Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 3 June 2017

Poetic inspirations @ Emerald

Saturday 3 June 2017

11.45am-1.45pm

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

with

Western Union poets
Helen Cerne
Richard Dove
Margaret Campbell
Jonathan Griffiths
Rory Hudson

plus open mic

195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month

Reading dates through out 2017 are as follows:

5 August
7 October 
2 December
(always 11.45am -1.45pm)

For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
 – Emerald Library and Heritage Centre

Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Still

Από τα μικρά πράγματα. Απ’ αυτά το καταλαβαίνεις.
Μοιράζεται το ποτήρι της μαζί σου
και είναι ξεκάθαρο: Το γούστο της στο κρασί, ακόμα φριχτό

μα εσύ το αρπάζεις λαίμαργα·
μπορείς να τη γευτείς ξανά, για λίγο,
στην άκρη του γυαλιού.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Όλα τα πολλά και μεγάλα.
Θροΐζει η χλόη, τʼ αστέρια της γης διαμάντια σπασμένα και πάχνη

πρόσεχε τα βήματά σου με θάμπος κομπιάζουν και λοξοδρομούν

συχνά. Ποια, καλή μου, η επόμενη σκέψη, θριαμβικές αψίδες
μονοπάτια και θάμνοι ανώνυμοι, μην τάχα σαλέψουν οί αρμονίες

η γαλήνη, η ευδία στους ουρανούς, η μοίρα η γαλανή που τυφλά θροΐζει.
Μα νύχτωσε. Σβήνουν τα κάλλη της ημέρας τα ψεύδη τέλος.

Ο ίσκιος με τον ίσκιο αναμετράται (αρουραίος μικρός

στην αντίπερα όχθη λακίζει) σωσίες του σκοταδιού τα μαύρα

ερέβη την επιστροφή νοσταλγούν τίς πρώτες περπατησιές

εκεί πού γεννήθηκαν εκεί νʼ αποθάνουν. Στα φίλια κυπαρίσσια
τα μαγικά της νύχτας σε μια πλαγιά του λόφου Προφήτης Ηλίας

έστω λησμονημένοι έστω πηλός και σκόνη και πέτρα του τόπου

κόκαλα πού πέρασαν τη λίμνη καθώς πρέπει τιμητικά

με σεβασμό με ρούχα καθαρά όχι σαν αδέσποτα σκυλιά στο αμπέλι.

(Δεν ξεύρω ψυχή μου τί θα μας σώσει) — αν έχεις πανσέληνο πληρώνεις.

***

ΟΝΕΙΡΑ
(Ελπίζεις σαλπίζεις νύσταξες πάλι).


Του γλύπτη Δημήτρη Καλαμάρα

Ξεστράτιζαν πάντα ασύλληπτοι ιππότες στο δάσος χαράματα κελαηδημένα

και σπαρταρούσε η βροχή πάνω στα νερά σκορπώντας τα σημάδια

τίποτε δεν στέριωνε, γκρεμισμένα βάσκανα προδομένα, καπνός και πάνε

με άλλο πρόσωπο άλλων τον ύπνο να χτυπήσουν, πλούτη να ρημάξουν

και να πλανέψουν φωτεινά γαλάζια μάτια οδηγώντας τα στα σκοτάδια.
Ανήσυχα τα κυπαρίσσια στον αέρα — διάβασέ τα• σκιές του παρελθόντος

σαν ήλιος λάμπουν μα τώρα η ανοησία της σκουριάς αρχή ποιας

αγάπης; Κρύα τα χέρια της αγαπημένης από καιρό κι αυτήν που

φιλούσες είναι ήδη νεκρή. Σαν το σκυλί που όλη νύχτα συλλαβίζει

στα βάραθρα πεταμένο. Λοιπόν; Χρείαν έχεις ονείρων.
Το κενό (πάλι) του έφιππου αναβάτη να περάσει τα ψηλά βουνά

χάδια στη φεγγερή σελήνη σύντροφοι παλιοί να κλείσουν τα βλέφαρά του•

πλησίον οί γαλαξίες πλησίον οι συντριβές μάντεψε την υπόσχεσή τους

την άγραφη αν μπορείς• με τον υβίσκο συντάξου πού έχει μιας μέρας ζωή

ο ανθός του, άχαρες πέτρες πού επιζούν στο χώμα, τίποτε άλλο.
Σε γυροφέρνουν ξανά κι αν βαλτώνεις χωρίς όνειρα ελπίζουν εκείνα

για σένα — άγνωστα τραγούδια ενθύμια όσων σκέπασεν η λήθη η τυφλή

σκοποί αλλοτινοί σα να μην χάνονται στα τρίστρατα του κόσμου. Εσύ τώρα

βάλε μυαλό, καλού κακού μην κόβεις λουλούδια τη νύχτα — πονάνε. Σαν

κατάρα, συνήθεια παλιά, επιστρέφουν και τα όνειρα πίσω.

*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).

