Γεωργία Τρούλη, Μετατόπιση χρόνου

Κάποια παιδιά παίζουν με συρματοπλέγματα
Τα εσώρουχα με συρματόσκοινα
Κάποια πουλιά με καλώδια ηλεκτρικά
Οι εραστές με ελατήρια
Έτσι δημιουργείται το σχήμα

Κάποιοι με πλάκες στα λατομεία
Άλλοι μαζεύουν βότσαλα
Κάποιοι πετάνε πέτρες
Άλλοι μετράνε χαλίκια
Κάποιοι γλύπτες γλείφουν το μάρμαρο
Έτσι δίνεται μορφή

Κάποιοι κοιτάζουν τα δέντρα
Ενώ μελετούν τους κορμούς
Αυτοί παίζουν χαρτοπόλεμο
Άλλοι γράφουν βιβλία
Έτσι ξεγελούν την ύπαρξη
Και την ζωή κάποιοι την θαυμάζουν
Άλλοι την ζουν από απόσταση
Κάποιοι χλευάζουν την ύλη
Άλλοι την διαλεκτική
Κάποιοι αγαπούν
Κι έτσι κάτι νιώθουν
Και λύνουν ένα σημείο ύπαρξης

Κάποιοι τοποθετούν ψηφία
Ενώ φτιάχνουν γραμματοσειρές
Άλλοι υπολογίζουν κέρματα
Κάποιοι είναι τρελοί
Και κάποιοι βγαίνουν βαθιά κερδισμένοι
Άλλοι βαθιά νυχτωμένοι
Κι έτσι το σχήμα υπάρχει

Τα παιδιά πλέκουν μαλλιά
Άλλοι τις κλιματσίδες των δέντρων
Οι έταιροι κομποσκοίνια
Κάποιοι λωρίδες δρόμου
Κι άλλοι συνομιλίες
Έτσι αναποδογυρίζουν ευχές και φτιάχνουν συζήτηση

Κάποιος χρόνος δημιουργεί τον άλλον
Ο μεσόκαινος φτάνει στον ολόκαινο
Φτιάχνει ανθρωπόκενο
Έτσι δικαιολογείται το γέμισμα των καιρών
Και της γεώ ηλικίας
Η ύλη επιδρά στον ήχο
Αυτός στο κύμα
Και αυτό στην σκέψη
Και αυτή στο πνεύμα
Και αυτό στη δράση
Και στη μη
‘Ετσι έρχεται κάποτε η αντίδραση
Αλλά δεν καταχωρείται η φύση σε περιπτώσεις χωρίς συνέχεια
Η ιστορία φτάνει στο τέλος της
Και φτου κι από την αρχή
Πορεία στα μισά μιας διαδρομής
Που λέγεται άνθρωπος
Μισή συνείδηση
Δεν δείχνουμε
Και ξανά κι από την αρχή
Η συνεύρεση
Τα χαλίκια
Το μάρμαρο
Το σώμα
Το στρώμα
Το ελατήριο
Το σύρμα
Η πέτρα
Το πλέγμα
Η ύλη
Η ηλικία
Η δράση
Η ακύρωση
Το παιχνίδι
Ο χρόνος
Η μετατόπιση

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Ιόχρου

Πολύ πιθανόν,
τώρα που ο ήλιος ανέτειλε
ακόμη μια φορά
η γη να ποθήσει περισσότερο
τις ακτίνες του

Η συνήθεια να ακούει
να βλέπει
να νιώθει
να αφουγκράζεται
δεν την αποτέλειωσε ποτέ

ούτε το δάκρυ της
στάθηκε ποτέ αιτία
ν’ αποχωριστεί
όσα δικά της ήταν
όσα δικά της είναι

Οι αιχμηρές φτερούγες σου
μπήγονται στα πλευρά μου
Έλα λοιπόν, κάνε μου,
όσα μου έταξες, του είπε
και γύρισε πλευρό

σ’ ένα κόσμο
σ’ ένα δωμάτιο ξένο
κι από το πανύψηλο ταβάνι
εκδράμουν ακόμη και σήμερα
οι σπίθες της ανάληψης.

