Toby Wiliguru Pambardu, Το πρώτο φορτηγό

3f631f38883e214aaa371a1e9acb365f

[Ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας]

παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
μπορώ να σε δω
μπορώ να σε δω μπορώ να σε δω
ξερνώντας
ξερνώντας
ξερνώντας
κάτω
κάτω
κάτω
μπροστά στη μηχανή
μπροστά στη μηχανή
μπροστά στη μηχανή
μυρωδιά πετρελαίου
μυρωδιά πετρελαίου
μυρωδιά πετρελαίου
ατμός πνέει ψηλά
ατμός πνέει ψηλά
ατμός πνέει ψηλά
μέσα στο παράξενο πλάσμα
μέσα στο παράξενο πλάσμα
μέσα στο παράξενο πλάσμα
οδηγούν
οδηγούν
οδηγούν
πηγαίνει πηγαίνει
πλησίασες
πλησίασες
πλησίασες
πλησίασες
παράξενο πλάσμα
παράξενο πλάσμα
άγριο πλάσμα
φως
φως
φως
είναι η μηχανή
είναι η μηχανή
είναι η μηχανή
τερετίζει σαν γρύλος
τερετίζει σαν γρύλος
τερετίζει σαν γρύλος
έρχεται από πίσω
έρχεται από πίσω
έρχεται από πίσω
βράζοντας και
βράζοντας και
βράζοντας και
δύο μάγοι κάθονται
δύο μάγοι κάθονται
δύο μάγοι κάθονται
κάθονται
κάθονται
κάθονται
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
γουργουρίζοντας στην κοιλάδα
πάνω στην κοιλάδα
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να σε δω
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τώρα μπορώ να δω πόσο μακρύ είσαι
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
τα μάτια σου φτάνουν τα πάντα
μιλάς μπερδεμένα μιλάς μπερδεμένα
μιλάς μπερδεμένα
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
αναβλύζοντας και ψεκάζοντας
πάνω και κάτω
πάνω και κάτω
πάνω και κάτω
κοχλάζοντας
κοχλάζοντας
κοχλάζοντας
τρέμοντας
τρέμοντας
τρέμοντας
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάτω απ’ την καμπυλωτή οροφή
κάνοντάς το να γρυλίζει
γρυλίζοντας
γρυλίζοντας
κροταλίζοντας
κροταλίζοντας
κροταλίζοντας
πύρινα κλαριά στροβιλίζονται
πύρινα κλαριά στροβιλίζονται
πηδά
πηδά
πηδά
περιστρέφονται
κλυδωνίζεται
κλυδωνίζεται
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
τ’ αστέρια τόξο γύρω του
μουγκρητά καλύπτουν την κοιλάδα
πίνοντας σκόνη
πίνοντας σκόνη
τραβώντας το φορτίο του
τραβώντας το φορτίο του
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
καθώς τρέχει
πύρινες σπίθες
περιστρέφονται
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
οι πλευρές ετοιμόρροπες βροντούν
σηκώνει σκόνη
σηκώνει σκόνη
σηκώνει σκόνη
ο βρυχώμενος κομήτης
ο βρυχώμενος κομήτης
ο βρυχώμενος κομήτης
σβήνοντας στον ορίζοντα
σβήνοντας στον ορίζοντα

*Από αφιέρωμα στην ποίηση των ιθαγενών της Αυστραλίας στο περιοδικό ‘Τεφλόν”, τεύχος 3, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2010.

uluru

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Α. Τάσσου, ξυλογραφία στη μνήμη των εκτελεσμένων της Καισαριανής

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

5 ΕΠΙΚΑΙΡΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ζ. δ. αϊναλής

Είκοσι χρόνια τώρα, είκοσι χρόνια χτίζαν το Λαβύρινθο.
Στο μεταξύ ο Μινώταυρος μεγάλωνε στα σκοτεινά.

Προοπτική

Και ξάφνου ανοίγονταν μια ερεβώδης προοπτική

πράγματα που δεν μπορούσες πριν να φανταστείς

που αρνούσουν έστω και να διανοηθείς

τώρα βαδίζαν με το διασκελισμό του γίγαντα αξημέρωτα

(κάτω από κείνο το γιγάντιο Λ που θαρρούσες πως σε

προσπέρναγε

και που δεν καταδέχουνταν απλά να σε πατήσει)

Η νύχτα κάρφων’ εκδικητικά τα νύχια στη συνείδηση

μέχρι να πιάσει κόκαλο

φάσμα

που σέρνονταν ωχρό σε μια ψυχρή σελήνη

Τώρα, εδώ, από λεπτό σε λεπτό

οι εκτελέσεις θ’ ανθίσουν

οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες

τα γνωστά εκείνα καμιόνια, τα άρματα δρεπανηφόρα

η καμπάνα που θα σημάνει μεσάνυχτα

Ακούστηκε κιόλας το τρομερό παράγγελμα Wstawać

του Κώστα Δεσποινιάδη

Ακούστηκε κιόλας το τρομερό παράγγελμα Wstawać

Φανήκαν κιόλας τα φαντάσματα εφόδου

View original post 418 more words

Ορχάν Βελί Κανίκ, Δύο ποιήματα

orhan-veli15

Ωραίες μέρες

Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
Mια τέτοια μέρα παραιτήθηκα

από τη δουλειά μου στο «Eυαγές Ίδρυμα».
Mια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα.
Mια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα.
Mια τέτοια μέρα ξέχασα

να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι.

Mια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάστασή μου
κι άρχισα να γράφω στίχους.

Aυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.

***

Ο φίλος μου ο Σάμπρι

Ο φίλος μου ο Σάμπρι

πάντα μού πιάνει κουβέντα

τη νύχτα στον δρόμο –

πάντα είναι «τύφλα».

Μου λέει:

«Άργησα για το σπίτι»,

και πάντα κρατάει δύο φραντζόλες
ψωμί κάτω απ’ τη μασχάλη.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος μου είναι πλατεία”, εκδ. Βακχικόν 2011, μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

Κ.Π.Καβάφης
, Σπίτι Με Κήπον

10625101_1549209011965371_7948004682918122743_n

Ήθελα να’χω ένα σπίτι εξοχικό

Μ’εναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο

Για τα λουλούδια..για τα δέντρα και

Τες πρασινάδες

(Βέβαια να βρίσκονται και αυτά

Είναι ευμορφότατα)

Αλλά για να’χω ζώα.

Α.. να’χω ζώα!
Τουλάχιστον επτά γάτες – οι δυο κατάμαυρες..

Και δυό σαν χιόνι κάτασπρες για την αντίθεση.

Έναν σπουδαίο παπαγάλο να τον αγρικώ

Να λέγει πράγματα με έμφαση και πεποίθησιν.

Από σκυλιά πιστεύω τρία θα με έφταναν.

Θα ήθελα και τρία άλογα

(Καλά είναι τ’ αλογάκια)

Και εξ’ άπαντος τρία τέσσερα απο τ’ αξιόλογα..

Τα συμπαθητικά εκείνα ζώα.. τα γαιδούρια..

Να κάθονται οκνά.. να χαίροντ’οι κεφαλές των.

*”Από τα “Κρυμμένα Ποιήματα”.

Paul Goodman (1911-1972), Τρία ποιήματα

Ο Paul Goodman, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και σπουδαίος ψυχοθεραπευτής, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Πασιφιστής και αναρχικός, ως πανεπιστημιακός αποτέλεσε σύμβολο του φοιτητικού κινήματος της δεκαετίας του ’60 και οι ιδέες του διαμόρφωσαν το πρόταγμα της Νέας Αριστερός της εποχής. Πρωταγωνιστής στο κίνημα άρνησης στράτευσης κατά τον β’ παγκόσμιο και αναγνωρίσιμη φιγούρα του μαζικού κινήματος μη-βίας που ακολούθησε.
Αφιερωμένος στο ζήτημα των προσωπικών και σεξουαλικών ελευθεριών, πίστευε πως οι κοινωνικοί θεσμοί εμποδίζουν την έμφυτη ανθρώπινη δημιουργία, αλληλεγγύη και μη βία. Συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, τα γραψίματά του καλύπτουν ευρύ φάσμα θεμάτων και αντικατοπτρίζουν το ασίγαστο πάθος του για κοινωνική αλλαγή.

———

ΣΗΜΑΙΕΣ, 1967

Πόσο καλά κυμάτιζαν μαζί, δίπλα δίπλα
τα Αστρα και οι Ρίγες, το κόκκινο, το άσπρο και το μπλε μου,
μαζί με τη Μαύρη μου σημαία, το σύμβολο της μη κυριαρχίας
ανθρώπου ή νόμου! Ήταν οι σημαίες της τιμής και
της φύσης που περπατούσαν με το ίδιο βήμα
στο πέρασμα του χρόνου, όταν ο Τζέφερσον καιρό πριν
τις χαιρέτησε και τις δυο και είπε
“προχωράτε, άντρες του Shays (1),
εάν εσείς αποτρέπετε τη στάση και τις ταραχές,
τότε τι αναχαιτίζει η κυβέρνηση;»
Σήμερα
η φαταχτερή σημαία είναι σπουδαία σε όλη τη γη
και της έχουν ράψει μια ακόμα πιο χρυσαφιά μπορντούρα,
μα δεν την τιμώ. Στη δική μας ένωση
βλέπω ένα μικρό
μαύρο κουρέλι μικρής αξίας
και τ’ αγγίζω με παράπονο. Το Χάος είναι Τάξη.

***

ΝΑ ΑΚΥΡΩΣΩ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!

Ένας άνθρωπος μετά από έντεκα ώρες ύπνο
και σεξουαλική συναναστροφή με ζώα.

Ο ορειβάτης παρατώντας την ελατο-ζώνη του
και αναπληρώνοντας τον άνεμο ανάμεσα στα βράχια.

Ο ζωγράφος όταν ζωγραφίζει τη θάλασσα και τον ουρανό
σαν ένα δίεδρο χωρίς καράβια ή βροχή.

Ο φυσικός, χαλασμένο μυαλό και ζωή,
ερμηνεύοντας τα πλάσματα σαν είδη του φωτός.

Να ακυρώσω το έργο της Δημιουργίας,
επιστρέφοντας από την 6η ημέρα στην 1η!

***

ΓΕΥΜΑ

Το συκώτι του Προμηθέα
τηγανισμένο στον ιδρώτα του Σισύφου
είναι το γεύμα που κάτσαμεγια να φάμε.

Οι καρέκλες δονούνται
με την ανείπωτη οργή μας
και το αθώο νερό έχει ξινίσει.

