Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n

Εν αρχή ην ο λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός
Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση
Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων
Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου
Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου
Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους
Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου «Η Πλατεία των Ταύρων» από τις εκδόσεις Οδός Πανός (2017).

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

15822762_1570161913010191_8968552766510430685_n

Εργαστήριο Ανατομικής

Ήταν ξαπλωμένη γυμνή,
νέα και ξανθιά,
θυελλώδης και τρομαχτική

ενώ οι άλλοι πλάι της ήταν τόσο γέροι,
ο καθένας από εμάς στο ατσάλινο ανατομικό τραπέζι
προσποιούνταν πως δεν είχε προσέξει

τον θησαυρό του κορμιού της.
Εκείνη την πρώτη μέρα έκοψα τον μαστό της,
τέμνοντάς τον γύρω γύρω με το νυστέρι

έτσι όπως θα έκοβα σε φέτες ένα ροδάκινο,
για να μελετήσω τα απαστράπτοντα μυστικά του
με επιστημονικότητα και δέος.

Εξερευνήσαμε τις βαθιές προσφύσεις
των τενόντων στις αρθρώσεις της,
απογυμνώσαμε το πρόσωπο, τα μπράτσα της,

ξεριζώσαμε τις ωοθήκες και την καρδιά της όπως οι κλέφτες,
όμως κάπου χάσαμε τον λογαριασμό των θησαυρών
των ακρωτηριασμένων από εμάς.

Στο τέλος του έτους, φορτωμένοι ενοχές,
στριφογυρίζαμε πάνω από το άδειο κατασκεύασμά μας,
κάνοντας πως δεν είχαμε δει

τη μικρή ξανθιά πλεξούδα
στη βάση του κρανίου της
που κανένας μας δεν βρήκε το θάρρος να κόψει.

***

Διδασκόμενοι τα Σχήματα (1)

Πέντε φοιτητές
με λευκές κοντές ιατρικές ποδιές,
με τσέπες γεμάτες κάρτες σημειώσεων,
με μεταλλικές διχάλες διαπασών (2),
μ’ ολοκαίνουργια στηθοσκόπια.
Απαιτώντας τη συγκατάθεση των ασθενών
εφαρμόζουμε μ’ ένα ξερό κρότο τα λαστιχένια γάντια,
αλείφουμε τους δείκτες μας με ζελ Κ-Υ,
τους αναποδογυρίζουμε, ανοίγουμε τα σκέλη τους
και μετά εισδύουμε κατά μόνας, ένας προς έναν
για να διδαχθούμε τα ένδον σχήματα:
λείο κάστανο, μαλακό πορτοκάλι,
πέτρα σε λασπωμένο χωράφι.
Αφού σφουγγίσουμε το ζελ
πλένουμε επιμελώς τα χέρια μας,
τα δάκτυλά μας, τόσο ευαίσθητα, όταν ψηλαφούμε
όπως ενός τυφλού μουσικού των μπλουζ
που ακούει την κάθε νότα
μια ελάχιστη στιγμή πριν
αγγίξει την κουρδισμένη ατσάλινη χορδή.

1. Το ποίημα αναφέρεται στην ιατρική πράξη της δακτυλικής εξέτασης του προστάτη.
2. Ιατρικό όργανο για την εξέταση της ακοής.

*Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, σε μετάφραση Άγγελου Γρόλλιου και Μίλτου Αρβανιτάκη, εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015.

**Ο ποιητής διατηρεί προσωπική ιστοσελίδα στη διεύθυνση http://www.richardmberlin.com/

1406_zimm-652x435

Για την ποιητική συλλογή του Βασίλη Κουντζάκη «Δίχως όνομα»

15940979_10210810929171477_658766695677778673_n

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017, εξ αφορμής της ποιητικής συλλογής «Δίχως όνομα» συζητάμε με τον Ηλία Μέλιο περί ποιήσεως και άλλων στις 4-5 μ.μ. στο ΒΙΒΛΙΟΡΑΦΕΙΟ, μία εκπομπή για τα βιβλία και τους αναγνώστες στο διαδικτυακό ρ/σ portokaliradio.gr.

15894377_10210810911171027_3043228559995089458_n

Ζωή Καρέλλη, Χορικό

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Giovanni Baglione, Amor sacro e amor profano, 1602
Πηγή: wikipedia

Χορικό

Εσύ που ξεκινάς απ’ τ’ άγνωστο,
δύναμη αβάσταχτη που μας βαστάς,
τα πιο ανόμοια κυβερνάς μαζί
τα σέρνεις και τα φέρνεις από μακριά,
εσύ τα οδηγείς προς τη συνάντηση.

Απάντηση δική μας δε ζητάς,
εσύ τη θέληση και το μυαλό ποτίζεις,
την άρνηση νικάς, σμίγεις
όσα εχθρεύονται και τα εμπόδια
καταλύεις, με τίποτα δε σταματάς.

Μας τυραννάς κι όμως ούτ’ η χαρά
ούτ’ η ευφροσύνη, ποτέ η γαλήνη
τη δική σου δε θα φτάσει δύναμη.
Γίνεται η ζωή μας η αδύναμη
ακέρια επιμονή, εσύ σαν το ζητάς.

