William Everson (1912-1994), Ποιήματα

ΠΛΗΓΗ

Το να ορέγεσαι και ν’ αντιστέκεσαι για χρόνια, και μετά
να ενδίδεις, είναι τρομακτικό πράγμα.
Όλα όσα λιμπίστηκες και αρνήθηκες
στο τέλος σε κατακτούν. Παραδίνεσαι
ολοκληρωτικά στη δύναμή τους
και η παρουσία τους
εισβάλλοντας στην ψυχή σου σε αποβλακώνει
με την παρηγοριά και το φόβο της.

Δεν υπάρχει τίποτα τόσο ταπεινωτικό όσο η αποδοχή.

Γεύομαι τα μανιτάρια μέσα στη νύχτα
ανοίγοντας το δρόμο τους μέσα στο χαλαρό έδαφος,
ζωώδης όπως όλες οι γέννες.

Και σκύβω το κεφάλι μου
κι ακουμπώ το στόμα μου πάνω στην πληγή όλων όσα
λαχτάρησα
και είμαι ρημαγμένος από χαρά.

ΤΕΛΟΣ ΕΤΟΥΣ

Η χρονιά πεθαίνει λυσσαλέα: πέρα απ’ το βορρά οι μανιασμένες
καταιγίδες
ο άνεμος στο χείλος της στέγης, κεραυνός ξεσκίζει τον χαμηλό
ουρανό:
αυτή η χρονιά πεθαίνει σαν κάποιους
προδομένους Νορβηγούς που
παραπατάνε απ’ τα βαθιά τραύματα,
το φρενιασμένο ατσάλι κομματιάζεται στριφογυρίζοντας.
Από το βορινό δωμάτιο παρακολουθώ μέσα στο
σούρουπο, αντικοινωνικός
θωρώντας παγερά τη χρονιά που έρχεται,
καχύποπτος για ξένους, δύσπιστος για καινοτομίες,
διατακτικός να διακινδυνεύσω με τον έναν η τον άλλον τροπο το
άγνωστο
Αφήνω αυτόν τον χρόνο όπως ένας άντρας παρατάα το κρασί του.
Θυμούμενος το καλοκαίρι, απλόχερο, το όμορφο φθινόπωρο, οι
μήνες ήρεμοι και γεμάτοι.
Κάθομαι στο βορινό δωμάτιο, μέσα στο σούρουπο ο θάνατος μιας
χρονιάς,
και τη βλέπω να δύει μέσα στη βροντή.

ΣΠΟΡΑ

Κάποιος με σπέρνει,
κάποια δύσκολη γέννα
σαν ένα άγαρμπο ξύπνημα
σαλεύει στη ζωή.

Φοβερός και ενστικτώδης,
αγγίζει τα σωθικά μου. Φοβάμαι και αντιστέκομαι,
ετοιμάζεται να ορμήσει στα μέτρα μου
κάποιου ανθρώπου η
ξεκάθαρη βεβαιότητα.
Δεν γνωρίζω τη φύση του.
Δεν έχω κάποιο όνομα γι’ αυτόν.
Δεν μπορώ να καταλάβω τη μορφή του.
Μα εκεί, μυστηριώδης, κυριολεκτικά κρυφή,
βρίσκεται η λανθάνουσα κατάσταση που
απέφευγα καιρό.

Όπως τα μανιτάρια μες το δάσος των βελανιδιών,
όπου οι ψηλές πλαγιές των βουνών
σβήνουν στη θάλασσα
όταν οι άτονες βροχές του Νοέμβρη
νοτίζουν τα πεσμένα φύλλα,
ξυπνά τους σπόρους του.
Σαν κι αυτούς θεριεμένος,
παχύς και επιβλητικός,
αυτό που φοβάμαι και λαχταρώ
χώνει το κεφάλι του.

