σιγαστήρας

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

childrens-surreal-nightmare-photos-dream-collector-arthur-tress-13Ας παρελαύνουν οι λέξεις α-νόητες,
σε τούτη τη ζωή,
που δολώνει τους πάντες
στο μεροκάματο/
κίνδυνος να χαθεί το νόημα δεν υφίσταται:
και το σεντόνι του χρόνου
θα σιδερώνεται,
κι οι άνθρωποι θα βασανίζουν όσο περισσότερους μπορούν
ως να πεθάνουν/
και για όσα αγαπήσαμε
ας μη μιλήσουμε ποτέ/

Και κάθε νύχτα, που με τα μάτια των γαλάζιων σκύλων*
θα διαρρηγνύονται τ’ άραχνα σκότη,
κι από το δέρμα σου
σαν ξύνεις με το νύχι,
θα κυλάει ασπρόφτερο,
ένα βαλσαμωμένο περιστέρι/
κάνε πως δεν είδες.

Έφτασε η στιγμή να γίνει και η ποίηση,
ένας αήθης σιγαστήρας/

*Μάτια γαλάζιου σκύλου: τίτλος διηγήματος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/

photo: Arthur Tress – Children’s Surreal Nightmare – Dream Collector 13

View original post

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δύο ποιήματα

Κύκλος

Σχίζω το ημερολόγιο,
μη θέλοντας
να διαβώ τις ώρες,
μη θέλοντας
να σκοντάψω στις μέρες
του κύκλου
που με φυλακίζει,
πνίγοντας
ότι ωραίο
φώναξα δυνατά
μέσα μου.

***

Φύλλα φωνήεντα

Φωτίζουν
φυλάγοντας φωτιές,
φρουρούν
φωνές φευγάτες,
φοράνε
φύλλα φωνήεντα,
φτηνά φιλιά
φοβούνται,
φονεύουν
φήμες φαντάσματα,
τα ποιήματα φταίνε!

*Από τη συλλογή “Ενδόγραμμα”, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, 2010. τα δύο ποιήματα και οι φωτογραφίες της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Greek Poetics στη διεύθυνση http://greekpoetics.blogspot.com

Κατερίνα Γώγου: “Ελεύθερα επικίνδυνη και ωραία”-Προσεγγίσεις στη ζωη και το έργο της (προδημοσίευση)

Χρήστος Μαυρής*

Αντιμετώπισε αδιαμαρτύρητα την απαξίωσή-της!
Η Κατερίνα Γώγου, ως ποιήτρια, βίωνε καθημερινα την απαξίωση. Εννοω πως οι ομότεχνοί-της αντιμετώπιζαν την ποίησή-της με υποτιμητικη ματια, σε αντίθεση με μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων αναγνωστων που αναζητούσαν και αναζητούν συνεχως τα βιβλία-της για να διαβάσουν την ποίησή-της. Και όπως έχει αποδειχθει, οι ανέκαθεν εξοργισμένοι και επαναστατημένοι αναγνώστες έχουν σημαία-τους την ποίηση της Κ. Γώγου, οι δε διαρκως καταφρονημένοι και πονεμένοι άνθρωποι την έχουν, μπορω να ισχυριστω, για γιατρικο και βάλσαμό-τους, γιατι τους προσφέρει ίσως την ψυχικη γιατρεια αλλα και την απαραίτητη ψυχικη ανάταση που χρειάζονται όταν τους βρίσκουν, υποθέτω, δύσκολες στιγμες.
Μεθοδευμένη απαξίωση που η Κ. Γώγου την εισέπραττε με στωικότητα και αδιαμαρτύρητα, ίσως γιατι και η ίδια δεν είχε πιστέψει κατα βάθος στον εαυτο-της και ούτε είχε αντιληφθει την αξία της ποίησής-της και γενικα των γραπτων κειμένων-της.
`
«Εγώ, η Κατερίνα
χωρις ιδιοτέλεια γράφω αυτα.
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας
και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερα πέρασα
χωρις να μ’ ακουμπήσουνε, χωρις να τ΄ ακουμπήσω»
(Νόστος)
`
Και αυτη η απαξίωση προερχόταν πρώτα και κύρια απο τη δικη-της συντεχνία. Δηλαδη απο την ποιητικη γενια που ανήκε ηλικιακα και ιδεολογικα, που δεν ήταν άλλη ασφαλως από τη λεγόμενη ΄΄Γενια του 1970΄΄ ή, όπως αλλιως έχει ονομασθει, ΄΄Γενια της αμφισβήτησης΄΄.

Μάλιστα, όπως αποκάλυψε ο ποιητης Νάνος Βαλαωρίτης στο ντοκιμαντερ ΄΄Κατερίνα Γώγου: Για την αποκατάσταση του μαύρου΄΄, του Αντώνη Μποσκοϊτη, κάποιες ποιήτριες της εποχης-της «δεν την χώνευαν» γιατι «θεωρούσαν χυδαίο το λόγο-της»!

Υπήρξαν, ακόμη, και σημαντικοι ανθολόγοι, με αξιόλογοι προσφορα στα ελληνικα γράμματα, που είχαν περίπου την ίδια πάνω κάτω ηλικία με την ποιήτρια αλλα, όταν ετοίμασαν και εκδώσανε τις ανθολογίες για τους ποιητες της δικης-τους γενιας, δεν καταδέχθηκαν ν’ ανθολογήσουν ούτε ένα στίχο απο την «χυδαία» ποίηση της Κ. Γώγου! Της ποιήτριας που, όπως διαπιστώνω σήμερα, υπήρξε, φύσει και θέσει, το άτομο με το εντονότερο αμφισβητησιακο πνεύμα, απ’ όλους τους ποιητες της γενιας του 1970!

Αυτη η παράλειψη οφείλεται μάλλον στην άγνοια που είχαν οι συγκεκριμένοι ανθολόγοι για την αξία της ποίησής-της και όχι σε οποιουσδήποτε άλλους λόγους. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, τα πρώτα χρόνια της παρουσίας-της στα ελληνικα γράμματα, πολλοι είναι οι επαΐοντες που πίστευαν πως η Κ. Γώγου έγραφε μία πρόχειρη, αφελη, ακατέργαστη και γενικα ανάξια για διάβασμα ποίηση. Μια ποίηση που την έγραφε στο πόδι, όπως νόμιζαν, για να εκφράσει κυρίως την οργη και την αγανάκτησή-της για ό,τι την ενοχλούσε και την πλήγωνε στην ελληνικη κοινωνία και όχι για να υπηρετήσει τα υψηλα ιδανικα της ποιητικης τέχνης.