Ακατανίκητη εσύ,
του κόσμου μυστική προσπάθεια,
η αχάλαστη και νίκη στου θανάτου
την επιβολή, ευλογημένη
ώρα υπέροχη, ξεχωριστή,

ποιος στην ορμή σου αντέχει;
Ποιος είν’ εκείνος που μπορεί να πει
σαν τον κατέχ’ η δόξα σου,
πως από σένα δεν υπάρχει
και για σένα δεν υπάρχει;

Χάρη ανήσυχη κι ανένδοτη,

View original post 235 more words

О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ) – Ερανίσματα από την ποίησή του

assets_large_t_420_1002878-jpg

Του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη   

Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Οσίπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, αλλά την παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε η οικογένειά του και στο Πετροπάβλοσκ, όπου πήγαιναν διακοπές τα καλοκαίρια.

Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος αυτοδίδακτος μικροαστός κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του οποίου ήταν οι συνεχείς αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εκτός απ’ αυτό, εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η κακή γνώση και χρήση τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής γλώσσας. Απεναντίας, η μητέρα του ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα που προσπαθούσε να μεταδώσει στον γιο της την αγάπη για τη λογοτεχνία.

Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και για τον λόγο αυτό του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι’ αυτό και ο Οσίπ σε ηλικία 14 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στην ανώτατη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο. Αντί όμως να μελετάει το ιερό βιβλίο των ομοφύλων του, προτιμούσε να ασχολείται με τα κείμενα του Σίλερ και των άλλων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα.

Οσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του Οσίπ Μαντελστάμ που αναφέρονται στην προεπαναστατική Ρωσία ότι διαθέτει σήμερα ο ερευνητής είναι ελάχιστα και συνήθως θησαυρίζονται είτε στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Ο θόρυβος του Χρόνου», είτε στις αναμνήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του.

Συνεχείς αλλαγές του τόπου διαμονής, προφανώς εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο πατέρας του αλλά και η φοίτηση στην ανώτατη εμπορική σχολή, ένα από τα πλέον προοδευτικά εκπαιδευτική ιδρύματα της εποχής εκείνης, είναι μερικές από τις εικόνες που έχουμε για τον Μαντελστάμ. Το 1907 φεύγει για το Παρίσι λόγω της γοητείας που ασκούσαν πάνω του οι Γάλλοι συμβολιστές. Το 1910 θα φοιτήσει για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, ενώ το 1911 θα αρχίσουν οι σπουδές του στο τμήμα της Ρωμανογερμανικής Γλώσσας της Ιστορικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Σπουδές τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει, παρ’ όλο που διάφορες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν αυτό που θα φανεί αργότερα περίτρανα στη τέχνη του, τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η ελληνική γλώσσα και ιστορία.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και είναι συνδεδεμένα με την κυκλοφορία του περιοδικού «Απόλλων», στα τέλη του 1909. Την περίοδο αυτή γνωρίστηκε με τον Ν. Σ. Γκουμιλιόφ, μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του. Ταυτόχρονα εισέρχεται στον κύκλο του ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, στον οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το πάθος του νεαρού Οσίπ. Το 1913 κυκλοφορεί ιδίοις αναλώμασι η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Λίθος» από τον εκδοτικό οίκο «Ακμή». Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μαντελστάμ γράφει μερικά ποιήματα επηρεασμένος από την πρωτόγνωρη φρίκη των πολεμικών συγκρούσεων. Το 1916 βρίσκεται για ένα χρονικό διάστημα στην Κριμαία, όπου γράφει ένα από τα καλύτερά του ποιήματα, το Tristia.

Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Μαντελστάμ τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια. Μοναδικές μαρτυρίες τα άρθρα του σε αντικομμουνιστικές εφημερίδες και φυλλάδια μεταξύ 1917-1918. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει από το Κίεβο στην Κριμαία με τα στρατεύματα των λευκών υπό τον στρατηγό Βράνγκελ, ενώ το 1920 καταφεύγει στη Γεωργία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Κόκκινους. Από εκεί για ένα διάστημα βρίσκεται στη Μόσχα αλλά και στην Πετρούπολη, δίχως όμως να έχουμε σαφείς ενδείξεις για τον ακριβή χρόνο, παρά μόνο τις δικές του σημειώσεις στα ποιήματά του.

Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη. Το 1922 κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Tristia» με τον υπότιτλο «Πετρούπολη-Βερολίνο». Προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Την ίδια χρονιά, το 1922, παντρεύεται στη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα, αδελφή του ποιητή Ευγένιου Χαζίνα.

Το 1925 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο θόρυβος του Χρόνου». Το 1928 κάνει την εμφάνισή της η πρώτη αναδρομική συλλογή έργων του, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή δοκιμίων του με τον γενικό τίτλο «Περί ποιήσεως». Μετά από τη χρονιά αυτή ο Οσίπ Μαντελστάμ δεν εκδίδει τίποτε.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και μετά ο Μαντελστάμ αρχίζει, μαζί με άλλους, να βιώνει τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πλήθος λογοτεχνών της εποχής του στρέφεται, καθ’ υπόδειξη της κομματικής ιεραρχίας, εναντίον του. Πολλοί διακόπτουν κάθε επαφή μαζί του. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις δημόσιων προπηλακισμών.

Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους και επιγράμματα κατά του Στάλιν και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Εκεί κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Από εκεί, σε χρόνο άγνωστο σε μας, μεταφέρεται στο Βαρόνεζ. Εικάζουμε όμως ότι πρόκειται για το 1935. Στοιχεία για τον βίο του ποιητή κατά τη διάρκεια αυτής της τριετούς εξορίας δεν υπάρχουν.

Για δεύτερη φορά συλλαμβάνεται στις 2 Μαΐου 1938 και εξορίζεται στο Μαγκαντάν, στην ανατολική Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του εκεί, τα όργανα της Κα.Γκε.Μπε. τού δημιουργούν τις υπόνοιες ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Φτάνοντας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει και κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του, οι οποίοι τον χτυπούν, τον χλευάζουν και τον αναγκάζουν, εν τέλει, να τρέφεται με σκουπίδια και να ζει έξω από τα παραπήγματα στο τρομερό σιβηριανό κρύο. Μετατρέπεται σε μια εξαθλιωμένη φιγούρα και παρά τις φροντίδες κάποιων εξόριστων γιατρών ο θάνατος τον βρίσκει στο Βλαδιβοστόκ στις 27 Δεκεμβρίου του 1938.

Τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου δεν τις γνωρίζουμε και προφανώς δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη για κάθε ελεύθερο πνεύμα. Γνωρίζουμε τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος για τον άνθρωπο. Γνωρίζουμε το συλλογικό έγκλημα που έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού. Η ζωή και το έργο του Οσίπ Μαντελστάμ δεν θα μας αφήσουν ποτέ να τα λησμονήσουμε.

http://logoskaitexni.blogspot.com

Όσιπ Μάντελσταμ, Η αυγή του ακμεϊσμού

8bc30a70e3c3b1db6043121f68f26c27

I.

Παρ’ όλη την συγκίνηση που νιώθουμε μπροστά στα έργα τέχνης, καλό θα ήταν οι κουβέντες για την τέχνη να γίνονται με συγκρατημένο ύφος. Για τον περισσότερο κόσμο το έργο τέχνης είναι ελκυστικό μόνο και μόνο επειδή αντανακλά την κοσμοθεωρία του καλλιτέχνη. Ωστόσο, ενώ η κοσμοθεωρία για έναν καλλιτέχνη – όπως το σφυρί στα χέρια ενός τεχνίτη – είναι και το μέσον και ο τρόπος, το μόνο πραγματικό είναι το ίδιο του το έργο.

Να υπάρχει – ιδού το ύψιστο φιλότιμο του καλλιτέχνη. Δεν θέλει άλλο παράδεισο εκτός από την ύπαρξη, και όταν του μιλάνε για πραγματικότητα, εκείνος περιορίζεται να χαμογελάει πικρά, μια και γνωρίζει μια πραγματικότητα απέραντα πιο πειστική: την τέχνη.

Το θέαμα ενός μαθηματικού που με ευκολία βρίσκει το τετράγωνο κάποιου δεκαψήφιου μας κάνει αρκετή εντύπωση. Όμως πολύ συχνά αγνοούμε πως και ο ποιητής βρίσκει την δέκατη δύναμη ενός φαινομένου, ενώ η σεμνή εμφάνιση ενός έργου τέχνης όχι σπάνια μας ξεγελά όσον αφορά στη φοβερά πυκνή πραγματικότητα που περιέχει.

Αυτή η πραγματικότητα στην ποίηση είναι ο λόγος καθ’ εαυτόν. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αναπτύσσοντας τη σκέψη μου σε όσο δυνατόν πιο ακριβή και καθόλου ποιητική μορφή, χρησιμοποιώ κατ’ ουσίαν σύμβολα και όχι λέξεις. Οι κωφάλαλοι συνεννοούνται άριστα και οι σιδηροδρομικοί σηματοφόροι κάνουν την αρκετά πολύπλοκη δουλειά τους χωρίς τη βοήθεια λέξεων. Έτσι, αν εκλάβουμε το νόημα ως περιεχόμενο, τότε όλα τα υπόλοιπα τα οποία υπάρχουν σε μια λέξη μπορούν να θεωρηθούν ένα απλό μηχανικό συμπλήρωμα, που το μόνο που κάνει είναι να δυσκολεύει την γρήγορη μετάδοση της σκέψης. Σιγά σιγά ένα προς ένα τα συστατικά της λέξης χωρέσανε στην έννοια της μορφής, και μόνο το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, μέχρι τώρα λανθασμένα και αυθαίρετα θεωρήθηκε ως περιεχόμενο.
Από αυτή την περιττή τιμή ο Λόγος έχει μόνο χάσει. Ο Λόγος διεκδικεί την ισοτιμία με τα άλλα συστατικά στοιχεία. Ο φουτουριστής, στην αδυναμία του να χειριστεί το συνειδητό νόημα ως δημιουργική ύλη, το πέταξε ελαφρά τη καρδία στη θάλασσα επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν το μεγαλύτερο σφάλμα των προκατόχων του.

