Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Ένα ποίημα

15874631_585416758319540_4830991239259552966_o

Αδειάζω
από τις φιλικές
λέξεις,
δεν εμπιστεύονται τα χέρια
το χρόνο
μου,
με στίχους
τον σκοτώνω κάθε
μέρα.
~
Για να μ’ ακούς,
όσο πληθαίνουν οι μέρες τόσο
λιγοστεύει
το φως.
Είναι που γίνομαι αυτός,
αυτό
είναι που
με ξεράβει.
~
Και γελώ,
γιατί νοιώθω το σφιγμό μου
να γίνεται ταξίδι.
Μακρινό,
εκεί έξω με όλα στον ίδιο φωτισμό,
απλά κουτιά
με φόβους.
~
(alexmil)

*Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Αλέξανδρου Μηλιορίδη στο Facebook. Η φωτογραφία είναι του ιδίου. Λέει για τη φωτογραφία: “Η φωτογραφία είναι από το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ο στόχος είναι να δώσω την εικόνα μιας άγνωστης πόλης, όπου το φάσμα του ορατού δημιουργεί Καφκικούς χωρόχρονους, σαν να αιωρείται ψηλά μια γιγαντιαία μέδουσα μεταλλική που εκπέμπει φόβο”.

PMQs by Di Coffey

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Can the Prime Minister tell us
if she gives a fuck
about the thousands relying on food banks?
And what about army vet, Bob,
who sleeps under a bridge?
Can we find a nearer treatment centre
for Lil’s kid who has mental health problems
and put an end to suicides among
the mentally ill forced to take jobs?
And can home-care be arranged for Martha
who’s been bed-blocking for months?

Is the Prime Minister aware that
the rent on Tom’s flat has increased
in parallel with his decrease in wages
and that elderly Cath, living in the sticks,
misses the library bus that
brought the world to her door?
Does the prime Minister give a damn
about London being cleansed
of unemployed families, forcing them
to live in cheaper houses up North?

Will the Prime Minister prevent
police and firemen’s jobs being cut?
What will she do about families
who…

View original post 54 more words

Μάριο Μπενεντέτι, Απόσπασμα

presos-polc3adticos-libertad

Δεν κάνει κάποιος πάντα αυτό που θέλει
ίσως να μην μπορεί
για αυτό είμαι εδώ
να σε κοιτάζω και να μου λείπεις.
Γι’ αυτό δεν μπορώ να σου ανακατέψω τα μαλλάκια
ούτε να σε βοηθήσω με τον πίνακα του πολλαπλασιασμού
ούτε να παλέψουμε.
Εσύ το ξέρεις ήδη πώς έπρεπε να διαλέξω άλλα παιχνίδια
και πώς τα έπαιξα στα σοβαρά.
Κι έπαιξα για παράδειγμα κλέφτες και αστυνόμους
αλλά οι κλέφτες ήταν οι αστυνόμοι.
Κι έπαιξα κρυφτό
αλλά άμα σε έπιαναν σε σκότωναν
Κι έπαιξα κυνηγητό
και λερώθηκα
αλλά οι λεκέδες ήταν απο αίμα.
Παιδί μου αν και είσαι μικρός
πιστεύω πως πρέπει να σου πω την αλήθεια
για να μην την ξεχάσεις.
Γι αυτό δεν σου κρύβω πως μου έκαναν ηλεκτροσόκ
πως σχεδόν μου σακάτεψαν τα νεφρά
όλες αυτές οι πληγές, τα τραύματα και τα πρηξίματα
που τα στρογγυλά σου μάτια
κοιτούν υπνωτισμένα
είναι δυνατές κλωτσιές
από μπότες στο πρόσωπο
υπερβολικός πόνος για να στον κρύψω
υπερβολικός βασανισμός για να τον σβήσω.
Επίσης είναι καλό να ξέρεις
πως ο γέρος σου σιώπησε
ή έβρισε σαν τρελός
που είναι κι αυτός ένας όμορφος τρόπος να σιωπάς.
Και πως ο γέρος σου ξέχασε όλους τους αριθμούς
(γι ΄αυτό δεν θα μπορούσα να σε βοηθήσω με τον πολλαπλασιασμό)
και όλα τα τηλεφώνα.
Και τους δρόμους και τα χρώματα των ματιών
και τα μαλλιά και τις ουλές
και σε ποιά γωνία
ποιό μπάρ
ποιά στάση
ποιό σπίτι.
Και να θυμάται εσένα
το προσωπάκι σου
τον βοηθούσε να σωπάσει.
Είναι άλλο πράγμα να πεθαίνεις από τον πόνο
και άλλο να πεθαίινεις από ντροπή.
Γι’ αυτό τώρα
μπορείς να με ρωτήσεις
και κυριώς εγω μπορώ
να απαντήσω.
Κάποιος δεν κάνει πάντα αυτό που θέλει
αλλά έχει δικαίωμα να μην κάνει αυτό που δεν θέλει
Κλάψε τώρα παδί μου,
είναι σαχλαμάρες
πως οι άντρες δεν κλαίνε
εδώ κλαίμε όλοι.
Φωνάζουμε, ουρλιάζουμε,κλαίμε, κραυγάζουμε, καταριόμαστε
γιατί είναι καλύτερο να κλαίς παρά να προδίδεις
γιατι ειναι καλύτερο να κλαίς παρα να σε προδίδουν.
Κλάψε
αλλά μην ξεχνάς.»