Όμως παγερά αδιάφορη απέναντι στην ποίησή-της στάθηκε και η κριτικη. Γιατι, η ποιήτρια Κ. Γώγου, παρα την αποδοχη-της από μεγάλη μερίδα του αναγνωστικου κοινου, κριτικα εξακολουθει να παραμένει αδικαίωτη και ατεκμηρίωτη, εφόσον μέχρι σήμερα είναι ελάχιστες οι απόπειρες που έχουν γίνει για μία σοβαρη κριτικη θεώρηση όλου του έργου-της.

Η Κατερίνα Γώγου όμως, διέψευσε με τον καλύτερο τρόπο, δηλαδη με τη δουλεια-της, όλα αυτα τα άτομα που στάθηκαν με απαξίωση απέναντι στην ίδια και στην ποίησής-της γιατι, στο σύντομο πέρασμά-της απο αυτη την αλλήθωρη ζωη, κατόρθωσε να δημιουργήσει ποίηση ανυπολόγιστης αξίας, που ξεχωρίζει τόσο σαν τέχνη όσο και σαν φωνη διαμαρτυρίας. Είναι, σίγουρα, ποίηση με ουσία και περιεχόμενο, που διακρίνεται για την αντοχη-της αλλα και για το ασύλληπτο πνευματικο βάθος-της. Γι΄ αυτο και το έδαφος της ποιητικης γραφης-της, αλλα και το υπέδαφός-της, είναι γεμάτα με ποιητικο πλούτο που σε οδηγουν άλλοτε στην ιστορία, την φιλοσοφία και την κοινωνιολογία και άλλοτε στην φυτολογία, τη ζωολογία και την ανθρωπολογία.

Είναι, σε τελικη ανάλυση, μία αρκετα ενδιαφέρουσα ποίηση που σε οδηγει άλλοτε στο αστραφτερο φως και άλλοτε στο πυκνο σκοτάδι, άλλοτε στην ζωοδότρα χαρα και άλλοτε στην ψυχοφθόρα λύπη, άλλοτε στον θείο έρωτα και άλλοτε στον αδέκαστο θάνατο.

Μια πιο αποτελεσματικη διείσδυση στην βαθύτερη ουσία αυτης της ποίησης, που στο σύνολό-της μοιάζει σαν ένα ενιαίο, θα έλεγα εν εξελίξει και κυρίως χωρις οριστικο τέλος ποίημα, θα αποκαλύψει στον αναγνώστη λαμπρες κορυφώσεις αλλα και αδικαιολόγητα χάσματα, γεμάτα σκοτάδι και ανέκκλητο μυστήριο.

Σε αυτες τις λαμπρες κορυφώσεις της ποίησης της Κ. Γώγου ξεπροβάλλουν έντονα και κάποιοι αριστουργηματικοι στίχοι. Στίχοι ξεχωριστοι, αυθύπαρκτοι και αποφθεγματικοι, που μοιάζουν με τις φλέβες των μεγάλων ποταμιων που διέρχονται ανάμεσα στα ελληνικα βουνα, δίνοντας ζωντάνια στις πεδιάδες που διασχίζουν. Θέλω να πω πως κάνουν καταπράσινο το τοπίο απο εκει που κυλάνε τα κρύα νερα-τους, όπως καταπράσινο κάνουν τον κήπο της ελληνικης ποίησης κάποιοι στίχοι-της.

Επαναλαμβάνω όμως, πως το ποιητικο έργο της Κ. Γώγου, στο σύνολό-του, εκλαμβάνεται σαν ένα ενιαίο ποίημα που συνεχως εξελισσόταν. Δηλαδη παρουσιάζει μία οιονει συνέχεια, χωρις όμως να αποκτάει οριστικο τέλος. Θα έλεγα πως είναι σαν μια εισαγωγη στο απέραντο που δεν έχει ακόμη καταγραφει. Αυτο το αδιάρρηκτο δέσιμο όλου του έργου-της, εξάλλου, η ποιήτρια φρόντιζε να μας το υποδεικνύει σε κάθε συλλογη-της είτε τεχνοτροπικα, είτε θεματικα, είτε υφολογικα.

Επιπλέον, στην ποίηση της Κ. Γώγου, διαπιστώνω (θα έλεγα με μεγάλη ικανοποίηση) πως υπάρχει, και είναι έκδηλο, ένα μόνιμο ανθρωπιστικο υπόστρωμα, μέσα απο το οποίο εκπηγάζει και μία αχτίδα φωτος, έστω αμυδρη, αλλα, ταυτόχρονα, ξεμυτίζει και μία αχτίδα ελπίδας, πλανερη κατα την άποψή-μου, για ένα καλύτερο αύριο ή για ένα καλύτερο κόσμο.

Με αυτα τα δεδομένα, σίγουρα, η ποίησή-της είναι ανθρώπινη, στην ανώτατη έννοια του όρου, εφόσον στο επίκεντρό-της είναι πάντοτε ο άνθρωπος, με όλες τις εκφάνσεις της ζωης αλλα και του θανάτου-του.

Η Κ. Γώγου όμως, σε ότι αφορα τα ανθρωπιστικα στοιχεία με τα οποία διαπότισε την ποίησή-της, παρουσιάζεται ως μία αφοσιωμένη μαθήτρια που έκανε βίωμα τις υποθήκες και τις προτροπες ενος απο τους σημαντικότερους διανοούμενους του περασμένου αιώνα. Αναφέρομαι στον Άγγλο αναρχικο συγγραφέα Τζωρζ Όργουελ, τον οποίο φαίνεται πως είχε ως πρότυπό-της ή, καλύτερα, δάσκαλο και οδηγο-της.