1) Η ένοπλη εξέγερση των Shays (από το όνομα ενός των ηγετών της, του Daniel Shays έλαβε χώρα στη Μασσαχουσέτη μεταξύ 1786 και 1787.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, εκδόσεις Εξάρχεια 2013.

pg_for_twitter

Γεώργιος-Κάρολος Τσιλεδάκης, Δύο ποιήματα και ένα βίντεο

ΔΥΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙΑ ΚΙ ΕΝΑΣ ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ

Δυο κουστούμια κείτονταν
το ένα δίπλα στ’ άλλο
στην ίδια ντουλάπα αντικριστά
για τελευταίο βράδυ
το ‘να λευκό και γιορτινό
στο πέτο έχει σημάδι
κρασιού σταγόνα κόκκινη
ραμφιά από παπαγάλο

Με ναφθαλίνες φύλακες
στο βάθος ξεχασμένο
το γλέντι αναπόλησε
και δάκρυσε με πόνο
τ’ αφεντικό του του ‘λεγε
αφήνοντας το μόνο
τιμή μεγάλη που ήσουνα
σε γάμο φορεμένο

Ένα μαντίλι κόκκινο
στην τσέπη καρφωμένο
παραφωνία έμοιαζε
σαν αίμα μες στο χιόνι
κι ο παπαγάλος έκραξε
στο άσπρο το σεντόνι
μαύρο κουστούμι αφόρετο
να ‘σαι καταραμένο

Τ’ αφεντικό μας πέθανε
σειρά μου να το ντύσω
τζόβενο θα ‘ναι άρχοντας
θα λάμπει μες στο μνήμα
στο τελευταίο του αντίο
με το μαύρο μου το νήμα
την σιτεμένη σάρκα του
για πάντα ας φυλακίσω

Μαύρο εσύ άσπρο εγώ
ποια η διαφορά μας;
Εσύ σε τάφο σκοτεινό
οι κάμπιες θα σε φάνε
κι εγώ σε κάδο βρομερό
μπεκρήδες θα ξερνάνε
ίδιο το τέλος και για τα δυο
κοινή η συμφορά μας

Κουστούμια μην μαλώνετε
δίκιο δεν θα ζητήσω
πανώριος που στεκότανε
λευκοντυμένος ως γαμπρός
τι πένθιμα τώρα ξεπροβάλλει
μαυροντυμένος ως νεκρός
πότε ήταν πιο κομψός;
Δύσκολα ν’ απαντήσω

***

ΜΕΛΑΝΙ ΑΠΟ ΠΟΡΦΥΡΑ

Κάνε τον καγχασμό σου μια ωδή

Θρηνητικό εμβατήριο
τ’ αυτιά σου να χαϊδέψει

Και σε μελάνι πορφυρό
βούτα το πινέλο

Χρωμάτισε την θλίψη σου
το γκρίζο βάφοντας το

Κι αν η μαυροντυμένη μοίρα σου
καλέσει καταιγίδα

Με δάκρυα να σ’ εξαγνίσει
σκουπίζοντας τους ρύπους

Το χρώμα το νωπό
να που ξεθωριάζει

Και πάλι γκρίζο γίνεται
μα μην το ξαναβάψεις

Μελάνι ήταν το αίμα σου

Σιγά-σιγά τελειώνει

*Από τη συλλογή “Όρνια – Λάμιες”, εκδ. CompuMedia

Jas Duke, Ποιήματα

vakxikon_issue_27_katsopoulou27

Μεταφράζει η Μαρία Κατσοπούλου

To Tραγούδι της Αλίκης

Στον κόσμο του Καθρέφτη ήταν η Αλίκη αυτή που είπε
Έχω ένα σκήπτρο στο χέρι κι ένα στέμμα στο κεφάλι μου
Αφήστε τα πλάσματα του Καθρέφτη, όποια κι αν είναι αυτά,
Να έρθουν και να δειπνήσουν με την Κόκκινη Βασίλισσα, την Λευκή Βασίλισσα κι εμένα
Έπειτα γεμίστε το ποτήρι όσο πιο γρήγορα μπορείτε
Και να πασπαλίστε το τραπέζι με κουμπιά και πίτουρα
Βάλτε γάτες στον καφέ και ποντίκια στο τσάι
Και καλωσορίστε την Βασίλισσα Αλίκη τριάντα επί τρεις φορές
«Ω πλάσματα του Καθρέφτη, είπε η Αλίκη, «ελάτε κοντά!»
Είναι τιμή να με θωρείτε, χάρη να με ακούτε
Είναι προνόμιο μέγα να δειπνείτε και να παίρνετε τσάι
μαζί με την Κόκκινη Βασίλισσα, την Λευκή Βασίλισσα κι εμένα
Έπειτα γεμίστε τα ποτήρια με σιρόπι και μελάνι
Ή ο,τιδήποτε άλλο είναι ευχάριστο να πιει κανείς
Ανακατέψτε άμμο στον μηλίτη και μαλλί στο κρασί
Και καλωσορίστε την Αλίκη ενενήντα επί εννιά φορές.

