Μάριος Χάκκας, ένας Έλληνας beat
Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου*
Διαβάζει κάποιος το παρακάτω κείμενο. Πολύ σημαδιακό για την ιδεολογία του Μάριου Χάκκα, ενός αποσυνάγωγου, αναρχικού , αριστερού, μποέμ λογοτέχνη. Που θα τον τοποθετήσει;
Όμως δεν θα ’χουμε υπεύθυνο, αρχηγό ή αντιπρόσωπο. Τόσα χρόνια μπουχτίσαμε από θαλαμάρχες, παρεάρχες, ακτινάρχες, όλων των ειδών τους άρχες, όρχεις που μας επέβαλλαν να κατουράμε στη βούτα κατά ομοιόμορφο τρόπο (έπρεπε το κάτουρο να χτυπάει στον τενεκέ αριστερά και πάνω, έτσι και σου ξέφευγε γινόσουν ύποπτος). Ου να χαθούνε. Εμ κι εμείς τ’ ανθρωπάκια που δεχθήκαμε χρόνια να τρώμε στη μάπα τη «ράγια»; Και να σκέφτομαι πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αποδέχονται τους κανόνες μιας τέτοιας ζωής. Τι τους συμβαίνει και χώνονται μέσα στη μάντρα; Πάντως εγώ, απ’ όσο ξέρω και οι φίλοι μου, σε μάντρα δεν ξαναμπαίνω, οποιαδήποτε μάντρα. Αν πρόκειται για λογοτεχνικό σωματείο, γραμματείς, πρόεδρο και ιερατείο, δεν κάνουμε τίποτε. Δεν έχουμε χρόνο πια για μια δοκιμή, κι άλλωστε γιατί να επιχειρήσουμε από δρόμους που ξέρουμε πως δεν οδηγούν πουθενά; Μήπως φταίγαν τα πρόσωπα και οι αρχές παραμένουν αλώβητες; Να τελειώνει αυτό το μπέρδεμα, αρχές και πρόσωπα, μορφή και περιεχόμενο, ιδέες και πράξη, όλα είναι ένα, όταν τα ξεχωρίζετε πάτε να περισώσετε κάτι. Φταίει λοιπόν στο σύνολο αυτή η ίδια η υπόθεση, οι αρχηγοί και τα μέλη, ιεράρχηση και επιτροπάτα, οικουμενικές και μη σύνοδοι με αποφάσεις «πιστεύω». Τίποτα πια δεν πιστεύω, όλα σαβούρα για πέταμα.
Τι είναι αυτό που κάνει τον Μάριο Χάκκα ξεχωριστό;
Όπως φαίνεται και από το παραπάνω απόσπασμα πρόκειται για μια πεζογραφία ενός ατόμου που ψάχνει την ταυτότητά του. Σε όλο του το έργο όπως έχει ήδη παρατηρήσει και ο Αλ. Ζήρας το κεντρικό πρόσωπο αντιπαρατίθεται στο σύνολο, η εσωτερική ζωή βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συμβάσεις, το άτομο απέναντι στις κοινωνικές υποχρεώσεις, αντίθετο με το ιδεολογικό ή οποιοδήποτε συλλογικό όραμα. Υπάρχει πάντα μια διχοστασία μεταξύ υπαρκτής πραγματικότητας και υπαρξιακής μοναδικότητας.
Κι ερχόμαστε στο δεύτερο σημείο καθώς ο συγγραφέας αλλά και οι ήρωες του είναι τα άτομα που βιώνουν μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και μια αφόρητη μοναξιά. Ο επικείμενος θάνατος δυναμώνει την αίσθηση του «χωρίς νόημα κόσμου». Όμως ο Χάκκας δεν πιστεύει όπως ο Κίρκεγκαρντ ότι ο θάνατος δίνει νόημα στη ζωή. Αντιθέτως θα ήθελε να ζήσει πολύ, μια άλλη ζωή, αλλά όμως με έναν διαφορετικό τρόπο: με τη σοφία που του προσέδωσε ο επικείμενος θάνατος του. Ξέρει βέβαια ότι δεν υπάρχει τέτοια διέξοδος. Νιώθει μόνος, είναι μόνος. Μια μονάδα ριγμένη στο άπειρο όπως θεωρούσε τον άνθρωπο ο Χάιντεγκερ.