*Αναδημοσίευση από το https://riotinthedunes.wordpress.com/2017/01/07/hombre-preso-que-mira-a-su-hijo-mario-benedetti-φυλακισμένος-που-κοιτά-το-γι/ Οι ίδιοι είναι υπεύθυνοι για τη μετάφραση.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Ποιήματα

o-%ce%ba%cf%8d%ce%ba%ce%bb%ce%bf%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b1%ce%bd%cf%8e%ce%bd_palinodiae

Vaucluse

Cercato ho sempre solitaria vita

Μοναξιά ζηλευτή ενός Πετράρχη
μές στη γαλήνια κλειστή κοιλάδα
όπου η καθάρια Sorgues γενιέται.

Εκεί το είδωλό του να ξεχάσει επιζητούσε,
εκεί τες δόξες και τιμές που τον κατέτραχαν,
εκεί τη μισητή του Avenio (*) και την αυλή τη.

Από την ποίησι, τη λήθη και τη σιωπή
τον αποσκοπούσαν μοναχά των σκυλλιών υλακές
από μακριά αναγγέλοντας τον ταχυδρόμο.

* Avenio (λατινικά = Avignon)

***

Από τους πρώτους

E pereio che egli alquanto tenea
Della opinione degli Epicuri, si diceva
Tra la gente volgare che queste sue
Speculazioni erano solo in cercare se
Trovar si potese che Iddio non fosse.
Boccaccio, giorn. Secta, nov. IX.

Καθώς που διέσχιζε τη Φλωρεντία καβαλλάρης,
περίλυπος ή μάλλον περιφρονητής,
messer Γουίδος Καβαλκάντι – ποιητής –
του Καβαλκάντε ντι Καβαλκάντι ο γυιός,
οι δεισιδαίμονες πολίτες παραμέριζαν
με κάποιο φόβο ή και σεβασμό
κρυφομιλόντας, κρυδείχνοντάς τον – και
“πως κάποιο καινούργιο επιχείρημα κατά της ύπαρξης
Θεού, θα ζήταε βέβαια (πως νάτανε να μην υπήρχε)
πιαίνοντας έτσι, πάντα μόνος, σκεπτικός”.

***

Λάουρα

Τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης
αθάνατη κατέστησε μές τους αιώνες.