Ο Άνδρας-Καθρέφτης

Τώρα άσ’ τον να κοιμηθεί
όλη μέρα όλη νύχτα
όλο τον χρόνο όλον τον θάνατο
όλη την όραση όλο το φως
τον άνδρα-καθρέφτη μου
Εμένα, τον καθρέφτη μου
τα μάτια αιμορραγούν στην όψη του
άνδρα-καθρέφτη μου
Εμού, του καθρέφτη μου
Τώρα ξύπνα τον
τώρα σήκωσέ τον
όχι, σηκώσέ τον όρθιο
τον άνδρα-καθρέφτη μου
Εμένα, τον καθρέφτη μου
τα χέρια μου μπορούσαν να δουν
τον άνδρα-καθρέφτη μου
Εμένα, τον καθρέφτη μου
τώρα ξύπνα τον
Είναι ξύπνιος τώρα
Έχει σηκωθεί
ο άνδρας-καθρέφτης μου
τα δάχτυλά μου τον φτάνουν
τα δάχτυλά μου τον αγγίζουν
δεν είναι τίποτα σπουδαίο
ο άνδρας-καθρέφτης μου
Εγώ, ο καθρέφτης μου
ο άνδρας-καθρέφτης μου

Απομίμιση του Καβάφη

Η εκπλήρωση του πόθου μας έλαβε τέλος
Σηκωνόμαστε από το στρώμα
Ντυνόμαστε γρήγορα
Δίχως να μιλάμε ο ένας στον άλλον
Φεύγουμε από το σπίτι χωριστά και στα κρυφά
Βαδίζουμε βαριά στο δρόμο
σαν να υποπτευόμαστε
πως κάτι σε μας προδίδει
σε τι είδους κρεβάτι
ξαπλώσαμε πριν από λίγη ώρα
Μα πώς οι ζωές μας
έχουν κατακτήσει
το αύριο;
Ή την επόμενη μέρα, ή έπειτα από χρόνια
πώς θα το θυμόμαστε;

Ο Κήπος του Πεπρωμένου μας  (1)

Ο Κήπος του Πεπρωμένου μας
Βρισκόταν πάνω στην οδό Μένιν
Κι εκεί ερχόταν κόσμος να δει
Αυστραλούς στρατιώτες να περνούν
Κι εκεί θα περνούσαμε
Κι εκεί θα περνούσαμε
Ή θα σταματούσαμε, όπως θα υπαγόρευε το «αλτ»
Και θα φέραμε μαζί μας μάσκες σε περίπτωση αερίων
Για να αποκρούσουμε το Πεπρωμένο
Ο Κήπος του Πεπρωμένου μας
Ήταν στρωμένος με γυαλιά
Και κάθε δέντρο και θάμνος που κρατούσε μέσα του
Πιτσιλούσε με αίμα τους περαστικούς
Ο αξιωματικός καθόταν στην καρέκλα του
Οι άνδρες κάθονταν στο γρασίδι
Και κάθε φορά που σταματούσαμε εκεί
Ευχόμουν το κύπελλό μου να τη γλιτώσει
Ποτέ δεν τη γλίτωσε
Ποτέ δεν τη γλίτωσε
Ποτέ δεν τη γλίτωσα
Το έχασα στο δηλητηριώδες αέριο
Πέρα από το Πεπρωμένο μου

Στην Χαμένη Ατλαντίδα

Στην Χαμένη Ατλαντίδα
είναι μεσημέρι σκοτεινό
τίποτα δεν κινείται
από την Δύση στην Ανατολή
έχουν κουραστεί να σηκώνονται
είναι όλα τόσο χαλαρά
δεν το γιορτάζουν πια
με κορίτσι ή θηρίο
Η βασίλισσα κοιμάται σιωπηλή
τώρα δεν είναι βίαιη
το κάστρο της είναι ήσυχο
πέρα πάνω στη λίμνη του
ο ύπνος της είναι γεμάτος όνειρα
που ξεχειλίζουν από σημασία
η απαλή επιδερμίδα της δύσκολα ανορθώνεται
με την παραδεισένια δροσιά
Τέτοια τείχη την περιβάλλουν
που ούτε εννέα λίβρες
δεν θα τολμούσαν να λεηλατήσουν
τον τόπο της ισχύος της
μα ο Καπετάν Κανένας
βυθισμένος εξαιρετικά βαθιά
έκανε μια σχισμή
στο οχυρό της
Εκεί είναι που βρίσκεται η σπηλιά
με γρασίδι στο περίγραμμά της
και γλυκιά γλίτσα εισχωρεί
μέσα από τη χλοερή λάσπη
υπάρχουν σειρές από βδέλλες
σε σιωπηλές πλαγιές
με ροδάκινα που επιπλέουν
μέσα στο αίμα της
Μια χαμένη αίσθηση
όλη η ακεραιότητα
εκείνου κι εκείνης
μέσα στο θανάσιμό τους κράτημα
τρυφερό ονείρου αίσθημα
καθώς ο χρόνος σφραγίζει
τρύπες εισροής μέσα
στο αναδυόμενο πλοίο του
Στην χαμένη Ατλαντίδα
βυθίζονται αργά
σύντομα θα πίνουν
τον οπτικο-ακουστικό βιασμό μας
σύντομα θα ξεχαστούν
όλα πια σάπισαν
όλα νοθεύτηκαν
αφήστε τα να αποδράσουν
Η βασίλισσα έχει ξυπνήσει
μα απήχθη
από τον Καπετάν Κανένα
με υπερισχύ
διότι τίποτε δεν διαρκεί
όλα τελειώνουν
πάντα πηγαίνουν
στα ρηχά
Κι ενώ κρυβόμαστε
πιθανόν να ξεγλιστράμε
μακριά από τα πράγματα
που επιθυμούσαμε περισσότερο
-είναι όλα τους σκέτοι καρκίνοι
είναι έξυπνες απαντήσεις
είναι μαριονέτες που χορεύουν
γιαλό-γιαλό
Στη χαμένη Ατλαντίδα
τα τείχη μηχανορραφούν
έχουν μείνει να ονειρεύονται
θα τσαλακωθούν
γερνούν
είναι πολύ πιο ψυχρά
έχουν πιει όλο
το περιεχόμενο του κυπέλλου τους
Η βασίλισσα κοιμάται σιωπηλή
τώρα δεν είναι βίαιη
το κάστρο της εξαφανίστηκε
μέσα στη λίμνη
εκεί μέσα πνίγεται
στέφεται με τα φύκια
της λίμνης πάνω από τα φρύδια της
εκείνος σύντομα θα την αρπάξει
Μα ο Καπετάν Κανένας
πλέει προς κάτι
προς κάπου αλλού και
προς κάτι νέο
τα τείχη γκρεμίστηκαν
η βασίλισσα ταπεινώθηκε
η φωνή της σίγησε
καθώς όλα αληθεύουν
Εκείνος έφυγε για πάντα
Εκείνη ποτέ δεν θα σηκωθεί
Κι οι δυο τους ξεχάστηκαν
Έχουν φύγει μακριά
Οι φλέβες τους θα κοπούν
την παντοτινή τους υπόσχεση
Δεν είμαι τόσο έξυπνος
όσο εκείνοι σήμερα.