***

Επί γης

σταγόνες ωκεανού, πυρ,
σε αναμαλλιασμένο στήθος

και πώς αλλιώς, ο έρωτας ρέει,
κάτι από εκείνον στα νερά

και πώς αλλιώς, η φλόγα λύει,
αυτά που φυλακίσαμε

αλλά είναι έτσι;

όσα προσέφερες
σιωπηλά

μεσούσης της χλόης
είδωλο

αιώνιων σπαρτών
στο ποιο πανάρχαιο βουνό

ή επί γης

από του νάρδου την ψυχή
ζωή τρυγήσαμε;

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ω, εποχή πυρίμαχη
ανατέλλεις στην παράκρουση των φθόγγων
εσύ είσαι η ελπίδα να σωθούν
οι άμοιροι ποιητές μας.
Στο κρόταλο τους εισχωρείς
το ολόμαυρο, καθάριο στίγμα
παύοντας το άδοξο αίμα, το πικρό
επάνω στο μαχαίρι.
Κάθε ένα γράμμα τώρα πια
έχει να αποφασίσει
χωρίς κανένα υπαινιγμό
το φίλο και τον αδελφό
τη σημασία της φρίκης.
Είμαστε εμείς, ανάθεμα
ο αναγιγνώσκων τρόμος
εκείνο το άδηλο, ισχνό
τρεμούλιασμα του χρόνου.


View original post

Παναγιώτης Χαχής, Τρία ποιήματα

Biutiful

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κανιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
/…/
Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα

Τάσος Δενέγρης, “Ο θάνατος στην πλατεία”

Ομόνοια, πρωκτός της πόλης
Η ζωή και ο θάνατος
Συνιστώμενη δόση
Σύννεφα λύματα
Πλακάκια κίτρινα του Ηλεκτρικού
Κτήρια που απομένουν
Χτυπημένα από την αμνησία
Παρατονισμένοι ψίθυροι
Δαιμόνια συριστικά
Συρμοί της κόλασης σε
Ώρα αιχμής
Αρθρώνουν τους βρόγχους
Αφαιρώντας επικράτεια
Στροφές σιωπής στη βελόνα
Χρησιμοποιημένα χιλιόμετρα
Στο κενό
Μετρώντας
Το στρίφωμα της ζωής
Που απομένει.

***

Census

Νύχτες σκοτάδι με καρμπόν
Τόσα αντώνυμα σώματα
Ανιθαγενείς εφιάλτες
Στα σκηνικά των Εθνικών Θεάτρων
Παρωδίες, Σκηνή Λυρική,
Αλυσιδωτά τσιγάρα
Απόνερα
Στις εκβολές του Κηφισού.

Είσοδοι σχισμένα βήματα
Λαβύρινθοι στην πόλη
Χρόνος δίχως ρήματα
Πρόσωπα χωρίς αριθμούς
Το ρίγος σηκώνει κύματα
Λέξεις που αναμένονται
Αχειροποίητα συνθήματα
Κραυγές στους τοίχους.

***

Canon a-1

Από κάτω κι ανάμεσα
Στα πόδια μας
Συρμοί αιμοσφαιρίων
Συνεχίζουν να τρώνε τα σωθικά
Μας θεμέλια

Πώς γράφεις πριν
Απ’ αυτή την πόλη;
Πως γράφεις μετά;

Ψηλά στου Στρέφη
Οι σάρισες των δέντρων
Αμυχές στα ρούχα
Φεγγάρια που λάμπουν
Στα πεταμένα προφυλακτικά
Βελόνες πατάς και ματώνει
Κειμήλια βογκητά ηδονής.
Αγέρωχος καπνός
Να μνημονεύει φωτιές
Κοιτάζεις την πόλη
Κι αν ξαφνικά χανόταν.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2014.

ειδύλλιο του αιώνιου χρόνου ΙΙ

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Diane Arbus, ynkrs, ny 1962Μόλις διαλύθηκες μες στο λευκό της σώμα,
οι κόρες των ματιών σου
σαν ήλιοι εξερράγησαν/
εκείνη σε αγκάλιασε τόσο τρυφερά,
που το δέρμα σου κλαίει από τότε
στην ανάμνησή της/
Ωστόσο όλος ο ουρανός,
εκεί ήταν και σε φώτιζε/
Κι όταν ρωτήθηκε για τον χρησμό του,
έτσι απάντησε:
-Θα ζεις για πάντα,
ένα φτερό, μέσα στο χάδι της/
θα αγαπάς, ότι αγαπά:
τη σιωπηλή και την πολύβουη νύχτα/
τους βράχους ως όριο,
τους βράχους περιστέρια,
και την απέραντη ασημένια θάλασσα,
τις μέρες σου
-που τώρα πια χαράζουν ατέρμονες ροές
συνείδησης και πλεύσης-
κάθε ποτάμι κυκλικού διαλογισμού/
και κάθε ασπίδα εκούσιας τυφλότητας/
Στον τόπο σας,
θα ανάβει πάντα ένα κερί/
(της θλίψης που κανάκευε τους ώμους/
στην γαλάζια τους γυμνότητα)
κι όλες οι πόλεις που δεν σας χώρεσαν,
– νήπια αγκιστρωμένα σαν πυγολαμπίδες
στη βροχή-
θα αποκλειστούν/
Ακόμη κι ο θάνατος,
ημιτελής/
δεν θα ακουμπά πλέον
εκείνα τα κορίτσια,
τα βουβά,