Σήμερα ακόμη, δειλινές κάποιες ώρες, περνόντας
από της Avignon μια παληά συνοικία,
ριγά κανείς γλυκά θωρώντας

να βγαίνει μεγαλόπρεπη από μιαν εκκλησία
λεπτή, ξανθή, γαλανομμάτα
τη Λάουρα π’ αγάπησε ο Πετράρχης.

***

Η Λάουρες και η Βεατρίκες

… Μα πρέπει να μαντεύαν
τα μέλη ιδανικού κορμιού υπό ποδήρη εσθήτα,
ειδωλολατρικό να τους οδήγα ένα ένστικτο,
γιατί ο βαθύς των έρωτας
όσο σεμνός να τους φαινόταν κι ιερός
κύριος και δεσπότης δεν ήταν της ψυχής των μόνο
μα πύρωνε κι ολόκληρη τη σάρκα των.

***

maxresdefault

Roc de Chere

Λευκό σαν αλκυών, στη γαλανή λίμνη γλυστρούσε
το βαποράκι μας, μπροστά απ’ το Βράχο των Πνιγμένω,
κι εγώ θυμήθηκα σκοπό, παληό, που μ’ αρρωστούσε
(κάποιες Σειρήνες με καλούν, ακόμα, π’ αλαργαίνω).

Αλλά σε μια πιο δυνατή, του ζέφυρου πνοή,
ν΄ απομακρύνωθέλησα τη νοσηρή μαγεία,
σαν Οδυσσέας βούλωσα τ’ ατιά μου με κερί
κι άπληστα ωσφράνθηκα μια ροδοδέντρων ευωδία.

***

Πάνω σ’ ένα αίσθημα φραγκισκανό

Ω ποια γλυκειά συγκίνησις,
όταν της “αδελφής βροχής”
και τα πουλάκια κρύβονται
και σαν ταπέτα απλώνονται

Όλες οι θλίψεις φεύγουνε
Μη νάναι δάκρυα χαράς
που ξανά με ριζώνουνε
και κάνουν κι αναβλύζουνε

ποια μέθη με κρατά
αρχίζει η μουσική
στις στέγες, στα κλαριά
φύλλα και φλοιοί πλατώνων.

σα νάσαν χελιδόνια
η στάλες της βροχής
βαθειά μέσα στη γη
παληές πηγές ζωής;

***

Βροχή

Τη στέγη δέρνει μια βροχή σα να της κουβεντιάζει,
στο παραθύρι το κλειστό χονδρές κυλούν η στάλες,
μαστιγωμένη απ’ το Βορρηά βουίζει η καπνοδόχη.

Σύννεφα μαύρα οδοιπορούν στον ουρανό τον γκρίζο
ωσάν ιππότες θλιβεροί σε κάπες τυλισμένοι,
οπού προσμένουν τα πουλιά μαντάτα να τους φέρουν.

Κλειστός μέσα στην κάμαρη, αφίνομαι σε μνήμες…
Τόρα κατάσπρων λιμανιών θυμάμαι την ασφάλεια
ενώ σφοδρά στο πέλαγος μαίνετο η καταιγίδα,

και τόρα ενός αρχοντικού, τη ζεστασιά, το πλούτος…
Ή μιας καλύβας στο βουνό, τη φτωχική συμπόνια…
τα χείλη τα πονετικά π’ από αντροπή σωπαίναν.

Θάθελα πράγματα πολλά νάλεγα αυτή την ώρα…
Νάκλαιγα και να γέλαγα… Μ’ ανήμπορος, το νιόθω,
σκύβω πάνω στο στήθος μου κι αφίνομαι στη ρέμβη

Παρίσι, Μάρτης 1927

***

Το κοιμητήρι

Ύστερη των χωριάτων κατοικία,
το κοιμητήρι, γύρω από την εκκλησία
κείται, χωρίς καμιά στο νου, έγνοια να δίνει.

Κορόνες κι αγριολούλουδα μόν το στολίζουν
κομπαστικές επιγραφές κει δεν θα βρήτε
γιατί απλοί σταθήκαν όλοι στη ζωή τους.