Η φιλοσοφία του εδράζεται σε μια προσωπική εμπειρία. Ο Χάκκας είναι μόνος, αισθάνεται αβοήθητος, άλλοτε τρομαγμένος κι άλλοτε απογοητευμένος αντιμέτωπος με τον φόβο του θανάτου, τον φόβο του «δεν ταιριάζω με τους άλλους» και καταλήγει σε μια δική του φιλοσοφία, στάση ζωής. Καταλήγει σε έναν ωραίο αναρχισμό, αγανακτισμένο, πρωταρχικό.
Με κούρασαν επιστήμη και κοινωνιολογική ερμηνεία. Επιδιώκω μια κοινωνία που θα γίνουνε τα πάντα μπάχαλα: αστέρες πρώτου μεγέθους να παίζουνε ρόλο κομπάρσου, διαδηλωτές και τανκς μέσα στους δρόμους, ποιος πρώτος ποιος δεύτερος, όλοι να παριστάνουν τους έσχατους (εκτελούσα διαταγές αφεντικό, να σου λένε), ανθρωπάκια που ταξιδεύουν με το λεωφορείο, πρωθυπουργοί που περιμένουν στη στάση σειρά.
Δε με εκφράζει πια καμιά σκοπιμότητα και καμιά λογική, κυρίως το αναπόφευκτο του θανάτου κάποιων κυττάρων, μερικών οργανισμών που κλείνουν τον κύκλο τους και δε θα ξανάρθουν. Ακόμα και στον οργανισμό μου τον ίδιο θέλω να μαλώνουν τα κύτταρα, να επιμένουν τα παλιά, ν’ αντιστέκονται, πεθαμένα πια να μην αποβάλλονται, να παραμένουν εκεί προκαλώντας μια γενική αναστάτωση.
Καταλήγει σε αυτόν τον ατομικό αναρχισμό ξέροντας ότι δοκίμασε ότι υπήρχε στην εποχή του και απέτυχε: Από τη χούνη του Κουταλά φωνάζω κι η φωνή μου χτυπώντας στα βράχια γυρίζει σε μένα. Από ένα τυφλό δωμάτιο πολυκατοικίας φωνάζω κι η φωνή μου βουλιάζει σ΄αφρολέξ καναπέδων. Από τον ύπνο μου – βαθύ πηγάδι – φωνάζω κι η φωνή μου βρίσκει στα σφιγμένα δόντια μου, επιστρέφει και χρωματίζει μαύρα τα σπλάχνα μου.
Παρόλο που διαβάζοντάς τον ξέρουμε ότι τα περισσότερα στοιχεία είναι αυτοβιογραφικά εντούτοις κατανοούμε ότι όσα γράφει αφορούν πολλούς, πολύ περισσότερους από όσους πιστεύουμε. Γίνεται σηματωρός μια εποχής , ίσως και πολλών εποχών. Όταν γράφει Πόσο φυράναν οι ιδέες, πόσο λιγόστεψαν οι αφελείς σ΄αυτό τον κόσμο και οι ήρωες νομίζω ότι εκφράζει προδρομικά κάτι βαθύτερο του οποίου εμείς οι νεώτεροι αργήσαμε να γίνουμε κοινωνοί. Δε μου αρέσουνε οι τέλειες κοινωνίες, οι αισθητικές και οι αρμονίες. Όλα να πάσχουνε κάπου, σώματα, σύμπαν κι ομάδες κατά γκρεμού κι επιπλέον καμιά όρεξη για νέο στήσιμο. Αντίθετα, μανία για περισσότερα χαλάσματα γύρω. Έτσι κι αλλιώς κι αυτοί που λένε πως σιάχνουνε, κυβερνήσεις παπάδες, μυστήρια, περισσότερο όλεθρο σκορπίζουν τριγύρω τους.
