θάνατος στην πλατεία” ή “Το παράδειγμα του Λεονάρδου”, όπου κυριαρχεί μια πικρή ειρωνεία που ανακαλεί στη μνήμη τα “Ελεγεία και Σάτιρες”. Κάτι τέτοιο όχι μόνον δεν φοβίζει τον ποιητή, αλλά αντίθετα του δίνει δύναμη, του προσφέρει ένα καθοριστικό σημείο αναφοράς, έναν μπούσουλα, ώστε να πορευτεί και να μιλήσει απελευθερωμένος, από δική του γωνία θέασης, για όσα επιτακτικά τον βασανίζουν.

Θέλω να κλείσω τη μικρή μου αυτή αναφορά με μία σκέψη: πόσο σπουδαίο -και επίκαιρο!- μάθημα θα μπορούσε κανείς να κάνει στα νέα παιδιά, τι νοσηρές καταστάσεις και πόσα κακώς κείμενα θα είχε τη δυνατότητα να θίξει, διαβάζοντας σωστά εκείνο το περίφημο ποίημα του Δενέγρη, από τα Κ.Ν.Λ. της Γ’ Λυκείου, “Οι κατάσκοποι”:

Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και το λεπίδι
Μόνον τους κλητήρες
Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν
στο διάβα σου.

Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα
Κι εκείνη τη μεταφυσική ικανότητα να στέκονται στο ταβάνι
Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου
Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.

Σημειώσεις
1.Leo Lowenthal, Για μια κριτική θεωρία της λογοτεχνίας, Ρόπτρον, Αθήνα, 1990.
2.Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Τάσος Δενέγρης: οι “γενεαλογικοί” άξονες της ποίησής του, Ε-poema.eu

*Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.vakxikon.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%B7/

Constantine Cavafy//A discussion

vequinox's avatarManolis

CONSTANTINE  P. CAVAFY a discussion

Constantine P. Cavafy, along with a few other twentieth century Greek poets such as George Seferis, Odysseus Elytis, Yiannis Ritsos, Kostis Palamas and Andreas Kalvos, established the revival of Greek poetry both in Greece and abroad. They emerged as the new era of contemporary Greek poets at a time when the use of the Greek language was swept by the conflict between the old, “καθαρεύουσα—katharevoussa” traditional form of language and the more common “δημοτική—demotiki”, plebian or demotic as it was called.

Cavafy used both the traditional and the demotic modes although mostly the latter; he spent most of his life in Alexandria under the influence of the almighty Greek Orthodox Church and the day before his death he took communion as if to declare that he was ready; as if he was prepared for his transformation, from the modern poet, Konstantinos Petrou Kavafis of Greece…

View original post 2,503 more words

Δώρα Κασκάλη, Ανάνηψη

Έλα, βγες από τις λέξεις.

Λάβε δέρμα, νεύρα, φλέβες και οστά.

Δραπέτευσε απ’ το μυαλό μου

τα κάγκελα είναι χάρτινα.

Πήγαινε, ψάξε το γνήσιό σου.

Εκείνο αναπνέει τη ζωή. Ξεχνάει. Γερνάει.

Μην κατοικείς στην αθανασία.

Είν’ άχαρη η αιώνια μοναξιά.

Σε σκοτώνω εντός. Χαρίζω αμοιβαίο γλιτωμό.

Δωροδοκώ με φιλί ζωής.

Απαγκιστρώνω τη μικρή μου πεταλούδα

απ’ το βελούδινο φέρετρό της.


Πάνω στο κορμί μου θα κατοικείς.

Λάζαρε αρνητή. Θαύμα τραύμα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

*

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

*

Κρασί δυνατό.
Στο άγγιγμα ζαλίζει
με τα χείλη της.

*

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δύο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

*

Σβήνουν τα φώτα.
Σε δρομάκια σκοτεινά.
Ζωής αυλαία.

*

Κολοκαιράκι
μα δεν ψάχνω για δροσιά.
Μέσα μου βρέχει.

*
Εμπιστοσύνη.
Πότε τη συνάντησα;
Έχω ξεχάσει.

*

Θα το τολμήσει.
Για λίγο το σκέφτηκε
κι έκανε πίσω.

*

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας, 2016.