Ο γεννημένος στο Σακραμέντο William Everson ήταν ποιητής της Αναγέννησης του Σαν Φρανσίσκο. Κατά τον β’ Παγκόσμιο αρνήθηκε τη στράτευσή του και για μια τριετία κρατήθηκε σε στρατόπεδο εργασίας για τους αντιρρησίες συνείδησης στο Όρεγκον. Ενεργός στο Catholic Worker Movement του Όκλαντ, πήρε το προσωνύμιο «Brother Antoninus», όταν εντάχθηκε στο τάγμα των Δομηνικανών το 1951, από τους οποίους αποχώρησε αργότερα. Δίδαξε ποίηση στο Πανεπιστήμιο Σάντα Κρουζ τις δεκαετίες ’70 και ’80 και ίδρυσε έναν μικρό εκδοτικό οίκο, τον Lime Kiln Press. Εξέδωσε πάνω από πενήντα βιβλία ποίησης και διοργάνωσε αναρίθμητες απαγγελίες ποίησης σε ΗΠΑ και Ευρώπη.

*Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή (μετάφραση – επιμέλεια) “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.


Marian Wood Kolisch (American, 1920-2008), William Everson, 1988, gelatin silver print, Bequest of Marian Wood Kolisch, © Portland Art Museum, 2009.30.16

Marian Wood Kolisch (American, 1920-2008), William Everson, 1988, gelatin silver print, Bequest of Marian Wood Kolisch, © Portland Art Museum, 2009.30.16

Γιώργος Μπλάνας, Από τα “Στασιωτικά”

16002926_1362768007097800_8613923318772956170_n

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ

Πάψτε να τριγυρίζετε τις νύχτες μου, τσακάλια
[…]
[…]
τ’ αστέρια βλάπτουν σοβαρά τη νομιμοφροσύνη.
[…]
]επιπλέον,
δεν ξεχνώ πως το φεγγάρι [
] λέγεται
κυνόδοντας στην γλώσσα [
[…]
[…]
] της ελευθερίας.

***

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ



Βρέχει, κάθαρμα. Πού είσαι;

Έτσι τελειώνει το παραμύθι της ψυχής;

…………………………………………………………
..
…………………………………………………………
..
…………………………………………………………..

Θεός να σου πετύχει!

***

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΟΓΔΟΗΚΟΣΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Πήγε και βρήκε τότε μια πέτρα ο Ιώβ
και κάθισε δίπλα της και είπε στον Θεό:
«Θα μείνω εδώ ώσπου να μην μπορείς
να ξεχωρίσεις το τυφλό
πουλί απ’ το νεκρό ελάφι».
Κι έβγαλε τα λινά παπούτσια του ο Ιώβ
και τ’ άφησε δίπλα στην πέτρα και είπε
στον Διάβολο: «Θα μείνω εδώ
ώσπου να μην μπορείς να ξεχωρίσεις
το νεκρό ελάφι από το φίδι το κακό».
Κι ύστερα έβγαλε τα μάτια του ο Ιώβ
και τ’ άφησε πλάι στα λινά
παπούτσια του και είπε στην καρδιά του:
«Θα μείνω εδώ ώσπου να θυμηθείς
τι φλέγεται μες στη δροσιά
του απογεύματος και τι δροσίζει
η πάνοπλη μελαγχολία του τζίτζικα».
Και είπε η καρδιά του στον Ιώβ:
«Φτάνουν πια τα παιχνίδια με τα σύμβολα.
Είμαστε μόνοι εδώ: εσύ κι εσύ.
Δώσε μου πίσω την αθωότητά μου
ή γύρισε πλευρό στον τάφο σου και ονειρέψου
τα ονόματα της συντριβής σου, ασύστατε δήμιε!»

Ε. Μύρων, Τέσσερα ποιήματα

%cf%84%cf%8117

Χρηστικότητα

Ξεκινήσαμε ρομαντικοί,
μετρούσαμε τα πράγματα με ιδέες
ερωτευμένοι με το ανώφελο
ζυγιζαμε με όνειρα τις στιγμές.

