Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα
Το βιβλιοπωλείο στην οδό Αγίου Ανδρέου
Δεν υπάρχει πια…
ταμπέλες ψηλές γράφουν μετακομίστηκε
κάποια πράγματα δεν κομίζονται αμέσως ή μετά
όπως οι διπλωμένες στην άκρη σελίδες για ανάμνηση κειμένων
και λιγότερο γι’ ανάγνωση
όπως η ουρά μπροστά από το ταμείο
όπως οι ραχοκοκαλιές των Aγίων…
γυρεύω το βιβλιοπωλείο στην Αγίου Ανδρέου
άρρωστη βαριά από την έλλειψή του
εκεί άλλωστε περνούσαν οι ώρες
τις ώρες μαζί μου, κι οι ώρες γυρεύουν επίμονα
κάποια πράγματα που δεν μετακομίζονται και δεν μεταναστεύουν
δυναστεύουν, αναστέλλουν γενιές
…ξέρω πως τα παιδιά μεγάλωσαν
μα εγώ το ίδιο έμεινα
τώρα πια δεν αλλάζω χαμόγελο, ούτε κλάμα
καμιά συζήτηση ν’ αλλάξω βιβλιοπωλείο
εκεί οι πλημμύρες της νιότης σώθηκαν
οι σεισμοί των ονείρων στάθηκαν
εκεί, που είχα κρεμάσει τις ελπίδες, καλώδια χωρίς μονωτικά
από το…ό,τι μετακόμισε δεν χάθηκε
σαν έρωτας, βιβλίο, πόλη ο χρόνος
σαν πονιέρης κι ας μην έμαθα ποτέ τι σημαίνει η λέξη πονιέρης
κι αν δεν υπάρχει τι;
Θ’ αλλάξει πώς νιώθω αυτήν
ταύτην την Κυπριακήν μου
ώρα ή aura;
*Από το Βιβλίο πέμπτο, Φωτεινές Λίμνες, Τόμος Νηρηίδες (2016).
***
Οι γλάροι
Περιμένουν να τους ονοματίσεις,
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
*Από τη Συλλογή Αγίου Ηλίου του Νοτίου, 2016.
Ανδρέας Καρακόκκινος, Τυφώνες
Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά
βουλιάζουν καράβια
Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.
*Από τη νέα ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό¨που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.
Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο
ΑΤΙΤΛΟ
Μην πασχίζετε άλλο. Σας άκουσα
Όλοι εσείς που με κοιτάτε με γνήσια λύπηση
Όλοι εσείς που φτύνετε πάνω μου τα γνωστικά και μετρημένα
λόγια σας
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;
Νιώσατε έστω για ένα λεπτό
πόσο βαθιά ραμμένη κάτω απ’ το δέρμα σας
βουίζει η κοινή μοίρα;
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
Κι αν ντύνομαι φορές μανδύα αφέλειας
μέσα μου γελώ με την τύφλα σας.
Τροφή μου δίνετε για ποιήματα.
(Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, εκδόσεις Βακχικόν 2016 )
Έψαχνα ένα ποίημα να ταιριάζει με το πνεύμα των ημερών, αυτόν τον πολτό από εικόνες και λόγια άψυχα δίχως ειρμό και προπαντός δίχως τη μοναδική ουσία που έχει ακόμη και η μικρή πεταλούδα με την εύθραυστη ύπαρξή της, ακόμη και το κύμα της θάλασσας που υψώνεται αιτιολογημένα και σκάει στα βράχια σε απόλυτη αρμονία με τη γύρω του αταξία.
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
Να μπορούσα να το φωνάξω αυτό
σε όλους αυτούς που αγορεύουν με υψωμένο το δάχτυλο και την όψη τους παραμορφωμένη από το μίσος
τους γλωσσαμύντορες
τους οπαδούς της ορθότητας
τους ημιμαθείς αυτάρεσκους αγορητές του κενού
τους χορτάτους
αυτούς που ποτέ δεν ένιωσαν τη δίψα στο στέρνο
αυτούς που γεννήθηκαν σίγουροι
αυτούς που εγώ αποκαλώ “άκαπνους”
γιατί ποτέ δεν καταδέχτηκαν να λερωθούν.
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
*Πρώτη δημοσίευση εδώ http://www.artinews.gr/%CE%BC%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF.-%CF%82%CE%B1%CF%82-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1
Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα
Λαλώντας απ’ το μέλλον
Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ
σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί
και μ’ ανόσιες αράχνες.
***
Χρησμός και Πράγμα
Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες
τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.
Κωστής Τριανταφύλλου, από το βιβλίο “Κατεδαφιστής”
II .
πέφτουν σταγόνες αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
όποιος τα θελήσει
μπήγονται στο στόμα του
έτοιμος νεκρός
κηλίδες
κάγκελα ιδρωμένα
κατρακυλάει αβέρτα
σκάλες σκαλιά όλη μέρα
γυρεύονται
αλαφιασμένα
περιμένει
πάντα απ’ έξω
λουκετωμένος
ανεβοκατεβαίνει στάζει
η διαφήμιση
φημίζει
τι θυμίζει;
παζαρεύει το χρόνο πέρα δώθε
λεηλασία λεβέντης όποιος προλάβει
ανάσα
κάγκελα
κιγκλίδωμα
καγκελόπορτα κλειστή
ανάβει το παιχνίδι
πλαταγίζουνε οι σημαίες
χαστουκίζονται
δυνατές παλάμες κολυμβητή
δυνατές αποφάσεις
άναψα
κοκκινισμένος
κι ο συμπαθών
ύφος περίφημο και πόζα
το στιλέτο
αετός περήφανος
πατάει την κραυγή η φωτιά
πέφτει το αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
τσακίζουν δόντια
στρατιές
κηλίδες
λαμπαδιάζουν
III .
ενώ ανοίγει
γλιστράει πέφτει το χερούλι
χοροπηδάει με πάταγο
παρουσιάστε άρμ !
έξω παίζουν
κλωτσάει με δύναμη
πιάνει το κεφάλι του
θαυμάζει
δικελλώνει με προοπτική
παράθυρα
διπλανά παράθυρα
δίνουν τα χέρια
δεν παίζουν έτσι βρέ!