View original post 41 more words

Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

ΑΦΟΥΚΡΑΖΟΜΑΙ του κορμιού σου
τους λυγμούς.
Τη λύτρωση του τέλους
και καταρράχτες μας χωρίζουν ξαφνικά,
δεν ακουγόμαστε πια.

Πλημμυρίζει το δωμάτιο
καθρέφτες διάτρητους.
Με μικρά πηδήματα
περνώ απ’ τή μια μεριά στην άλλη,
ψάχνω σα γάτα κυκλικά για το είδωλο
που δικαιούμαι.
Και τότε ανοίγεις τα μάτια,
κολασμένη λάμψη το σκούρο τους.

Από ψηλά γκρεμίζονται στιβάδες χρωμάτων
γεμίζει το δωμάτιο τόξα κι ιριδισμούς
κι αυτός ό λυγμός του κορμιού
που στροβιλίζεται και με χρυσώνει.

Μυρίζεις θάλασσα κι απόσταγμα θυμού.

Έπειτα σιωπή.
Τα έπιπλα μπαίνουν πάλι στη θέση τους,
τα χρώματα τραβιούνται προς το παράθυρο.
Μόνο ο καθρέφτης αρνείται πεισματικά
να επιστρέψει το είδωλό μου.

***

ΦΥΣΑΕΙ αέρας δυνατός
περνάει μέσ’ απ’ τις σίτες
γράφει χάδια πάνω στά έπιπλα
στέκεται απέναντι
(τον κοιτώ στα μάτια).

Φράζει όλα τ’ άνοίγματα
στομώνει φωνήεντα η σιωπή.

Ταξιδεύει μέσα στο σπίτι,
στα πολύφωτα,
ζωγραφίζει σύννεφα στα ταβάνια.

Η φωνή σου στις κουρτίνες μου
σιγοψιθυρίζει.

***

Η ΕΙΚΟΝΑ σου σπάει
μέσα σε βλέμματα.
Την τυλίγουν
βελούδα σιωπής.
Ακολουθεί τα πατήματα
του ανέμου.

Τ’ απογεύματα με τις βροχές,
όταν μουσική κυριεύει την πόλη,
περνά μέσα από ακολουθίες αόρατες,
ταξιδεύει μέχρι τά χρώματα
κι ενώνεται μαζί τους.

*Από την ενότητα “Φώτα νυχτερινά πιθανοτήτων” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Κυριάκος Ραμολής, Τρία ποιήματα

Επιτέλους

Βιολιστή
με το ετοιμοθάνατο έντομο
να χαμογελάει στα δοξάρια μας
θα περατωθεί η αρμονία
Το δέντρο πλακώνει δυο παπάδες
ο πρώτος έσκαβε στα σωθικά μπαούλα
ο άλλος πάντα σώπαινε
ενώ κρουστοί οι τύραννοι
ψελλίζουν τα λογύδριά τους
κατά την τσίγκινη αυγή
Στο τραπεζομάντηλο της Ενοχής
που πάνω του έστρωναν
γυναίκες και εδέσματα
τυλίγω τη νέα χορδή
—τη λήστεψα όταν συνέθετες
το μαύρο με τα παρδαλά—
Σε κάποιο δείπνο θα την προσφέρω
στους προλετάριους με τα μονόκλ

***

Χαβάς

Στρεβλό που δικαιώνεις
φεγγάρι τον μύωπα
Καμήλα της αδράνειας
εκείνος ο ξένος
γνωρίζει αλχημεία
επισημαίνει τη θλίψη
πίσω από τη διαύγεια
της ύψιστης ονείρωξης
Πεντάρφανα αστέρια
ψέλνουν στην ενδοχώρα
τον καημό σου βοσκέ
γεροδεμένε στη μοναξιά σου
Γάλα των άσπιλων μαστών
μιας θύελλας πουτάνας
πνίξε το βρέφος
Μόνο η καλύβα σείεται·
ο μάγος θα αποχωρήσει
ακράδαντος την επιούσα