Ας σκεφτούμε ότι αυτά τα λέει το ΄60, πριν γίνει ο Μάης ΄68 , πολύ πριν πέσει το τείχος του Βερολίνου και καταρρεύσει ο υπαρκτός και συμπαρασύρει οράματα γενεών στο διάβα του.
Προσωπικά βρίσκω αρκετά κοινά σημεία με τους έλληνες υπαρξιστές- ένα βραχύβιο κίνημα. Δεν ξέρω πόσο τους ήξερε κι αν τον γοήτευαν καθόλου αλλά διαβάζοντας το Κοινόβιο διαπιστώνεις , όχι τόσο φράσεις, όσο περισσότερο εικόνες και διάθεση που θυμίζουν το κίνημα της Ιπτάμενης Παράγκας του Σίμου του υπαρξιστή. Κι αυτοί είχαν χιούμορ , λέγανε τσιτάτα όπως Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΣΙΜΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ!» ή το άλλο «ΑΝ ΑΠΕΛΠΙΣΤΕΙΣ, ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ!», και είχαν αυτό το χιούμορ ,άλλοτε υποδόριο, άλλοτε δηκτικό, αντιθετικό ως προς την όποια καθεστηκυία τάξη, όταν πήγαιναν σε συγκεντρώσεις και τους πέρναγαν για παράταιρους ή χαφιέδες, είχαν κάτι κοινό με τον αποσυνάγωγο Χάκκα, και τη θέλησή του να απαρνηθεί τα πάντα. Απλώς οι υπαρξιστές εκείνοι ήταν πιο χαρούμενοι, οργάνωναν πάρτυ, χόρευαν μπούγκι, έκαναν τρέλες.
Τα παραληρηματικά κείμενο του Κοινόβιου και του «Τα τελευταία μου» θυμίζουν σε πολλά τους αμερικάνους μπητ. Όπως το «Ουρλιαχτό” του Γκίνσμπεργκ:
Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα,
υστερικά γυμνά και λιμασμένα,
να σέρνονται μέσα στους νέγρικους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
μιαν αναγκαία δόση,
(…….)
που πρόταξαν τους εγκεφάλους τους γυμνούς στον ουρανό
κάτω απ’ τον Εναέριο σιδηρόδρομο και είδαν
αγγέλους Μωαμεθανούς να τρεκλίζουν φωτισμένοι σε ταράτσες πολυκατοικιών,
που πέρασαν απ’ τα πανεπιστήμια με ήρεμα ακτινοβόλα μάτια με παραισθήσεις
του Αρκάνσας και τραγωδία με το φως του Μπλαίηκ ανάμεσα στους μελετητές
του πολέμου,
που διώχτηκαν απ’ τις ακαδημίες λόγω τρέλας και έκδοσης
στίχων ανήθικων στου κρανίου τα παράθυρα,
που διπλώθηκαν από τον φόβο ξεντυμένοι σε αξύριστα δωμάτια, καίγοντας
τα λεφτά τους στα καλάθια των αχρήστων και ακούγοντας τον Τρόμο
μέσ’ απ’ τον τοίχο…
Βρίσκω ομοιότητες και με τον Τζακ Κέρουακ σε δύο θέματα: στη σχέση με τη φιλία και το αυθόρμητο της γραφής. Οι μπίτνικ ήταν μια παρέα με κοινό τρόπο σκέψης. Ο Κέρουακ ήταν τυχερός έζησε όλη του τη ζωή με μια παρέα ομοειδή και ομόγνωμη. Ο Χάκκας είχε μια άλλου είδους παρέα, περισσότερο φιλική και λιγότερο ομογνωμική. Γι αυτούς οραματίζεται ένα κοινόβιο: για τον ζωγράφο Δημήτρη, τον Φαίδωνα που είχε τέλος φρικτό- έγινε ανώτερος υπάλληλος, τον Τσαούση – ακόμα χειρότερα – ήταν παντρεμένος, τον Νότη- περιμένει παιδί, τον γιατρό με τα άγχη του και τον ποιητή Γκόρπα, τρελαμένος κι αυτός- αλλά ίσως πιο κοντά του. Όμως τους χάρηκε τους φίλους του μέσα σε ένα στενό σαλονάκι ενός φτωχικού ιατρείου, από εκεί ταξίδευαν και δεν είχαν ανάγκη να κάνουν ούτε βήμα προς την πιο κοντινή ταβέρνα.