Για τους ακμεϊστές το συνειδητό νόημα, ο Λόγος, είναι η ίδια η ωραία φόρμα, όπως η μουσική για τους συμβολιστές. Και αν στους φουτουριστές «ο Λόγος καθ’ εαυτόν» ακόμα μπουσουλάει, στον ακμεϊσμό για πρώτη φορά σηκώνεται όρθιος και μπαίνει στη λίθινη εποχή της ύπαρξής του.

II.

Η αιχμή του ακμεϊσμού δεν είναι στιλέτο, δεν είναι κεντρί της ντεκαντάντσιας. Ο ακμεϊσμός, για εκείνους που είναι συνεπαρμένοι από το πνεύμα της δημιουργίας, δεν απαρνείται λιγόψυχα το φορτίο του αλλά το δέχεται χαρούμενα για να ξυπνήσει και να αξιοποιήσει αρχιτεκτονικά τις δυνάμεις που κοιμούνται μέσα του.

Ο αρχιτέκτονας λέει: χτίζω, άρα έχω δίκιο. Η Συνείδηση του δίκιου μας είναι εξαιρετικά πολύτιμη στην ποίηση, και, αφού απαρνηθήκαμε με περιφρόνηση  τα παιδιαρίσματα των φουτουριστών, για τους οποίους δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να πιάνουν με τη βελόνα του πλεξίματος την κάθε δύσκολη λέξη, εισαγάγαμε την γοτθική μέθοδο στις σχέσεις των λέξεων – όπως την εδραίωσε στη μουσική ο Sebastian Bach.

Ποιος τρελός θα δεχόταν να χτίζει αν δεν πίστευε στην πραγματικότητα του υλικού, την αντίσταση του οποίου θα έπρεπε να υπερνικήσει. Η άμορφη πέτρα κάτω από τα χέρια του αρχιτέκτονα μεταμορφώνεται σε ουσία – και δεν είναι γεννημένος να χτίζει εκείνος για τον οποίον ο ήχος της σμίλης που σπάει την πέτρα δεν είναι απόδειξη μεταφυσική. Ο Βλαντιμίρ Σολοβιέφ αισθανόταν έντονο προφητικό δέος μπροστά στους άσπρους φινλανδικούς ογκόλιθους. Η βουβή ευγλωττία του γρανίτη τον συγκινούσε σαν κακή μαγεία. Όμως η πέτρα του Τιούτσεφ, που «κύλησε από το βουνό κι έμεινε στην κοιλάδα, πεσμένη από μόνη της ή σπρωγμένη από ένα σκεπτόμενο χέρι» είναι ο Λόγος. Η φωνή της ύλης σ’ αυτό το απρόσμενο πέσιμο ακούγεται σαν έναρθρος λόγος. Σ’ αυτήν την πρόκληση μπορείς να απαντήσεις μόνο με την αρχιτεκτονική. Οι ακμεϊστές σηκώνουν με ευλάβεια την μυστήρια πέτρα του Τιούτσεφ και την τοποθετούν στα θεμέλια του οικοδομήματός τους.

Η πέτρα σαν να έχει λαχταρήσει μιαν αλλιώτικη ύπαρξη. Αποκάλυψε από μόνη της την ίσως κρυμμένη μέσα της  ικανότητα της δυναμικής – σαν να ζήτησε να την τοποθετήσουν στο σταυροθόλιο του ναού για να συμμετέχει εκεί στην χαρούμενη αλληλεπίδραση των ομοίων της.

III.

Οι συμβολιστές κάθε άλλο παρά σπιτόγατοι ήταν, τους άρεσε να ταξιδεύουν, όμως δεν ένιωθαν καλά, ένιωθαν άβολα στο κλουβί του οργανισμού τους καθώς και σε εκείνο το παγκόσμιο κλουβί, που έχτισε ο Κάντ με την βοήθεια των κατηγοριών του.

Πρώτος όρος για εκείνους που θέλουν να χτίσουν με επιτυχία είναι ο ειλικρινής σεβασμός στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Δεν πρέπει να τις βλέπουν σαν βάρος ή σαν ατυχές γεγονός, αλλά σαν ανάκτορο, δουλεμένο από τον ίδιο τον Θεό. Και πράγματι, τι θα λέγατε για έναν αχάριστο επισκέπτη, που τρώει και πίνει σε ξένο σπίτι, κάνει κατάχρηση της φιλοξενίας του οικοδεσπότη του, ενώ την ίδια στιγμή μέσα στην ψυχή του τον περιφρονεί, λογαριάζοντας συνεχώς πώς να του τη φέρει. Μπορείς να χτίσεις μόνο εν ονόματι των τριών διαστάσεων, διότι είναι ο όρος οποιασδήποτε αρχιτεκτονικής. Να γιατί ο αρχιτέκτονας πρέπει να είναι σπιτόγατος – και οι συμβολιστές ήταν κακοί αρχιτέκτονες. Να χτίζεις – σημαίνει να παλεύεις με το κενό να υπνωτίζεις τον χώρο. Το κακό βέλος του γοτθικού κωδωνοστασίου είναι ταυτόχρονα μοχθηρό, διότι όλη η έγνοια του είναι να τρυπήσει τον ουρανό, να τον μεμφθεί για το κενό του.