τον στήνουν
κλωτσάει
του δένουν τα μάτια παρουσιάστε
αφήνει μισάνοιχτα
κρέμασε η αγκαλιά του
σε ποιόν νανοιχτεί
βαριά τα στήθια της
παίζει εγκεφαλικά
γκαρίζει το λιβάδι
κλείνει τη φασαρία
πέφτει το χερούλι
υπογράφει τη συμφωνία
σταματάει το παιχνίδι
ακυρώνεται
Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.
Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.
Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.
Βασίλης Βασιλειάδης, για την κατασταλτική υφή του Βυζαντίου
Τό Βυζάντιο,στά χίλια καί περισσότερα χρόνια εξουσιαστικής καί κατασταλτικής του λειτουργίας στόν ελλαδικό χώρο, υπήρξε ή περισσότερο α-αισθητική, α- πολιτισμική, ανθρωποφάγα, καί χυδαία ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ, τήν οποία βίωσε ώς τραγική ασυνέχεια του καί ώς βάρβαρο καί συστηματικό προγκρόμ αφανισμού του, ό ελληνικός πολιτισμός, από τήν εμφάνιση του σέ αυτόν τόν τόπο, έχοντας προκαλέσει βλάβες ανήκεστες καί οπισθοδρομήσεις εγκληματικές καί στρεβλώσεις ασυνάρτητες στήν εξελεκτική του διαμόρφωση, ριζωμένες καί εμφανείς ακόμη καί σήμερα, στή νεοελληνική του υπόσταση, που κύριαρχα στοιχεία είναι ή τραγελαφικότητα,ή γελοιότητα,ή άθλια μιμηση, ή α-παιδεια, καί ή αθάνατη καί ανίκητη πορνογραφία όλων τών φασμάτων, εκφάνσεων καί εκφράσεων τής ζωής…
(τό κομμάτι είναι από τό ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ long poem εκδοσεις Σαιξπηρικόν)
…………….
Φύγανε γιά τήν ἀνατολική πλευρά τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας
τό μερτικό τοῦ ρωμαίου Κωνσταντίνου,
στό ἅγιο καί τῶν ἀχράντων μυστηρίων
στό ἀπέραντο πολυεθνικό καί πολυπολιτισμικό
Βυζάντιο τό ρωμέικο.
᾽Απέραντη ἀλάνα
σκουπιδότοπος βιοπορισμῶν ἀνέραστων
γιά χίλια καί περισσότερα χρόνια ὑπό κατοχή τυραννίας ἐκκλησιαστικῆς
πού κυβερνᾶ μέ τά διατάγματα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς
γεμάτη
ἀπό χτισμένη θρησκευτικότητα καχύποπτη
κυρίαρχη καί ἀδίστακτη
πού ἀναπνέει θυμιατό
καί βρωμάει ἀλαϕιασμένο σωϕρονισμό καί θεραπεία μέ τό στανιό.
Στήν εἴσοδο τῆς Πόλης στό τεράστιο πανώ
γραμμένες οἱ προγραϕές τῆς ζωῆς μέ χρῶμα πορϕυρό
ἐπάνω ἐπάνω ἡ διευκρίνιση
«dura lex sed lex»,
σκληρός ὁ νόμος ἀλλά εἶναι νόμος.
῞Ομως ὅλα ὅσα γράϕονται, κανόνες ζωῆς, τά μή καί οἱ τιμωρίες
ἰσχύουν μόνο γιά τό λαό, τούς δούλους, τούς ἀδέσποτους καί τούς πα-
ρίες
κανένας νόμος, κανόνας καί καμία τιμωρία, κανένας ἐξευτελισμός,
κανένα βασανιστήριο δέν ἰσχύει γιά τήν τάξη τῶν ἀπό καταγωγή καί ἀξίωμα «ἐντίμων»
οὔτε γιά τήν αὐτοκρατορική αὐλή, τούς ἄρχοντες, τούς εὐγενεῖς.
᾽Απαγορεύονται ὁ ἔρωτας καί ἡ ἀγάπη μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας
ἀπαγορεύεται στήν ἀνθρώπινη ϕύση νά ἐρωτεύεται
τό ἐρωτικό πάθος εἶναι δαίμονας τῆς ϕιληδονίας
ἀπαγορεύεται κάθε πρόθεση τοῦ ἔρωτα νά ἐκϕραστεῖ καί νά ἐκδηλωθεῖ
ἡ μαγεία τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ δαίμονας τῆς πορνείας
ἀπαγορεύεται ἡ ἐρωτική ματιά
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό ἄγγιγμα καί ἡ ἐρωτική ἀγκαλιά
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό χάδι
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό ϕιλίαὐτές οἱ ἀνθρώπινες ἀσχήμιες θεωροῦνται τοῦ μυαλοῦ ἀνταρσία
καί πατάσσονται μέ αὐστηρή τιμωρία.
Οἱ χορευτές
οἱ θεατρίνοι
οἱ μουσικοί
οἱ τραγουδιστές
ἀρσενικοί καί θηλυκοί
εἶναι κατά τεκμήριο πουτάνες.
Οἱ μή παρθένες, οἱ βιασμένες, οἱ διαζευγμένες καί οἱ χῆρες εἶναι ἐν δυνάμει πουτάνες.
Κάθε γυναίκα μπορεῖ νά ἐρωτευτεῖ καί μέ τό μυαλό της τό Χριστό νά παντρευτεῖ
καί ἄν θέλει γι’ αὐτό τό σύζυγο καί τά παιδιά νά παρατήσει εἶναι νόμιμο καί θεμιτό.
Ἡ γυναίκα πρέπει νά μείνει ἀμόλυντη ἀπό τόν ἔρωτα καί τό σέξ ἀκόμη κι ἄν ὑποϕέρει
ἀσκῶντας τήν ὕψιστη γυναικεία ἀρετή
νά παραμένει στό γυναικωνίτη σιωπηλή.
Ὁ γάμος μεταξύ ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ εἶναι μισητός
ἀλλά ἄν τύχει καί συμβεῖ, γίνεται μέ μισή καρδιά ἀποδεκτός.
Ὁ σύζυγος δέν πρέπει νά εἶναι ἐρωτευμένος καί στή σύζυγο προσηλωμένος.