Η περίφημη παρέα του Κέρουακ έβαλε σκοπό να αλλάξει τη λογοτεχνία, απλοποιώντας τις φόρμες και απαλείφοντας τα περίτεχνα σχήματα λόγου. Για τον Κέρουακ είπαν ότι «Στο Δρόμο» είχε μια ακατέργαστη, φαινομενικά ανύπαρκτη φόρμα με τις ασύντακτες παραγράφους και το φτωχό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, πράγμα βέβαια που δεν το εμπόδισε να γίνει το βιβλίο-αναφοράς του κινήματος της δεκαετίας του ’50. Γιατί Η «αυθόρμητη πρόζα», όπως το έλεγε ο Κέρουακ, η αδιαμεσολάβητη φόρμα δηλαδή μπορεί να μεταγγίσει απευθείας το περιεχόμενο στον αναγνώστη, προκαλώντας ένα «σοκ τηλεπάθειας», όπως στο Κοινόβιο ή στο «Τα τελευταία μου». Ειδικά σε αυτό το τελευταίο όπου σε κατάσταση παράκρουσης όσο ανεβαίνει ο πυρετός ο συγγραφέας ταξιδεύει προς το ουράνιο τόξο, συναντά απίθανους ανθρώπους, όπως μια παγκόσμια πρωταθλήτρια δρόμων, και μια υπέροχη σεξουαλική γυναίκα και μετά αρχίζει να κατεβαίνει καθώς πέφτει ο πυρετός. Μάλιστα συναντά έναν με μεγάλη άσπρη γενιάδα – τον Άγιο Πέτρο- και του ζητά ακόμα και να πεθάνει να μπορεί να συνεχίσει να γράφει, ή έστω να πάρει μια παράταση για να βγάλει ένα φτενό βιβλιαράκι. Ο άγιος του το αρνείται και ο Χάκκας του λέει ‘θα αναγκαστώ να το γράψω στα πρόχειρα – που καιρός για καλλιγραφίες…- και θαναι εναντίον σου!
Άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι όπως ο Κέρουακ έτσι και ο Χάκκας πάλευε μέχρι τέλος με τους προσωπικούς του δαίμονες, τόσο τους λογοτεχνικούς, όσο και τους πραγματικούς. Ο Χάκκας στο τέλος γράφει απίθανα ωραία παραληρηματικά κείμενα, από όπου περνάει η οικογενειακή καταπίεση ( η σκηνή με το κορίτσι και το αρνάκι που διακόπτεται από την αυστηρή μητέρα), το γενετήσιο ανικανοποίητο ( η ανάγκη να τα έχει με μια πραγματικά ωραία γυναίκα με ψηλά καπούλια και γεμάτο στήθος), ο χρόνος που δεν του φτάνει γιατί άρχισε αργά να γράφει κι αργά να αποστασιοποιείται από τη βιωτή και το αριστερό όραμα.