Από τον Τζωρτζ Όργουελ, αυτον τον ουμανιστη συγγραφέα, η Κ. Γώγου αφομοίωσε και το σπουδαίο απόφθεγμά-του που λέει «σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος, όχι ζωντανος». Απόφθεγμα το οποίο, απέσπασε απο το εμβληματικο μυθιστόρημά-του που τιτλοφορείται 1984 και στη συνέχεια το εντείχισε, σαν μωσαϊκο, με ιδιαίτερη μαστορια θα έλεγα, στην ποίησή-της. Στην ενότητα ΄΄Μικρα πεζα για…», που περιλαμβάνεται στο τελευταίο βιβλίο-της που τιτλοφορείται Με λένε Οδύσσεια και το οποίο εκδόθηκε μετα τον θάνατό-της, θα γράψει:
`
«Δεν είμαι σοφη ούτε φιλόσοφη. Δεν ξέρω καν αν είμαι ηθοποιος ή ποιήτρια. Γι’ αυτο που είμαι σίγουρη για μένα είναι πως αγαπάω με ερωτικο πάθος τον Άνθρωπο».
`
Και αλλου θα σημειώσει:
`
«…έμαθα που λες το μίσος
να το μετατρέπω, με αστραπιαίο αιφνιδιασμο, σε αγάπη
για οποιονδήποτε εννοούνε οι άνθρωποι εχθρο. Έμαθα
το σεβασμο».
`
Η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, στις καλες στιγμες-της, είναι τέτοιας ποιότητας και τέτοιου μεγέθους που, χωρις υπερβολη, και δέκα διδακτορικες διατριβες να εκπονηθουν γι’ αυτη στη σειρα, δεν θα είναι ικανες, νομίζω, ν΄ αναλύσουν το εύρος των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε αλλα και να αποτιμήσουν σωστα την τέχνη με την οποία εμπλούτισε αυτη την ποίηση. Τέχνη, που ασφαλως ομορφαίνει αλλα και ανεβάζει το ποιοτικο επίπεδο της επαναστατημένης ποίησης και γενικα όλης της ελληνικης ποίησης.

Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, το γεγονος πως, η Κ. Γώγου, πίστευε πως η ποίηση είναι «δώρο θυσίας», για την ίδια αλλα και για τους υπόλοιπους ανθρώπους, με στόχο την ολοένα και περισσότερο καλυτέρευση του χαρακτήρα-τους και γενικα της ζωη-τους και όχι να την μετατρέπουμε σε μεταφορικο μέσο για να βγάζουμε περίπατο τον αρρωστημένο εγωισμο και τα απωθημένα-μας. Θα διερωτηθει:
`
«Τι θα γινόμουν άραγε, Θεε-μου
αν δεν μου’ χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;»
(Με λένε Οδύσσεια)
`
Στίχοι ασφαλως που μας παραπέμπουν κατευθείαν στον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον «ποιητη της αγάπης», όπως εύστοχα τον έχουν αποκαλέσει και συγκεκριμένα στους στίχους του «Αν δε μούδινες την ποίηση, Κύριε,/ δε θάχα τίποτε για να ζήσω», που περιλαμβάνονται στη συλλογη Ο χρόνος και το ποτάμι, που κυκλοφόρησε το 1957.

Δυστυχως, η σκληρη μοίρα-της, όπως και τόσων άλλων σπουδαίων ποιητριων, έμελλε να την οδηγήσει και να την κατατάξει στην «μοίρα των καταραμένων ποιητων», όπως προφητικα και με αρκετο πόνο είχε γράψει στο τελευταίο βιβλίο-της. Εγώ θα πρόσθετα πως κληρονόμησε και ακολούθησε μαρτυρικα την άδικη μοίρα των κατατρεγμένων και καταφρονημένων ποιητριων όλου του κόσμου, θυμίζοντας για την ώρα μόνο τις περιπτώσεις της Άννας Αχμάτοβα και της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, δύο απο τις μεγαλύτερες ποιήτριες του 20ού αιώνα, που έζησαν τον κατατρεγμο, τον εξευτελισμο και την ταπείνωση στη Σοβιετική Ένωση, τα χρόνια της σταλινικης τυρανίας. Γιατι, αν αναλογισθούμε τη ζωη που ονειρευόταν η Κ. Γώγου, αλλα τελικα δεν αξιώθηκε να τη ζήσει, τη διαρκη καταδίωξη που υφίστατο καθως και τον τραγικο θάνατό-της, δεν μπορούμε ή, καλύτερα, δεν έχουμε δικαίωμα να την κατατάξουμε σε καμία άλλη κατηγορία παρα μόνο σε αυτη «των καταραμένων ποιητων».

*Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr/archives/36667/index.html

Αναρχία και Λογοτεχνία – Κυκλοφόρησε

Κυκλοφόρησε από το Πανοπτικόν ο συλλογικός τόμος “Αναρχία και λογοτεχνία” όπου αναρχικοί γράφουν για λογοτέχνες και λογοτέχνες για αναρχικούς

Μετάφραση-επιμέλεια-ανθολόγηση: Ζ.Δ.Αϊναλής, Κώστας Δεσποινιάδης, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Η ανθολογία αυτή, όπου αναρχικοί γράφουν για λογοτέχνες και λογοτέχνες για αναρχικούς, μάς υπενθυμίζει ότι ο Πιοτρ Κροπότκιν έγραψε μια ολόκληρη ιστορία της Ρώσικης λογοτεχνίας, χωρίς ούτε στιγμή να πάψει να ασχολείται με την υπόθεση της Αναρχίας και της ανθρώπινης χειραφέτησης· η πανταχού παρούσα στις επαναστατικές διεργασίες του καιρού της Έμμα Γκόλντμαν έγραψε σημαντικά δοκίμια για τον Τολστόι, τον Ίψεν, τον Γέητς, ο μαρτυρικός Γκούσταβ Λαντάουερ για τον Ντοστογιέφκσι, τον Τολστόι, τον Στρίντμπεργκ, τον Ουίτμαν, τον Όσκαρ Ουάιλντ κ.ά, καθώς και ότι σπουδαίοι λογοτέχνες και συγγραφείς (ο Μιρμπώ, ο Ζολά, ο Μπλοκ κ.ά) έκαναν την αντίστροφη διαδρομή κι έγραψαν δοκίμια για εμβληματικές μορφές του αναρχικού κινήματος, για να μην μιλήσουμε και για σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Γκέρτσεν, όπου τα όρια δοκιμίου και ποίησης συχνά χάνονται στην αριστουργηματική γραφή του.

Οι σελίδες του βιβλίου αυτού μας υπενθυμίζουν ότι η μοίρα των ανθρώπων και των κοινωνιών έχει καταγραφεί λεπτομερώς στην ιστορία της πραγματικής λογοτεχνίας και όποιος θέλει να διερωτηθεί γι’ αυτήν, όποιος θέλει να την αλλάξει, αργά ή γρήγορα θα προσφύγει και στις σελίδες της.