***

Σαπίζει το άνθος

Κάποιο σίδερο θα ισοπεδώσει
τα μυριόστομα κελεύσματα
του τσοπάνου, του βυρσοδέψη
αυτού που έκπαγλος θωπεύει
την ίδια του τη σάρκα
Ο νταβατζής περίφημος
σκουπίζει μόνος τα πρωινά
στην είσοδο των παραπληγικών
ακέραιος ο ίδιος
Μα θραύσμα το θαύμα
οι συμπεθέρες ρεύονται
τα κόλλυβά μας
Εικονοστάσι των αοράτων
αόμματοι ψαχουλεύουν
τρεις άγιοι το ήρεμο τούβλο
Τόση ματαιοδοξία το ορεσίβιο
κατσίκι μεταφέρει
μαζί με τον ισόγειο διαβάτη
τον ουρανό του Τάγματος
Εξάλλου ο Κανόνας
πάντα θα επαναφέρει
την οδύνη σου ακόλουθε
θηρίων και φαντασμάτων

*Από τη συλλογή “ΠΥΡΆΓΡΑ”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2005.

Βασίλης Βάρκας, Τέσσερα ποιήματα

ΤΟ ΨΕΜΑ TOY ΘΑΝΑΤΟΥ

Μας έχωσε η ζωή κάτω απ’ τα σκέλια της.
Μας πήρε και μας σήκωσε το «κύμα».
Κακοκαιρία στην ψυχή μας εξελίσσεται.

Αργά διαβαίνω σκόρπια μονοπάτια
και τραγουδώ το ψέμα ενος θανάτου.
Χαριεντίζομαι με τιποτένιους ήχους.
Εκεί που ανάποδα ο κόσμος σπαρταράει.
Χαμένος στη ζαλάδα μου μυρίζομαι…
Αλίμονο στον ύπνο που ξυπνάει.
Χωράφια με ανθρώπους σηκωμένους.
Πατάμε στα χαλιά που πλέξαν άλλοι.

Αχ, να μπορούσα να ‘μαι κύριος.
Και να μην παίζω κρυφτό στον εαυτό μου.
Μα αν κατάφερνα να ορίσω τη ζωή μου.
Δε θα ’χε πλέον αξία το μηδέν.
Σ’ άλλες πλευρές για να γυρίσω το κορμί μου.
Άλλα χίλια κορμιά θα πρέπει να χαθούν.

Δεν τρώγονται τα σάπια κρέατα που βρήκα.
Γιατί είν’ ανθρώπινα.

***

ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΙΔΙΚΑ

Χρόνια παιδικά.
Βαρέλια με χαλίκι.

Φλόγα από κάτω τους,
τις πέτρες πυρακτώνει.

Βουτώ τα χέρια μέσα τους,
να τις εξερευνήσω.

Κι όσο κι αν καίγομαι απ’ αυτές,
πιο μέσα τους βυθίζομαι…

***

ΧΩΡΙΣ ΤΗ ΜΟΙΡΑ

Ο χρόνος χαμένος.
Λυπάται τη γη.
Που με παράπονο κοιτάζει,
την άστεγη ύπαρξή μας.

Αν μάταια σκορπάμε την ψυχή μας.
Όσο χαζεύουμε τον κόσμο να κινείται.
Αφού μας ενοχλούν οι άγριες φωνές τους.
Δεν απαιτούμε στο ταξίδι της ζωής να έχουμε μερίδιο.

Όσο χαιρόμαστε τη λήθη μας,
κλαίει για μας εκείνη.
Αμα τελειώσει ξαφνικά της μοίρας το χαλάζι,
δε θα μιλάει τίποτα χωρίς τη σύνεσή μας.

***

ΓΑΛΗΝΙΑ ΔΥΝΑΜΗ

Όταν του ζήτησα φως δυνατό
μου ‘δωσε τη μιλιά του.

Και μίλησε κι άλλες φορές
“Μια ζωή είναι θα περάσει” είπε.

Κι έβαλα τα κλάματα.

Γιατί δε θα σηκώσω
ποτέ μου την αλήθεια του!…

*Από τη συλλογή “Μιζεραστία”, Εκδόσεις “ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2011.