Παρά την ειρωνεία και τον σαρκασμό ο Μάριος Χάκκας παραμένει πιστός σε ένα όραμα της νιότης. Με την «ωραία υπεροψία του ανυπεράσπιστου» – όπως θα έλεγε ο Γιάννης Ρίτσος στην «Φαίδρα», θα το ανακαλεί συχνά και θα θυμίζει ότι αυτή ήταν η ζωή του. Έχει ένα ωραίο όσο και ενδεικτικό κείμενο «Μπροστά σ΄ένα τάφο», όταν επισκέπτεται τον τάφο του Μαρξ στο Λονδίνο , που είχε παέι για τη θεραπεία του:
Όλα ξεκίνησαν απ’ αυτό το γρανιτένιο κεφάλι που στέκει μπροστά μου, κι εκείνοι κι οι άλλοι, κι ετούτοι κι οι μετέπειτα, κι οι καλοί κι οι κακοί, μόνο που οι καλοί βγήκαν γρήγορα από τη μέση, πλάκωσαν τα ντουγκασβίλια και τους ξεπάστρεψαν έτσι που μείναν πάνω μόνο οι αχώνευτοι. Θα μου πείτε “βρέστε μου μια κατσαρόλα που να βράζει το γάλα χωρίς να το χύνει”. Αυτό προσπαθώ τόσα χρόνια, κάθε πρωί λέω να προσέξω για να μη φουσκώσει και πάντα την παθαίνω. Έτσι την πάθαμε όλοι, κι ίσως κι ο ίδιος ο Μαρξ, γιατί δεν πιστεύω να ήθελε αυτούς τους αχώνευτους.
Θα μπορούσε κανείς να βρει ομοιότητες και με τον Αντρέα Φραγκιά στην παρουσίαση των χαμηλών κοινωνικών τάξεων, να τον θεωρήσει ποιητικό πρόδρομος του αναρχισμού του Λευτέρη Πούλιου κ.τ.λ. Αλλά μάλλον κάπου στο βάθος ο Μάριος Χάκκας παραμένει ακατάταχτος και αποσυνάγωγος.
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα, Νο 7, αλλά εμείς το πήραμε από εδώ: http://www.oanagnostis.gr/μάριος-χάκκας-ένας-έλληνας-beat/
Nikos LeFou Pierrot Ziakas, Οι υπόνομοι ξερνάνε πεταλούδες
Δώδεκα και είκοσι δυο
ένα ρετάλι σώμα ντύνεσαι Σάββατο βγαλμένο δέρμα, στάχτη στο καφέ
και τρεις χτυπάς φορές στο πάτωμα
να σε ακούσει κάποιος
αλλά είσαι στο υπόγειο
οι τοίχοι με γυρισμένη πλάτη
τώρα μαθαίνεις τις λέξεις με γρατζουνιές
κάνεις το σώμα σου τρίτο δεύτερο κωλάδικο στον Έβρο
στάση για φαντάρους και νταλικέρηδες
το κατάστημα διαθέτει ευρύχωρο πάρκινγκ
κι άλλες ανέσεις
το σόου ξεκινάει αυστηρά σε μια κάποια συγκεκριμένη ώρα
κι από τότε μετράς αμέτρητα υπεραστικά δρομολόγια
θα μου άρεσε να σου πω “εντός μου”
αλλά έχουν περάσει μόλις είκοσι λεπτά
κι ήδη σε γεύομαι νερό
σε κάνω χώμα / σπασμένο δέρμα
όπως μαθαίνω τη σημασία του ρήματος
“Έρχομαι”
το τρόμο της λέξης “εποχή”
γιατί κρύβει μέσα τον χρόνο
κι εσύ κάνεις την ηχώ μέσα στο κούφιο μου
μια και δεκατέσσερα
τρυπώνω σε μια εσοχή του σύμπαντος
όπου σε μυρίζω θάλασσα
μου γνέφεις αγάπη
όπου είσαι κάτι ωκεάνιο
είμαι κάτι όμορφο
τα δέντρα δεν έχουν κρεμασμένους
η μουσική δεν σπάει κόκκαλα
όπου ξεριζώνεις το στέρνο μου
και βρίσκεις πάλι εσένα
όπου το μέλλον δεν είναι στραμμένο στο κρόταφο
το σώμα σου είναι εκδρομή
τα δόντια μου στη θέση τους
όπου είμαστε χρυσόψαρα στη γυάλα
σε μαθαίνω κάθε φορά από την αρχή
όπου αγαπιόμαστε έτσι κι αλλιώς
χωρίς ποιήματα κι επαναστάσεις
τώρα πετάω πάνω απο τη πόλη
και βρίσκω πάνω στα παράθυρα
είμαι το κρύο στις φυλακές Γενάρη μήνα
το λασπωμένο προαύλιο
η άδεια μεριά στο κρεβάτι
το ατυχές του συμβάντος
το απόβαρο του ανθρώπου
κι όλο γυρίζει μια λόξα στο ταβάνι
που
/
δεν μπορεί
/
θα της γυρίσει το μάτι.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.