Οἱ σύζυγοι νά ζοῦν μεταξύ τους μέ τρόπο σάν νά μήν εἶναι σύζυγοι
καί οἱ δύο πρέπει νά εἶναι ἐρωτευμένοι μέ τό θεό κι ὄχι μεταξύ τους
δέν εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή διατήρηση τῆς σχέσης τοῦ κορμιοῦ ἡ ἡδονή
οἱ σύζυγοι πρέπει νά συγκρατοῦν τίς καῦλες τους καί νά γαμιοῦνται
κατά προτίμηση μόνο γιά τῶν παιδιῶν τήν παραγωγή
ἀπαγορεύεται νά γαμιοῦνται στίς μέρες τῆς νηστείας Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή
ὅσες μέρες διαρκεῖ ἡ ἔμμηνος ροή, Χριστούγεννα, Πάσχα καί τή Σαρακοστή.
῎Αν ὁ σύζυγος εἶναι μπερμπάντης καί γαμιᾶς
εἶναι μάγκας καί λεβεντιά·
ἡ σύζυγος πρέπει νά ὑπομένει τά ξενογαμήσια τοῦ συζύγου της ἄτρωτη καί σιωπηρή
ἀκόμη κι ὅταν ἀπό αὐτόν τρώει ξύλο καί βιάζεται, ἄν τύχει καί διαμαρτυρηθεῖ.
῎Αν ἡ σύζυγος εἶναι μερακλού καί ξενογαμιέται
εἶναι πουτάνα.
᾽Απαγορεύονται τά κοινά γεύματα ἀνδρῶν καί γυναικῶν εἰδικά ὅταν συνοδεύονται ἀπό ἐρωτικά τραγούδια καί τσιϕτετέλια·
ἐπιτρέπεται ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα νά συμϕάγουν σάν οἰκογένεια
μόνον ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ γεύματος ψέλνουν προσευχές καί ὕμνους πρός τό θεό.
Ἐπιβάλλεται ἐχθρότητα ὁλική καί ϕανατική πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα.
Ἡ κόμμωση καί κάθε μορϕῆς σωματική περιποίηση εἶναι ἁμαρτία βαριά
ὅμοια μέ τήν πουτανιά
Απαγορεύονται οἱ γιορτές, τά γλέντια, ὁ ἱππόδρομος καί τά συμπόσια τά ἑλληνικά.
῞Οσοι παρεκκλίνουν ἀπό τούς κανόνες τῶν ἁγίων σοϕῶν
σερνόμενοι στό χῶμα σάν σκουλήκια σιχαμερά μέ κλάματα τό θεό γιά συγχώρεση θά παρακαλοῦν
καί τούς ἀνθρώπους θά ἱκετεύουν νά τούς ϕτύνουν γιά τήν ἁμαρτία τους,
νά τούς κατουροῦν καί νά τούς ποδοπατοῦν
θά κάθονται ἔξω ἀπό τούς ναούς καί τό κήρυγμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας μέ εὐλάβεια θ’ ἀκοῦν
μετά θά πρέπει μέσα στό ναό γονατιστοί κλαίγοντας τό θεό καί τούς
ἐπίγειους διαχειριστές του γιά συγχώρεση νά παρακαλοῦν.
Τέλος μέσα στό ναό τους δίνεται ἄϕεση ἁμαρτιῶν καί μεταλαμβάνουν
τή θεία κοινωνία
κι ἄν ἡ παρέκκλιση εἶναι βαριά καί οἱ ἅγιοι πατέρες ἐξαγριωμένοι
μουλαρώσουν γιά τά καλά
ντυμένοι στά μαῦρα μέσα στήν ἐκκλησία τούς ἀϕορίζουν ὀνομάζοντάς
τους καταραμένους, γεννήματα τοῦ σατανᾶ
καί μετά συνεχίζεται τό ξεπάστρεμα, τό χέρι τῆς κρατικῆς ἐξουσίας λερώνεται,
πιάνει τή μόνη δουλειά πού ξέρει καλά
τόν πόνο νά ἐπιστρατεύει καί νά τόν στέλνει σέ ἀποστολή
νά σέ κάνει νά καταλάβεις αὐτό πού ἔκανες εἶναι ἐνάντια στή δική του ἐντολή,
σάν οἱ γύϕτοι τίς ἀρκοῦδες, τούς τρυπάει τή μύτη καί τούς περνάει χαλκᾶ
τούς μαδάει τά γένια, τά ϕρύδια καί τούς ξεριζώνει τά μαλλιά,
τούς σπάζει μέ σϕυρί τά δόντια ἕνα ἕνα
στό πρόσωπό τούς γρονθοκοπᾶ
τούς ξεγυμνώνει,
μετρᾶνε τά ἐγκλήματα τά σεξουαλικά
κι ἄν τά βροῦν πολλά
μέ μιά σιδερένια τανάλια τούς βγάζουν τό μάτι τραβηχτά καί σιγά-σιγά
ἀπό τήν ἀδειανή κόγχη βγαίνουν σκουλήκια χορτασμένα ἀπό τοῦ σαπισμένου ἱστοῦ τή βρωμιά
τούς τρυπάει τήν οὐρήθρα μέ λεπτά καλάμια μυτερά
κόβει τό παραβατικό καυλί στά ἀρσενικά
ξυλοδαρμένους μέ σιδερένια ραβδιά καί χαρακωμένους ἀπό μαστίγια
μέ πετσιά πού στήν ἄκρη τους ἔχουν καρϕιά
ἀνεβασμένους ξανάστροϕα σέ γάιδαρο κουτσό βάζοντάς τους νά κρατᾶνε τήν οὐρά
τούς ϕουντάρει στήν κακία τοῦ πλήθους στήν ἀγορά
πού τούς ἀκούει νά βογγοῦν σάν βόδια ἀπό τόν πόνο κι ἀϕρίζει χαρά
κάνει μεγάλο σταυρό, μουρμουρίζει «ἥμαρτον», κοιτῶντας ψηλά στό θεό
καί μετά τούς ϕτύνει καί τούς κλωτσάει
θέλει νά πιεῖ αἷμα ζεστό κι ἁμαρτωλό
γι’ αὐτό μέ σίδερα μυτερά τούς τρυπάει
καί κατάμουτρα βοϊδοκοιλιές καί σκατά τούς πετάει.