http://panopticon.gr

Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα

{..κατανυκτικώς}
.
Σ’ αυτό το διψασμένο το ξενύχτι,
σπαράζω,σαν το ψάρι μες στο δίχτυ.
Το ξέρω.Απόψε θα με σώσει η τέχνη.
Παραμιλώ.Γαμώ την ομορφιά σου.
.
════════════
.
(συλλογή Ασκήσεις Ι — ΙΧ)
.
Τραγουδώ την Αθήνα την ιοστέφανον,το έφηβο Παρίσι,
το Πεκίνο των τριακοσίων γενεών,τη Μόσχα με τα σαμοβάρια της,το σιωπηλό
Τουμπουκτού,το Σίδνεϋ,το γκρίζο Λονδίνο,τη Βαγδάτη λουσμένη μ’ αστέρια,
το Δελχί,τη Βιέννη,το Χαρτούμ,τη Ζανζιβάρη των σουλτάνων,το Κεμπέκ,
την εκπάγλου καλλονής Έδεσσα,την Πράγα,το Κατάρ,την Καμπέρα,τη Λίμα,
το Τόκιο,τη Νέα Υόρκη,την Άρτα
κενοτάφιο και ροδώνα της ανθρωπότητας.
.
Τραγουδώ τον Έκτορα,τον Αλκιβιάδη,τον Κατιλίνα,τον Βρούτο,
τον Ροβεσπιέρο,τον Σαιν Ζυστ,τον Λασάλ,τον Μπακούνιν,τη Λούξεμπουργκ,
τον Βελουχιώτη,τον Γκεβάρα.
.
Τραγουδώ το Νείλο,τον Ευφράτη,τον Αμαζόνιο,το Μιζούρι,τον Άραχθο
το μέγα ποταμό,τις λίμνες,τους ωκεανούς,όλα τα νερά,
τραγουδώ τα δάση,τα βουνά,
παν ορατό και μέγα.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Η νύχτα άπλωσε ξανά,υποταγμένη,εντροπαλή,
και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα.
Ε
Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφε,τρανεύει το αίμα την καρδιά μου.
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δεν θ’ αναιρέσει
μ’ αυτή,μόνο μ’ αυτήν,έχουμε υπάρξει
που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας.
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκροπομπό.
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημιουργεί
με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας: Άκουσα τα βήματά σου
ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου.
Με την άρνησή του άλλου,βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου.
Με τη μοναξιά του άλλου,σακατεύοντας τη
φυλακή σου.
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει,ένα δάκρυ
για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο Πηνελόπης.
Ε
Ελευθερία: Το πλοίο ανταποκρίθηκε
χαρούμενο,στο χέρι που το στρέφει.
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια,κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
χαρούμενα στην πρόσκληση,κυβερνημένη,
κυβερνώντας
την ύστατη κυριαρχία.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Έρημη Γη)
.
Βγήκα απ’ το αμφιθέατρο.
Ξυπνώντας,πίσω μπρος και πλάι μου τα πλήθη.
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε,λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι,ηυθέμεθλον.
Άνδρ’ αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα,εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα και ψυχήν.
.
Επανάσταση.Έρως.Ελευθερία.
Θάνατος. Θάνατος.
Αθάνατος.
Σύντροφοι.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
(συλλογή Μουζικούλες)
.
Ιδού,λοιπόν εγώ,φτασμένος
εκεί που σώθηκαν τα νιάτα μου.Μην έχοντας
τίποτε για δικό μου,μην κατέχοντας
καν υλικά αγαθά.Ν’ αναλογίζομαι το τίμημα
της άλλοτε χαράς.Ζυγίζοντας και κρίνοντας
τις πράξεις και τα έργα μου.
Ζυγίζοντας και κρίνοντας.
Ω σκοτάδι,σκοτάδι,σκοτάδι
στριγγή πνευματική καταχνιά,άναστρε θόλε,ευλογημένη
δύναμη που ήσουν κι όχι πια, φτωχή κι αλλοιωμένη
υπόμνηση της δύναμης,φωνή που υπομένει,
κουλή,ταγγισμένη φωνή,χρυσοκέντητο ξεσκισμένο υφάδι,
γρατσουνισμένη πυρά,λιγδιασμένη πηγή,σταματημένο χάδι,
μαρτυρικό κι ανήμπορο,νέκυιο σημάδι,
ανύποπτη έκταση των χεριών στην οικουμένη.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●
.
ΥΓ
{..κατανυκτικώς}
.
Αναλογίζομαι αν ο Κύριος των δυνάμεων μπορέσει,κάποτε,να με συγχωρήσει.
Γνωρίζω,όμως,ότι εγώ δεν θα συγχωρέσω,ποτέ,Αυτόν.
.
●▬▬▬▬▬▬▬●▬▬▬▬▬▬▬●
.
*Ηλίας Λάγιος,συγκεντρωτικός τόμος Ποιήματα,εκδόσεις Ίκαρος,2009.

**Αναδημοσίευση από τη σελίδα της Anna Doulia στο facebook.

Κική Δημουλά, Τα «υπέρ» της συνήθειας

Με φόρεσες –σε φόρεσα,
εκλογή μονοφόρι.
Πρώτα απ’ την καλή.
Με γύρισες μετά το μέσα έξω,
είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,
είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες
–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–
απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε
την προφύλαξη, την επιφύλαξη,
τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε
τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες
στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.
Σκιστήκανε κι οι τσέπες,
χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους
οι σκέψεις των χεριών.
Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα
πάλι το έξω μέσα,
σάμπως οι πριν φθορές
να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί
και γιάνει,
και μια που το παλιό
δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις
και πού θα χτυπηθείς,
κανένα πρόβλημα.
Ούτε και τούτο έχει πια
όψη κι ανάποδη.
Έχει κι αυτό παλιώσει
–μέσα έξω γυρισμένες
τόσες φορές οι σφαίρες.

*Από τη συλλογή “Το τελευταίο σώμα μου”, Εκδόσεις Κείμενα (1981), Β´ έκδοση Στιγμή (1989).

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY

vequinox's avatarManolis

Tolis Nikiforou

ΜΑΓΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

Σ’ αγάπησα

σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια

στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα

σε συγκεντρώσεις απεργών

σε διαδηλώσεις φοιτητών

στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας

είναι γραμμένο τ’ όνομά σου

στις προκηρύξεις που μοιράσαμε

στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε

και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,

η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου

η αγωνία μου σου ανήκει.