No 113 (όλα αρχίζουν με τέλος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

αντηχώ
στο κέντρο της πέτρας
μου,
έπεσα,
στο πλήκτρο μιας περαστικής,
στο
λιβάδι
του δακτύλου
μου,
ψεύτικος άνεμος στη γλώσσα
και το υγρό στο τρία να πέρνει το χρώμα του αληθινού,
σκέπτομαι τσόντες από πείρα
και
ιδρώνω
στη φαντασία,
τραβώ τη ψυχή από τα μάτια μου
να μη βλέπω
τη μνήμη,
τότε,
ηδονίζομαι με το πένθος της σιωπής:
~
ο έρωτας
και ο θάνατος μαζί,
στα χέρια
της.
~
(alexmil)

View original post

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873), Γλαύκη (Διήγημα έμμετρον)

Τῇ Κυρίᾳ * * *
Τῳόντι, φίλη μου, ἡ ἀκηδία,
Ἀπό τινος τὸ πνεῦμά μου μαραίνει·
Οὐδὲ ἡ ποίησις αὐτὴ μ’ εὐφραίνει
Ἡ μόνη μου τὸ πάλαι εὐτυχία.

Χασμῶμαι· τί πρὸς τοῦτο; δὲν χασμᾶται
Ἡ οἰκουμένη πᾶσα σιωπῶσα;
Ἡ ἐπιστήμ’ εἰς τρόπαιά της τόσα
Τὸν ὕπνον τοῦ δικαίου δὲν κοιμᾶται;

Τίς οἶδεν ἂν ὁ Ζεὺς ἰδὼν ὡς μυῖαν
Συλλαμβανόμενον τὸν κεραυνόν του,
Κατὰ τῆς ἐπιστήμης τὸν θυμόν του
Ἐξέχυσε, κρατῶν αὐτὴν δεσμίαν.

Τίς οἶδεν· ἀληθῶς τὸ πᾶν κοιμᾶται,
Ἔρως, χαρά, ἐλπίς, αὐτὴ ἡ λύπη,
Ὁ ὀργασμὸς ἀπὸ τοῦ κόσμου λείπει,
Λανθάνων θάνατος περιπλανᾶται.

Ψυχοῤῥαγεῖ αὐτὴ ἡ οἰκουμένη·
Συσπᾶται, ῥέγχει, ὠχριᾷ, δακρύζει,
Τοὺς νεκρικοὺς ψαλμούς της ψιθυρίζει,
Εἰς κλίνην νεκρικὴν κατακειμένη.

Ἄλλως τε, φίλη μου, ἡ ἀκηδία
Τοῦ ἔρωτος ὁ δορυφόρος εἶναι,
Καὶ τότ’ αἱ αἰτιάσεις σου ἐκεῖναι
Κατέπεσαν, σὺ εἶσαι ἡ αἰτία.

Τί πταίω ἂν τὸ εὔγλωττόν σου ὄμμα,
Ἡ νὺξ ἡ δίδυμος τῶν ὀφθαλμῶν σου,
Καὶ ἡ δειλὴ αὐγὴ τῶν παρειῶν σου,
Κ’ ἡ κόμ’ ἡ ἔχουσα τοῦ ᾍδου χρῶμα

Τὸν νοῦν μου ὅλον δέσμιον κρατοῦσι
Ζητοῦντα μίαν ἔρωτος ἀκτῖνα
Εἰς τὰ μαγίσσης βλέμματα ἐκεῖνα;
Οἱ ἀγαπῶντες ὀνειροπολοῦσι.

Τὰ ὄνειρα εἶν’ εὐτελὴς βεβαίως
Καὶ αὐχμηρὰ τροφή· ἐὰν σὲ τέρπῃ,
Παρὰ τοὺς ῥεμβασμοὺς ὁ Χάρων ἕρπει
Τὸν βίον ὑποσκάπτων θαῤῥαλέως.

Εὐρὼς τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας
Ὁ ῥεμβασμὸς τὴν ὕπαρξιν σκιάζει,
Τὴν φθίσιν τοῦ νοὸς παρασκευάζει
Ἁπλούμενος ἐπὶ τῆς διανοίας.

Καὶ τότε δίδουν κόσμους δι’ ἓν βλέμμα.
Κ’ ἐγώ, ἀφ’ οὗ οἱ ποιηταὶ δωροῦσιν
Ὅ,τι νὰ δώσωσιν ἀδυνατοῦσιν,
Νὰ σοὶ προσφέρω ἐπεθύμουν στέμμα.

Ἀλλ’ ὄχι συνταγματικὸν βεβαίως·
Τῆς πάλαι τραγῳδίας, κωμῳδία
Δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη βασιλεία;
Ὁ γίγας ἔπεσε χαμαὶ πυγμαῖος.

Νευρόσπαστον, τὰ πετεινὰ φοβίζει·
Ἐκ τῆς ρινὸς τὸ σύνταγμα τὸν σύρει,
Καὶ ἡ πομπώδης Ῥώμη τὸν οἰκτείρει.
Σφυρηλατεῖ τοὺς ὑπουργούς· φροντίζει

Κομψὰς ὑπογραφὰς νὰ θέτῃ μόνον,
Ἱππεύει, χάσκει καὶ διασκεδάζει
Καὶ διαδόχους του παρασκευάζει,
Εἰς οὓς ἀντὶ πλαγγῶνος δίδει θρόνον.

Ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ τὸ ὑπόδημά μου
Νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν ἀνέσει πάσῃ·
Οὐδὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ χαράσσει
Ἐπὶ τῆς σαλευούσης ταύτης ἄμμου

Ἣν ὀνομάζουν, δόξαν, κλέος, φήμην.
Πρῶτος ἢ δεύτερος ἀποκαλεῖται,
Καὶ ἀποθνήσκων εἰς ἡμᾶς δωρεῖται
Τὸν τοῦ σιγάρου του καπνὸν εἰς μνήμην.

Νὰ σοὶ προσφέρω κὰν ἂν ἠδυνάμην
Τὴν ἔνδοξον προρφύραν τῶν Καισάρων,
Ἣν ἤδη περιβάλλεται ὁ Χάρων,
Κρατῶν τὴν κόνιν των εἰς τὴν παλάμην!

Ἀλλ’ ἐλησμόνησα· σὲ ὑπεσχέθην,
Λακτίσας τὴν θεόν μου ἀκηδίαν,
Ἀρχαίαν νὰ συνθέσω ἱστορίαν
Καὶ εἰς ἀκαίρους στοχασμοὺς ἀφέθην.

Ὁπόταν σκέπτωμαι περὶ ἀρχαίων
Λαμβάνω τι ἐκ τῆς φαιδρᾶς ζωῆς των,
Μὲ περιπτύσσει αἴφνης ἡ ἐλπὶς των
Καὶ φρόνημα αἰσθάνομαι ἀκμαῖον.

Ὤ πόσον μὲ ἀρέσκ’ ἡ ἀρχαιότης!
Καὶ ἂν σχολαστική, ψυχρὰ σοφία
Εἰς λίθους τὴν εὑρίσκῃ κ’ εἰς ἀγγεῖα,
Τὴν Κύπριδα λατρεύει ἡ νεότης.

Τῆς ἀνθρωπότητος τὸ ἔαρ ἦτο,
Καὶ ἤδη ἔχομεν βαρὺν χειμῶνα,
Εἰς χαῦνον ἐγεννήθημεν αἰῶνα
Καὶ ὀνειροπολεῖς σύ, ἐγὼ πλήττω.

Ἡ Γλαύκη πρὸς τὴν Λάμιαν βαδίζει
Τὸ πλῆθος σχίζουσα τῶν Ἀθηναίων·
Ὁ ἥλιος, ὡς ναῦς πυρίνη, πλέων,
Λάμψεις ἀποχαιρετισμοῦ σκορπίζει.

Δὲν περιγράφω τὴν μορφὴν τῆς νέας·
Περιγραφῶν ὑπάρχει ἀπειρία,
Ἀπέκαμον τὰ ῥόδα καὶ τὰ ἴα
Παραβαλλόμενα πρὸς τὰς ὡραίας.

Ἀφίνω νὰ τὴν πλάσῃς θαυμασίαν·
Τὸ ἄγνωστον αἱ ἀρεταὶ κοσμοῦσι,
Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς θεοὺς δωροῦσι
Προτερημάτων τόσην ἀφθονίαν.

Πρὸς τῆς οἰκίας φθάνει τῆς Λαμίας
Καὶ σταματᾷ ἐξαίφνης ὠχριῶσα·
-Ἑταίρας οἶκος- τῶν σεμνῶν ἡ γλῶσσα
Αὐτὸν προφέρει μετὰ βδελυγμίας.

Καὶ ὅμως ἡ ἑταίρα αὕτη ἦτο
Τοῦ πολιορκητοῦ ἡ ἐρωμένη,
Καὶ ἄνασσα προσαγορευομένη
Ὑπὸ κολάκων ἐθεοποιεῖτο.

Τὰ ὄργια μετὰ τοῦ Δημητρίου
Ἐν τῷ ναῷ τελεῖ τοῦ Παρθενῶνος,
Εἰς δόξαν δὲ αὐτῆς μαρμαίρων θρόνος
Ὑψώθη ἔμπροσθεν τοῦ Ἐρεχθείου.

Ὑπόπτερος ὁ οἶκος τῆς Λαμίας,
Μ’ ἀγάλματα ἡρώων ἐκοσμεῖτο,
Ναοῦ κομψὴ μικρογραφία ἦτο·
Ἡ Γλαύκ’ εἰσῆλθεν ἔνδον τῆς οἰκίας.

Πόσον ἡ Λάμια ὡραῖα βαίνει
Ἐκεῖ ἐν μέσῳ τῶν στηλῶν ὀρθία,
Ἐνῷ τῆς αὔρας ἡ δειλὴ θωπεία
Σκορπᾷ τὴν κόμην της ἀσπαζομένη!

Οἱ εὔσαρκοί της ὦμοι καὶ τὸ στῆθος
Ἡμίγυμνα ἰδὲ ἐρυθριῶσι·
Τὰ χείλη προκαλοῦντα μειδιῶσι·
Ἔχει θρασὺ καὶ νωχελὲς τὸ ἦθος.