Γύρω του όπως πάλι, να! παντού η ζωή αργάει,
χοχλά η γης, οι κάμποι προχωράνε,
που λες και του κοιμητηριού μακρυά η ζωή δεν θάναι.

***

Από τα “Τετράστιχα της ζωής”

Θε να μπορέσω πάλε από ιλαρότη να σκιρτήσω,
Το βάλσαμο παρήγορο στη θλίψη αναζητώντας,
Μακριά ‘πτα ματαιόλογα του τιποτένιου ανθρώπου
Το Σύμπαν θα εναγκαλισθώ σε σφίξιμο τρελλό.

Φίλε, βαθιά σου πάντα ερεύνα με τη ματιά αυστηρή
Από λυγμούς και απειλές γεμάτος ο αγέρας
Των ρυακίων το νερό με δάκρυα θολωμένο
Μέσα, βαθιά σου κρύψου, ερεύνησε, μακριά ‘πτο φως.

Ανασηκώσου, ω ψυχή μου και τη θλίψη διώξε
Δε βλέπεις στον ορίζοντα τον ήλιο που ανατέλλει;
Οι αχτίνες του τα όνειρα τ΄ ανθρώπου δε χρυσόνουν…
Είνε για σε. Στις φλόγες του πέταξε να λουστής.

Την ευτυχίαν άλλοτες αν έδιωξα ‘πό μένα,
Ζωή, δεν πρέπει συ αιώνια να μνησικακής…
Ήμουν παιδί κι η γνώση βούιζε στη κεφαλή μου
Που τότε μ’ επονούσε απ’ της καρδιάς μου τα μαρτύρια.

Καιρέ, που σ’ έχασα, φυλλομετρώντας τα βιβλία,
Για να τσαλόσω την ψυχή, το πνεύμα, την καρδιά…
Κάθε πρωί και νέα αυγή έφεγγε στον ορίζοντα
Κι έσκυφτα εγώ και έλυωνα, τυφλός για τη ζωή.

Σαν αφινόμουν άλλοτες στην θλίψη μου τη μαύρη
Σ’ εσένα ενάντιος εγώ δεν ήμουν, ω Ζωή.
Την ευθυμίαν ήθελα πάλε να συναντήσω
γΓελώντας στην ακρογιαλιά για ψέλνοντας στα δάση.

Ανήμπορα, το είνε μου, να ξαναπλάστε, ω χέρια,
Γιατί η καρδιά μου τόσο λίγο φρόντισε γι’ αυτό…
Η ώρα δεν εσήμανε που τόσα μου υποσχότανε
κΚαι ωργισμλενη κ’ η Ζωή, σα θάλασσα, κυλά…

Αλεξάνδρεια

*Μετάφραση από τα γαλλικό Μ.Π. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 25 (1915) του περιοδικού “Γράμματα”.

***

Ελληνική θάλασσα

Σαν μπαίναμε με το βαπόρι μας μές στη θάλασσα
την Ελληνική,
το σώμα μου πλημμύρισεν από ρυθμούς υγείας.
Και βλέποντας φως και γαλάζι, μπροστά μου, πίσω μου,
γύρω-τριγύρω,
θάρρεψα πως, σαν άλλος Ανταίος,
άγγιζα τέλος τη γη.
Κ’ είδα το πλοίο μας, όλο κατάρτια κι όλο πανιά
και τους ταξιδιώτες μου
σαν τόσος συντρόφους του Οδυσσέως.