ENCHANTED SOUL

I fell in love with you

in the dirty neighborhood, in the factory

and on the colorless surface of cement

behind the street barricade

mixed in the strikes of the workers

during the student demonstrations

in the hallways of the courts

in secret meetings

in the darkness of the night

your name was written

in the fliers we distributed

on the red posters we put up on walls

and in the logs of the police force

View original post 33 more words

Δημήτρης Γ. Κανελλόπουλος, Το φράγμα της μνήμης

Η μνήμη δεμένη
σὲ ἕνα κόκκινο μαντήλι.
Ἀκριβὸ κομπόδεμα.
Κρατᾶ μέσα της
βλέμματα καὶ στιγμὲς καὶ λέξεις
σφιχτοδεμένα.
Ἕνα κομπόδεμα κρυμμένο
μέσα στὸν κόρφο.
Ἀκουμπᾶ ἀνεπαίσθητα
στὸ μέρος τῆς καρδιᾶς καὶ ξυπνάει,
σὰν ἀνοίγεις τὴν πόρτα καὶ στέκεις
στὸ κατώφλι τῆς νύχτας ἀνυποψίαστος,
κάτω ἀπὸ τὸν ἔναστρο οὐρανό.
Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ νιώθεις
τὸ βάρος τοῦ πράγματος:
περπατᾶς μόνος μὲ τὸ δικό σου φορτίο!
Μὲ τὴν πείνα σου καὶ τὴν δίψα σου
τὸ κομπόδεμα αὐγατίζει·
στιγμὲς ποὺ κατατίθενται ἁπαλά
ἡ μιὰ πάνω στὴν ἄλλη
ἀκριβὰ βλέμματα κρυφὰ φυλαγμένα.
Ὥσπου φτάνει ἕνας καιρὸς
καὶ κάποιο χέρι λύνει τὸ κόκκινο μαντήλι·
τὸ φράγμα ὑποχωρεῖ
–σκύβεις ν’ ἀκούσεις τὴ βουὴ τοῦ χρόνου ποὺ περνᾶ–
σὰν μαῦρο ποτάμι ποὺ κυλάει μὲ ὁρμή.
Ὅλα γλιστροῦν μπροστά,
οἱ στιγμὲς, καὶ τὰ βλέμματα, καὶ οἱ λέξεις πηδοῦν
ἀπὸ τὰ βλέφαρα στὸ κενό.
Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ χέρι ποὺ ἀδειάζει
τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ βιός της;

*Από την ομώνυμη ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Οροπέδιο”.

Για μια ανοικτή δημιουργική προσέγγιση της λογοτεχνίας ως γραφή και ως ανάγνωση

Του Κ.Σ.

Ο Φιλήμονας Πατσάκης στο δοκίμιο του «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Λογοτεχνία και αυτεξούσιο» επιχειρεί να πλεύσει μέσα στην περιπέτεια της γραφής, της ανάγνωσης και της ερμηνείας των λογοτεχνικών έργων, σ’ ένα ταξίδι που κινείτε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα και με μια ανοιχτότητα που αποστρέφει το βλέμμα της από κάθε κλειστή ερμηνεία. Που έρχεται σε ρήξη με κανόνες και «επιστημονικές» προσεγγίσεις που αξιώνουν εγκυρότητα λόγο του ρόλου τους και της θέσης τους στο στερέωμα του υπάρχοντος τρόπο σκέψης.

Όντας σε μια τέτοια πολεμική με τις μονοσήμαντες προσεγγίσεις που βασίζονται σε ακαδημαϊκού τύπου κανονικοποίησης της αισθητικής ή της ιδεολογικής της χρήσης, ο Πατσάκης προσπαθεί να αναδείξει την γραφή, την ανάγνωση αλλά και την ερμηνεία ως ανοικτές δυναμικές, δημιουργικές και πολυφωνικές διαδικασίες.

Ακριβώς σ’ αυτές τις πολύμορφες διαδικασίες είναι που εντοπίζει την ικανότητα κάποιων λογοτεχνικών έργων να αντέχουν στο χρόνο και να επιβιώνουν πέρα από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και τις προθέσεις του ίδιου τους, του συγγραφέα.

Σ’ αυτήν την προσέγγιση όπως θα δούμε παρακάτω μεγάλη σημασία έχει η αυτονομία όχι μόνο του έργου αλλά και των ίδιων των προσώπων που αναδύονται μέσα από αυτό, καθώς τα νοήματα, οι πράξεις και οι προθέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων είναι τα ίδια διακυβεύματα τις συνεχής διαδικασίας της ανάγνωσης.

Αναζητώντας λοιπών μια γενεαλογία της ίδιας της γραφής, χωρίς καμία αξίωση αντικειμενικότητας ή επιστημονισμού, ο συγγραφέας επιχειρεί μια περιοδιολόγηση της γραφής και της συγκρότησης της αφήγησης προσπαθώντας να αναδείξει την εμφάνιση αυτού που ονομάζουμε λογοτεχνία και πως αυτή η εμφάνιση συνδέθηκε με τις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην ανθρώπινη ιστορία από τον ύστερο μεσαίωνα και την ανάδυση του καπιταλισμού.

Η παρούσα παρουσίαση του βιβλίου, δεν είναι παρά η περίληψη μιας δημιουργικής ανάγνωσης.
Η εμφάνιση της τυπογραφίας στα μέσα του 15ου αιώνα και η χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας έδωσε την υλική βάση για την εμφάνιση της λογοτεχνίας, δηλαδή την δυνατότητα ένα κείμενο να διαδοθεί τόσο πολύ διά μέσω του γραπτού και όχι του προφορικού λόγου και έδωσε έναν κομβικό ρόλο στον συγγραφέα. Είναι όμως η κομβικότητα που αποκτάει το άτομο και οι αγωνίες του μέσα στον αναδυόμενο καπιταλισμό που θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο για την εμφάνιση της λογοτεχνίας. Μια ατομικότητα που αναζητά την ρήξη με το προκαθορισμένο πεπρωμένο, που αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη, αλλά ταυτόχρονα γεμίζει από υπαρξιακές αγωνίες καθώς νιώθει όλο και πιο πολύ την αστάθεια ενός κόσμου που πλέον τίποτα δεν είναι δεδομένο και αιώνιο.

Το βιβλίο επικεντρώνεται σε κάποιους συγγραφείς και μερικές φορές μάλιστα σε κάποια συγκεκριμένα έργα τους. Χωρίς όμως να ξεχνάει να κάνει εκτενείς αναφορές στο ιστορικό πλαίσιο αλλά και την γενικότερη κίνηση των ιδεών των πολιτικών και των φιλοσοφικών ρευμάτων που έρχονται σε αλληλεπίδραση με τους συγγραφείς και το έργο τους. Ο σκοπός δεν είναι να κάνει μια πλήρη παρουσίαση, μέσα από επιστημονικές μεθοδολογίες ή φιλολογικού τύπου αναλύσεις. Αλλά να εστιάσει σε εκείνα τα στοιχεία που ο θεωρεί ότι αναδεικνύουν την υπαρξιακή ένταση της λογοτεχνίας και των διαδικασιών που την συγκροτούν.