Ἰδέ! ἡ κεφαλή της κράνος φέρει·
Κοσμεῖ τὸ κράνος σφίγξ, εἰκὼν γνήσια
Τῆς γυναικός· ἡ χεὶρ ὁριζοντία
Δόρυ κρατεῖ· ἡ ἄλλη πάλιν αἴρει

Τὸ ἄγαλμα τῆς νίκης χαῦνον βλέμμα
Πρὸς τὸν ὁρίζοντα μακρὰν εὐθύνει,
Καὶ ὡς ἡ ἀδελφὴ αὐτῆς, ἡ Φρύνη,
Ὠχρὸν τὸ μέτωπόν της φέρει στέμμα.

Ἠχοῦσιν ἐπὶ τῶν περιστυλίων
Δειλὰ τὰ βήματα τῆς Γλαύκης· ποία
Γυνὴ τοσοῦτον ἄκαιρος, θρασεῖα
Τὸν στολισμὸν ταράσσει τῶν ὀργίων;

ΓΛΑΥΚΗ.
Τῆς Ἀθηνᾶς, ὦ Λάμια, μιμεῖσαι
Τὴν μεγαλοπρεπῆ ἐνδυμασίαν·
Ἀλλ’ ἐλησμόνησές τι -τὴν καρδίαν,
Καὶ ἡ στολὴ μεθ’ ἧς περικοσμεῖσαι

Δεικνύει τὴν καρδίαν μελαντέραν.
Ἡ Ἀφροδίτη ἔγινε παρθένος·
Ἀλλ’ ὁ μανδύας ὁ κεχρυσωμένος
Ἐρυθριᾷ καλύπτων τὴν ἑταίραν.

ΛΑΜΙΑ.
Ἑταίραν εἶπες, Γλαύκη; ἀλλ’ ὀφείλει
Ἑταίρα πᾶσα καλλονὴ νὰ ἦναι·
Αἱ ἀληθεῖς γυναῖκες εἶν’ ἐκεῖναι
Καὶ σύζυγος καλὴ σὺ μόνον, φίλη.

Τὸ κάλλος δὲν ἐπλάσθη, Γλαύκη, μόνον
Ἵνα κρατῆται ἔνδον τῆς οἰκίας
Ὑπεῖκον εἰς τὰς ἰδιοτροπίας
Ἑνὸς ἀνδρός· ὑψοῦσ’ εἰς τοῦτο θρόνον,

Καὶ σύμπασαν κοσμεῖ τὴν οἰκουμένην.

ΓΛΑΥΚΗ.
Καὶ ἡ αἰδὼς ἐν τούτοις λησμονεῖται.

ΛΑΜΙΑ.
Αἰδώς; ἡ ἐχεμύθεια καλεῖται·
Κακίαν λέγε ὑποκρυπτομένην.

ΓΛΑΥΚΗ.
Ληρεῖς, ἀλλ’ ἔστω· ἀγαπῶ, φιλτάτη.

ΛΑΜΙΑ.
Ἐμέ, ὦ Γλαύκη; ἐκ τῆς Λέσβου εἶσαι;

ΓΛΑΥΚΗ.
Ἀλλὰ δικαίως πρέπει νὰ φοβῆσαι·
Ὁ ἔρως μου τόσον διαταράττει.
Λατρεύω τὸν Δημήτριον.

ΛΑΜΙΑ.
Ἐκεῖνον;
Λεαίνας, Γλαύκη, ἀγαπᾷ ὁ λέων.
Δὲν θέλει ἐρωτίδιόν τι κλαῖον·
Ἑταίραν μόνον, πόλεμον καὶ οἶνον.

ΓΛΑΥΚΗ.
Ναί! τὸ γνωρίζω, φίλη μακάρια,
Ἀλλὰ τὸ ἄντρον πέραν τὸ μονῆρες,
Τὸ εὐτυχίας καὶ ἐρώτων πλῆρες,
Ἐν ᾧ, ὁπόταν ἔλθῃ ἡ σκοτία,
Εὑρίσκεις τὸν Δημήτριον εὐδαίμων,
Ἀντὶ ταλάντου δι’ ἑσπέραν μίαν
Μὲ δίδεις, Λάμια;

ΛΑΜΙΑ.
Ὤ τὴν ἀστείαν.
Ἀλλόκοτος τοῦ ἔρωτος ὁ δαίμων
Καὶ δι’ αὐτὸ παιδίον ζωγραφεῖται.
Πωλεῖται, Γλαύκη, ἡ ἐλευθερία,
Ἡ ἀρετή, τὸ κάλλος, ἡ παιδεία,
Ἀλλ’ ἡ εὐδαιμονία δὲν πωλεῖται.

ΓΛΑΥΚΗ.
Βεβαίως· πλὴν ἕν φάσμᾳ εὐτυχίας,
Τὸ ἴνδαλμα αὐτῆς πωλεῖται, φίλη·
Παρέχει ἀμυδρὸν τὸ φῶς ἡ δείλη
Ἀλλὰ γλυκύτερον τοῦ τῆς πρωίας.