Σημείωση:
(1) Διασκευή του ποιήματος του Ρ. Κίπλινγκ, Γεσθημανή.

*Από το τεύχος 27 του περιοδικού “Βακχικόν”. Σύνδεσμος: http://www.vakxikon.gr/tζέιμς-χ-ντιουκ-ποιήματα/

**Ο James Heriot (γνωστός ως Jush) Duke γεννήθηκε το 1939 στη Βικτώρια της Αυστραλίας. Υπήρξε ασθενικό παιδί και ως υιός στρατιωτικού, έζησε τα εφηβικά του χρόνια πολύ διαφορετικά από τους συνομηλίκους του. Το καταφύγιό του ήταν ο κινηματογράφος, τα βιβλία, η τζαζ και η ιδιαίτερη αγαπημένη του ασχολία, το σκάκι, ενώ με το πέρασμα των χρόνων άρχισε να διαμορφώνει έναν πιο ατίθασο και θρασύ χαρακτήρα. Έπειτα από τη διαγραφή του από την Κομμουνιστική Νεολαία, τοποθετήθηκε στο αναρχικό κίνημα, όπου παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του και το οποίο υπήρξε και ο μοχλός που πυροδότησε τη δημοσιότητά του.
Το πρώτο του περιοδικό ήταν ένα περιοδικό σχεδίων ντανταϊστικού ύφους που έφερε τον τίτλο Jim Duke’s Magazine Contains Everything. Μέσα στη δεκαετία του ’60 ταξίδεψε πολύ σε Ευρώπη και Αμερική, γνωρίστηκε με προσωπικότητες όπως η Yoko Ono και ο Raul Hausmann και συμμετείχε στις εκδόσεις έξι τευχών του περιοδικού μιας hippie κολλεκτίβας, το Brighton Head And Freak Magazine (1969-1970). Συνέχισε με μια ιστορική μονογραφία με τίτλο 1649, η οποία εκδόθηκε από την Coptic Press London, ενώ τα επόμενα δυο χρόνια αφιερώθηκε στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος με τίτλο Destiny Wood, το οποίο εν τέλει εκδόθηκε στην Αυστραλία από την Wholearth Bookshop το 1978. Νωρίτερα, το 1974, εξέδωσε το περιοδικό ArchDuke, το οποίο περιείχε οπτικά (ή και concrete) ποίηματα. Κάθε αντίτυπό του ήταν χειρόγραφο και κάθε τεύχος αποτελούσε ειδική έκδοση (the Special Atlantis Issue, the Special Imperial Germany Issue, the Special Irish Issue κ.τ.λ.)• κατά καιρούς συμπεριελάμβανε κολλάζ από τρίχες, γρασίδι και διορθωμένες ατάκες σε φούσκες από καρέ κόμικς, ενώ ο ίδιος δήλωνε: «αυτό που μ’ αρέσει στην οπτική ποίηση είναι το γεγονός ότι ζει στο  μεταίχμιο μεταξύ λέξεων και εικόνων». Τα ποιήματά του, ως σύνολο, εκδόθηκαν τo 1989, στη συλλογή με τίτλο Poems of War and Peace από την Collective Effort Press.
Ο Jas H. Duke συμμετείχε ενεργά σε ποιητικές παραστάσεις με ηχητικά, συχνά, ποιήματα, σουρρεαλιστικού/ ντανταϊστικού ύφους, τα οποία έδιναν έμφαση κυρίως στον ρυθμό και την τονικότητα των λέξεων. Τις περισσότερες φορές ήταν μόνο ήχοι παρά λέξεις, κι όταν υπήρχαν λέξεις δεν υπερέβαιναν τις δύο. Για παράδειγμα, στο ηχητικό ποίημα με τίτλο Dada, ο ποιητής/περφόρμερ επαναλαμβάνει την λέξη επί ενάμισι περίπου λεπτό, μεταβάλλοντας την ένταση, την τονικότητα και το ρυθμό κατά την απαγγελία.
Υπήρξε ένας από τους εξαιρετικούς ντανταϊστές περφόρμερς, μια πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική προσωπικότητα και, εάν δεν γινόταν ποιητής, σίγουρα θα έκανε καριέρα ως ιστορικός του σκακιού, αφού ουδέποτε δεν αξιοποίησε την ειδικότητα του Αεροναυτικού Μηχανικού που έλαβε το 1973 από το Royal Melbourne Institute of Technology. Δεν υπηρέτησε στον στρατό και αρνιόταν κάθε κρατική χορηγία προς όφελος των εκδόσεών του. Παρέμεινε, λοιπόν, μια cult φιγούρα της underground τέχνης της Μελβούρνης, μέχρι και τον θάνατό του, το 1992.