IV.

Η ιδιομορφία του ανθρώπου, εκείνο που τον κάνει είδος, είναι κάτι που υπονοείται από μας και ταυτόχρονα χωράει στην πολύ πιο ευρεία έννοια του οργανισμού.

Την αγάπη τους για τον οργανισμό και την οργάνωση οι ακμεϊστές την μοιράζονται με τον Μεσαίωνα και την φυσιολογική ευφυΐα του. Στο κυνήγι της εκλέπτυνσης ο 19ος αιώνας έχασε το μυστικό του αληθινά περίπλοκου. Εκείνο που τον 18ο αιώνα φαινόταν σαν λογική εξέλιξη της έννοιας του οργανισμού – ο γοτθικός ναός -, σήμερα ενεργεί αισθητικά σαν κάτι το τρομερό – η Notre Dame -, ενώ είναι πράγματι γιορτή της φυσιολογίας, η διονυσιακή της κραιπάλη. Δεν θέλουμε πια να διασκεδάζουμε με την βόλτα «στο δάσος των συμβολιστών» μια και έχουμε δάσος πιο παρθένο και πιο πυκνό: την θεία φυσιολογία, την απέραντη περιπλοκή του σκοτεινού μας οργανισμού.

Ο Μεσαίωνας ορίζοντας με τον δικό του τρόπο το ειδικό βάρος του ανθρώπου, το αναγνώρισε και το αισθανόταν για τον καθένα άσχετα από την αξία του. Ο τίτλος του «μαιτρ» εχρησιμοποιείτο πολύ πρόθυμα και χωρίς πολλές σκέψεις. Ο πιο ταπεινός βιοτέχνης, ο τελευταίος γραφιάς είχε το μυστικό της σπουδαιότητας, της ευλαβούς αξιοπρέπειας – τόσο χαρακτηριστικής γι’αυτή την εποχή. Ναι, η Ευρώπη πέρασε από το λαβύρινθο μιας διάφανης, εκλεπτυσμένης κουλτούρας, όταν την αφηρημένη ύπαρξη, την χωρίς πολλές περιπλοκές ιδιωτική ζωή, την εκτιμούσαν ως άθλο. Από κει και η αριστοκρατική οικειότητα που έδενε όλους τους ανθρώπους, τόσο αντίθετη με το πνεύμα της «ισότητας και αδελφότητας» της Μεγάλης Επανάστασης. Δεν υπήρχε ισότητα, δεν υπήρχε ανταγωνισμός, υπήρχε η συνωμοσία εκείνων που υπήρχαν εναντίον του κενού και της ανυπαρξίας.

Να αγαπάτε την ύπαρξη του αντικειμένου πάνω από το ίδιο το αντικείμενο, και την ύπαρξή σας πάνω από τον εαυτό σας – να η ύστατη εντολή του ακμεϊσμού.

V.

Α=Α : Τι ωραίο ποιητικό θέμα! Τον συμβολισμό βάραινε και βασάνιζε ο νόμος της ταυτότητας, ο ακμεϊσμός τον κάνει σύνθημά του και τον προτείνει αντί για το αμφίβολο a realibus ad realiora.

Η ικανότητα να εκπλήσσεται – είναι η μεγαλύτερη αρετή του ποιητή. Μα τότε πως μπορεί να μην εκπλήσσεται μπροστά στον ποιο καρποφόρο απ’ όλους τους νόμους – το νόμο της ταυτότητας; Όποιος συγκινείται ευλαβικά μπροστά του – είναι αναμφίβολα ποιητής. Έτσι, αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του νόμου της ταυτότητας, η ποίηση έχει στην ισόβια κατοχή της όλα τα υπάρχοντα αντικείμενα χωρίς όρους και περιορισμούς. Η λογική είναι το βασίλειο του απροσδόκητου. Το να σκέφτεσαι λογικά σημαίνει να εκπλήσσεσαι διαρκώς. Αγαπήσαμε την μουσική των αποδείξεων. Η λογική σχέση για μας δεν είναι το τραγουδάκι «δυο πουλάκια κάθονται», αλλά συμφωνία με αρμόνιο και χορωδία, τόσο δύσκολη και εμπνευσμένη που ο διευθυντής της ορχήστρας αναγκάζεται να εντείνει όλες τις ικανότητές του για να εξουσιάζει τους μουσικούς του.

Πόσο πειστική είναι η μουσική του Bach! Τι δύναμη των αποδείξεων! Να αποδεικνύεις και να αποδεικνύεις χωρίς τελειωμό: στην τέχνη το να αποδέχεσαι κάτι καλή τη πίστει είναι ανάξιο του καλλιτέχνη, ανάλαφρο και βαρετό… Δεν πετάμε, ανεβαίνουμε μονάχα σ’ εκείνους τους πύργους που μπορούμε να χτίσουμε.