Ο Ραμπελέ με τα φαρσικά και μπουφονικά του στοιχεία θα αναδείξει το γέλιο και την σάτιρα ως την δύναμη της υπονόμευσης της εξουσίας. Τα έργα του διέπονται από την εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και την σωματική διάσταση της ευτυχίας. «Ο άνθρωπος δεν γεννιέται αλλά γίνεται» θα φωνάξει ο Γαργαντούα, φέρνοντας μας μπροστά στην δυναμική των ίδιων των πράξεων μας που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Ο Ραμπελέ είναι ίσως από τους πρώτους που υπονομεύουν την προαιώνια ενοχή με την οποία μας έχει διαποτίσει ο χριστιανισμός.

Οι αναφορές του Πατσάκη στον Έρασμο, στον Μοντένιο, στον Μακιαβέλι, στον Χομπς, στον Τζον Λοκ, στον Καρτέσιο, τον Τόμας Μουρ και τόσους άλλους γίνονται ακριβώς για να δείξει την ένταση των ιδεών που έχουν έρθει στο προσκήνιο και πως διεκδικούν την θέση τους στην διαμόρφωση του κόσμου των ανθρώπων.

Όμως στην πραγματικότητα το βιβλίο ξεκινάει με μια από τις μεγάλες αγάπες του συγγραφέα του τον «Δον Κιχώτη» και τον δημιουργό του τον Θερβάντες. Ξέροντας πολύ καλά ότι ο πρώτος κατάφερε να επισκιάσει τον δεύτερο, ο ήρωας ή μάλλον καλύτερα ο πρώτος αντί- ήρωας ο Δον Κιχώτης έχει σίγουρα μεγαλύτερη φήμη από τον δημιουργό του, το Θερβάντες.

Ο Δον Κιχώτης αυτός ο σιωπηλός πολυλογάς που περιπλανιέται μέσα στις ερημιές αρνούμενος να αποδεχθεί τον κόσμο όπως είναι. Θα σταθεί απέναντι στην εξουσία και την αδικία φτιάχνοντας τους δικούς του κόσμους που όμως τέμνονται και δίνουν τις δικές του ερμηνείες για τον υπαρκτό κόσμο. Ο Δον Κιχώτης δεν στέκεται απλά στις ερμηνείες του αλλά αναλαμβάνει δράση για να διορθώσει όσα θεωρεί λάθος με βάση αυτές. Συντρέχει τους αδύναμους και τους απροστάτευτους είτε έχουν δίκιο είτε άδικο, ακόμα και αν χρειάζεται να έρθει σε σύγκρουσή με την ίδια την βασιλική εξουσία, ακόμα και αν κινδυνέψει να λοιδορηθεί και κατατρεχθεί από αυτούς που βοήθησε. Η τρέλα του είναι μια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι σ’ ότι τον καταπνίγει, απέναντι στον ίδιο το θάνατο.

Επιλέγει όχι απλά να θέσει το ερώτημα του «γιατί;» αλλά να δώσει και την απάντηση του «γιατί όχι;» θέτοντας το ζήτημα όχι να ερμηνεύσει τον κόσμο αλλά να τον αλλάξει.

Όμως και λογοτεχνικά ο Θερβάντες με τον Δον Κιχώτη κάνει μεγάλες τομές που ακόμα είναι ζητούμενο για όσους επιχειρούν να μπουν στο ταξίδι της γραφής. Έπαιξε με τις μορφές, την εναλλαγή του αφηγητή, ανακάτεψε τις οπτικές γωνίες, έβαλε σε διάλογο το πραγματικό με το φανταστικό, έκανε πειράματα με τη γλώσσα και τον αφηγηματικό χρόνο, με κορυφαία στιγμή εκεί ο Δον Κιχώτης αναγνωρίζει το ίδιο του το βιβλίο μέσα στο τυπογραφείο. Οι δυο βασικοί του ήρωες, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο δεν είναι κάποιοι στατικοί χαρακτήρες αλλάζουν καθώς συζητούν και εμπλέκονται στις περιπέτειες τους.

Το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσται η ιστορία του Δον Κιχώτη είναι αυτό του λαού, οι χωριάτες, ο πανδοχέας οι μικροαπατεώνας.

Και αν το περιβάλλον που γράφει ο Θερβάντες είναι αυτό της παρακμής της Ισπανικής αυτοκρατορίας η Αγγλία στην εποχή του Σαίξπηρ είναι και αυτή σε μεγάλη ταραχή. Ο «Ελισαβετιανός συμβιβασμός» φέρνει κοντά την αστική και την φεουδαρχική τάξη, οι επιδημίες χολέρας, η οικονομική κρίση και οι λαϊκές εξεγέρσεις αφήνουν το δικό τους στίγμα. Μια ατμόσφαιρα ανησυχίας, απογοήτευσης και κυνισμού είναι διάχυτη.

Ο Σαίξπηρ αγαπάει από παιδί το θέατρο το οποίο από τους περιοδεύοντες θιάσους αρχίζει να απόκτα μόνιμες έδρες. Ο έμμετρος στοίχος δίνει την θέση του στον ανομοιοκατάληκτο ο οποίος δίνει περισσότερο περιθώριο στην ίδια την ερμηνεία. Οι ηθοποιοί αρχίζουν να εξερευνούν την προσωπικότητα των χαρακτήρων που υποδύονται. Περνάμε από τις μεσαιωνικές ηθικολογίες στο ιστορικό δράμα. Το θέατρο διατηρεί την λαϊκότητα του ως τέχνη και μ’ αυτό τον τρόπο επηρεάζει τις απόψεις που κυοφορούνται στην κοινωνία και εισπράττει την εχθρότητα της εξουσίας.

Η ελισαβετιανή τραγωδία που εμφανίζεται αυτή την εποχή διαφοροποιείται από τη αρχαία στο ότι η μοίρα του ήρωα πηγάζει προπαντός από τον ίδιο του τον χαρακτήρα και δεν είναι αποτέλεσμα των αλλαγών της που επιβάλλονταν έξωθεν και άνωθεν όπως στην αρχαία τραγωδία, όπου τα πάντα εξελίσσονται γύρω από μια προεπιλεγμένη σύγκρουση.

Στον Σαίξπηρ οι χαρακτήρες αναπτύσσονται ποικιλόμορφα καθώς συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της μοίρας. Στα έργα του ο Σαίξπηρ βασίζεται πολύ στην δημιουργία στιγμών καθημερινότητας οι οποίες δομούν το τραγικό καθώς παράγουν ερωτήματα και αμφισημίες. Έχουμε να κάνουμε με ρευστές καταστάσεις στις οποίες μετέχει ο περίγυρος, οι σχέσεις των πολύπλευρων χαρακτήρων.