Yvette Holt, Τρία ποιήματα

hollt

Μεταφράζει η Χριστίνα Λιναρδάκη

Ιχνηλασία χαρτιού

Σωροί και σωροί χαρτιών
Περιμένουν την επιστροφή μου
Στοιβαγμένοι πάνω σε τραπεζάκια του σαλονιού
Και σε καρέκλες της τραπεζαρίας
Μισοτελειωμένα ποιήματα
Λευκώματα με χαρτάκια σημειώσεων
Ληγμένα ημερολόγια
Λογαριασμοί που δεν πληρώθηκαν εγκαίρως
Ανεκπλήρωτες λίστες με ψώνια
Και γερασμένες επιστολές αγάπης
Που δεν κατάφερα να ταχυδρομήσω
Η κόρη μου παραπονιέται
Για όλες αυτές τις λέξεις
Έτσι κι εγώ παραπονιέμαι
Για τα παράπονά της
Αρχειοθετώ
Τις χθεσινές εφημερίδες
Προφανώς είναι μια πολύ καλή αρχή
Όμως αυτοί οι σωροί από λέξεις εξακολουθούν να μεγαλώνουν
Αραχνιασμένη αναβλητικότητα
Σαν το ξεχασμένο παρτέρι του κήπου
Που το ρημάζει ο χειμώνας
Κάτω από το συγκαταβατικό μου παράθυρο

***

Λέξεις…

Οι λέξεις πέφτουν έξω από την τσέπη μου
Ανέξοδες προτάσεις αλέθονται γύρω από τον ψύκτη
Υπάρχουν φορές που ντρέπομαι πολύ
Να τις πιάσω
Σκάλες και ασανσέρ είναι τα συνηθισμένα μελανά σημεία
Κολλούν στα Νο 43 παπούτσια μου σαν τσίχλα που τεντώνεται για να υπάρξει
Μερικές φορές σκέφτομαι τόσο πολύ για τόσον καιρό
Και μετά δεν γίνεται τίποτα
Αναρωτιέμαι γιατί
Βολεύομαι στο λεωφορείο που πηγαίνει στο Μάρικβιλ
Είμαι η κυρία που στέκεται στο πίσω μέρος ξύνοντας τον νου της δημοσίως
Όλοι με αφήνουν στην ησυχία μου
Συζητούν ψιθυρίζοντας
Οι διερχόμενοι αστυνομικοί τελούν εν αναμονή
Θα προτιμούσαν ίσως να κράταγα το στόμα μου κλειστό
Διαβάζω δυνατά την πληρωμένη καταχώρηση
Σκύβοντας πάνω από το επιμελώς αξύριστο πρόσωπο του οδηγού
Με έντονα και πλάγια γράμματα ουρλιάζει στους επιβάτες
Μη φοβάστε να γυρίσετε  σελίδα
Οι σκέψεις μου, κυλιόμενος τάπητας, αν και συνεχείς
Παραμένουν ακατάλληλες για δημόσια κατανάλωση
Τραγουδώ σαν εξημερωμένο πουλί σε κλουβί από σύρμα
Κάποιες λέξεις είναι σαν πολύτιμος πόνος
Δεν γονατίζουν μπροστά σε κανέναν
 
***

Το ύστερο (1) του βιασμού

Πώς είναι ο κόσμος σου;
Το όμορφο εύθραυστο τσόφλι αυγού σου
Το γρασίδι έξω κοιμήθηκε στη διάρκεια της νύχτας
Μόνο το φεγγαρόφωτο άκουσε τα δάκρυά σου
Το ύστερο κυκλώνει τις σκιές σου
Πέφτεις και σηκώνεσαι σαν το εφήμερο κύμα
Ο χρόνος δεν φαίνεται να οδηγεί πουθενά
Οι σκέψεις πάνε κι έρχονται
Όλα τα δάκρυα και τα όνειρα
Είναι τώρα φυλαγμένα σε ένα χρηματοκιβώτιο μέσα σου
Μετράς τις μέρες ξεκινώντας από χθες
Μένοντας ξύπνια όλη νύχτα
Τεμαχίζοντας τα κομμάτια μιας όμορφης ζωής
Ματώνεις για τη μητέρα σου
Γιατί η αγάπη της δεν είχε όρους
Ματώνεις για συγχώρεση
Ματώνεις για κάθε άτομο
Που βρέθηκε στη θέση σου
Και φέρει το βάρος της αναβίωσης του παρελθόντος
Μα εσύ δεν έφταιξες ποτέ
Νιώθεις χαμένη τόσο μόνη
Σκαρφαλώνεις μέσα κι έξω από έντονα συναισθήματα
Αν μονάχα μπορούσες να δεις
Αυτό που ξέρω πως είναι αλήθεια
Ότι είσαι το πιο όμορφο τραγούδι
Που απλά περιμένει να τραγουδηθεί
Τριγυρισμένη από φίλους
Που νοιάζονται βαθιά για σένα

Σημείωση:
1. Στο πρωτότυπο the afterbirth, δηλαδή ο πλακούντας που αποβάλλεται μετά τον τοκετό.