3 ποιήματα, Izet Sarajlić | μτφρ. Μαρία Δούμπα

Το πρόσινο ζευγάρι υποζύγιο
Με πράσινο ζευγάρι υποζύγιο
έμπαινε στην πόλη
η Άνοιξη.
Φτερά χήνας παίρνανε οι συγγραφείς
και τη χαιρέταγαν
με διθυράμβους.
Τώρα αεροπλάνα-τούρμπο φτερουγίζουν
κι οι συγγραφείς όλο και πιο σπάνια
για την Άνοιξη γράφουν.
View original post 338 more words
Μιχάλης Κατσαρός, Ὁ Δοῦλος
Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.
*Το ποίημα δημοσιεύτηκε και στο 4 Ατέχνως στο http://atexnos.gr/ο-δούλος/ από όπου πήραμε τη φωτογραφία της ανάρτησης.
Joaquin O. Giannuzzi, Τρία ποιήματα
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ
Κανένας κήπος δε μιλά για τον καλλιεργητή του·
να ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές
που διαλαλούν την ομορφιά τους·
ένα αυλάκι κίτρινες γλαδιόλες που βλασταίνουν
σα στροβιλίσουν τα πράσινα σπαθιά τους
και στα θεμέλια του φράχτη που τον περιβάλλει,
ένας υγρός ψίθυρος από βιολέτες.
Σε τίποτα απ’ αυτά
δεν αναγνωρίζω την καταθλιπτική μου φύση
ούτε στην τάξη του
τις ψευδαισθήσεις του μυαλού μου.
Το τοπίο ανασαίνει
αντίστροφα από μένα·
το παρόν του είναι φύλλα σπιλωμένα απ’ τον ήλιο
που συνδιαλέγονται μόνο με τον άνεμο,
ενώ για πάντα ξένο σε τούτο το βασίλειο,
το παρελθόν μου κείτεται κάτω στο χορτάρι.
ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΛΟΓΟ
Αγόρασα καφέ, τσιγάρα, σπίρτα.
Κάπνισα, ήπια
και πιστός στην κοσμοθεωρία μου
ανέβασα τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι.
Πενήντα χρόνια και μια σιγουριά καταδικασμένου.
Όπως όλος ο κόσμος απέτυχα αθόρυβα.
Πριν πέσω για ύπνο καταγράφω την απογοήτευσή μου.
Αυτό μπορώ να προσφέρω σ’ έναν κόσμο
που απαιτεί από μένα μια ζωή που δε μου ταιριάζει.
Ή ίσως να πρόκειται για κάτι άλλο. Ίσως να
υπήρξε ένα διαφορετικό σχέδιο για μένα.
Ένας λαχνός να ήμουνα που χάθηκε
σε κάποια λοταρία.
Μου αρκεί αυτό.
Ένα ανολοκλήρωτο ποίημα,
ένα υπόλοιπο καφέ σε μια κούπα
που για κάποιο λόγο
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τελειώσω.
ΠΟΙΗΤΙΚΗ
Η ποίηση δε γεννιέται.
Βρίσκεται εκεί, στη διάθεση
όλων των στομάτων
να επαναληφθεί, ν’ απαγγελθεί
πλήρης και αυτούσια.
Εσύ, αφότου ξύπνησες τούτο το πρωινό,
είδες πράγματα, εδώ και εκεί,
αντικείμενα, για παράδειγμα.
Πάνω στο ηλιόφωτο τραπέζι σου
ας πούμε ότι είδες μια λάμπα,
ένα τρανζίστορ, μια γαλάζια κούπα.
Είδες κάθε πράγμα μονάχο του
και είδες το σύνολό του.
Όλο αυτό είχε ήδη όνομα.
Ήταν ήδη γραμμένο έτσι.