VI.

Ο Μεσαίωνας μας είναι  πολύτιμος, διότι είχε σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση των πλευρών και των χωρισμάτων. Ποτέ του δεν μπέρδευε διαφορετικές οπτικές γωνίες και το επέκεινα το αντιμετώπιζε με μεγάλη επιφυλακτικότητα. Το ευγενικό κράμα της λογικής και του μυστηρίου και η αίσθηση του κόσμου ως ζωντανής ισορροπίας μας ενώνει μ’ αυτήν την εποχή και μας παρακινεί ν’ αντλούμε δυνάμεις απ’ τα έργα που γεννήθηκαν στο ρωμανικό έδαφος γύρω στα 1200.

Ας αποδεικνύουμε το δίκαιό μας έτσι ώστε ως απάντηση να συνταράσσεται ολόκληρη η αλυσίδα των αιτιών και αιτιατών από το άλφα ως το ωμέγα, ας μάθουμε να κουβαλάμε «πιο ελαφρά και ελεύθερα τα κινητά δεσμά της ύπαρξης».

*Μετάφραση: Ευγενία Κριτσέφτσκαγια

**Από το http://milwntasgiatoxioni.wordpress.com

Franz Kafka, Ποιήματα

kafka001

Στον Όσκαρ Πόλλακ
8 Νοεμβρίου 1903

Ψυχρή είναι σήμερα η μέρα και σκληρή.
Παγωμένα τα σύννεφα.
Οι άνεμοι σέρνουν το κρύο.
Παγωμένοι κι οι άνθρωποι.
Τα βήματα ηχούν σα μέταλλο
Πάνω σε χάλκινες πλάκες,
Και τα μάτια ατενίζουν
Λίμνες λευκές.

Στην παλιά πόλη είναι στημένα
Χριστουγεννιάτικα σπιτάκια με φώτα
Και πολύχρωμα παράθυρα που κοιτούν
Στη μικρή χιονισμένη πλατεία.
Ένας άντρας βαδίζει σιωπηλά
Στη φεγγαρόφωτη πλατεία μες το χιόνι,
Και τη μεγάλη του σκιά φυσά
Ο άνεμος πάνω στα σπιτάκια.

Άνθρωποι που σκοτεινές γέφυρες διαβαίνουν
Βιαστικά στη Λειτουργία πηγαίνουν
Με θαμπά φωτάκια στο χέρι.
Στο γκρίζο ουρανό σύννεφα περνούν
Πάνω από εκκλησίες
Με μισοσκότεινα καμπαναριά.
Κάποιος που σε αντηρίδα εκκλησίας ακουμπά
Το νερό της νύχτας κοιτά,
Με τα χέρια σε πέτρες αρχαίες.

***

Στην Χέντβιχ Βάιλερ
29 Αυγούστου 1907

Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.

Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.

***

Για τον Ούγκο Μπέργκμαν στην Πράγα
20 Νοεμβρίου 1897 (;)

Υπάρχει ένας ερχομός και μια φυγή
Ένας χωρισμός και συχνά καμιά-επιστροφή.

***

Για την Φελίτσε Μπάουερ στο Βερολίνο
11 Δεκεμβρίου 1912

Για τη δεσποινίδα Φελίτσε Μπάουερ
την εύνοιά της να αποκτήσω
με τις αναμνήσεις αυτές
από παλιούς και άτυχους καιρούς.

***

1907/1908

Μες τα σκοκάκια έτρεχα
σα μεθυσμένος δρομέας
κατρακυλώντας στον άνεμο

***

Σεπτέμβριος 1909

Μικρή ψυχή
χορεύεις και πηδάς
στο ζεστό αγέρα το κεφάλι γέρνεις
τα πόδια σηκώνεις πάνω απ’ την χλόη
που αστράφτει και ανεμίζει τρυφερά

***

Οκτώβριος 1917-Ιανουάριος 1918

Δε γνωρίζω την ουσία
δεν έχω το κλειδί
σε φήμες δεν πιστεύω
κατανοητά όλα
γιατί είμαι ο εαυτός μου

Τριών λογιών:
Σαν κάτι να ξενίζει
Να ξεχνάς το βλέμμα
Να κρατάς το κέρδος
Ή απλά δυο λογιών, γιατί το τρίτο στοιχείο
περιέχει το δεύτερο

***

Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1922

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία, στη μακρινή εξορία.
Σε βουνά, σ΄έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.

*Από το βιβλίο “Franz Kafka, Η πληγή και η λέξη”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσαλονίκη 2012. Μετάφραση: Νίκος Βουτυρόπουλος.