Βασίλης Βασιλειάδης, Ερωτικό

Artwork: Magnus Zeller

……………………….
νομίζω πώς γιά νά ζήσεις τή ζωή
δέν τά «βγάζεις πέρα», ἄν δέν κατρακυλᾶς στήν πράξη πού γεννιέται
ἀπό τό ὄνειρο…
πόσο εὐτυχισμένη καί ἀληθινή νιώθω
τίς λίγες στιγμές πού καταϕέρνω νά μήν εἶμαι πραγματική…»
Τόν κοίταξε διαλυμένη·
«τό μυαλό μας εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός νταβατζής τοῦ σώματός μας»
γιά λίγα λεπτά σιωπή
ἀκούγονταν μόνο οἱ νότες τοῦ μελαγχολικοῦ ρόκ τῆς Verity Sasman
«ποῦ ἤσουν;
ἐσύ
ἡ πρώτη μας ματιά
αὐτή ἡ ματιά πού συμβαίνει στή ζωή μας μία ϕορά,
καί σέ κάνει αὐθόρμητα νά ὁμολογήσεις μέσα σου στά κρυϕά,
«γεννήθηκα γιά σένα»,
«μεγάλωσα μέ τή λαχτάρα νά σέ βρῶ»
«αὐτό εἶσαι ἐσύ γιά μένα
ἡ ἀνυπεράσπιστη ὁμολογία τῆς πρώτης ματιᾶς»
ποῦ ἤσουν τότε πού εἶχα γίνει ἐργαστήριο συναισθημάτων καί αἰσθήσεων;
γιατί ἄϕησες τήν ἀθωότητά μου μόνη καί προσβάσιμη,
πνιγμένη στή γκροτέσκα ὡριμότητα πού γρυλλίζει δυσοίωνα,
νά χαράζει διαδρομές γεμᾶτες συνέπειες πιστεύοντας πώς εἶμαι ἄτρωτη
ἀπό τή βιωματική καί τή συναισθηματική συναλλαγή;
γιατί ἄϕησες αὐτές τίς καθοριστικές στιγμές νά μέ κατακρεουργήσουν
κάνοντάς με αὐθεντία στήν ἄκαμπτη Ὑπολογιστική τῶν σχέσεων;
ποῦ ἤσουν νά μέ μάθεις νά καταλαβαίνω τά ἄλλα σινιάλα τῆς ζωῆς
αὐτά πού ὑπονομεύουν τήν πραγματικότητα πού ἔζησα;
Αὐτές τίς τελετουργικές αἰσθησιακές καί συναισθηματικές συναρπαγές,
στολισμένες μέ love faux bizzou ἐκκρίσεις ὁρμονῶν καί βλεννογόνων
μέ ἐξουθένωσαν.
Πόσες ϕορές δέν ἔπιασα στά πράσα τόν ἑαυτό μου
νά χαϊδεύω τό πρόσωπό σου πού δέν ἤξερα,
νά ϕιλῶ τά μάτια σου πού δέν εἶχα δεῖ,
νά σέ πιάνω ἀπό τό μπράτσο σου καί νά σέ παρακινῶ παρακαλῶντας
νά μέ βοηθήσεις νά γεμίσω τό μυαλό μου μέ ἀνωριμότητα,
ἀντίθετη στήν ὡριμότητά τους,
γιά νά γίνει ἡ ματιά πιό ξεκάθαρη…
Δές τό σῶμα μου
εἶναι γεμᾶτο χαρακιές
ἀπό γκουρμέ σεξιστική ϕαντασίωση ἐγγραϕές.
Μετά τόσα χρόνια ξεστρατίσματα καί στροϕές
νιώθω κάθε ϕορά ἄβγαλτη,
οἱ παλάμες μου ἱδρώνουν·
ἐλπίζω ἀπέναντί μου νά κάθεται ὁ ἀνεπιτήδευτος ἐραστής,
τό ἀρσενικό πού σάν στιγμή τῆς ἀπόλυτης δύναμής του
δέν θεωρεῖ τή νίκη του ἀλλά τήν ἀποδοχή τῆς ἀδυναμίας του
ἤ
τό θηλυκό ὁμόϕυλο ἤ ἀμϕιϕυλόϕιλο πού ἐπιλέγοντας νά ἐρωτευτεῖ καί νά ἀγαπήσει διαϕορετικά,
ἀρνεῖται νά στεγνώσει τή ζωή του,
ἀντιστέκεται στα πανικόβλητα ὀπισθοδρομικά στερεότυπα τῶν καθαρῶν
παραδοσιακῶν σχέσεων μέ ἑτερόϕυλο πρόσημο,
πού στό ὄνομα τοῦ μάρκετινγκ τῆς τιμωρίας ἐξορίζουν τή διαϕορετικότητά του