Ο Άμλετ στέκει ενεργά αποσβολωμένος από την καθοριστικότατα των στιγμών. Μην μην έχοντας βεβαιότητες, ξανοίγεται στο μοιραίο ταξίδι με πλήρη επίγνωση αλλά και απόγνωση. Ποίος είμαι;
«Να ζει κανείς ή να μην ζει». Κι όμως δεν είναι αυτή η κυρίαρχη απορία στον Άμλετ, το πραγματικά μεγαλειώδες ερώτημα που δεν εκστομίζεται πότε αλλά στοιχειώνει το έργο και από τότε τον άνθρωπο, είναι το πως ζεις. Η απάντηση σ’ αυτό δεν βρίσκεται πουθενά. Τα ερωτήματα τίθενται και οι απαντήσεις υπεκφεύγουν.

Το πλήθος των ερμηνειών του Άμλετ που παραθέτει ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο, όχι για να επικυρώσει την δικιά του ερμηνεία, αλλά για να δείξει την πολυσημαντότητα και την δυναμική τόσο του έργου όσο και της ερμηνευτικής του.

Ο Γκαίτε ζει την εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, ζει εργάζεται και σκέπτεται μέσα σ’ έναν κυκεώνα φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικών αλλαγών. Ο Καρτέσιος, ο Καντ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ο Χέγκελ κλπ είναι το φιλοσοφικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ο Γκαίτε προσπαθεί να αποδώσει με συναισθηματικούς όρους των φιλοσοφικό διάλογο της εποχής του.

Επηρεάζεται σημαντικά από τον Γιόχαν Χέρντερ, ο οποίος μέσα από την ασχολία του με την δημώδη ποίηση και την λαϊκή τέχνη εισάγει την θεωρία της τέχνης ως επικοινωνία. Το έργο τέχνης δεν έχει την αξία των ιδιοτήτων του αλλά είναι έκφραση ενός ανθρώπου. Για να επικοινωνήσει ο άνθρωπος χρησιμοποιεί λέξεις, όμως οι λέξεις δεν είναι δικά του επινοήματα, αλλά του έχουν κληροδοτηθεί δια μέσου ενός ρεύματος παραδοσιακών εικόνων, Μιλά για την γλώσσα και το έδαφος ως προσδιοριστικούς δεσμούς. Το έργο τέχνης σχετικοποιείται και αποβάλει έτσι την απρόσωπη χροιά και την εξάρτηση από την αιώνια αξία. Κάθε πολιτισμός έχει το δικό του κέντρο βάρους, είναι εξίσου έγκυρος και γόνιμος με κάθε άλλον. Στον Χέρντερ η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει μόνο ένα ιδεώδες ως το καλύτερο δυνατό για τους ανθρώπους φαντάζει αδιανόητη.

Η σχέση του Γκαίτε με τον ρομαντισμό και τον κλασικισμό είναι αντιφατική, τον αποκηρύσσει λέγοντας ότι «ο Ρομαντισμός είναι ασθένεια, το κλασικό είναι υγείες», αλλά ο Βέρθερος είναι ο απόλυτος ήρωας του ρομαντισμού.

Στον Φάουστ η πραγματικότητα διαλύεται σε ένα υποπροϊόν της δημιουργικής βούλησης που αναζητά μονάχα τον εαυτό της. Σε αυτό το έργο αντανακλάτε ανάγλυφα η αμηχανία του ανθρώπου που αναζητά το αιώνιο στο πεπερασμένο, την απόλυτη αλήθεια σ’ έναν κόσμο σχετικοτήτων. Ο Γκαίτε παίρνει έναν μύθο που γεννήθηκε δυο αιώνες πριν και μέσα από αυτόν αναστοχάζεται τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της εποχής του, στην γενική πνευματική αναταραχή που έφερε η επικράτηση της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Μέσα από τον Φάουστ έχουμε μια πρώτη υπονόμευση του διαφωτισμού. Ο επιστήμονας Φάουστ, απελπισμένος από την ανικανότητα του να αγγίξει την καθολική γνώση και να εξομοιωθεί με τον θεό διαπιστώνει τη ματαιότητα όλων των γνώσεων.

Δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε γιο τους καταραμένους ποιητές τον Μπωντλέρ και τον Ρεμπώ χωρίς πρώτα να κάνουμε μια μικρή αναφορά στον Μπλέικ. Διαβάζοντας τον διακρίνουμε μια αδιαφορία για τους κανόνες, που στον Ρεμπώ θα μετατραπεί σε πλήρη ρήξη με κάθε περιορισμό. Ο κόσμος του Μπλέηκ είναι ο κόσμος της ηχηρής γιορτής μιας γιορτής που τα γέλια έχουν βαλθεί να γκρεμίσουν έναν κόσμο δουλείας, το σώμα αποζητά τη ζωή και είναι διαρκώς μαχόμενο με τον θάνατο.

Σε μεγάλο βαθμό η εξεγερτικότητα των καταραμένων ποιητών σημαδεύτηκε από την εξέγερση της Παρισινής κομμούνας. Το ερώτημα που βάζει η κομμούνα είναι τώρα που η εξουσία έπεσε τι;. Η κομμούνα ήταν η εξουσία που αρνιόταν των εαυτό της. Τα οδοφράγματα είναι ο νέος δημόσιος χώρος της επανάστασης, ο Μπωντλέρ θα τα μνημονεύσει ως τις «μαγικές πέτρες του λιθόστρωτου στοιβαγμένες σε οχυρά». Ο Ρεμπώ θα περιγράψει το επαναστατικό υποκείμενο που αυτοκαταργείται:

«Θα γίνω εργάτης, ιδέα που με κυριεύει όταν εξάψεις τρελές με σπρώχνουν στην μάχη του Παρισιού, όπου τόσοι εργάτες πεθαίνουν ακόμα και αυτή την στιγμή που σας γράφω.

Να δουλέψω τώρα.
Ποτέ μα ποτέ.
Κάνω απεργία»

Η πορεία του Ρεμπώ είναι μια πορεία διαρκούς αυτοαναίρεση, ένας κομήτης μέσα σ’ έναν επιταχυντή, όλα γίνονται πολύ γρήγορα πολύ έντονα, σχεδόν αστραπιαία. Η καταφυγή του στο διάβασμα δεν είναι παρά η διαδικασία για να κουρδιστεί το ελατήριο της εκτόξευσης. Εγκαταλείπει σχεδόν αμέσως κάθε εκφραστική περιοχή που ένιωθε κατακτημένη. Αυτό που τον απασχολεί ήταν η επινόηση μιας όλο και πιο αυθόρμητης μεθόδου γραφής, που η νόηση και η αίσθηση θα λειτουργούσαν ενιαία και παραισθητικά σε μια σχεδόν ενστικτώδη μετατροπή της εντύπωσης σε οραματική ποιητική γλώσσα. Όταν συναισθάνθηκα τα περιορισμένα όρια της λογοτεχνίας άλλαξε ζωή. Έγινε άνθρωπος της δράσης εξίσου παράτολμος και ανορθόδοξος. Αφού οι λεκτικές καινοτομίες δεν μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο σταμάτησε να ασχολείται μαζί τους. Η γοητεία του Ρεμπω είναι η γοητεία της δίχως όρια άρνησης. Η ατομική εξέγερση των ποιητών έστεκε εκθέτοντας μια ύπαρξη παθιασμένη, ονειροπόλα και αντίθετη στην αναδυόμενη πειθαρχεία της αποτελεσματικότητας.