***

Φυγή μέσα στο χρόνο

Έφευγε πονεμένος
μές στο χρόνο
ζητώντας να κατρακυλά πάντα πιο γρήγορα
μέσα στα βάθη της αιωνιότητος.
Μια φοβερή πληγή να κλείση προσπαθούσε,
επούλωσιν απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα.
Μηδέ τον θάνατο μπορούσε να επικαλεσθή.
Έφευγε πονεμένος μες στο χρόνο.
Μια τραγική φυγή, εξωφρενική.
Τις μέρες, τις στιγμές, παρακαλούσε
ν’ αφήσουν τα δαγκάματά τους στο σαρκί του,
τον φόβιζε το μέτωπό του το αρρυτίδωτο,
ζητούσε να κρυφτή, ζητούσε να χαθή
μέσα στο χρόνο, σαν σε μια νεκρού αγκάλη.
Έφευγε ταραγμένος μές στο χρόνο
απ’ τον καιρό προσμένοντας μονάχα θεραπεία,
τη λήθη επικαλούμενος, την ανοιχτέρμονη τη λήθη.
Βογγούσαν οι αγέρες, μαίνονταν οι θάλασσες,
ο ήλιος κάθε βράδυ έγερνε στη δύση του,
υπάρξεις βλέπανε το φως κι άλλες το χάνανε,
κι όμως για κείνον ήταν όλα μια παρηγορία.
Αισθανόταν το χρόνο έτσι να τού φεύγει, να γλυστρά,
ο χρόνος έφευγε τρελλά, πετούσε…

22-covers

Rene Char, Δύο ποιήματα

img_3946

Αν ζήσει

Στα μέρη μου, οι τρυφερές αποδείξεις της άνοιξης και τα κακοντυμένα πουλιά
είναι προτιμότερα από τις μακρινές επιδιώξεις.
Η αλήθεια προσμένει την αυγή πλάι σ’ ένα κερί.
Παραμελημένο είναι το τζάμι του παραθυριού.
Κείνον που ατενίζει τι τον νοιάζει.
Στα μέρη μου, δεν κάνουν σ’ άνθρωπο συγκινημένο ερωτήσεις.
Δεν υπάρχει ίσκιος πονηρός πάνω στην μπαταρισμένη βάρκα.
Καλημέρα μισή, είναι άγνωστη στα μέρη μου.
Δανείζεται εκείνο μόνο που μπορεί να γυρίσει πολλαπλό.
Υπάρχουν φύλλα, φύλλα πολλά πάνω στου τόπου μου τα δέντρα.
Ελεύθερα είναι τα κλαδιά να μην έχουνε καρπούς.
Δεν πιστεύουμε στην τιμιότητα του νικητή.
Στα μέρη μου, λέμε ευχαριστώ.

***

Ξαναδώστε τους

Ξαναδώστε τους ό,τι μέσα τους δεν βρίσκεται πια,
Θα δουν πάλι τον σπόρο του θερισμού να κλείνεται στο στάχυ και να σκιρτά στο χορτάρι.
Διδάξτε τους, από την πτώση ως το απόγειο, τους δώδεκα μήνες του προσώπου τους.
Θα λατρέψουν το κενό της καρδιάς τους ως την επόμενη επιθυμία
Επειδή τίποτα δεν ναυαγεί και δεν ευχαριστιέται στις στάχτες.
Κι όποιος ξέρει να βλέπει πως φτάνει να καρπίζει η γη
Η αποτυχία διόλου δεν τον πτοεί παρ’ ότι τα πάντα έχει χάσει.

*Μετάφραση: Ελένη Κόλλια.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος 34, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.

Erma Vasileiou, Three poems

15826815_10207989079467807_6152935843474926646_n

Days

Days are pages in our book
We take care of the way
we turn them,
we stop and meditate
in parts of their reading,
we continue the journey of being,
in the discipline of trust,
or in the doubt of leeriness…
Days, then, become exotic flowers
after our long triage to keep
patience and love
until they are bright and full of grace,
until our beloved come back
from the Fields of Courage,
all thirsty for our smile,
all ready for our kiss!  