Καταλήξαμε λογιστές,
μετράμε πλέον με αριθμούς
η έγνοια μας καρφωμένη
στο συμφέρον και στο απόβαρο.

Μας τα σκοτώσανε τα όνειρα,
έτσι να πούμε
όταν μας ρωτήσουν.
Μας τα σκοτώσανε
να πούμε
όχι πως δεν τολμήσαμε.

http://a-lektor.blogspot.gr/2017/01/blog-post_2.html

***

In vitro

Ξυπνάς σ’ άλλο κρεβάτι,
μια άλλη υγρασία
παγωμένα σεντόνια ξένα
και άδεια μαξιλάρια από πέτρα.
Ανυποψίαστος για λίγο,
με τόσα όνειρα στις τσέπες
και τόσες τσέπες στην καρδιά,
δεν αναγνωρίζεις το δωμάτιο.
Όμως παραμένεις εκεί
και ούτε τώρα ακούς
όσα ήθελες από παλιά να πεις
αλλά τρόμαζες.
Όπως στα θρίλερ που έβλεπες
και έκλεινες τη φωνή,
για να περάσουν
οι σκηνές με τα ουρλιαχτά
αναίμακτα.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/12/in-vitro.html

***

Εν χορώ

Πως ν’ αντέξει αυτή η γειτονιά
ένα χορευτή;
Εδώ έχουν όλοι τίμια επαγγέλματα
ασφαλή ωράρια και βάδισμα
– σαν στρατιώτες –
πνιγηρό

Δε θα χωρούσε κανείς ονειροπόλος
εδώ, όλοι κοιμούνται νωρίς
σε ανατομικά στρώματα,
κρύβουν τις “αντιδράσεις” τους
σε μαλακά μαξιλάρια
και σκεπάζουν
φθηνά όνειρα
με βαμβακερά σεντόνια

Σ’ αυτή τη γειτονιά
τα σπίτια είναι όλα ίδια
με τα ίδια μουντά χρώματα
στους πληκτικούς τοίχους
και στους πληκτικούς κατοίκους

Οι δρόμοι εδώ είναι τόσο
αποστειρωμένοι
που ένα διαφορετικό βάδισμα
θα μάτωνε τα πόδια

Οι δρόμοι εδώ είναι τόσο
αποστειρωμένοι
που λίγη βρωμιά
θα ‘ταν ευλογία.

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/10/blog-post_27.html

***

Οι προσαρμόσιμοι

Άνθρωποι παντός καιρού
ακαθόριστα σχήματα

ευμετάβλητες υπάρξεις
επίκαιρα οχήματα
της μάζας, του σωρού

http://a-lektor.blogspot.gr/2016/11/blog-post_10.html

Φαίδων Μουδόπουλος-Αθανασίου, Τρία ποιήματα

img_1186

Καναπές

Είσαι ο κύριος του καναπέ σου.
Κι όμως,
η Ακρόπολη κι ο Παρθενών εγέρασαν
μες στη σκοτείνια των καυσαερίων
και του νέφους.

Ο Λευκός ο Πύργος, γκριζωπός κι αυτός
ατενίζει με αποστροφή το μέλλον
και νοσταλγεί το λαμπερό του παρελθόν.

Μα να και η αρχαία, πολυσήμαντη, Ολυμπία,
ελιά κι αυτή ρυτιδιασμένη
ανάμεσα σε μαύρα όνειρα,
σε χορηγούς και στάχτη.

Εσένα όμως δεν σε νοιάζει,
γιατί απ’ το βασίλειό σου
τα βλέπεις όλα ρόδινα
–κι ανώδυνα
κοιτάς το απέραντο λευκό του τοίχου
και την τετράγωνη πηγή ζωής του καναπέ σου,
λίγα μόνο μέτρα μακρυά.

Το βασίλειό σου, σου τα παρέχει όλα.
Φως και Εικόνα.
Προς τί λοιπόν τόση μαυρίλα;

Τελικά, ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;

***

Ακρόπολη

Και όλο φτωχαίνουμε…
από οικονομικής απόψεως όπως μαθαίναμε αρχικά
στις τηλεοράσεις του ολέθρου.