παγοθραυστικό

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

15871919_10154910702018874_2360329914987699043_nτο χιόνι, που σκάλιζε το σπίτι,
στον υπόκωφο χρόνο/
κι ένας ένας τους παρέλαυναν
με τις εικόνες φορεμένες στο πρόσωπο,
φωτογραφίες διαβατηρίων
με μισή σφραγίδα
ακόμη νωπή/
ανέκφραστοι
σαν να μη γνωρίζονταν,
στα ταξίδια που βρίσκονταν
ενώ απομάκρυναν/
την υγρή άργιλο της ανάσας τους,
με το φάντασμα
από ένα αχνιστό φιλί/

ακόμη αναρωτιέμαι/

το ξέρουν ότι,
κι αν κόλλησαν τα χείλη
στο σκοτεινό πέλος της θάλασσας/
με μια ακίδα θερμότητας που γεννιέται απ’ τον ίδιο τον αχό τους,
θα ανάψει -και πάλι -η νύχτα τους
σαν παροπλισμένο παγοθραυστικό;

photo: Thomas Annan ‘Old Vennel, Off High street’, 1868 – 1871

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το άνυδρο

friss3

οι κερασιές των ονείρων μας
δεν άνθισαν φέτος
υπέκυψαν στην ξεραΐλα
των άγονων γραμμών
στο κέντρο των μεγαλουπόλεων

οι ανθοφορίες αναβλήθηκαν
στο άνυδρο πεδίο
οι σχέσεις μίσχοι κομμένοι
στη διαλεκτική των στενών δωματίων
των αιθουσών βασανιστηρίων