Ἡ εὐτυχία εἶναι τυφλοτέρα
Ὑπὸ τὸν μαῦρον πέπλον τῆς σκοτίας·
Ἐνδύομαι τὴν μοῖραν τῆς Λαμίας
Καὶ νύκτα μίαν γίνομαι ἑταίρα.

Εἰς τὴν ἀγκάλην του τὸ πῦρ θὰ σβέσω
Τοῦ ἔρωτός μου, καὶ ἡ νὺξ ἡ μία
Θὰ τρέφῃ τὴν ψυχήν μου αἰωνία·
Ἀφοῦ δὲν ἀνεγείρεται θὰ πέσω.

ΛΑΜΙΑ.
Ἀνέγερσιν τὸν ἔρωτά σου λέγεις;
Κατέστρεψεν ὁ Πλάτων τὰς καρδίας
Μὲ τὰς τοῦ ἔρωτός του θεωρίας·
Ἐὰν σύ, Γλαύκη, τὴν ἑταίραν ψέγῃς,

Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ κενὴ ἀγάπη,
Ὁ σκελετὸς τοῦ ἔρωτος, ἡ κρύα
Ἀπράγμονος ὀδύνης φιλαυτία,
Πρὸς ἣν ἡ νέα γενεὰ ἐτράπη;

Ὡραῖος ἔρως μὲ νεκρὸν τὸ ὄμμα,
Μὲ σάβανον ὠχρὸν εὐαισθησίας,
Καὶ ὄντως ἄξιος τῆς βασιλείας
Του Πλούτωνος· σεσαθρωμένον πτῶμα.

Ὅταν μᾶς τέρπῃ ὁ καρπός, ὦ Πλάτων,
Ἡ χεὶρ αὐτὴ περιχαρῶς τὸν δρέπει,
Καὶ τὴν ζωὴν εἰς θάνατον δὲν τρέπει
Φαντασιώδεις κόσμους ἀναπλάττων.

Τοῦ φθινοπώρου ὁ ἀὴρ μαραίνων
Τὰ ἄνθη τῆς ἀνοίξεως σαρόνει,
Καὶ αὕτη ἡ λατρεία θανατόνει·
Εὐνούχων εἶναι καὶ ἐξηντλημένων.

Ἢ μᾶλλον εἶναι πρόσχημα ἀχρείων,
Ὑπόκρισις, ἢ πλάνη, ἢ μανία,
Φθίσις τοῦ ἔρωτος, ὠχρὰ λαγνεία,
Περικαλλὲς τῆς ὕλης προσωπεῖον.

Χαμαὶ τὸ προσωπεῖον! ἡ ἑταίρα
Ἀγέρωχον τὸ μέτωπόν της αἴρει,
Δὲν τήκεται εἰς στόνους, σπαίρει,
Θνήσκει καὶ ἀναζῇ ὡραιοτέρα.

Καὶ ἀδελφὴ τῆς ἡδονῆς ἐκχέει
Μεθύουσαν ἐρώτων ἀτμοσφαῖραν·
Τὴν εἶδες εἰς χειμερινὴν ἑσπέραν
Πῶς ὑπὸ ἔρωτος γελᾷ καὶ κλαίει;

Παιδίον, ὕπαγε· ἡ εὐτυχία
Κενὰς σκιὰς οὐδέποτε θηρεύει,
Καὶ τὸν Θεὸν εἰς μάρμαρον λατρεύει
Ἡ τοῦ ἀνθρώπου ὑλικὴ καρδία.

Τὸ ἄντρον εἶναι σόν, καὶ ἡ σκοτία
Καθὼς ὁ θάνατος μᾶς ἐξισόνει·
Ὕπαγε, Γλαύκη φίλη, εὐδαιμόνει,
Ἂν ἡ κλοπὴ καλεῖτ’ εὐδαιμονία.

Ἤδη ἡ νύξ, προστάτις τῶν ἐρώτων,
Ἀνὰ τὴν γῆν ἁπλοῦται βαθυτάτη,
Οὐδὲ ἡ αὔρα τὴν σιγὴν ταράττει·
Ὁ οὐρανὸς προσμειδιᾷ ὑπνώττων.

Ἡ Γλαύκη εἰς τὸ ἄντρον ἀναμένει·
Ἐφόρει τὴν καλύπτραν τῆς σκοτίας·
Ῥιγᾷ ὑπὸ ἀνυπομονησίας,
Ἐκεῖ, ὡς Λάμια εὑρισκομένη.

Ὁ χρόνος, ἀπηνής, βραδέως βαίνει·
Μὲ συμφορὰν πολλάκις εἶν’ ὁμοία
Ἡ ἀναμενομένη εὐτυχία
Καὶ δι’ αὐτὸ ὠχρὰ ἡ Γλαύκη στένει.