στά λαγούμια τῆς ἀπαγορευμένης ἐπιθυμίας,
μία ἀντίσταση ἀξιοπρέπειας πού δέν κάνει βῆμα πίσω,
καταργῶντας τίς ἐπιθετικότητες καί τά ξεσαλώματα τοῦ συμπλεγματικοῦ gay pride
τό ἴδιο γραϕικό μέ τούς ἐπικίνδυνους ὁμοϕοβικούς ἀρσενικούς καί θηλυκούς θεματοϕύλακες τῆς ϕανατικῆς ἑτεροϕυλίας πού στάζει τεστοστερόνη.
Καί τί δέν θά ἔδινα νά ζήσω τήν ἐϕηβεία πού ξέμαθα,
νά ξαναζήσω γιά μία ϕορά μέ ὁρμή βιολογική τόν ἔρωτα τόν ἀνυποψίαστο!
καί κάθε ϕορά…
ἄλλος ἕνας ρεαλισμός …
πυροδοτεῖται ἕνα παθιασμένο ἤ ζοχαδιασμένο ἄτσαλο γαμήσι,
καλά κρυμμένες ὑπεροψίες πού συναλλάσσονται σκληρά μέ κοσμημένους λυρισμούς
καί διαλόγους ροδαλούς,
πολυπροσωπίες στό παιχνίδι μέ τά ὀλιγόλεπτα τρέμουλα
πλασάρονται αὐτοπροσωπογραϕίες σέ ἐϕίδρωση
κανένα χάος μαγευτικό
κάθε ϕορά …
ὁ ἐραστής εἶναι πάνοπλος
μέ λέξεις πολλές, μέ συνωστισμένες ψευδαισθήσεις
καλομπασμένος στά κόλπα τῆς στρατηγικῆς καί τῆς λογικῆς τοῦ ἔρωτα
ἐμϕανίσιμος, γραμμωμένο μυϊκό σύστημα,
ὁ ποῦτσος σέ ἑτοιμότητα,
ἀρχετυπικός κυνηγός,
ἄλλοτε μιᾶς χρήσης μπαταρισμένος στήν ἀντρίλα γαμιάς κομπρεσέρ
κι ἄλλοτε μιά ϕανατική τῆς διαϕορετικότητας καυλωμένη κλειτορίδα
μέ βυζί μεγέθους χούϕτας, κωλαράκι σϕιχτό, ρώγα σέ στύση …»
Γέλασε δυνατά
«αὐτά εἶναι τά λεγόμενα ἐρεθίσματα ἀπό τό περιβάλλον…
τά κατάλληλα γιά νά δουλέψει ἡ ὠμή ϕυσιολογία τοῦ νευροσυστήματος
καί μόνο αὐτή,
γιά νά συμβεῖ ἕνας μικρῆς διάρκειας ὄλεθρος αἰσθήσεων,
πού ἐξυπηρετεῖ ἔστω καί γιά λίγο τίς ἀνάγκες τῆς πληκτικῆς πραγματικότητας τῆς βιολογίας σου,
κακά τά ψέματα ὅμως
τά λίγα λεπτά τῆς καύλας μας
τῆς ἁγιασμένης καί ἀρχέγονης γενετήσιας ὁρμῆς
ϕτάνουν γιά νά σπρώξουμε καί ν’ ἀπολαύσουμε τή ζωή μας…»
ἀνάβει τσιγάρο,
καί ἀρχίζει νά μιλάει γρήγορα,
«Ἐνεργοποιεῖται τό στεϕανιαῖο σύστημα στόν ἐγκέϕαλο
προγραμματίζεται ὁ ὑποθάλαμος
ξυπνάει στιγμιαῖα ἡ καύλα
τρελαίνονται τά ἔνστικτα
οἱ ἀνάσες εἶναι γρήγορες
ἀρχίζει καί δουλεύει τό παρασυμπαθητικό κομμάτι τοῦ αὐτόνομου νευρικοῦ συστήματος,
σουτάρει τό αἷμα στόν ποῦτσο καί στήν κλειτορίδα,
καί σέ συνεργασία μέ τό σωματικό νευρικό σύστημα
ἔρχεται ἡ στύση,
ὁ πρόσθιος λοβός τῆς ὑπόϕυσης ἐκκρίνει ὁρμόνες,
ἡ ὠχρινοτρόπος σέ κούρσα ξέϕρενη ἀπελευθερώνει τή βαρβάτη τεστοστερόνη
ἀπό τά διάμεσα κύτταρα τῶν ἀρχιδιῶν,
ἡ θυλακιοτρόπος βάζει σέ δουλειά τά κύτταρα Sertoli στά ἀρχίδια νά τά γεμίσουν σπέρμα,
ἡ κατάσταση εἶναι πλέον ἀνεξέλεγκτη