*Η καταγωγή της Yvette Holt έλκει από το έθνος Bidjara του Κουίνσλαντ, είναι δηλαδή μία εκ των αβορίγινων της Αυστραλίας, όμως η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μπρίσμπεϊν. Πρόκειται για πολυβραβευμένη ποιήτρια, πανεπιστημιακό και φεμινίστρια. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός της είναι οι Αβορίγινες γυναίκες και η ιστορία των αυτοχθόνων της Αυστραλίας, θέματα τα οποία ερευνά και διδάσκει στο University of Queensland και το Australian Catholic University αντίστοιχα. Μεταξύ των βραβείων που έχει λάβει συγκαταλέγονται το Scanlon Prize, το Challis Kate Award 2010 και το Victorian Premier’s Literary Award for Indigenous Writing για τη συλλογή της Anonymous Premonition, από την οποία προέρχονται τα παρακάτω τρία ποιήματα.

**Από το http://www.vakxikon.gr/ιβέτ-χολτ-τρία-ποιήματα/

Νίκος Τακόλας: Ἡ σιγὴ τῶν πουλιῶν

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

takolasnikos-isigitonpoulion-eikona-01

Νί­κος Τα­κό­λας

Ἡ σι­γὴ τῶν που­λι­ῶν

02-bitaΡΑΔΙΑΖΕ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ. Οἱ τη­λε­ο­ρά­σεις ὠ­ρύ­ον­ταν, κό­βον­τας τὸ σού­ρου­πο μὲ μα­χαι­ρω­τὲς ἀν­ταύ­γει­ες. Τὰ πρό­σω­πα στοι­χι­σμέ­να στὶς πα­ράλ­λη­λες σι­ω­πές, στὰ νύ­χια τῶν Με­γά­λων Ἀ­δερ­φῶν. Μό­νος στὸ ἰ­σό­γει­ο μπαλ­κό­νι ὁ παπ­ποὺς προ­τι­μά­ει ἔ­ξω τὰ τα­ξί­δια, στὴν ἐν­δο­χώ­ρα.

         — Νύ­χτω­σε, τοῦ εἶ­πα κα­τ’ ἐν­το­λὴν τῆς βά­βως. Δὲ θά ΄ρθεις μέ­σα;

         — Σςς, μοῦ κά­νει αὐ­τός.

         Ὁ πα­λιὸς καὶ πα­νύ­ψη­λος φοί­νι­κας ἁ­πλω­νό­ταν σκι­ε­ρός, μὲ τὸ πε­λώ­ριο πε­ρί­γραμ­μά του νὰ κυ­ρια­ρχεῖ στὸ χῶ­ρο. Ὁ παπ­ποὺς ἔ­δει­χνε κά­τι νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ἕ­να ὁ­μα­δι­κὸ τι­τί­βι­σμα ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δέν­τρο. Εἶ­χαν κα­τα­φτά­σει σὲ ὁ­μά­δες οἱ νυ­κτε­ρι­νοὶ ἔ­νοι­κοι. Δε­κα­ο­χτοῦ­ρες, πε­ρι­στέ­ρια, σπουρ­γί­τια, με­ρι­κὰ ὠ­δι­κά, σπί­νοι καὶ καρ­δε­ρί­νες, ποὺ καὶ ποὺ κα­τέ­φτα­νε καὶ κα­μιὰ μι­κρὴ κου­κου­βά­για, κι ἀ­ριὰ καὶ ποὺ κά­νας γκι­ώ­νης. Τι­τί­βι­ζαν σὲ μιὰ πο­λυ­σύν­θε­τη με­λω­δι­κὴ συμ­φω­νί­α ζω­ῆς. Καὶ ὅ­σο τὸ σκο­τά­δι πύ­κνω­νε τὰ κε­λα­η­δή­μα­τα ἀ­ραί­ω­ναν, μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­γον­ταν ἐ­λά­χι­στα πιά, ἀλ­λὰ ἀ­στα­μά­τη­τα…

View original post 97 more words

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Artwork: Bernard Dumaine

Artwork: Bernard Dumaine

Άσχετος

Άσχετος κάτω από τον Ήλιο περπατώντας
μια φορά κι έναν καιρό.
Οδυνηρές στιγμές.
Χαμένος μες στις πληροφορίες.
Όλα περνάνε από το στομάχι σου όπως πάντα.

Τίποτα δεν αλλάζει.
Οι μορφές είναι για κλάματα.
Ποιος παίρνει αποφάσεις;
Το Απόλυτο Κενό.
Βυθισμένος σ’ έναν τοίχο.

Χρειάζεται να υπομένεις σε φρικιαστικό βαθμό.
Κι αυτή η παράδοση για να έλθει
πρέπει να υποφέρεις πολύ.
Κλείνουν τα πράγματα και σ’ αφήνουν απέξω
και το κεφάλι κοντεύει να σπάσει.

Οδυνηρή διαπίστωση. Επιρροές που δεν περνούν.
Ξαναγύρισμα. Στυφός λαιμός.
Το ασυνήθιστο, το ακανόνιστο.
Ποιος ξέρει τι είναι χειρότερο;
Η μεγαλύτερη καταδίκη;

Αρκετές πια παραστάσεις.
Αρκετές δοκιμασίες.
Το άσυλο ήταν πολύ καλύτερο.
Το Παρελθόν κι αυτό το ίδιο.
Φευγιό, φευγιό, φευγιό.

Τότε έγραφες, τότε ζούσες,
μα πέθαινες, πέθαινες.
Τώρα σ’ αυτήν την τρύπα που ήρθες,
δεν υπάρχει ανάσα, δεν υπάρχει ψυχή.
Είναι το Κενό χωρίς Ψυχή.

Είναι ο Φόβος που τρώει τα σωθικά.
Είναι οι κραυγές των Κολασμένων.
Είναι ο Θάνατος της Στιγμής.
Είναι η Δοκιμασία χωρίς Τέλος.
Είναι η Απόλυτη Παράνοια.