Τσοῦρμο τό παπαδαριό ϕρεσκοκωλοπαρμένο καί μανιακό
οὐρλιάζει ἀβέρτα κατάρες κουνῶντας τό θυμιατό
κι ἄλλους τούς ντύνει μέ κομπινεζόν, τούς ἀλείϕει τά χείλη μέ κραγιόν,
τούς ϕοράει μεταξωτό καλτσόν
καί τούς ἐκθέτει βασανισμένους μέσα στήν ῾Αγιά-Σοϕιά
οἱ ἀρχιερεῖς, δοξολογοῦν μέ «ἀπεταξάμην τόν σατανᾶ» καί «κύριε ἐλέησον», ντυμένοι στά χρυσά
καί οἱ πιστοί στό Θεό τόν ϕτύνουν ροχάλες ὀργισμένες καί τόν χτυποῦν
δολοϕονικά.
Τίς καλοσώρισε ἡ πουτάνα ἡ Θεοδώρα καί τίς ὀδήγησε σέ γλέντι αὐτοσχέδιο σέ χῶρο μεγάλο κι ἀνοιχτό.
Κόσμος καί κοσμάκης καταποντισμένος στό τραγούδι, στό χορό, στό σεβντά, στήν ἡδονή τή λάγνα καί στό ποτό
δίχως ἄλλοθι, χωρίς ἀντιστάσεις καί μηδενισμένες ἀποστάσεις
μέ κέϕια διαστροϕικά καί ἀκραῖα
ἡ ἀνεπεξέργαστη ἀντίδραση τοῦ ϕουκαρᾶ στήν καριόλα τήν καταστολή τοῦ τρελαμένου ϕουκαρᾶ
πού διαισθάνεται πώς οἱ ἀπαγορεύσεις καί τά μή
θέλουν τό σῶμα ἀρχεῖο δεδομένων τῆς ἠθικῆς ἰδεολογίας
κατασκευασμένη μέ τρόπο νά προστατεύει τήν ἐξουσία
καί καταλαβαίνει κάθε τοῦ σώματος αὐτονόμηση σάν ἀμϕισβήτηση στή δική της κυριαρχία.
Σέ κατάσταση κατατονίας μουρμουρίζει ὁμολογητικά ἡ εξουσία
αὐτή νά μήν ὑπῆρχε
ἡ ἀνυπακοή τοῦ σώματος
αὐτός νά μήν ἦταν
ὁ ἀστάθμητος ἐχθρός
αὐτά πρέπει νά ὑπάρχουν
τά βασανιστήρια τά θανατηϕόρα γιά τό σῶμα
γιά νά ζήσω ἐγώ,
μά ὁ ϕουκαρᾶς
μέ σύνθημα «Καύλα ἀνίκατε» κι ἄν εἶναι νά γίνει τό μοιραῖο ἄς συμβεῖ
κάθε ἀναστολή καταργεῖ.
Δέν τόν νοιάζει τῆς ρουϕιάνας τῆς τιμωρίας ἡ ἀπειλή
ἔτσι κι ἀλλιῶς τήν ἐξαργυρώνει τήν ἁμαρτία μέ νηστεία, καμιά ἑκατοστή μετάνοιες καί γιά μία ἑβδομάδα παρουσία στήν ἐκκλησία μέ επιδεικτικά μεγαλόσταυρη προσευχή
καί μετά τήν κάθαρση
τό σῶμα ἀνυπάκουο καί αὐτοδιάθετο
κυλάει τή ϕυσιολογία του τήν ἀπερίσκεπτη
ϕτού κι ἀπ’ τήν ἀρχή στήν ἡδονή.
Ἀκράτητη ἡ Θεοδώρα ἡ ὀμορϕονιά
ἀπό ἑπτά χρονῶν μέ περγαμηνές στήν πουτανιά
ἀνεβαίνει στή σκηνή τοῦ ὑπαίθριου κωμικοῦ θεάτρου μέ τσαχπινιά
ἀρχίζει νά μαλακίζεται τρίβοντας τήν κλειτορίδα της σιγά-σιγά
γλείϕει τίς ρῶγες της καί χαϊδεύει τήν κωλοτρυπίδα της νωχελικά
αἰσχρολογεῖ προβοκατόρικα ἐνάντια στή ϕύση πού δέν εἶχε κάνει τρύπες καί στά βυζιά
βογγάει ἀπό καύλα δυνατά
τό ἀρσενικό κοινό στή σκηνή ν’ ἀνεβεῖ προκαλεῖ
ἀμέσως βρίσκονται δεκαπέντε ζαλισμένοι τολμηροί
τή γαμοῦν ὅλοι μαζί
ἀλλά θέλει κι ἄλλη καύλα νά αἰσθανθεῖ
γι’ αὐτό ρίχνουν σπόρους σταριοῦ μέσα στά μουνόχειλά της τά ἀνοιχτά
καί βάζουν τίς χῆνες τίς ἐξασκημένες σ’ αὐτό τό σπόρ
νά τρῶνε μέ χουζούρι ἕνα ἕνα τά σπυριά
χώνοντας τό ράμϕος τους στό ἀχόρταγο μουνί της βαθειά
τσιγκλίζοντας τήν κλειτορίδα της ρυθμικά
κυλοῦν στά μποῦτια της ρυάκια ἀπό ὀργασμικά χύσια ζεστά
ἔξαλλο τό κοινό τήν παράσταση χειροκροτεῖ
κι ἡ Θεοδώρα παίρνει πόζα στά τέσσερα ἀναζητῶντας κι ἄλλη ἡδονή
στήνονται σέ κύκλο οἱ γαμιᾶδες ξανά στή σκηνή
καί χώνουν ἕνας ἕνας στόν κῶλο της τό καυλί
ἐνῶ αὐτή, γλείϕοντας τίς κωλοτρυπίδες τῶν ὑπολοίπων πού μαλακίζονται ὅσο εἶναι στήν ἀναμονή, ϕωνάζει ἀλαϕιασμένη
«παληκάρια μου ὑπομονή, ὑπάρχει γιά ὅλους τσάμπα ϕαΐ»
στό τέλος νά τήν κατουρήσουν στό πρόσωπο καί στό σῶμα της τούς παρακαλεῖ
καί νά τήν κλωτσοῦν δυνατά, γιά τόν τελευταῖο τῆς παράστασης ὀργασμό θέλει τόν πόνο στό μεδοῦλι της νά αἰσθανθεῖ.
Μετά τίς πηγαίνει σέ συμπόσιο ἀριστοκρατικό.
Φίλος τῆς Αὐλῆς ὁ οἰκοδεσπότης καί εὐσεβής χριστιανός.