Ἀκούεται βημάτων πέραν κρότος.
Εἶναι αὐτός· τῆς Γλαύκης ἡ καρδία
Μετρεῖ τὰ βήματα ἐν ἀγωνίᾳ·
Τίς εἰς τὸ ἄντρον βαίνει λεληθότως;

Ἰδοὺ ὁ Πολιορκητής· μυθῶδες
Ἀγώνων κρᾶμα, μέθης καὶ ἐρώτων·
Εἰς τὴν ἀγκάλην γυναικὸς ὑπνώττων
Ἠγείρετο μὲ βλέμμα ἐρεβῶδες.

Ἐξ εὐωχίας αἴφνης καὶ ὀργίων
Πρὸς τὰς μεγίστας ἔβαινε στρατείας,
Ἠσπάζετο τὰ χείλη τῆς Λαμίας
Πρὸς γρόνθον πάλιν τὴν πυγμήν του κλείων.

Εἶχε τῆς φύσεως τὸ μεγαλεῖον·
Νῦν μειδιῶν καὶ εὐσταλὴς καὶ χαίρων
Μετὰ μικρὸν τὸ μέτωπόν του αἴρων
Νεφῶδες καὶ τὸν κεραυνὸν ἐγκλεῖον.

Πλὴν σιωπή! συμπτύξεις πυρετώδεις,
Φιλήματα μακρά, γριφώδεις φράσεις,
Πειρπλοκὰς καὶ μέθην καὶ ἐκστάσεις
Ἡ νὺξ περιλαμβάνει ἡ ζοφώδης.

Τὴν γλῶσσαν τῆς ἀγάπης ὁμιλοῦσι·
Καὶ λέξεις μύχιαι, παλμοὶ καρδίας,
Πνοαὶ θερμαὶ βαθείας συμπαθείας
Ὡς ἁρμονία τῆς ψυχῆς ἠχοῦσι.

Τὰ μόνα ἄνθη τοῦ περῶντος βίου,
Δρεπόμενα ὑπὸ τοῦ διαβάτου
Ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ ὠχροῦ θανάτου
Πρὶν ἐντὸς σκότους κοιμηθῇ στυγίου.

Ἡ φύσις ἡ θνητὴ ἀθανασίαν
Ἐπὶ τὰ χείλη ἐρευνῶσα ἤδη
Φεῦ! τὴν ἀρὰν τὴν πάλαι αἰωνίαν
Ἐπὶ τὴν οἰκουμένην παραδίδει.

Μακρὰ στιγμὴ ἀῤῥήτου συμπαθείας·
Τὸ σύμπαν περικλείει ὁ βραχίων,
Τὸ ἄπειρον εἰς φίλημα εἰσδύον,
Ἡ ἕκτ’ ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τοῦ παγκοσμίου βίου αἱ ἐκφράσεις,
Καὶ κόσμου σκοτεινὴ δημιουργία.
Στιγμὴ καὶ τοῦ θανάτου ἀντάξια,
Ἐνσάρκωσις τοῦ ἔρωτος· ἡ πλάσις.

Ἡ νὺξ ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ῥεμβάζει,
Εἰς τὴν ἀκτὴν τὸ κύμα ψιθυρίζει,
Ἀστὴρ διᾴττων τὴν σκοτίαν σχίζει,
Καὶ εἰς τὰ δάση ὁ ἀὴρ στενάζει.

– Γηράσκουσα, ὦ Λάμια, ἀνδροῦσαι,
Καὶ φαίνεται διαμαρτυρομένη
Ἡ παρειά σου μᾶλλον φλεγομένη,
Καθόσον ἐκ τοῦ χρόνου ῥυτιδοῦσαι.

Ἡ δὰς ἐκπέμπει φλόγαν λαμπροτέραν
Πρὶν εἰς ζοφώδη κοιμηθῇ σκοτίαν·
Ὁ ἔρως, φαίνεται, ἀκμὴν ὁμοίαν
Εἰς τῆς ζωῆς λαμβάνει τὴν ἑσπέραν.

Αἰσθάνομαι τὸν τύπον τῶν χειλέων,
Εἰς νέαν ὅμως βαίνω ἐκστρατείαν,
Θὰ ἀσπασθῶ ἐνόπλως τὴν πρωΐαν·
Δός μοι ἓν φίλημα· τὸ τελευταῖον.

– Ἡ λύκη ἠρεμεῖ μακρὰν βαθέως.
Ὤ! μὴ ἀναχωρεῖς ἀκόμη, μεῖνε,
Νὰ ἀσπασθῶ τὸ μέτωπόν σου κλίνε,
Ἡ Γλαύκη ἐψιθύρισε λαθραίως.

– Ἀλλ’ ἡ στοὰ ἡ μαύρη της σκοτίας
Ἐπὶ μακρὸν τὸν ἔρωτα τηροῦσα
Ἓν πτῶμα αἴφνης δείκνυται κρατοῦσα
Εἰς τὰς δειλὰς ἀκτῖνας τῆς πρωίας.