Είναι αυτό που με κυνηγάει.

***

Το Πεπρωμένο

Έτσι ξαναήρθε το Πεπρωμένο.
Έσκυψα να το δεχθώ.
Ήταν παράξενο που συνέβη εδώ, που συνέβη τώρα.

Τα πράγματα, τα γεγονότα ξεδιπλώνονται.
Αυτό που ξέρω δεν το ήξερα πιο πριν.
Η ζέστη απλώνεται σ’ ολόκληρο το σπίτι.

Ο σκιές εξαφανίστηκαν.
Επιφανής ο θόρυβος εξαφανίστηκε κι αυτός.
Όλα εκείνα τα σκοτεινά έπιπλα που είχαμε
οικειοποιηθεί στις φαντασιώσεις μας.

Οι πόνοι που μας συντάρασσαν την Αυγή.
Τα κάτω άκρα που μας πόναγαν
από την επαφή τους με τις πέτρες, τις κοτρόνες.

Το τοπίο απλωνόταν πέρα ως πέρα…
Κακοφορμισμένο, κατακερματισμένο
κτείνεται στο Χρόνο.

Από κενό σε κενό και απάντηση καμία.
Ψέματα! Είχα πλείστες όσες απαντήσεις,
πλείστα όσα σημάδια που συνέδεαν
τις σκέψεις μου μεταξύ τους.

Που δημιουργούσαν μια καινούργια εικόνα,
πιο καθαρή από την προηγούμενη.
Και υπήρχε ανάπαυλα, συμπόνια, συγχώρεση.

Περιδιαβάζοντας τις γειτονιές του Παρελθόντος
στο Παρόν χωρίς σύνδεση.
Αδιάφορος, κατά τι παρατηρητής.

Μόνο μέσω της Τέχνης, της Απεικόνισης
μπορούσε να συνδεθεί.
Δεν προσπαθούσε καθόλου είναι αλήθεια.

Πατώντας στο δεξί του πόδι ένιωθε τη Γη,
το βάρος του πάνω της και τον πόνο του-
κι έγραφε, έγραφε για να ξεχάσει τα ανομήματά του.

Και οι προφητείες του δυστυχώς αληθινές. Επαχθείς.
Καρφωμένος κάτω διαπίστωνε,
ακολουθώντας τον μίτο της Αριάδνης.

Δεν ήξερε που-η αδυναμία έγινε δύναμη
και κάλυψε τον κόσμο από άκρη σε άκρη.
Είχε βρει, είχε ανακαλύψει κάτι.

Είχε επιτέλους συνδεθεί με κάτι και υπήρχε μια λογική
σ’ αυτό που τον καθοδηγούσε με το δικό της τρόπο
σε εξωτικούς τόπους της Πραγματικότητας.

Ακούω Lou Harrison.* Οι ταξιδιώτες έφυγαν γι’ αλλού.
Ανακαλύπτω άλλες ομορφιές που μου
παρουσιάζονται αυτούσιες, ακέραιες…

Με σηκώνει ο αέρας και με πηγαίνει…
στη Μαγική Χώρα … των Άλλων…
που είχα ονειρευτεί…

Είχα αποκρούσει όλες εκείνες τις θεωρήσεις
που μου σερβίριζε η εποχή μου.

Προχωρώντας πιο μπροστά, ασύγκριτα πιο μπροστά,
ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο αντιμέτωπος
με το ξαφνικά και αναπάντεχα Ωραίο-

Ανακάλυπτα, ανακάλυπτα όλα εκείνα που
μου έκρυβαν οι πλεκτάνες της Πατρίδας-

Ερχόμουν σε επαφή… σε ύψιστη θερμή επαφή
μ’ εκείνο το παιχνίδι που εθεάθη πίσω από τους λόφους
της Ινδονησίας-πίσω απ’ τα φύλλα-
ενώ στο βάθος η τουρκουάζ θάλασσα αντηχεί.

Με είχαν αφήσει ανέπαφο και ακέραιο.
Οι μνήμες είχαν ανακτήσει το κύρος τους.

Ένας ποιητής σαν τον Gregory Corso,
αληθινός και ατόφιος, προερχόμενος από
απύθμενες τραγωδίες, βάρδος με τη σειρά του,

υψώνεται και πέφτει, δίνει όλα όσα είχε να δώσει
μεγάλα και τρανά, αυτούσια, πλούσια, δυναμικά,
μυστικά, θεόρατα, άγνωστα στους πολλούς.

Έχοντας αγκαλιάσει την καταστροφή με πάθος,
ύψωσε τη φωνή του έως το τέλος.
Τώρα κοιμάται στη θάλασσα που τον εξέθρεψε.

Κι εγώ που με πάμπολλες μικρότητες περιβεβλημένος,
αναστήθηκα από τις στάχτες μου πολλές φορές,
φαντασιαζόμενος εκτυφλωτικά όλο και περισσότερο-
τραυματίας και αγωνιών.

Έχοντας απέναντί μου μια προβολή,
μια όψη κατακαημένη, μια θαμπάδα,
μια αφιλοτιμία… αναγνωρισμένη.

[*Lou Harrison (1917-2003): Αμερικανός συνθέτης, μαθητής του Henry Cowell και του Arnold Schoenberg. Γνωστός κυρίως για την ενσωμάτωση στο έργο του στοιχείων από τη μουσική μη-Δυτικών παραδόσεων κυρίως της Ιάβας.]

**Από τη συλλογή “΄Ποιήματα 2009-2013”.