κάποια πουλιά είπαν θα έρθουν
την άλλη φορά
μα δεν φαίνεται σημάδι τους

όλες οι αμαρτίες ξεπέζεψαν
κατέβαλαν αμαχητί
τους τροχιοδρόμους του μυαλού μας

παρ’ όλα αυτά
η ελπίδα πεθαίνει τελευταία

Βασιλης Βασιλειάδης, όλη ή τεχνολογία γύρω μου

rompot-15871474_1899422323716899_3175432252331033633_n

όλη ή τεχνολογία γύρω μου
τόσο άγρια καί τόσο γρήγορα εξελιγμένη
μέ φοβίζει
ειδικά ή ρομποτική μέ τά ρομπότ
τήν τεχνητή νοημοσύνη
τούς αυτοματισμούς,
έφτυσε από τό μισάνοιχτο παράθυρο ό ανώνυμος ταξιτζής,
αγαπώ τήν δουλειά μου
οδηγός ταξί
αλλά έρχονται από τό κοντινό μέλλον τά αυτοκίνητα δίχως οδηγό,
σέ πέντε-δέκα χρόνια θά είμαι άνεργος,
σέ λιγότερα χρόνια θά μείνει καί ή γυναίκα μου δίχως δουλειά
είναι καθαρίστρια
στόν τομέα τού καθαρισμού προβλέπεται εκατό τοίς εκατό ρομπότ,
γέλασε μέ θυμό
όλοι οί φίλοι μας φοβούνται πώς είναι απλά ζήτημα χρόνου γιά νά χάσουν τή δουλειά τους,
ό ένας είναι γκαρσόν,ό άλλος μάγειρας,ή άλλη κασιέρισα σέ σούπερμαρκετ,
όλοι μας εργάτες
καί όλοι μας ηλίθιοι πού στηρίζουμε αυτούς πού έχουν ετοιμάσει τόν εργασιακό μας θάνατο,
παντελώς ηλίθιοι,
τό χειρότερο είναι πώς όχι μόνο δέν έχουμε αποδεχτεί τήν ηλιθιότητα μας,
αλλά θεωρούμε τούς εαυτούς μας έξυπνους,
είναι νά γελάει κανείς μαζί μας,
άκου κι αυτό
οί συγγραφείς,ποιητές,συντάκτες καί σεναριογράφοι
αλλά καί άλλοι δημιουργοί τής τέχνης
είναι τά επαγγέλματα πού κινδυνεύουν άμεσα,
άκου τί έχουν κάνει οί γαμιόληδες,
έχει κατασκευαστεί ρομπότ πού τού δίνεις τό θέμα
καί σέ ένα δευτερόλεπτο,
ασύλληπτος χρόνος,
μέσα σέ ένα δευτερόλεπτο έχει γράψει τρείς σελίδες,
τά χρησιμοποιούν λέει μυστικά οί μεγάλες εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών σήριαλ,
οί εφημερίδες καί οί μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι,
πόσο μαλάκες είμαστε τελικά?αναρωτήθηκε ό ανώνυμος ταξιτζής
μάς πήρε ό κατήφορος κι εμείς ωραιοποιούμε τό κατρακύλισμα,
εμένα μέ ενδιαφέρουν οί πουτάνες,είπε ό ανώνυμος επιβάτης
νά μήν εξαφανίσει ή ρομποτική τίς πουτάνες,
τίς αγαπώ τίς πουτάνες,μουρμούρισε εξομολογητικά,
έ δέν θά τό πιστέψεις,είπε ό ταξιτζής
αυτό ακριβώς σκεφτόμουν νά σού πώ αλλά μέ πρόλαβες,
στήν Ελβετία
έχουν κατασκευάσει κιόλας ρομπότ πουτάνα
καί γυναίκα γιά τόν άνδρα καί άνδρα πουτάνα γιά τήν γυναίκα
λένε πώς δέν φτουράει μπροστά τους ή ζωντανή πουτάνα,
καί ή γυναίκα καί ό άνδρας είναι καβλιάρηδες καί τζαναμπέτες,
γέλασε δυνατά,
νά σού πώ γιά τή ρομπότ γυναίκα πουτάνα
φορτισμένη μέ τεχνητή νοημοσύνη καί άπειρη φαντασία
σέ γαμάει όπως θέλεις εσύ,
δέν μπορείς νά φανταστείς πόσο τέλεια γκόμενα είναι αυτή ή ρομποτική πουτάνα,
μέ επιδερμίδα βελούδινη,σώμα αγαλματένιο,αναλογίες τέλειες,
τήν κατασκευάζουν όπως θέλεις εσύ,
στήν αρχή λένε πώς θά είναι λίγο ακριβές,
όπως ήταν ακριβές οί έγχρωμες τηλεοράσεις όταν πρωτοβγήκαν,
θυμάσαι τίς εγχρωμες τηλεοράσεις?
κόστιζαν μία περιουσία τότε,
μετά κάποιον χρόνο θά είναι φθηνές,
γιά τό μόνο πού δέν είμαι σίγουρος,αναρωτήθηκε δυνατά ό ταξιτζής
δέν τό έγραφε αυτό,
άν μπορεί νά ιδρώνει σέ ένα τρελό αχαλίνωτο γαμήσι,
αλλά κι άν ιδρώνει τί μυρωδιά θά έχει ό ιδρώτας της,
ποιός όμως δίνει σημασία στίς λεπτομέρειες,απάντησε μόνος του
έτσι κι αλλοιώς καμιά κρεάτινη πουτάνα όταν σέ γαμάει δέν ιδρώνει,
έτσι δέν είναι?ρώτησε τόν ανώνυμο επιβάτη
ά,είναι καί τό θέμα τής μοναξιάς,
πώς θά αντέξεις τήν μοναξιά δίπλα στό ρομπότ πουτάνα,
είναι ένα ζήτημα αυτό,
αλλά τώρα πού τό σκέφτομαι
τόσα καί τόσα δισσεκατομμύρια ζευγαρωμένες μοναξιές σέ όλο τόν κόσμο,
γιά εμάς τούς ζωντανούς,τούς κρεάτινους μιλάω,
αντέχουν ή μία τήν άλλη,
παύση,μετά δυνατό γέλιο,
έ,άν τήν βαρεθείς,αγοράζεις μία δεύτερη ρομπότ πουτάνα,
τήν σπιτώνεις σέ χώρο άλλον
καί τήν έχεις γκόμενα,
γέλασε τόσο δυνατά,πού ξάφνιασε τόν ανώνυμο επιβάτη,,
αυτά είναι λεπτομέρειες συνέχισε,
άν γαμάς εσύ όπως καί όποτε γουστάρεις,
τί σέ ενδιαφέρει ή μοναξιά στή συμβίωση καί ό ιδρώτας στό γαμήσι?
μήπως τώρα πού δισεκατομμύρια άνδρες καί γυναίκες γαμούν καί γαμιώνται βίρτουαλ
κολλημένοι μπροστά στόν υπολογιστή,
εκσπερματώνουν οργασμικά χωρίς νά έχει αγγίξει ό ένας τόν άλλον είναι καλλίτερα?
σκατά είναι,αλλά τό κάνουν,
άκου κι αυτό,συνέχισε ό ταξιτζής
λένε πώς στό ρομπότ γυναίκα πουτάνα
τής έχουν τοποθετήσει μήτρα τέλειας τεχνολογίας
καί πλακούντα υψηλής λειτουργικής νοημοσύνης,
έτσι άν θελήσεις νά αποκτήσεις παιδί,
μία τεχνητή γονιμοποίηση,
καί τό έμβρυο κυοφορείται ζωντανό,
σέ εννιά μήνες γεννημένος άνθρωπος,
παιδί δικό σου,παιδί θνητού καί κρεάτινου,
καί τής ρομποτικής πουτάνας, τής αθάνατης,στό ρόλο τής μαμάς,
χα,χα,χα,
γάμησε τα,μουρμούρισε ό ανώνυμος επιβάτης,
καί άνεργος σέ λίγα χρόνια καί χωρίς πουτάνες,
γάμησε τα,
γιατί?τί δουλειά κάνεις? τόν ρώτησε ό ταξιτζής
δικηγόρος,απάντησε ό ανώνυμος επιβάτης,
τότε γιατί στεναχωριέσαι?
τό μόνο επάγγελμα πού δέν μπορεί νά αγγίξει ή ρομποτική
είναι αυτό τών πελατών σου,
τών εγκληματιών καί τών παράνομων,
όσο αυξάνονται οί πωλήσεις ρομπότ,τόσο περισσότεροι από εμάς θά μένουν άνεργοι,
κι όταν δέν έχεις νά φάς περνάς τό κατώφλι τής παρανομίας άνετα καί ανενδοίαστα,
κι εγώ ίσως είμαι ένας μελλοντικός σου πελάτης,
ό ανώνυμος επιβάτης πλήρωσε τό κόμιστρο
καί χάθηκε στό πλήθος………….