***

O, amorous silence

bland and impatient
budding in me
like a grazing land
you hive me off the crowd
as my diversity is my strength
as my weirdness is my performance
as my unedited writing is my truth

***

The colour of your eyes

Is a remembrance of this short spring moment
A nearby cafe in Berwick
will never fail to think
when flowers dispute for
best adventures…
when coffee smells, and buds await
I am drained in pleasure of a wait…
my heart, a swing of wonders

when plunged I am in you

your smile, a hanging moon
a blue lagoon,
your sight unspoken still remains
a skylight gains…
the colour of your eyes!

the colour of your eyes, ahead, 
with all delicate thoughts
are teal and light sky dashes
on my pillow,
a crystal ball carried by storks
foresaw my countless kisses
when grapes fermenting with my love
danced on your wide bright forehead

You may have said I love you,
didn’t hear it,
when I was sipping coffee

*From the book “The Rapids Of My River”, 2017 (under press)

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Ο Γενάρης του 1904

15442174_1391066857631469_3737335627315304116_n

A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,

που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου

εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,

κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.
Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα•
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
~ ~

Γιάννης Στίγκας, Η αλητεία του αίματος

Artwork: Suehiro Maruo

Artwork: Suehiro Maruo

(2004)

——-
Ο χρόνος, έτσι όπως μας δόθηκε σακάτης,
δεν τολμώ να πω τι δικαιώνει.
Μόνο δαγκώνω, φτύνω φως ματωμένο
κάθε πρωί πετάω μανταρίνια στο θάνατο
—————– είναι μια κούραση αλλιώτικη –
το βράδυ απλά στέκομαι στο παράθυρο
——–
——————————–Ένας άγγελος έρχεται
———————————και τρώει απ’ τα σκουπίδια

***

Τόσα τσιγάρα
με το μάτι τεράστιο
Αντιλαμβάνομαι το Θεό
σαν ημικρανία της φύσεως:
Ο κόσμος πλασμένος απ’ το φως
που δάγκωσε την ουρά του
Η αγάπη να έρπει
μουγκή μέσα στις σάρκες
——————–η κροτίδα η αγάπη
κι ο ουρανός τραυματίας

γι αυτό τόσο μπαμπάκι τα σύννεφα

γι αυτό γυρίζω—– μισός ήττα
———————— μισός γδάρσιμο

γι αυτό μας εκδικούνται τα πουλιά
——
—————————————————–Αχ, θέλω όλα να ξεχαστούν
—————————————————–και να μιλάμε πάλι για ία…

Όμως η αλήθεια
είναι ένα είδος ομπρέλας
ανοίγει κλείνει
———βροχερή πάντα

҉-

Η τελευταία μου πράξη
θα ‘ναι ένα χιόνι πορφυρό
θα πέφτει με πάταγο
δεν θα χαρίζεται πουθενά

***

Αγκαλιαζόμαστε
—————-κι οραματίζεται το κενό
είναι μια ησυχία τυφλή
που εποπτεύει το στήθος
με φουρκέτες στα χείλη

Έτσι βίωσα το σπασμό
που ασημώνει τα πράγματα
——————————και δεν αγαπώ πια το φεγγάρι
——————————δεν αγαπώ πια τη θάλασσα

Θέλω κρότους γυμνούς μέσα στο αίμα
τη μοίρα μου σαν κληματαριά
να καρπίζει όπου λάχει
τον ήλιο γονυπετή
να σφαδάζει στα σύρματα

Ποτέ δεν πρόκειται να ξανανοίξω
την πόρτα
θ’ ανάψω μόνο την ακοή μου
να σας μεταφέρω λυγμούς
κι ο έρωτας
θα λιμνάζει μες στα φλιτζάνια

Αγκαλιαζόμαστε σημαίνει
———————αρωματίζουμε το κενό

***

Ο μεγαλύτερος τρόμος
ελλοχεύει στο δόσιμο
Όταν η ψυχή
μοιράζει τον άρτο της
είναι χίλια λόγια που χάνουν
το χνούδι τους