Ο Μπωντλέρ όπως και ο Ρεμπώ κινούνται στο περιθώριο της πόλης, αντιλαμβάνονται πρώτοι τις υπόγειες διεργασίες που συντελούνται στις νέες μητροπόλεις. Την δημιουργία μιας περιθωριακής δύναμης που ίσως και να μπορεί να κουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας. Για τον Μπωντλέρ ο δρόμος είναι το σπίτι του μέσα από την περιπλάνηση ανακαλύπτει την μια νέα ομορφιά. Το Παρίσι δεν είναι γι’ αυτόν απλά ένας καμβάς σύνθεσης των έργων του, είναι το πεδίο σύγκλησης και διαρκούς σύγκρουσης της ζωής με τον θάνατο.

Ο Ρώσικος ρομαντισμός αναδύεται μέσα στο απολυταρχικό τσαρικό κράτος, που είναι ταυτόχρονα και ο φορέας του εκσυγχρονισμού και της προώθησης των καπιταλιστικών σχέσεων στην ρώσικη κοινωνία. Σ’ επίπεδο ιδεών η συγκρότηση του τσαρικού κράτους και της δυτικοποίησης του φέρνει σε αντιπαράθεση τους δυτικόφιλους και τους σλαβόφιλους. Οι δεύτεροι αναδεικνύουν το λαό ως φορέα των αλλαγών και τον βάζουν στο κέντρο των κοινωνικών διεργασιών. Ταυτίζουν την ιδέα της Ρωσίας με τον λαό και τον αναγορεύουν σε μοναδικό φορέα της αλήθειας και εχθρό του κράτους.

Ακριβώς λόγο του τσαρικού καθεστώτος και του αυταρχισμού του οι κοινωνικές ιδέες πρώτα κονταροχτυπήθηκαν στη λογοτεχνική τους αποτύπωση καθώς οι διώξεις απομόνωναν κάθε άλλο λόγο. Η λογοτεχνία αντικατέστησε τη φιμωμένη φωνή μιας ολόκληρης κοινωνίας που πάλλονταν με έντονους ρυθμούς. Αποκατέστησε έναν διάλογο καταργημένο από την εξουσία, έσωσε πνοή σε οράματα και ελπίδες.

Ο Ντοστογιέφσκι είναι καλός γνώστης των ιδεολογικών διαμαχών της εποχής του. Μέσα από την πολυφωνική γραφή του καταφέρνει και τις εντάσσει στο έργο του. Οι ήρωες του αναπτύσσουν μέχρι τέλους την προσωπικότητα τους. Ακόμα και όταν αυτό έρχεται σε σύγκρουσή με τις προθέσεις του ίδιου του συγγραφέα. Όλη η αχανής πληρότητα της ζωής διαπερνά το έργο του.

Δυο γεγονότα σημάδεψαν την ζωή του Ντοστογιέφσκι. Τα παιδικά του χρόνια που τα πέρασε στο πτωχοκομείο που εργάζονταν ο πατέρας του και το ότι στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα και γλύτωσε. Το πτωχοκομείο και τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, τον πόνο και την δυστυχία τους την κουβαλούσε πάντα μέσα του. Τα λεπτά μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα του έδωσαν την εντύπωση μιας αιωνιότητας, μιας απροσμέτρητης αφθονίας.

Ο Ντοστογιέφσκι θα βιώσει το άσβεστο μίσος των δουλοπάροικων απέναντι στην φθίνουσα γαιοκτησία, θα πορευτεί για χρόνια ολόκληρα μαζί με τους σκλάβους και τους κατατρεγμένους. Θα δυστυχήσει και θα πεινάσει.

Γράφει πολυφωνικά διότι ζει μέσα σ’ έναν προσωπικό συγκρουσιακό σύμπαν, αναμετριέται συνεχώς με τις πεποιθήσεις του. Αναδεικνύει τον άνθρωπο πέρα από τον θεό, πέρα από τις ευκολίες μιας στερεής βεβαιότητας, η οποία απουσιάζει όμως από τον ανθρώπινο πόνο. Οι ήρωες του δεν εκφράζουν την θέση του συγγραφέα αλλά τους δικούς τους πόθους τις δικές τους αγωνίες. Δεν δημιουργεί άφωνους δούλους των ιδεών του αλλά ελεύθερους ανθρώπους με άποψη και τη δύναμη να την υπερασπιστούν . Στον κόσμο των συγκρουόμενων συνειδήσεων ο Ντοστογιέφσκι δεν κάνει αξιολογικές κρίσεις αλλά δομεί ισότιμες συνειδήσεις. Οι ήρωες του, αλλάζουν και αυτοί μέσα στην πλοκή του έργου δεν παραμένουν στατικοί και αναλλοίωτοι, είναι εξελισσόμενες οντότητες. Η ίδια η μεταβολή των ηρώων του είναι η πλοκή του έργου.

Η δράση στα έργα του συμπυκνώνεται σε σημεία κρίσεων μεταστροφών και καταστροφών. Οι ήρωες του ζουν στο κατώφλι, στην κόψη, ποτέ με ευκολία ή άνεση. Έχουν το δικαίωμα της επιλογής καλούνται να πάρουν θέση μπροστά στα μεγάλα διλήμματα που μπαίνουν στην ζωή τους.
Ότι επέλεξε να αναδείξει ο συγγραφέα είναι αυτά θεωρεί ότι κινούνται στις ρωγμές των αποριών, στις απροσδιοριστίες και τις ριζικές αμφισημίες. Όμως το πιο σημαντικό κατά την άποψη μου σ’ αυτήν την προσπάθεια είναι η επικέντρωση που επιχειρεί στην ενεργητική ανάγνωση. Μια ανάγνωση που θα έχει την επίγνωση ότι κάθε σελίδα αλλάζει κάτι μέσα μας. Αυτή μπορεί να μετουσιώσει το διάβασμα σε μια κίνηση με απρόβλεπτες συνέπειες…