Χρειαζόταν άλλη γλώσσα,
άλλο χέρι, άλλα μάτια;
Δεν προσθέτει
Δεν παραμορφώνει
Δε μεταλλάσει
η μουσική του χώρου.
Ποίηση είναι αυτό που φαίνεται.
*Aπό το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, σε μετάφραση Στάθη Ιντζέ. Α’ έκδοση: Φεβρουάριος 2014, ανατύπωση: Δεκέμβριος 2016.
**Αναδημοσίευση από το http://www.thraca.gr/2016/12/joaquin-o-giannuzzi-2014.html
Γιώργος Θέμελης, Άφησε να κοιτάξω
Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)
Μάνος Χατζιδάκις, Τα λιανοτράγουδα (στίχοι: από δημοτικά τραγούδια)
[τραγούδι: Δημήτρης Ψαριανός & Φλέρυ Νταντωνάκη / δίσκος: Ο Μεγάλος Ερωτικός (1972)]
[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]
Άφησε να κοιτάξω
Άφησε να κοιτάξω το πρόσωπό σου
Στην ήρεμη αστροφεγγιά που κοιμούνται οι άνεμοι
Στους βράχους στα νερά στις όχθες που αναπνέουν
Στην ήρεμη αστροφεγγιά περπατεί ένας ήσκιος
Γνώριμος ήσκιος τον βλέπουνε τ’ άστρα μονάχα
Και τα όνειρα που δοκίμασαν ομορφιά και τρόμο
Δεν ακούς τα φτερά που διπλώνουν τη λησμονιά τους
Το κύμα πεθαίνει στα πόδια μας μετρώντας
Τους αιώνες της θάλασσας της καρδιάς μας τους χτύπους
Τα πλοία δεν κινούνται κρεμάστηκαν στο βλέμμα σου
Τα μάτια περιμένουν τον ήλιο σου για ν’ ανοίξουν
Τα δροσερά τους πέταλα από φως και θλίψη
Κυνηγώ τη σκιά σου ανάμεσα στα σχήματα
Αναζητώ το χέρι σου από άστρο σε άστρο
Άφησε να κοιτάξω το πρόσωπό σου
Σαν το φεγγάρι που κοιτάζεται στον ύπνο…
View original post 121 more words
Επτά μικρά ποιήματα του Kenneth Rexroth με ισάριθμα σχέδια του Clifford Harper
Γάτα
Υπάρχουν πολλά ποιήματα
σχετικά με τις γάτες. Προσοχή σε όσους
αγαπούν τις γάτες, έχουν κάπου
κρυμμένη μια απογοήτευση
και θα στην κολλήσουν εάν μπορέσουν.
Αλεπού
Η αλεπού είναι πολύ έξυπνη.
Στην Αγγλία οι άνθρωποι ντύνονται
σαν υπηρέτες των κινηματογραφικών αστέρων
και κυνηγούν έφιπποι την αλεπού.
Μάλλον αφήνουν τα σκυλιά να την κυνηγούν
και αυτοί έρχονται από πίσω.
Όταν τα σκυλιά κομματιάσουν την αλεπού
τρίβουν το αίμα της
στα πρόσωπα νεαρών κοριτσιών.
Αν είσαι έξυπνος, μην αφήσεις κανένα να το μάθει,
και ειδικά τους Άγγλους.
Τράγος
Το Τ είναι το πρώτο γράμμα για τον τράγο
αλλά επίσης και για τον τετραπέρατο.
Αν είσαι τέτοιος,
μάθε από τον άλλο, αφού
συνδυάζει εξημέρωση, σεξουαλικότητα
και ανεξαρτησία.
Άνδρας
Κάποια μέρα, αν είσαι τυχερός,
ο καθένας θα έχει ένα για τον εαυτό του.
Δοκίμασέ το πριν το πάρεις.
Κάποια είδη γίνονται από σόγια.
Δώστου να φάει πολλά και να κοιμηθεί.
Φέρσου του ευγενικά και πάντοτε
θα κάνει αυτό που θέλεις.