Εμένα ο άγγελος μου
με κατέδωσε στο φως
πώς να συμβιβαστώ μαζί του
έτσι ατρόμητο που είναι;

Μόνος γιόρτασα τα χέρια μου
μασημένα από τόσα απογεύματα
Μόνος ίδρυσα την όραση
Που μεταλλάσσει σε χοή
———————-χοάνη
—————–αράχνη το χρόνο
Μόνος πέρασα σταυροβελονιά
Την αστραπή στο αίμα

Όμως η ζωή
——μας θέλει μέχρι το κόκαλο

***

Εγώ να δρέψω
εγώ περίμενα να δρέψω
τα στάχυα της γαστέρας σου
όταν όλα ήταν ενεστώτας του πάγου
κράτησα ένα σπουργίτι
ζεστό μέσα στα μάτια μου
για τα ψίχουλα που μου τάζεις

Το όνειρο ξαναγίνεται όστρακο

Στενό το φως που φόρεσα
(λίγο μου σφίγγει το λαιμό)
Στο επιστρέφω
γυρεύοντας το ένδυμα του έρωτα.

Στον έρωτα ταιριάζει η αφισοκόλληση
σχέδια πάνω σε σχέδια
χρώματα πάνω σε χρώματα
το ξεκλείδωμα
το ξεκοκάλισμα του χρόνου
σ’ ένα χαμόγελο

Ακόμα και το ξεπούλημα

***

Τα λόγια μας
θα καταλήξουν στη μεγάλη λευκότητα
εκεί που το σώμα
αποποιείται το σώμα του
Είναι διπλός ο λύκος
να μην επιστρέψεις
Σανίδια η μνήμη
όσο την ψάχνεις τρίζει

Με σέρνουν πάλι φθινόπωρα
κρατώ το τελευταίο άνθος
κίτρινος μέσα στο κίτρινο
Θνητός
μέχρι την Αλεξάνδρεια
– που μοίρασα την πνοή μου; –
και δεν έχω δέντρα για αύριο
δεν έχω άλλο τσιγάρο
Μεγάλη μεγάλη λευκότητα
σπασμένο σκυλί μέσα

***

Η μεγάλη περιπέτεια του σώματος
μια χειραψία μεταξύ πάγων
——————-Θέλω να πω
————————-μπαίνεις
και χρεώνεσαι το άλλο φεγγάρι
αυτό με την τρύπα και την τανάλια

Ο δρόμος στο βάθος του
είναι σαν το Θεό: μια ευφυής πάρεσις
και το σκοτάδι
——————–ο μοναδικός αχθοφόρος

Όμως εγώ θα επιμείνω
με τον τρόπο που γεννήθηκα
(γύρω στις δέκα εν κινήσει)
———————σιωπή και ήλιος
χιλιάδες τόνοι σιωπής και ήλιου

***
———
Ξέρω ότι δεν προκάλεσα καμιά θηριωδία
από αυτές που λατρεύετε
μόνο ξεγύμνωσα τα δόντια μου
στον ίλιγγο που μαστίζει τις πεταλούδες
Άνοιξα τρύπες στη μοίρα
κι έχωσα τη λύπη μου σαν ρούχο.
Η μνήμη δεν ξέρει πώς να χειριστεί
τα ψαλίδια της
αλλά ο χρόνος δεν αιμάσσει ξανά
γι αυτό δεν λαξεύω το όνειρο –
το δέχομαι σαν άπληστο κλαδί στο λαιμό
να μου αντλεί μουγκό το ύδωρ

Ποιος πούστης μ’ έταξε στο φεγγάρι
κι έχω γίνει η κερκόπορτα της σφαγής;
Να αντιμάχεσαι με στίχους τα στοιχεία σου
———————————-– αυτό θα πει όλεθρος!
Κι η όραση μπερδεύει τις ρίζες της
Βλέπω τον κόσμο παράλυτη ομπρέλα
κι αν ανοίξει
———————————–να πάει στο διάολο
Το φως δεν αντιμετωπίζεται πια χωρίς γάντια
πώς να σφραγίσω το λόγο μου
τώρα που βγάζει τη γενετήσια χλόη;
Σιγά σιγά μοιάζουμε με τις πέτρες