ὁ ποῦτσος ἐποικιστής ἀδίστακτος θέλει νά κατακτήσει μέ κάθε τρόπο
τό μουνί μου, τό στόμα μου, τόν κῶλο μου
τήν ἴδια στιγμή πού γίνονται ὅλα αὐτά
οἱ μυρωδιές τοῦ σώματος τρελαίνουν τό ὀσϕρητικό ἐπιθήλιο,
καί παράγονται δυναμικά
αὐτά μεταϕέρονται μέ τόν κεντρομόλο νευροάξονα τοῦ αἰσθητικοῦ κυττάρου στόν ὀσϕρητικό βολβό,
στά γρήγορα ἀπελευθερώνεται ὁ νευροδιαβιβαστής, τό διπεπτίδιο καρνοσίνη,
μετά ἀπό δύο συνάψεις,
οἱ νευρικές δεσμίδες ὁδεύουν πρός τόν ἐγκεϕαλικό ϕλοιό,
ξυπνάει ὁ ὑποθάλαμος
καί ἀναλαμβάνει δράση ὁ δικτυωτός σχηματισμός,
το μεταιχμιακό σύστημα γεννάει τή συγκινησιακή κατάσταση τῆς μυρωδιᾶς,
ἀναϕλέγεται ἡ καύλα καί γίνεται πάθος καί ἡδονή
μᾶς τρέχουν τά σάλια,
γλείϕουμε παθιασμένα τά σώματά μας,
παράλληλα
μᾶς ἐρεθίζουν οἱ γεύσεις τοῦ σώματος καί τῶν ὑγρῶν του,
οἱ ὑποδοχεῖς γεύσης στή γλώσσα καί στήν ὑπερώα ἐρεθίζονται
τό τσιμπούκι καί τό γλειϕομούνι ἐκλύουν ἰσχυρά δυναμικά γεύσης,
αὐτά διαβιβάζονται ἀπό νευρικές ἀπολήξεις τῶν αἰσθητικῶν κυττάρων
μέ τά ἐγκεϕαλικά νεῦρα,
τό προσωπικό νεῦρο ἀριθμός VII
κι ἄν τό τσιμπούκι πιάσει βάθος
τό γλωσσοϕαρυγγικό νεῦρο ἀριθμός IX
καί ἄλλα
καί συγχρόνως μέ ὅλα αὐτά
τό ἐρέθισμα ἐνεργοποιεῖ τή μνήμη
τό ἄγγιγμα τοῦ στήθους, τό ϕιλί μέ γλώσσα, τό ρούϕηγμα τῆς ρώγας
τό ἄγγιγμα τῆς κλειτορίδας καί τοῦ πούτσου,
θυμᾶσαι πώς ὅλα αὐτά λέγονται γαμήσι,
καί γίνεσαι εὑρηματικός στά κόλπα
δίνονται τά σήματα στά δεξιό ἡμισϕαίριο τοῦ ἐγκεϕάλου
πού σέ συνεργία μέ τό ἀριστερό
ἐνεργοποιεῖ γιά λιγότερο ἀπό ἕνα δευτερόλεπτο τήν αἰσθητική μνήμη,
συγκρατεῖς στό χρόνο αὐτό τά αἰσθητικά σήματα τῶν κορμιῶν μας
καί προχωρᾶς.
Δευτερόλεπτο μέ δευτερόλεπτο
οἱ ἐντονότερες στιγμές τοῦ γαμησιοῦ πηγαίνουν στήν πρωτογενή μνήμη
καί κάθονται ἐκεῖ γιά μερικά δευτερόλεπτα,
ὅλες αὐτές οἱ πληροϕορίες τῆς αἰσθητικῆς καί πρωτογενοῦς μνήμης
πού βασίζονται σέ κυκλώματα νευρικῶν ὤσεων
γίνονται μία ἀνελέητη πάλη τῶν λέξεων, τῶν βογκητῶν, τῶν ἐπιϕωνημάτων,
τῶν ἀναστεναγμῶν
κι ἄν τό γαμήσι εἶναι τρελό στά κόλπα, ἀνεπανάληπτο στήν τεχνική,
ἀπό τύχη ἔχει καί πόνο,
οἱ βιοχημικοί μηχανισμοί τό ἀποθηκεύουν ἰσόβια στήν τριτογενῆ μνήμη,
τό θυμᾶσαι μιά ζωή,
κι ἄς λές ψέματα στόν ἐραστή πώς ἡ ζωή σου ξεκινάει καί τελειώνει μέ αὐτόν
ἄν εἶναι πολύ καλό πάει στή δευτερογενῆ μνήμη γιά μερικά χρόνια
καί ζωντανεύει κάθε ϕορά πού ξανασυμβαίνει,
το θυμᾶσαι»
Τό ἠχόχρωμα τῆς ϕωνῆς της ἔχει τή σκληράδα τῆς ψυχρότητας
«αὐτή εἶναι ἡ ϕυσιολογία τῶν στιγμῶν» μονολόγησε