Ὡς τῆς ψυχῆς τὸ φῶς, καὶ τοῦ ἡλίου
Ἂν ἡ ἀκτὶς τὸν ἔρωτα προσβάλῃ
Ἀπέρχεται αὐτὸς καὶ ἡ ἀγκάλη
Σιγᾷ τὴν σιωπὴν κοιμητηρίου.

– Ὁ ἥλιος ἂν αἴφνης ἐλησμόνει
Τὸ ἅρμα του νὰ ζεύξῃ! ἀτυχία!
Ἡ νὺξ βραχεῖα ἔληξε, βραχεῖα·
Μετὰ μικρὸν θὰ ἀπομείνω μόνη!

Ἠγέρθη ὁ Δημήτριος· – Βραχεῖα;
Τὸ χεῖλός σου βεβαίως ἠπατήθη
Καὶ ἔκφρασιν ἐπροφέρεν ἀήθη·
Σὺ εἶσαι, Λάμια, σὺ ἡ μισθία;

Τὴν κεφαλήν της κλίνει σιωπῶσα
Ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ ἀνδρὸς καὶ μένει
Ἐκεῖ εἰς σκέψεις μαύρας βυθισμένη,
Θρηνοῦσα ἅμα καὶ προσμειδιῶσα.

– Δός μοι τὴν χεῖρά σου· ἐκ Σικελίας
Στρεπτὸν ταλάντου σὲ δωρῶ, φιλτάτη.
– Ὤ! κράτει τὸν στρεπτόν σου, κράτει·
Ἐψέλλισεν αὐτὴ μετὰ δειλίας.
Τὰ δῶρά σου δὲν θέλω· ἠγαπήθην·
Ὁ ἥλιος πρὸς τί ὁ ἀνατέλλων;
Ἡ αὔριον; Θὰ ἐπαιτῶ τὴν λήθην·
Ἡ εὐτυχία ταύτην ἔχει μέλλον.

– Ἀλλ’ ἡ ἑταίρα, κόρη τῶν ὀργίων,
Ἂν δάκνῃ, δὲν φιλεῖ· ῥοφῶσα
Τὸ αἷμα, τὴν καρδίαν καὶ τὸν βίον,
Φαιδρὰ προκύπτει καὶ προσμειδιῶσα.
Τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς αἰδοῦς τὸ πτῶμα,
Ἑρμῆς γενόμενος ὁ ἔρως, βαίνει
Φέρων τὸ πελιδνόν τοῦ αἴσχους χρῶμα·
Ἰδοὺ τὴν σήμερον ἡ ἐρωμένη.
Βδέλλα τὸν μυελὸν ῥοφῶσα τῶν ὀστέων
Ὅπου ἡ μνᾶ προσέρχεται κ’ αἱ κνῖσσαι,
Ἐξαπατῶσα τὴν ψυχὴν τῶν νέων.·
Ἡ Λάμια, ἡ Λάμια δὲν εἶσαι.

Ἡ φθίνουσα σελήνη ἀνατέλλει
Ἐπαίρουσα τὸν πέπλον τῆς σκοτίας·
Ἀλλὰ τὸ φῶς αὐτῆς διστάζον στέλλει·
Τί ἐρευνᾷ μετὰ μελαγχολίας;

Τὸν Ἐνδυμίωνα ζητεῖ καὶ κύπτει
Καὶ ἀπαντᾷ τὴν φύσιν τὴν σιγῶσαν·
Ἀκτὶς λαθραία εἰς τὴν ὄψιν πίπτει
Τῆς Γλαύκης τὴν ὠχρὰν καὶ μειδιῶσαν.

Ἰδοὺ ὁ μῦθος· ἴσως ἐπεθύμεις
Μὲ στόμφον πάντα ταῦτα νὰ ἐκθέσω·
Φερόμενος ἐπὶ πομπώδους ῥύμης
Ταρτάρους εἰς ὠκεανοὺς νὰ σβέσω.

Ἂν ἀγαπῶ τὸν Βύρωνα, συγχρόνως
Μισῶ τοὺς παρασίτους ὅσοι ζῶσι
Τὴν τράπεζάν του λείχοντες· ὁ πόνος
Σιγᾷ ὡς τάφος, οἱ ψυχροὶ βοῶσι.

Θὰ μ’ εἴπῃς ἄτεχνον· δικαίως ἴσως·
Δὲν λεπτουργῶ τοὺς στίχους ὅπως ἄλλοι,
Πρὸς τὴν βλακίαν τρέφω μέγα μῖσος
Καὶ εἰς τὴν ῥίνην ἡ βλακία θάλλει.

Τὰς παραλυτικὰς αὐτῶν ποιήσεις
Μὲ ἄνθη καὶ ψιμμύθιον κοσμοῦσιν,
Ἐνδύουσι κομψῶς καὶ σαβανοῦσιν
Εἰς πλείστας καὶ ψυχρὰς μεταῤῥυθμίσεις.