Διακοσμημένο τό μέγαρο μέ ϕρέσκα ἁγιογραϕικά
ὅλοι οἱ ἅγιοι μέ τό ϕωτοστέϕανο ἀπεικονισμένοι πολύχρωμα κι ἐκϕραστικά
ἡ Θεοδώρα καί ὁ οἰκοδεσπότης προσκυνοῦν καί κάνουν τό σταυρό τους εὐλαβικά
δίπλα σέ τόση ἁγιοσύνη ζωγραϕισμένη, ἀραδιασμένες στή σειρά μεγάλες τοιχογραϕίες μέ τῶν ἡρώων τῆς μυθολογίας πορνό ἱστορίες
ἡ Θεοδώρα καυλωμένη, μέ γυρισμένη τήν πλάτη της ἀπό σεμνοτυϕία
στό βλέμμα τῶν ἁγίων, μαλακίζει τόν οἰκοδεσπότη στά κρυϕά
κι ἔχοντας χώσει τά δάχτυλα τοῦ χεριοῦ του στό στόμα της βαθειά
τά γλείϕει καί τά ρουϕάει ἐκστασιακά.
Συνεχίζεται ἡ περιήγηση στό μέγαρο
ὁ οἰκοδεσπότης ἀθόρυβα χύνει στήν παλάμη της τόν ὀργασμό
κι ἐκείνη μέ τό σπέρμα κάνει λίϕτινγκ προσώπου γιά τίς πανάδες της
θεραπευτικό
οἱ ὀρχηστρίδες καί οἱ μουσικοί ἀναγγέλλουν μέ κέϕι καί χορό τήν ἔναρξη τοῦ συμποσιακοῦ ὀργίου
ὁ τελετάρχης ὁρίζει τή διάρκεια τοῦ γλεντιοῦ ὡς τή δύση τοῦ ἡλίου
γιατί τότε οἱ συμποσιαζόμενοι, πρέπει νά μεταλλαχτοῦν πάραυτα σέ ποίμνιο πιστό καί ἠθικό, στίς ἐκκλησίες νά τρέξουν γιά τόν ἑσπερινό
τήν ὑποταγή τους στό θεό νά δηλώσουν δίνοντάς του ἀσπασμό εὐσεβικό
οἱ προσκεκλημένοι στό ὄργιο πολλοί
ἄρχοντες, κυρίες, ἑταῖρες κι ἕνα τσοῦρμο μοναχοί
οἱ νάνοι γλείϕουν τίς κλειτορίδες τῶν γυναικῶν μέ πάθος
κι ἡ Θεοδώρα ἀχόρταγη ἔπιασε δουλειά στή μεγάλη αἴθουσα, στό βάθος
τή γαμοῦν δέκα βαρβᾶτοι ἔϕηβοι καί ἄνδρες νεαροί
καί γιά νά χορτάσει τήν πείνα της τήν ὁρμονική
μέ διαταγή της τή γαμοῦν τριάντα δοῦλοι νηστικοί
τίς ἀνακοίνωσε πώς εἶναι βιαστική, πρέπει νά πάει στό παλάτι γιά νά τελειώσει μία ὑπόθεση σημαντική
οἱ δοῦλοι τή ντύνουν μέ τή στολή τήν αὐτοκρατορική
μία δωδεκάδα ἐπίσκοποι τήν προσκυνοῦν, τή μεγαλειότητά της εὐλογοῦν
καί τό θεό νά τήν προστατεύει μέ δεήσεις παρακαλοῦν
γονυπετής μπροστά στόν Ἰουστινιανό ϕιλῶντας τό χέρι τό αὐτοκρατορικό τή συζυγική της πίστη δηλώνει καί τήν εὔνοιά του ζητεῖ
μαζί μέ τό στρατηγό Βελισσάριο καί τόν ἔμπιστό της τό Ναρσῆ
τριάνταπέντε χιλιάδες στασιαστές στόν Ἱππόδρομο νά σϕάξουν γιά
τοῦ θρόνου καί τή δική της προστασία καί τιμή
μέ χαρά ἔξαλλη γιά τή σϕαγή « ἐν τούτῳ νίκα» ἀναϕωνεῖ.
᾽Αμέσως τίς παίρνει καί στό γλέντι ξανά τίς ὁδηγεῖ
περνοῦν μπροστά ἀπό τό ἅγιο μπορδέλο
τῆς Θανιάτισσας τῆς μοναχῆς
γεμᾶτο ἀπό κορίτσια ϕτωχά πού δέν ἔχουν προῖκα γιά παντρειά
χῆρες, διαζευγμένες, πρώην σύζυγοι δεσποτάδων, γυναῖκες ἐγκαταλειμένες
ὅλες εὐσεβεῖς μοναχές κι ἀπό ἀνάγκη πουτάνες λαχταριστές
πελάτες στό μπορδέλο εὐγενεῖς, λαϊκοί, δεσποτάδες, ἱερεῖς καί μοναχοί
πελάτες καί πουτάνες μαζί, πρίν καί μετά τό γαμήσι, κάνουν εὐλαβικά στό θεό τήν προσευχή
σ’ ἕναν ἱερό ναό, ὁ πατριάρχης Θεοϕύλακτος, τζογαδόρος καί γαμιᾶς σϕριγηλός
γλεντάει τίς ἀδυναμίες του εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός…
Στό μέγαρο δύο ἐπίσκοποι, ὁ Ἡσαΐας κι ὁ Α᾽ λέξανδρος συνεταῖροι παιδεραστές
τό ἑπτάχρονο ἀγοράκι, αὐθαίρετα κίναιδο τό ὀνοματίζουν, οἱ ἁγιοσύνες
τους τό βιάζουν μαζί καθισμένο στά τέσσερα σάν τό σκυλί, ἀναγκάζοντάς το σέ πεολειχίες καί πρωκτικές εἰσβολές.
Στό ὄργιο πρωταγωνιστής ὁ αὐτοκράτορας ὁ Κωνσταντίνος ὁ Ε ΄ ὁ σαδομαζοχιστής
στόν Ἡσαΐα δίνει πίπα καί τόν ᾽Αλέξανδρο ἀπό τόν κῶλο γαμεῖ
δίπλα στήν κλίνη τήν ἁγιασμένη τήν ἐπισκοπική ἡ καλόγρια τήν κλειτορίδα τῆς χήρας γλείϕει
κι ἡ χήρα ἀνταποδίδει γευόμενη τήν κωλοτρυπίδα τῆς καλόγριας
ὅλοι βαριανασαίνουν ἀπό ἐκστασιασμό καί βογγοῦν ἀπό ἡδονή
ὁ ἕνας τόν ἄλλον κατουροῦν καί ἐπιδίδονται σέ κοπρολαγνεία χορταστική
ὁ εὐνοῦχος πατριάρχης Νικήτας τό ὄργιο συντονίζει καί μέ ψαλμωδίες εὐλογεῖ
τό ζευγάρι λαθραῖο καί παράνομο
τά πάθη του ἀπελευθερώνει μέσα σέ χῶρο ἱερό καί ἄμωμο
σέ ναό λαμπρό
ἀπάνω στά στασίδια
τά βίτσια του ϕιλήδονα ἀπολαμβάνουν τῆς σάρκας τά παιχνίδια.
Παίζει τό ζευγάρι μέ τό νόμο κρυϕτό
γιατί ἀπαγορεύεται στό σύζυγο τῆς κυρίας
ἄν τόν κάνει μέσα σέ ἐκκλησία τσακωτό
νά δολοϕονήσει τόν ἐραστή της ἐν ψυχρῷ.
Μερακλῆς τῆς ἡδονῆς κι ὁ διάδοχος Κωνσταντίνος ὁ Β΄ γυιός τοῦ μπαμπᾶ του, τοῦ Ανδρόνικου Β΄
πού ζεῖ μέ τή γυναίκα του τήν οὐγγαρέζα καί τήν ὑπηρέτριά του τήν Καθαρά σέ τρίγωνο καυλωτικό στά ϕανερά
μή δίνοντας ἕναν παρᾶ γιά τίς ϕαντασιώσεις τῶν ὑπηκόων καί τά κουτσομπολιά
καί σκίζει τή μήτρα τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοκίας Παλαιολογίνας, τῆςπανέμορϕης γυναίκας τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στά κρυϕά
τίς συστήνει στήν ἀδίστακτη πουτάνα τήν αὐτοκράτειρα Ζωή τήν Πορϕυρογέννητη
μέ ὀμορϕιά ἐπιβλητική καί ἐρωτομανῆ
τή στιγμή πού λάδωνε μέ πολλά κιλά χρυσάϕι τόν κοπρίτη πατριάρχη
᾽Αλέξιο καί τούς ἀρχιερεῖς γιά νά τήν προσκυνήσουν
τό γάμο της μέ τόν παρακατιανό ἐραστή της τό Μιχαήλ τόν ἐπιληπτικό σάν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄ Παϕλαγῶν νά εὐλογήσουν
γιά τή δολοϕονία τοῦ ἄνδρα της τοῦ Ρωμανού Γ΄ μέ δηλητήριο δυνατό
νά τήν συγχωρήσουν
καί τό ἔγκλημά της σάν ἑπτασϕράγιστο μυστικό τῆς αὐτοκρατορίας
νά ἀποσιωπήσουν
ἀϕοῦ τόν ξεπάστρεψε κι αὐτόν
καί μετά τό μούλικο τόν ἀνιψιό του
κι ὅλο του τό σόι
στά ἑξήντατέσσερά της χρόνια, γριά ἀλλά ἀξιέραστη
βγάζει γκόμενο εὐπαρουσίαστο τεκνό, τόν Κωνσταντῖνο, ἔμπειρο γαμιᾶ καί ζιγκολό
καί τόν στέϕει αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ΄ τόν Μονομάχο
πού σάν ἡδυπαθής, ἡδονιστής, αὐθεντικός καί αἰσθησιακός
χτίζει θέρετρο στό Μαγγανᾶ τό «Κυνήγιον»
καί σπιτώνει σέ συγκατοίκηση ἰσότιμη καί ἀϕροδισιακή
γυναίκα καί γκόμενα, τή Σκλήραινα τήν ἀνιψιά του, μαζί
στήν αἴθουσα τή διπλανή
παπᾶδες στήν ἱεραρχία παρακατιανοί
μιᾶς ἀνώνυμης παντρεμένης γυναίκας πού ξενοπηδιόταν διαλύουν τή
ζωή
κόβοντας μέ ψαλίδι τή μύτη και τ’ αὐτιά
καί κουρεύοντάς της τά μαλλιά.
Σέ μπορδέλο ἀπόμερο καί κρυϕό
οἱ αὐτοκράτορες ᾽Ανδρόνικος ὁ Α΄ καί ᾽Ανδρόνικος ὁ Γ΄
κι οἱ δύο διαγνωσμένοι πουτσοκατατονικοί
ϕροντίζουν τῆς ψωλῆς τους τήν εὐρωστία μέ ἀϕροδισιακά βότανα καί ἀλοιϕές
γιά ν’ ἀντέξει ντοῦρος σέ ὄργιο μέ τριάντα «κοῦρβες» δεκάχρονες πουτανίτσες τρυϕερές.
Σέ δρομάκι σκοτεινό καί βρώμικο τό αἱμομικτικό γλέντι τῆς περίϕημης ᾽Οσροηνῆς
καλά κρατεῖ
μεγάλη σέ αἱμομῖκτες ἡ συμμετοχή
Α῎ρχοντες καί λαϊκοί ἀπολαμβάνουν τή διαδεδομένη στήν αὐτοκρατορία διαστροϕή
πορνό σκληρό ἡ ζωή στήν ἐπικράτεια τή χριστιανική καί τήν αὐστηρά ἠθική
σέ ἐξέδρα πού δέν τήν πιάνει κανένας νόμος κοσμικός οὔτε ἐκκλησιαστικός, καμιά τιμωρία
αὐτοκράτορες καί αὐλικοί ἀνενόχλητοι ἀσκοῦν αἱμομιξία.
Ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος γαμάει τήν παιδούλα ἀνιψιά του κόρη τῆς ἀδελϕῆς του, τήν ὀμορϕούλα τή Μαρτίνα,
ὁ Μανουήλ Α΄ ὁ Κομνηνός ἀϕήνει ἔγκυο τήν ἐϕηβεία τῆς ἀνιψιᾶς του,
κι ὁ ἐξάδελϕός του ὁ ᾽Ανδρόνικος γαμάει κι αὐτός τήν ἀνιψιά του πού ἔχει κλέψει ἀπό καυλωμένο νταλκᾶ.