Η οικονομική ανάκαμψη είναι βεβαία,
τα φιρμάνια πλέον διακηρύττουν.

Όμως η πτώσις μας –κατάπτωση– είναι βεβαία. Επάνω
στην Ακρόπολη άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Κι όμως ο βράχος, ένδοξες ημέρες είχε περπατήσει,
στο παρελθόν το λίγο απώτερο,
τις μακρινές εκείνες μέρες του ’41…

Βράδυ
Άπνοια
Γλέζος Σημαία Σάντας Φρουρός
Σκιές Σημαία Μανώλης
Σημαία Λάκης
Πρωί…
Σεισμός

Γι’ αυτό ας τους χρεοκοπήσουμε μια ώρα αρχύτερα!

***

Εικόνα–Εικασία

Το γαλάζιο θα φανεί
όπως μια τρύπα ουρανού στα γκρίζα σύννεφα
όπως ο κεραυνός σκάει ανάμεσα στα μαύρα μουσκεμένα
κτίρια
σπινθηρίζοντας.

Το κλουβί μας θα σπάσει
από τις φωνές
που θα ραγίσουν την κλειδαριά,
από τους δεσμοφύλακες
που – διψασμένοι κι αυτοί για ελευθερία
θα κάνουν τα στραβά μάτια
καθώς θα περνούμε το κατώφλι
ορδές, ορδές
και δεν θα μας σταματήσουν.

Η τηλεόραση θα ραγίσει
από τα κλάματα των απολυμένων
και τη γκρίνια των πεινασμένων παιδιών τους, που δεν θα χορταίνουν πλέον
από υποσχέσεις που τους ταΐζουν
οι συγκλητικοί και οι συμβουλατόροι.

Τότε μόνον θα βαδίσουμε σίγουροι προς την ελευθερία…

*Από τη συλλογή “Ιστορίες Κρίσης (και άλλων παραγόντων), Εκδόσεις Οσελότος, Αθήνα 2016.

.children. by Sonja Benskin Mesher

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

stand back to spite the craving, look on as from afar.   people, some write hymns & mantra others watch tv, not the news.               oh no not the news, the truth is too depressing, a bit near the mark.

i guess yours sleep in bed, loved and cherished.                                              others love and cherish , yet their families sleep in mud,                                                                                                   on streets.

the words came suddenly. an odd day, no gentle people to woo thee, day of stress,      and horror, you watch the news.                                                         a day of reality, the reckoning that nowhere is safe.

come in dreams, the shape of your face remaining. there is a line now,        dreams and aspirations.   words and degradations.                                                                                   lines deepen, water etched.

the rain falls round our houses.

how small.

how white

the child,

skin rinsed

with tears.

salt in the wind.

sbmblessings

View original post

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα

Η Πρωία

Κάτι αναφύεται μες στη Νύχτα.
Βοηθούν και οι μηχανικές κινήσεις
των πραγμάτων στην απαρχή της ημέρας.

Στηρίζουν το δίχτυ της προσδοκώμενης ερμαφρόδιτης
ανασύστασης του πεδίου των συγκρούσεων
υπό τον ορυμαγδό της Οικουμένης.

Μια απαρχή των κραυγών και ιαχών της ημέρας
που καθορίζουν τη συνέχεια που μέλλει να λάμψει.

Από εκεί που πήγαζα-μέσα στα δένδρα των λέξεων
που αραιά ή πυκνά απλώνονταν και με σκέπαζαν-

οι σκαπανείς εκείνοι στους οποίους ανήκα υψώνονταν
ως περιστύλια και αφουγκραζόμενοι τη γύρω ραθυμία
αποφάσιζαν όπως αντιπροσωπεύσουν εαυτούς
στο νέο παιχνίδι που στηνόταν και τους περίμενε.