Το τέλος είναι ήδη γνωστό:
Εγώ
Εσύ
και τα ρόδα
Η ομορφιά—— μπαλτάς στον αυχένα

*Αναδημοσίευση από τον Κενό Τίτλο στο https://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2010/09/29/yannis-stigkas-bloods-vagrancy/

Νίκος Σφαμένος, Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες Λέξεις

img_3958

X
μου ’παν πως θα βρέξει

εδώ και καιρό

στέκομαι

κοιτάζω τα σύννεφα

κι όταν μεθάω

κι όταν παραμιλάω

κοιτάζω τα σύννεφα

μου ’παν πως θα βρέξει

κι έτσι διψασμένος σακάτης

περιμένω

περιμένω

περιμένω

κουράστηκα να γέρνω στους τοίχους

τα χαμένα χρόνια γελάνε

οι χαμένοι έρωτες γελάνε

κοιτάζω τα σύννεφα

όλα τα βράδια που περίμενα να βρέξει με αγωνία

τα κρύα

θλιμμένα

σιωπηλά βράδια

τα βιβλία ακουμπισμένα στο τοίχο

οι νυχτερινοί περίπατοι στη πόλη

τα ποιήματα

τα όμορφα κορίτσια

τα παραμιλητά
εκλιπαρώντας

απλώνοντας το χέρι
ζητιανεύοντας

λίγη βροχή

XI

ναι ρε

συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι

στα ίδια δωμάτια

δε θα μας βρεις πουθενά

εν τω μεταξύ

υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά

πολλά σαββατοκύριακα

πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το

ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα

-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-

πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές

πολλοί εκδοτικοί οίκοι

ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε

ευτυχισμένοι

οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ

θα γράψουμε αυτές τις λέξεις

ένα βράδυ του οκτώβρη

και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους

κοίτα μας

δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια

εδώ

στις πολύχρωμες πολιτείες μας

εδώ

η ζωή και ο θάνατος μας

χαμογελούν

και ξέρουμε και οι δύο

πως δεν θα συναντηθούμε

ποτέ

XII

δεν μπορώ να το εξηγήσω

είναι λυπηρό

οι μέρες εναλλάσσονται

και τα ηλιοβασιλέματα δεν

μου λένε τίποτα

κοιτάζω απ’ το παράθυρο

και η μουσική παίζει

παίζει αργά γλυκούς σκοπούς
περπατώ από το ένα

δωμάτιο στο άλλο
νικημένος

όμως ίσως μ’ ανακηρύξουν

ποιητή της χρονιάς

-ελπίζω της δεκαετίας-

καθώς κοιτώ μια λευκή κόλλα

οι νύχτες φεύγουν γρήγορα

ο καιρός ψυχραίνει

το όνειρο γίνεται

άσχημο

κοιτάζω τα δυο μου χέρια

ενώ η μουσική ακούγεται όλο και

πιο βαθιά
όλο και πιο μακριά

και πέρα στην άκρη του ορίζοντα

ήχοι μηχανής τρένου

XIII

εκείνος ο ποιητής είναι

επιχειρηματίας με

σπουδές στο εξωτερικό και

πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο

δίνει συχνά ποιητικές βραδιές

και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός

οίκος κυκλοφόρησε

με τιμές

το βιβλίο του

με την εικόνα του να

φιγουράρει σε πολλά

καθώς πρέπει

περιοδικά

μείνετε ήσυχοι:

ούτε που το άνοιξα
θλίψεις που χορέψαμε

τόσες νύχτες μαζί

κι όμως

δεν μάθαμε ποτέ το όνομα τους

*Αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/2432/index.html#more-2432