Κάτω καί γύρω ἀπό τήν ἐξέδρα.
οἱ ἀνώνυμοι ᾽Οσροηνοί ἀκόμη καί μέ τό σημάδι τῆς τιμωρίας, τή ρινοτομή,
αἱμομῖκτες ἀμετανόητοι, ξανά καί ξανά ἀπό τούς παπᾶδες καταραμνοι, κουρεμένοι κι ἀϕορισμένοι, ἀπολαμβάνουν τή διαστροϕή
λεβέντες γαμπροί γαμοῦν τίς δεκάχρονες γυναῖκες τους καί τίς πεθερές τους μαζί
πατεράδες γαμοῦν τίς κόρες τους μέ ζωώδικη ὁρμή
μητέρες μαθαίνουν στούς γυιούς τους τή σεξουαλική ἀγωγή μέ αἰσθησιασμό καί στοργή
μητριές γαμοῦν τούς ἄντρες τους καί τούς γυιούς τους μαζί
ἀδελϕός γαμάει τή μαμά καί τήν αδελϕή
ἡ κόρη γεννάει τοῦ μπαμπᾶ της τό ἀγοράκι κι ἡ μαμά γεννάει τοῦ γυιοῦ της τό κοριτσάκι
ἐκδηλώνεται μέ συνδυασμούς πολλούς ἡ ϕαντασία ἡ αἱμομικτική.
Συνεχίζουν τήν ξενάγηση στήν εὐσεβῆ χριστιανική καθημερινότητα
στά δημόσια λουτρά γιά πάθη καί γιά ἡδονές τῆς σάρκας ὕποπτα
γεμᾶτα παρουσίες πού πεθύμησαν συναπαντήματα ἀναμμένα καί ἀναστεναγμούς στή ζούλα
νευρασθενικές ἀπό τήν ἀνία τῆς ἠθικῆς καί τῆς σιωπῆς
γυναῖκες παντρεμένες καί περιωπῆς
τά κάνουν χάζι πρίν τά ξετινάξουν τά θηράματα
μοναχούς μασκαρᾶδες, παπᾶδες γαμιᾶδες καί παιδιά ἀνύποπτα
τά γυμνά σώματα σέ κατάσταση ἐρωτισμοῦ χαλαροῦ καί στά ἀγγίγματα εὐαίσθητα
ϕαντασιώνουν ἐρωτοτροπίες ὀργιαστικές
σέ ἀπόσταση μηδενική ἀπό τήν ὀργιαστική παρεκτροπή τά ἱδρωμένα ἔνστικτα.
Στούς δρόμους τά μπουλοῦκια μεθυσμένα
γιορτάζουν τίς Κάλανδες σέ ζῶα καί σέ γυναῖκες μεταμϕιεσμένα
στά μέλια, στή χαρά, στά τραγούδια καί στά γέλια παραδομένα.
Τή βρήκανε σέ δουλειά σπουδαία καί βαριά τήν αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ
κόρη ταβερνιάρη ἀπό τή Σπάρτη ἡ ᾽Αναστασία ἤ ᾽Αναστασώ
νά δολοϕονεῖ τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τόν Ι΄ μέ τή βοήθεια τοῦ γυιοῦ του καί ἐραστῆ της, τό διάδοχο Ρωμανό
ἡ ἀκραία ϕιλοδοξία της δολοϕονεῖ τόν ἄντρα της αὐτοκράτορα Ρωμανό
καί τή στέϕει τήν ἴδια, αὐτοκράτειρα, τό ἀρχιερατεῖο καί τό παπαδαριό
μετά παντρεύεται τό διεκδικητή τοῦ θρόνου, τό Νικηϕόρο Φωκᾶ χωρίς δισταγμό
ἡδονήστρια ξακουστή ἀποκτᾶ δυναμικό ἐραστή τό στρατηγό Τσιμισκῆ
καί μαζί δολοϕονοῦν τό Νικηϕόρο Φωκᾶ μέ ἀπόϕασιστικότητα ὑπολογισμένη καί ψυχρή
τρεῖς ϕορές δολοϕόνος στυγερός κι ἄλλες τρεῖς μοιχός ἡ ᾽Αναστασώ,
τόν δῆθεν ἔρωτα, ϕύκια γιά μεταξωτές κορδέλες, πουλάει ἀκριβά ἐδῶ
κι ἐκεῖ ἡ αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ.
Κι ἡ ἐκκλησία μέ ἄτεγκτη ἠθική καί γενναιόδωρη συνενοχή
τῆς δωρίζει ἡ ἀνθρωποϕάγα σέ ἔνδειξη συναδελϕικῆς ἀλληλεγγύης
τήν ἐκ Θεοῦ αἴγλη χωρίς δεύτερη ϕορά νά τό σκεϕθεῖ.