Θα ήσαν μόνοι τους συμπέραινα, οδυνηρά μόνοι
αλλά και ευχάριστα στην απαρχή της ημέρας.
Οι πόνοι ήσαν μέρος της ζωής τους.

Ένας ειδικός πόνος που είχε ανακύψει σε μια καταραμένη
προκυμαία, απατηλή και βρίθουσα από ανθρώπινα μειράκια,
τον είχε καταβάλλει σημαντικά.

Διαρκούσε πολύ όπως όλοι οι μεγάλοι πόνοι οι αναπάντεχοι,
οι διακατέχοντες τη ζωή μου προ αμνημονεύτων χρόνων.
Και όμως φοβόταν μήπως είχε έλθει η Τελική Κρίση.
Αγωνία μεγάλη τον καταλάμβανε.

***

Με Κομμένη την Ανάσα

Το φαρμακωμένο φίδι που βγαίνει από το στόμα μου
συνεχώς και δημιουργεί όλους αυτούς τους στίχους,
όλες αυτές τις λέξεις, τις προτάσεις τις φαρμακωμένες.

Αυτό που δεν ξέρω να κάνω μες στο Χωρόχρονο,
αυτό το μπέρδεμα του νου μου, αυτή η απελπισία
την ώρα που τα πουλιά κελαηδούν και σε τρελαίνουν.

Δεν υπάρχει τίποτα να αναζητήσω, να συμβουλευτώ,
ξαπλωμένος καθώς είμαι, καθώς δεν ξέρω τι να κάνω.

Στο βάθος του χρόνου, στο βάθος της φύσης,
στο βάθος των ήχων και της βαριεστιμάρας κι έλλειψης
ενδιαφέροντος, πηγαινοέρχομαι μες στα δώματα της λύπης.

Όλα το κενό τα καλύπτει, αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος.
Αυτή οδηγεί στο κόψιμο της αναπνοής κι αυτό είναι
το μόνο ενδιαφέρον αν θέλετε την αλήθεια.

Όλα τόσο μπερδεμένα, αφιονισμένα, σταματημένα.
Οι καθημερινές εργασίες των ανθρώπων
και οι περισπούδαστες σκέψεις των διανοουμένων
το μόνο που κάνουν είναι να συσκοτίζουν την αλήθεια.

Όλος αυτός ο θόρυβος των πληροφοριών σκοτεινιάζει το νου,
ταράζει την καρδιά, αφήνει τον εαυτό αδειανό.
Και τότε έρχεται ο πόνος αδυσώπητος
και καλύπτει το κενό μεγαλόπρεπα.

Αυτό δεν θα μπορούσα να το πω άλλοτε,
αν δεν είχα τόσο πολύ βασανιστεί τώρα τελευταία.
Αν δεν είχαν φύγει όλα όσα αγαπούσα, όσα λάτρευα.

Γυρεύω κάτι να απαλύνει τον πόνο μου μες στη ζούγκλα.
Γυρεύω κάτι που θα με πάει μακριά.
Τα αφήνω όλα πίσω μου αποφασιστικά, τελεσίδικα.

Δεν γέμιζε ο χρόνος με τίποτα σας λέω.
Μια αμαξοστοιχία λέξεων παραταγμένων στο διηνεκές.
Βυθισμένος κι εγώ εκεί κάτω, εκεί που δεν ήξερα.

Κολλημένος στο κάθισμά μου, στη γωνιά μου τη μοναδική.
Και όλα τα άλλα ανέφικτα, άσχετα, απροσδόκητα.
Δεν τα θέλησα ή μήπως τα επιθύμησα βαθύτατα;
Κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν είναι σε θέση να ξέρει.

Μια φωνή που έρχεται, που έρχεται και με κυριεύει.
Αδυνατώ να ελπίσω, αδυνατώ να δω.
Μου κόβεται η αναπνοή με το παραμικρό.