«ὅσο παθιασμένες κι ἄν εἶναι οἱ στιγμές,
εἶναι μερικά λεπτά ἐργασίας ἠλεκτρικῶν διατάξεων, ἀλληλοεπιδράσεων
πρωτεϊνῶν, ἀνοίγματα ὑποδοχέων σημάτων, ἔκλυση χημικῶν οὐσιῶν
ἀγκαλιαζόμαστε, χαϊδευόμαστε, ϕιλιόμαστε, γαμιόμαστε, χύνουμε,
ἀλλά ἡ ἀλήθεια μας δέν εἶναι ἐκεῖ,
μόνο τά σώματά μας πού ἐξυπηρετοῦν, καί καλά κάνουν, μέ χίλιους
τρόπους τή βιολογία τῆς καύλας τους
τέλος… ϕαντάσου, ἄν ὁ μηχανισμός αὐτός εἶναι σϕραγισμένος
μέ τό βουλοκέρι τοῦ ἔρωτα,
δέν εἶναι ἁπλά ἕνα μέτριας ἤ καλῆς ἤ τρελῆς τεχνικῆς γαμήσι
εἶναι μαγεία ἀνθρώπινων ἀνθρώπων
ἐρωτευμένων…»
Μία γκριμάτσα χαμόγελου ϕάνηκε στό πρόσωπό της,
τόν κοίταξε
«καί μετά ἔρχεται ἡ ἀπόσταξη» ψιθύρισε,
«βρωμάω ὁλόκληρη τή μπόχα τῆς κανονικότητας
τρέχω γρήγορα στό μπάνιο
τό ϕινάλε πικρό καί συνηθισμένο
βαρέθηκα πάνοπλη νά γαμάω πάνοπλους ἐραστές
βαρέθηκα πάνοπλοι ἐραστές νά μέ γαμᾶνε πάνοπλη
σιχαίνομαι νά παραμένουμε γονατισμένοι sex workers,
στρατηγικοί ἐπενδυτές στή παραγωγή καί στή διαχείρηση σχέσεων μέ ἄθροισμα κερδοϕόρο
ἀπροσπέλαστοι καί ἀδιείσδυτοι»
Ὁ κόμπος τῆς συγκίνησης ἔπνιξε τή ϕωνή της,
«θά ἤθελα νά μήν ἔχω προϋπάρξει παρεκτός γιά σένα μόνο
ὀνειρευόμουν νά μέ μυήσεις ἐσύ στόν ἐρωτευμένο ὀργασμό,
μά μέ ἔχουν καταβροχθίσει ὅλα αὐτά»
ὁ σαρκασμός της χαμογελοῦσε…….

*Από τό ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ long poem, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ.

Was Camus a Sisyphus or a Stranger?

ArtLark's avatarA R T L▼R K

On the 7th of November 1913, Albert Camus, a French Noble Prize winning author, philosopher and journalist, was born in Dréan, French Algeria. Known for literary landmarks, such as The Stranger, The Plague or The Fall, he is considered one of the greatest writers of the twentieth century. Initially a close friend of Jean-Paul Sartre, Camus’ rejection of the communist ideology made their friendship fall apart. In effect of this, Sartre was left with “grim dialectical realism (Communism as the only path to qualitative change, and the ugly face of such change) and… [Camus with his] principled leftist rejection of Communism (which left him unable to identify with any significant force struggling for change).” (Ronald Aronson,Camus and Sartre: The Story of a Friendship and the Quarrel That Ended it). Camus expressed his stance against Communism  in the 1951 book,The Rebel, where he…

View original post 716 more words