Ὁ τρελός μέ τά σάπια δόντια καί το πράσινο σκουϕί
χοροπηδάει καί γελάει
χά χά χά χί χ χί χί
οὐρλιάζει μέ ϕωνή δυνατή
«ἄκουσε κόσμε, ἄκουσε κοσμάκη,
ἀκοῦστε με ὅλοι ἐσεῖς
τά παιδιά τά χαζά πού εἶστε γεμᾶτα χαρά
ποιός θά τό πιστέψει ποιός θά τό δεῖ
χίλια διακόσια χρόνια πέρασαν
κι ἄλλα πέντε χιλιάδες πρίν
καί δέν ξέρουν τόν ἔρωτα οἱ ἄνθρωποι στήν ἐπικράτεια αὐτή
κι ἄν κάπου ὁ μάγκας παράνομα ἐμϕανιστεῖ
ὁ πολιτισμός τους με ϕρικτά βασανιστήρια τόν τιμωρεῖ
οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ εἶναι πολύ συμμορϕωμένοι μέ τῆς αὐτοκρατορίας τήν
ἀ-νοησία
τόν ἔρωτα τόν εὔτολμο, αὐτή τήν ἀνθρώπινη αὐτονόητη αὐθορμησία,
ὀμορϕιά καταντημένη στούς καιρούς μου σέ δυσχέρεια καί ἀδυναμία,
τή μετάλλαξαν μέσα τους σέ κοινωνικότητας διεργασία
με τακτικές προσέγγισης καί κανόνες ἐρωτικῆς συμπεριϕορᾶς
χά χά χά χί χ χί χί
τί σκατά πολιτισμός ἀνθρώπινος εἶναι αὐτός
πού τρώει τόν ἄνθρωπο ὅποτε θελήσει νά ἐρωτευτεῖ
τή γυναίκα μέ τόσα «μή» ἐν ψυχρῷ δολοϕονεῖ
δέν μπορεῖ νά τόν ἔϕτιαξαν ἄνθρωποι ἀνθρώπινοι αὐτό τόν πολιτισμό
παρά μονάχα ντυμένα τήν ἀνθρώπινη μορϕή θηλαστικά
πάει καί τέλειωσε, δέν μπορεῖ
εἶναι κατάντια καί ντροπή
αὐτός ὁ ἀπανθρωπισμός ὑπηκόους του νά σᾶς πολιτογραϕεῖ
μόρϕωμα τερατογένεσης βάρβαρο στά ἔνστικτα καί στίς προθέσεις σκοτεινό
πού δέν μπορεῖ, δέ γίνεται, ἄνθρωποι ἀνθρώπινοι νά τό ὀνομάζουν πολιτισμό
πού δίχως ἔρωτα
ϕυλακισμένο στή γαμημένη διπλοπρόσωπη ἅγια ἠθικολογία
μπορεῖ καί ζεῖ
χά χά χά χί χ χί χί …»
Τό πλῆθος τρέχει ϕρενιασμένο τά θεάματα νά προλάβει
τόν τρελό ποδοπατεῖ
χάνεται ἡ τρελή ϕωνή.
Τίς πηγαίνει ἡ Θεοδώρα σέ σταύλους μεγάλους καί μικρούς
μέ ἄλογα ἀράβικα, μουλάρια καλοθρεμμένα καί γαϊδάρους κουτσούς
δημοϕιλής ἡ ἐκκεντρικότητα τῆς κτηνοβασίας
βογγάει δυνατά τό πάθος.
Στό παλάτι γίνεται γάμος αὐτοκρατορικός
ὁ ᾽Ανδρόνικος ὁ Β΄ πουλάει τήν πεντάχρονη Σιμωνίδα στόν Μιλούτιν
σαρανταπεντάρης ὁ βασιλιᾶς τῶν Σέρβων
ἀπό τήν πρώτη κιόλας νύχτα
προκαλεῖ ρωγμή στήν παιδική τή μήτρα
καί καταστρέϕει τοῦ κοριτσιοῦ τήν ἀρτιμέλεια.
Σώθηκε ἡ αὐτοκρατορία ἀπό τή συντέλεια
ὁμόϕωνα ἡ κρατική ὁλομέλεια
βραβεύει μέ τό παράσημο τῆς ἐξαιρετικής ἀνδρείας
καί ἀνακηρύσσει πατριωτική τή μήτρα τῆς πεντάχρονης Σιμωνίδας.
Στήν ἄκρη τῆς Πόλης ὁμάδες πεινασμένων μοναχῶν
ἅγιοι μέ συνείδηση ταπεινή στήν καλοκαιρινή σαιζόν
τό χειμῶνα ληστές καί βιαστές
γιά ἕνα κομμάτι ψωμί
κάνουν στά χωριά ἐπιδρομές.
Τό συμβούλιο τοῦ ἱερατείου ἐπιδίδεται σέ ῾Αγίων κατασκευές
προτείνει γιά τόν τίτλο
τή Θωμαΐδα τή Λεσβία
γιατί πίστευε πώς εἶχε παντρευτεῖ τό Χριστό
κι ἀποκαλοῦσε τόν ἄνδρα της παράνομο σύζυγο κι ἁμαρτωλό
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Θωμαΐδα ἡ Λεσβία.
Τή Μαρία τή Νέα
πού παρέμεινε πιστή στό γάμο της
παρ’ ὅτι ὁ ἄνδρας της ἀσύστολα τήν ἀπατοῦσε καί βάρβαρα τή χτυποῦσε
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Μαρία ἡ Νέα.
Τήν αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ
πού ὑπέμενε μέ στωική ὑπομονή καί ἀπόλυτη σιωπή
τοῦ ἄνδρα της, τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ ΣΤ΄ τήν ὀργιακή ζωή
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Θεοϕανώ.
Τό ϕημισμένο μάγο καί ἱκανό βασκανιστή Κυπριανό
πού ἀσκοῦσε τή μαγεία τῶν δαιμόνων
ἐπικαλούμενος ἀνάλογα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ πελάτη
ἄλλοτε τούς ἀγγέλους Κυρίου κι ἄλλοτε τούς ἀγγέλους τοῦ Σατανᾶ
ἀλλά στήν προσπάθειά του νά κάνει σέ μία γυναίκα μάγια προκειμένου τόν πελάτη του νά ἐρωτευτεῖ
ἀπέτυχε ὁ ἔρμος
κι ἔμεινε ἀπλήρωτος καί ξεϕτιλισμένος
τότε τό ἀπέδωσε τό γεγονός
σέ παρέμβαση πού ἔκανε ὁ Θεός
κι ἀπό τή στιγμή αὐτή
ἔγινε κήρυκας τῆς πίστης καί εὐσεβής χριστιανός
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξιος γιά τόν τίτλο
῞Αγιος ὁ Κυπριανός.
Τήν ἔπιασε τό ξημέρωμα τήν ὁλομέλεια
μέ τῶν σκόπιμων καί χρήσιμων γιά τά συμϕέροντά της, ἁγίων συμβόλων τήν κατασκευή.
Τίς χαιρέτισε μέ ϕιλί ἐγκάρδιο ἡ Θεοδώρα
καί τίς εὐχήθηκε δρόμο καλό νά ἔχουν καί ἀσϕαλῆ.

Εκλεκτές νέες κυκλοφορίες από την “Θράκα”
Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 3 June 2017
Poetic inspirations @ Emerald
Saturday 3 June 2017
11.45am-1.45pm
at Emerald Hill Library & Heritage Centre
with
Western Union poets
Helen Cerne
Richard Dove
Margaret Campbell
Jonathan Griffiths
Rory Hudson
plus open mic
195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)
Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month
Reading dates through out 2017 are as follows:
5 August
7 October
2 December
(always 11.45am -1.45pm)
For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.