Δεν μπορώ να απαρνηθώ φαίνεται κάτι παλιές τρέλες,
κάτι αθώα σκιρτήματα του νου, κάτι επαναλήψεις.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Συναρτήσεις 

2501873386_00019d1e52_m

I
 —
Τώρα θα υπάρξει διασταύρωση της αδιαθεσίας στο 4
Τώρα το 8 θα γυρίσει σελίδα
Δι’ απαλών ονύχων το 1 θα διεισδύσει στα θέσφατα
Και θα διυλίζει το 3 τον κώνωπα στο 7
Τώρα το 6 της άνοιξης θα γίνει ζημία στη διασπορά του 9
Και το 2 θα σέρνει το 5 απ’ την καταπακτή πιο βαθιά
Και τι θα μείνει τώρα το 0 μάτι μόνο στα σκοτεινά
 —
Μαλθακότης  ευδαίμων
κι ο πόνος στα σωθικά
1 πλην 10 ίσον μείον 9
–

II 

Θα γυρίσω τον άξονα κάθετα στην εκμετάλλευση του 7
Και θα βουλιάξει το 3 στων άστρων την επανάληψη
Θα λάμνει δεμένο το 4 στα κουπιά
Και το 2 δίχως πηδάλιο στο ναυάγιο του 9
Ένα 1 θα φωνασκεί στην πρύμνη μηχανικά
Και στ’ αμπάρια το 8 να μπάζει νερά
Θα κρέμετ’ απ’ το πόδι το 5 σα τσιγκέλι στα  ιστία νεκρό
Και το 0 θα καγχάζει σα στόμ’ ανοιχτό
 —
2 και 5 μας κάνει 7
—————- πτώμα που ζέχνει
—————————– κι η σήψη να κυβερνά
  —

III

Δάγκωμα σκοτεινό το 1 στην καρδιά νούμερο 8
Αποτρέπω τη συμφόρηση στο 7 πριν να βγω
Και κρύβω καλά το πρόσωπο στο 9
Και μένει το 4 να με σέρνει δετό
Γυμνός δεξιώνομαι στο 5 τον εξευτελισμό
αρμοί σκοτεινοί, χειροπέδες κι οι κλείδες του 6 στιλέτο στο 3 απτό
Χάνω στο 2 την έξοδο και θανατορραγώ
Στο περικάρδιο του 0
Κεκαρμένη η κρίση με συλλαμβάνει πανικού.
 —
3 μείον 9 = μείον 6 πεθαμένα παιδιά
 —
κάρβουνα αναμμένα κι αγκάθια αιχμηρά
όπλα καπνισμένα και πολύ ζωντανά.
–

IV

Τώρα θα σημάνουν οι καμπάνες στο 4
Και θα εκπνεύσ’ η σιωπή στο 8
Βλέπω την ανάσα να σώνεται πριν το 2 σωρός
Και το σώμα να καίγεται στο 5 πηλός
Λίγο χώμα τα χέρια μου στο 9 πανικός
Κι η ομιλία να τελειώνει κάπου μεταξύ του 1 και του 7
 —
Οι πρώτοι αριθμοί δεν μιλάν μεταξύ τους.
 —
Κάπου εκεί το 3 διαιρούταν στο κενό με τον  εαυτό του
Και το 6 έπαιζε με τη λέξη ξανά
– να δαγκώσεις και πάλι τον εγκλεισμό στην καρδιά.
 —
—
 V

Τόσο 9 πριν απ’ την άνοιξη και η σιωπή  στενή.
 —
Κοιτάω το 7 σαν τη γλίτσα να προσκολλάται στη  γη.

Και το 2 παραμελημένο κι ανήμπορο ν’ αρθρώσει φωνή.
  —
 —
Όσο και να διαιρείς θα μένει πάντα ένα υπόλοιπο
————————————————- στη νύχτα σκοτεινό
τέρας υπόλογο να τεχνουργεί σκυφτό.