Θὰ μ’ εἴπῃς ὑλιστήν· δεκτὸν καὶ τοῦτο.
Ἀφοῦ προβαίνῃ ψηλαφῶν ὁ βίος,
Προσκρούων εἰς τὴν ὕλην αἰωνίως,
Τί ἄλλο νὰ δεχθῇ ἐδικαιοῦτο;

Ἡ ὕλη πάσχει, χαίρει, ζῇ καὶ θνήσκει·
Ἐκτὸς αὐτῆς τί εἶναι; τίς γνωρίζει;
Ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς βαδίζει
Αἰῶνας καὶ παντοῦ αὐτὴν εὑρίσκει.

Λιμώττει καὶ ἡ μεγαλοφυΐα·
Τὸ στέμμα της πρὸ δείπνου καταθέτει,
Ὀλίγην κόνιν εἰς τὴν γῆν προσθέτει·
Τί μηχανὴ ὁ ἄνθρωπος τελεία!

Θὰ μ’ εἴπῃς βωμολόχον· ἐνθυμεῖσαι
Ἡ Εὔα πάλαι πότε ἐνεδύθη;
Ὁπόταν ἔπεσε· ναί, μὴ φοβεῖσαι
Ἢ τὸν καυχώμενον ὡς χρηστοήθη.

Εἰπέ· πλὴν φείσθητι ἐκείνης μόνον·
Τῆς Γλαύκης· εἶχεν ὄντως εὐφυΐαν
Ἀξίαν τῶν καλῶν ἐκείνων χρόνων·
Ὑπέκλεψεν αὐτὴν τὴν εὐτυχίαν.

Ἂν διὰ τῆς ἀπάτης νύκτα μίαν
ᾘσθάνθη μέθην μαγικὴν ἐρώτων,
Κατακριτέα εἶναι; εὐτυχίαν
Ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκει ὀνειρώττων,

Καὶ τ’ ὄναρ εἶναι καθαρὰ ἀπάτη·
Ὁ ἔρως εἶναι πλάνη· ἡ ἀγκάλη
Σκιὰν τῆς ἐρωμένης περιβάλλει
Ἐκείνης, ἣν ἡ φαντασία πλάττει.

*Από το βιβλίο “Ποιήσεις υπό Δ. Παπαρρηγοπούλου, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Νικήτα Πάσσαρη, 1867, σσ. 57-72.

Manolis Anagnostakis-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

ah, Lavrentis, only I knew what a…

View original post 77 more words

Γεωργία Τρούλη, Ένα διάστημα γαλάζιο

Ν΄αφήναμε ένα διάστημα ουρανό
Ανάμεσα στους ανθρώπους
Ανάμεσα στα λόγια
Και στο ζευγάρι τους,
ανάμεσα στα πόδια
Ανάμεσα στην εικόνα και στον καθρέφτη
Ν΄ανασαίνουν
Να μπαίνουν εκεί μέσα ακούσια ή άθελα
Να βλέπουν την κλωνοποίηση
Του ίδιου τους του προσώπου
Να βλέπουν το τρεχιό
Τις συναντήσεις
Τις εγκατατλείψεις
Την αυταπάτη
Και κάπου να συνέρχονται και να λένε
Πώς μοιάζω σ΄εκείνον, σ΄εκείνον
Στον παραδίπλα
Σε αυτόν,σε αυτόν, σε αυτόν
Σ΄εαυτόν
Και πάλι να γλιστρούν, να ξεφεύγουν
Ν΄αναλαμβάνουν ρόλους
Και να λένε
Δεν χρειάζομαι ούτε αναπνοή
Ούτε γαλάζιο

*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Η πληγωμένη Άνοιξη.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7354

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της

οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους

και η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρύφαλα

συνάζει στάλα στάλα το αίμα

από όλες τις σημαίες που πονέσανε

από τα κυπαρίσσια που σφαχτήκαν

για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος

μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα’ ρχεται ένα σύννεφο

κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ‘ρχεται ένα ξίφος

το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρύφαλα

το ξίφος θα θερίζει το κορμί της.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ (1948)

View original post

Βασίλης Κουντζάκης, Δύο ποιήματα

ΑΝΑΛΩΣΗ

Πίσω από κολώνες
σε γωνιές παραμονεύω
τραγούδι γνώριμο πια δεν ακούγεσαι
οργώνω μίγμα των ονείρων
οργώνω λάσπη των τυχαίων βηματισμών
αναλύω τις σκιές με ακρίβεια
κρατώντας σημειώσεις κάθομαι στη μάντρα
των παιδικών μου χρόνων αγναντεύοντας πόθους

***

ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΠΙΤΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΛΙΘΕΑ

Ίσως αναζητώ
κάποιο παιχνίδι
θαμμένο στην αυλή
κάποιο παλιό σχολικό εγχειρίδιο
κάποιο βιβλίο μυθολογίας
ίσως αναζητώ
δέντρα που δημιουργούν μορφές
ένα φως του φαναριού στην είσοδο
ένα μικρό κομμάτι χρωματιστού γυαλιού
πάνω στην άσφαλτο
που αντανακλά το πρόσωπό σου
μια ανάμνηση από τον καθένα
καλώς ή κακώς
όμως ανήκω στο τώρα
καθώς μαζί ξερνούν
τα σώματά μας
τις αρμαθιές του χρόνου.