Πέστροφα
Η πέστροφα πιάνεται όταν δαγκώνει
το δόλωμα από ψεύτικη μύγα.
Όταν αντιμετωπίζεις μιαν απάτη,
κράτα το στόμα σου κλειστό
και μην προσφέρεσαι.
Θείος Σαμ
Σαν το μονόκερο, ο θείος Σαμ
είναι αυτό που λέμε μύθος.
Ο Πλάτων έγραψε ένα βιβλίο που είναι
μια απόκρυφη συνομωσία
παιδεραστών-κυρίων.
Εκεί λέει ότι οι ιδέες
είναι πιο υπέροχα πραγματικές
από την πραγματικότητα και οι μύθοι
βοηθούν τους ανθρώπους να μένουν στα σπίτια τους.
Αφότου δεν πρόκειται ποτέ να γίνετε
κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις
παιδεραστές-κύριοι, είναι καλύτερα
ν’ αφήσετε αυτές τις ποτισμένες με αίμα ιδέες,
σ’ εκείνους που τις βρίσκουν χρήσιμες.
Μονόκερος
Ο μονόκερος υποτίθεται
πως ψάχνει ένα κορίτσι για να βάλει
το κεφάλι του στον ώμο του και να κλάψει,
και τότε αυτή θα του κλέψει το κέρας.
Η παρθενία είναι γνωστή σαν στέρηση.
Είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί
οποιαδήποτε δικαιολογία
για κάτι που δεν υπάρχει.
Όμως, στα νεανικά σας χρόνια,
μπορεί να συναντήσετε έναν μονόκερο.
Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα καλύτερα
από το κέρας ενός μονόκερου.
*Από το βιβλίο “Κτηνολογία”, σε ποίηση Kenneth Rexroth και σχέδια Clifford Harper. Εκδόσεις “Ελευθεριακή Κουλτούρα”, Αθήνα, Δεκέμβρης 1995.
Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 4 February
Poetic inspirations @ Emerald is on in 2017
First reading of the year is in
Saturday 4 February, 11.45am-1.45pm
at Emerald Hill Library & Heritage Centre
with
Petr Malapanis
Ant Doig
Gabrielle Everall
plus open mic
195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)
Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month
The following Reading dates through out 2017 are as follows:
1 April
3 June
5 August
7 October
2 December
(always 11.45am -1.45pm)
For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342 – Emerald Library and Heritage Centre Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.
Αντώνης Στασινόπουλος, Έξι ποιήματα
Αναμονή
Κουραστική μέρα
ξαπόστασα στου δειλινού τ’ απάγκιο.
Τι θα γίνει αυτή τη νύχτα;
Πώς θα περάσει;
Θα μου χτυπήσουν την πόρτα αερικά;
Το πάτωμα τρίζει
λες και ψιθυρίζει την αγωνία μου.
***
Κάθε μέρα
Σκέψεις τρέχουν γάργαρες
σε διάσπαρτα ρυάκια.
Σμίγουν με το απέραντο της θάλασσας.
Ναυαγός δρασκελίζω το αρμυρό νερό
στην αμμουδιά να μαζέψω πετραδάκια τις σκέψεις μου.
Φτιάχνω ένα βουνό.
κι ας ξέρω ότι στην προσπάθεια να το ανέβω
ίσως κατρακυλήσω στους πρόποδες.
***
Ο ποιητής
Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.
***
Σκίρτημα
Τα δάχτυλα κιτρινισμένα από τη νικοτίνη
τα βλέφαρα βαριά
μέθη.
Ματιές ανταλλάσσονται
φλόγα διαπερνά το κορμί.
Έρωτας χτυπά την πόρτα
στο ρυθμό του βοώντος αγέρα.
***
Μαζί
Γυαλίζομαι στον καθρέφτη των μαλλιών σου
το πρόσωπό μου αλλαγμένο.
Σαν κάποιος άλλος.
Μα έχω εσένα στην αγκαλιά μου
και ταξιδεύουμε.
***
Να μ’ αγαπάς
Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτι σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.
*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.