Θανάσης Τζούλης, Έξι ποιήματα

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

***

Τα κουπιά των νεκρών

Οι νεκροί
σκίζουν το καταπέτασμα
του σπιτιού μας.
Κρεμάστε τα πορτραίτα
και μη βροντάτε
τα έπιπλα.
Τα νερά είναι ζεστά από το σώμα τους.
Μη βροντάτε τα χέρια
και φαίνονται άδεια.
Οι νεκροί πέφτουν από τα σύννεφα
και γεμίζουν το σπίτι μας,
τα νερά στάθηκαν έκπληκτα στην πόρτα,
δεν άφησαν ακόμα την κραυγή τους.
μες στα νερά χάσαμε τα πόδια μας,
κρατείστε τα κουπιά των νεκρών.

***

Ανακομιδή

Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –
μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.
Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,
δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου
όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.
Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,
δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές
που είχαν τα χορτάρια αίμα.
Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου
δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,
δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες
με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.
Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι
και μεσ’ από τα κόκκαλά σου
την οδύνη μου

***

Οι πέτρες και ο χρόνος (Απόσπασμα)

ΧΙ


Κάηκ’ η ζωή μας και γίναμε ποίηση.
Κλείστε τα παράθυρα.
Μόνο η φωνή ας βροντάει
σαν το σκυλί μέσα στις θύελλες.
[Σπόνδυλοι, 1961]

***

Η αρκούδα

Η αρκούδα που κυνηγά τον άνθρωπο
ποιος ξέρει αν δεν ήταν άνθρωπος
και φοβάται μη ξαναγίνει;

***

Ο φόβος

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Τη νύχτα τα όνειρα ξεκλειδώνουν την πόρτα
και κουβαλούν στο σπίτι μας νεκρούς
κι ύστερα βγάζουν τα κεραμίδια του σπιτιού
να κατεβεί ο Χριστός στο άδειο σπίτι
να τον σπαράξει ο φόβος μας
γιατί είναι η δική του σειρά
να πιστέψει σε μας
απόψε και την άλλη νύχτα και την άλλη

Το πρωί οι νεκροί είναι στην ίδια κουβέρτα
και κρύβουν με τα χέρια το χτυπημένο κορμί
μη φοβηθούμε και τους κλείσουμε έξω από το σπίτι
όταν ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Την ίδια ώρα η μάνα
φοβερίζει το πεθαμένο παιδί
να μη γυρίσει σπίτι αυτή τη νύχτα
θα το χτυπήσουν στην ίδια μεριά

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε
κρατήσαμε τον ύπνο να κρυφτούμε στο μαλλί του
να ξεφύγουμε από το φόβο
που περιμένει στη πόρτα μονόφθαλμος

Πριν από την τελευταία ώρα
η μάνα διώχνει τους νεκρούς από την καταπαχτή
κι αυτοί γυρίζουν μαζεύοντας τις πατημασιές μας
γιατί φοβούνται πως χαθήκαμε
την ώρα που ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

15871442_10154720852116011_3389932355311811186_n

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο
φεγγάρι

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει

ένα κεφάλι από πηλό

τους τοίχους τους είχαν στολίσει

με λουλούδια

απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί

δυο σώματα ερωτικά

στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια

και πεταλούδες

ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε

στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες

τις πλευρές

δε θά ‘ταν φρόνιμο κανείς

να τους τραβήξει

ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα
σώματα

στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω

έγδερνε τις πόρτες

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα

οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο
ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι

έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι

έπειτα μπήκε το φεγγάρι

αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν

το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

***

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου

για ξαναβγές και πάλι

θέλω να δω το αίμα
σου

δεν έκαιγες λυχνάρι

φώτιζες

το φοβισμένο πρόσωπο

θέλω να δω

το φοβισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι και πάλι

τότε

όλο το σώμα μου ήταν

μιά πληγή

φεγγάρι

μια πηγή

και φώτιζε

της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου

θέλω να δω το αίμα
σου

τώρα

πάλι και πάλι

*Από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

***

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι

σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι

περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί

κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο

και μέσα φαίνονταν

τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το
κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο

να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου

και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός

ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει