ΣΤΙΓΜΕΣ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_7892

Ο εραστής

άρρωστο ψάρι

όπου να’ ναι

θα πάει στον ουρανό

*

κόλαση

με τόσο φως

δεν το περίμενα

στρίβοντας τη γωνιά

ν’ αντικρίσω

το μαύρο κόκκινο .

*

τη νύχτα

κλεισμένος

 σε κλουβιά βροχής

σιγά σιγά

με θανατώνουν

τα πουλιά

*

και το πρωί

αν τα πουλιά που μου στελνει

ο Θεός

είναι πάλι μαύρα

τα βάφω

πράσινα

κίτρινα

κόκκινα.

*

όμως μια μέρα

θα’ ρθει μια συννεφιά

παντοτινή.

*

κυπαρίσσι

κόκκινο

 δέρμα

της ψυχής

*

ένα γλυκό χέρι

σπασμένο

πεταμένο

στις πέτρες

στο δρόμο

στο χάος

*

καληνύχτα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962

View original post

Τάσος Κάρτας, Ποίηση είναι πίκρα, ουράνιο μέλι που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές

Το ποίημα του Νίκου Καββαδία “Federico Garcia Lorca” και αποσπάσματα έρευνας για τη διακειμενική ανάγνωσή του

Η Ελένη Τσιντώνη στην εργασία της «Νίκος Καβαδίας – Frederico Garcia Lorca Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται» θέλησε να δείξει ότι το εν λόγω ποίηµα του Καββαδία δεν αποτελεί απλώς µια ελεγεία για το θάνατο του Ισπανού ποιητή, αλλά και ένα διάλογο µε συνοµιλητές αφενός την ελληνική ιστορική πραγµατικότητα αφετέρου σηµαίνουσες πτυχές της λορκιανής ποίησης. Η επικοινωνία υπήρξε επιτυχής, αφού, φαίνεται ότι ο Καββαδίας αφουγκράστηκε τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ποίησης αυτής και τις µετουσίωσε δηµιουργικά στο ποίηµά του σε συγκερασµό µε ελληνικά στοιχεία…

Όταν πληροφόρησαν τον στρατηγό Francisco Franco, αρχηγό της φασιστικής παράταξης στον Ισπανικό εµφύλιο, ότι οι δυνάµεις του δολοφόνησαν τον ποιητή Federico García Lorca, εκείνος ρώτησε µε απορία: «Μα τι σηµασία έχει ένας ποιητής, […] όταν διακυβεύεται ένας πόλεµος;» Σε αντιδιαστολή µε τα λόγια αυτά, η εκτέλεση του ποιητή προκάλεσε µεγάλη συγκίνηση… Μολονότι είχε ήδη διακριθεί για το έργο του πριν από το θάνατό του, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι ήταν η βίαιη και άδικη δολοφονία του, δείγµα της στάσης του ολοκληρωτισµού απέναντι στη λογοτεχνία και γενικότερα την ελεύθερη έκφραση, που κινητοποίησε την αντίδραση των λογοτεχνών διεθνώς.

Στην άλλη πλευρά της Μεσογείου ο Νίκος Καββαδίας είχε ήδη καθιερωθεί από το 1933 µε την ποιητική συλλογή Μαραµπού… Ήδη πριν τη δολοφονία του, ο Lorca είχε γίνει γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από δηµοσιεύσεις µεταφράσεων ποιηµάτων του, µε πρώτες εκείνες του Νίκου Καζαντζάκη στα 1932…Μια ακόµα πηγή προέλευσης των γνώσεων του Καββαδία σχετικά µε τον Lorca πρέπει να αποτέλεσαν τα ταξίδια του προπολεµικά ως ναυτικού στα ισπανικά λιµάνια, κυρίως στη Βαρκελώνη… Ο Lorca ανήκε στη γενιά των Ισπανών λογοτεχνών που επιχείρησαν την ανανέωση της εθνικής λογοτεχνίας τους µπολιάζοντάς την µε τα νέα διεθνή ρεύµατα, χωρίς όµως ποτέ να έρθουν σε ρήξη µε την παράδοση. Η παράδοση είναι μάλλον ένα άλλο σημείο γειτνίασης του ποιητικού σύµπαντος του Καββαδία µε αυτό του Lorca. Με ΚΛΙΚ στην Γκοέρνικα του Πικάσο το ποίημα του Νίκου Καββαδία και πληροφορίες για τη Διακειμενική ανάγνωσή του

Το ποίηµα του Νίκου Καββαδία «Federico García Lorca» και η Διακειμενική ανάγνωσή του

Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι
Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδειά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου
στο ρογοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε, ακαμάτης, τ’αχαμνά του
Του ταύρου ο Πικάσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι
τραβέρσο ανάποδο, πορεία προς το βοριά
τράβα μπροστά, ξοπίσω εμείς και μη σε μέλει
Κάτω απ’ τον ήλιο αναγαλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια
τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ’ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια
Ατσίγγανε κι αφέντη μου ( με τι να σε στολίσω;
φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά
Βάρκα του βάλτου ανάστροφη
φτενή δίχως καρένα
σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά
σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό να ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά

(Λόρκα «Ρο τραγούδι του Καβαλάρη»

Μακρινή μου Κόρδοβα
μοναχική μου Κόρδοβα.
Άλογο μαύρο μεγάλο φεγγάρι
ελιές μες στο ταγάρι μου.
Ξέρω τους δρόμους σαν την παλάμη μου
κι όμως ποτέ δε θα φτάσω
στη μακρινή μου Κόρδοβα.
Μεσ’ απ’ τον κάμπο μέσ’ απ τον άνεμο
άλογο μαύρο κόκκινο φεγγάρι.
Είναι ο θάνατος εκεί και με παραμονεύει
ψηλά απ’ τους πύργους πάνω
της μακρινής μου Κόρδοβας.
Αχ, τι μακρύς που είναι ο δρόμος
αχ, το μαύρο το άξιο τ’ άλογό μου.
Αχ κι ο θάνατος εκεί να με προσμένει
ώσπου να φτάσω κάποτε
στη μακρινή μου Κόρδοβα.)

ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ (αποσπάσματα από την εργασία της Ελένης Τσιντώνη: Νίκος Καββαδίας – Frederico Garcia Lorca: Δυο εθνικές ταυτότητες συναντώνται)

picasso-gou

Το ποίηµα πρωτοδηµοσιεύτηκε στις 19 Μαΐου του 1945 στο περιοδικό Ελεύθερα Γράµµατα. Αποτελείται από εφτά τετράστιχες στροφές με ομοιοκαταληξία πλεχτή. Το περιεχόµενο δοµείται πάνω στη διαδοχή εικόνων και όχι σε κάποια ευθύγραµµη αφήγηση, αν και ακολουθείται µια υποτυπώδης σειρά γεγονότων –πρώτα περιγραφή του τόπου, των εξωτερικών γεγονότων, έπειτα πέρασµα στον θάνατο του κεντρικού προσώπου, µετά ξανά περιγραφή του χώρου. Επιτυγχάνεται δραµατικότητα και διαλογικότητα µε το πρόσωπο του Lorca χάρη στη χρήση β΄ ενικού προσώπου σε πολλά ρήµατα και τη χρήση κλητικής προσφώνησης. Αυτός ο διάλογος λειτουργεί ως µια εσωκειµενική παρότρυνση προς τον αναγνώστη να συνδιαλεχθεί κι εκείνος µε τον Ισπανό ποιητή…

Οι δύο εναρκτήριοι στίχοι του ποιήµατος παρουσιάζουν το κεντρικό πρόσωπο ν’ ανεµίζει ρούχα που αποτελούν µέρος της παραδοσιακής ισπανικής ενδυµασίας των ταυροµάχων (µπολερό – πορτοκαλί µεσοφόρι). Αµέσως λοιπόν µε την πρώτη εικόνα του ποιήµατος ταξιδεύουµε στο σύµπαν του Lorca, όχι µόνο γιατί γίνεται παραποµπή σ’ ένα λαϊκό έθιµο της χώρας του, αλλά και γιατί τα επιµέρους στοιχεία αυτής της περιγραφής συναντώνται και στα ποιήµατα του Lorca:

«Πέρασαν τρεις ταυροµάχοι
µε δαχτυλιδένια µέση,
στα πορτοκαλί ντυµένοι
και σπαθί από παλιό ασήµι

Στον τρίτο στίχο µας δίνεται ο χρόνος του ποιήµατος, µήνας Αύγουστος, του οποίου η επιλογή δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς ο Lorca δολοφονήθηκε στις 19 Αυγούστου του 1936… Οι στίχοι 4-6 παρουσιάζουν τη µεσαιωνική εικόνα των Σταυροφόρων που µε παντιέρες και γαλέρες ξεκινούν για την εκστρατεία τους. Πέρα απ’ το ότι δηµιουργεί ένα κλίµα πολέµου, η εικόνα συνδέεται και µε το γεγονός ότι οι Έλληνες εθελοντές στο πλευρό των δηµοκρατικών κατά τον ισπανικό εµφύλιο αποκαλούνταν Σταυροφόροι.

Στον ένατο στίχο συναντούµε ένα οξύµωρο· αντί για τη λογικά αναµενόµενη σύνταξη «ο ταύρος του Πικάσσο», συναντούµε τη φράση «του ταύρου ο Πίκασσο». Σε κάθε περίπτωση η εικόνα παραπέµπει στον πίνακα Guernica του Picasso, όπου µεταξύ άλλων δεσπόζει η µορφή του ταύρου. Το συγκεκριµένο έργο, ζωγραφισµένο ως καταγγελία για το βοµβαρδισµό της βασκικής οµώνυµης πόλης από τη γερµανική αεροπορία έχει γίνει σύµβολο του αντιφασιστικού αγώνα. Ο ταύρος, µοτίβο λογοτεχνικό – καλλιτεχνικό, προερχόµενο από το λαϊκό έθιµο των ταυροµαχιών, συµβολίζει τις αντίξοες δυνάµεις που µάχονται τον άνθρωπο. Η εικόνα που σχηµατίζεται είναι βγαλµένη από την αρένα, τη στιγµή που ο ταύρος ρουθουνίζει απειλητικά, πριν επιτεθεί, οπότε υφέρπει η αίσθηση της απειλής και του κινδύνου. Όπως κι αν ερµηνευτεί, ο στίχος δηµιουργεί κλίµα ανησυχίας. Και στον Lorca συναντάται συχνά το ίδιο µοτίβο: «Ο ταύρος µούγκριζε κιόλας µπροστά στο µέτωπό του…»

Στο δέκατο στίχο αναπτύσσεται η εικόνα του µελιού που σαπίζει, πιθανώς γιατί λόγω πολέµου κανείς δεν έχει τον χρόνο ή την πολυτέλεια ν’ ασχοληθεί µε ειρηνικά έργα. Σε δεύτερη ανάγνωση, το µέλι θα µπορούσε να ληφθεί µε τη λορκιανή σηµασία του. Σε διάφορα ποιήµατα του Lorca συναντάµε τη χρήση του µελιού ως συµβόλου της ποίησης: «Και το µέλι του ανθρώπου είναι η ποίηση που πηγάζει από την πληγωµένη του καρδιά, εκεί που η κυρήθρα της ανάµνησης είναι από την πιο ενδόμυχη μέλισσα φτιαγμένη. Η Ποίηση είναι πίκρα που αναβρύζει από μια αόρατη κυψέλη που φτιάχνουν οι ψυχές…

Στον δέκατο έκτο στίχο εισέρχεται για πρώτη φορά στο ποίηµα η εικόνα του θανάτου του Lorca. Ο νεκρός µεταφέρεται στη µπόλια, δηλαδή σ’ ένα γυναικείο κεφαλόδεσµο. Η προσφώνηση «κατσίβελε» και «Ατσίγγανε κι Αφέντη µου» αποτελεί µετωνυµία του ονόµατος του Ισπανού ποιητή, εµπνευσµένη από την ποιητική συλλογή του Romancero Gitano. Ο δέκατος έβδοµος στίχος ξεκινά µε προσφώνηση προς τον νεκρό. Το έθιµο του στολισµού των πεθαµένων («µε τι να σε στολίσω;») είναι πανανθρώπινο. Η επιλογή του µαυριτάνικου υφάσµατος είναι η πιο ενδεδειγµένη για έναν ανδαλουσιανό. Η Ανδαλουσία, η νοτιότερη περιοχή της Ισπανίας και πατρίδα του Lorca, γνώρισε την πιο µακροχρόνια κατάκτηση από τους Άραβες (711-1493, σχεδόν οκτακόσια χρόνια)… Στους στίχους 19-21 η οπτική µετακινείται πλέον στην ελληνική πραγµατικότητα. Η εκτέλεση από τους Ναζί των διακοσίων αριστερών αντιστασιακών έλαβε χώρα την Πρωτοµαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ενώ στις 10 Ιουνίου του ίδιου έτους σφαγιάστηκαν διακόσιοι δεκαοχτώ άµαχοι κάτοικοι του Διστόµου. Τόσο η δολοφονία Lorca όσο και οι κατοχικές φρικαλεότητες οφείλονταν στον ίδιο εχθρό, τον φασισµό, τον ολοκληρωτισµό, εποµένως ο συσχετισµός είναι εύλογος.

Οι στίχοι 22-23 παρουσιάζουν την άκρως υποβλητική εικόνα του νεκρού, που, δεµένος πάνω στ’ άλογό του, παροτρύνεται από τον ποιητή να κάνει το στερνό του ταξίδι. Η µορφή του καβαλάρη προέρχεται από τον ισπανικό θρύλο του El Cid, ήρωα των Ισπανών… Ένας από τους θρύλους γι’ αυτόν που κυκλοφόρησαν µε τη µορφή παραδοσιακού τραγουδιού (romancero), ήταν ότι τον έδεσαν νεκρό πάνω στ’ άλογό του και το άφησαν να καλπάσει εναντίον των εχθρών, οι οποίοι διασκορπίστηκαν τροµοκρατηµένοι από το θέαµα του νεκρού πολεµιστή. Όπως λοιπόν συνέβη ο Cid να νικήσει και µετά τον θάνατό του, έτσι προτρέπει ο ποιητής να πράξει και ο Lorca. Το στερνό ταξίδι στην Κόρδοβα είναι διακειµενική αναφορά στο ποίηµα του Lorca “La canción de jinete”, «Το τραγούδι του καβαλάρη»: «Κόρδοβα. Μακρινή και µόνη. Άλογο µαύρο, µεγάλο φεγγάρι κι ελιές µες στο δισάκι µου. Μ’ όλο που ξέρω τους δρόµους ποτέ δε θα φτάσω στην Κόρδοβα. Μες στον κάµπο, µες στον άνεµο, άλογο µαύρο, κόκκινο φεγγάρι. Ο θάνατος µε κοιτάζει πάνω απ’ τους πύργους της Κόρδοβα. Αχ, τι µακρύς που είν’ ο δρόµος! Αχ, το καλό µου αλογάκι! Κι ο θάνατος, αχ, που προσµένει προτού να φτάσω στην Κόρδοβα!..» Η µορφή του El Cid (αραβικό όνοµα, που σηµαίνει «ο κύριος») έχει πολλές οµοιότητες µε τον Βασίλειο Διγενή Ακρίτα. Και οι δύο έζησαν την ίδια περίπου εποχή (ύστερος µεσαίωνας), διακρίθηκαν για τον αγώνα τους εναντίον των µωαµεθανών, ανήκουν κατά κάποιο τρόπο και στους δύο λαούς –µουσουλµανικό και χριστιανικό –και υπό µία έννοια νίκησαν τον θάνατο. Επιπλέον και για τους δύο συνετέθησαν έπη (το Έπος του Διγενή Ακρίτα και το Cantar de Mío Cid), που παρουσιάζουν κοινά τυπικά χαρακτηριστικά του είδους…

Στην ποίηση του Lorca βρίθουν οι αναφορές στον επικείµενο πρόωρο θάνατό του, σα θλιβερή προφητεία ή κακό προαίσθηµα. Το παραπάνω ποίηµα ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Η µορφή πάντως του µελαγχολικού καβαλάρη είναι αρχετυπική στην ισπανική λογοτεχνία, καθώς υπάρχει, όπως είδαµε, στο µεσαιωνικό έπος του El Cid, αλλά συναντάται και στον Cervantes, στο πρόσωπο του ιδανικού µα πάντα διαψευσµένου Don Quijote. Ο Lorca κάνει εκτεταµένη χρήση αυτού του µοτίβου…

Έχει διατυπωθεί από πολλούς µελετητές η άποψη ότι ο καβαλάρης στο ποίηµα του Καββαδία είναι στην πραγµατικότητα ο Άρης Βελουχιώτης. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις που µπορούν να οδηγήσουν σ’ αυτή την αντίληψη, όπως η αναφορά στο Δίστοµο, χωριό συνδεδεµένο µε τη δράση του ΕΛΑΣ και κοντινό στην ιδιαίτερη πατρίδα του Βελουχιώτη, τη Λαµία, το γεγονός ότι σε πάρα πολλές φωτογραφίες της εποχής ο Άρης απεικονίζεται έφιππος, οι πολιτικές πεποιθήσεις του Καββαδία αλλά και η ταραγµένη εποχή του Εµφυλίου, που δεν επέτρεπε την ελεύθερη έκφραση αριστερών φρονηµάτων, οπότε ίσως είναι λογικό να επικαλύπτονται τα απαγορευµένα θέµατα…

Αν δεχθούµε ότι ένα λογοτεχνικό έργο εξ ορισµού αποτελεί µια παραµορφωτική αναπαράσταση της πραγµατικότητας, τότε ο αναγνώστης –δέκτης νοµιµοποιείται να νοηµατοδοτήσει τα δυσνόητα σηµεία του σύµφωνα µε την κρίση του… Ο Έλληνας αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει τα στοιχεία εθνικής ταυτότητας του Ισπανού ποιητή, αλλά ταυτόχρονα προτρέπεται απ’ τις ενδοκειµενικές ενδείξεις να τον οικειοποιηθεί, να τον φέρει στον δικό του ορίζοντα προσδοκίας, εντέλει να τον θεωρήσει εξίσου Έλληνα µε κάθε συµπατριώτη του αγωνιστή –θύµα του ολοκληρωτισµού.

Επιστρέφοντας στο ποίηµα, παρατηρούµε πως οι τέσσερις στίχοι της τελευταίας στροφής αντιστοιχούν σε τέσσερις εικόνες. Η πρώτη παρουσιάζει µια βάρκα που δεν µπορεί να επιτελέσει κανένα ταξίδι ή δροµολόγιο, αφού είναι µικρή, χωρίς καρένα και κυρίως παγιδευµένη σε βάλτο. Η δεύτερη δείχνει σύνεργα που σκουριάζουν αχρησιµοποίητα σε σπηλιά τσιγγάνων, η τρίτη κοράκια να πετούν σε αρένα, όπου δε γίνονται πια ταυροµαχίες, και τέλος η τέταρτη εφτά σκυλιά που ουρλιάζουν τη νύχτα µέσα σε χωριό. Αυτές οι εικόνες µοιάζουν µε λήψεις από από κινηµατογραφική κάµερα, που όµως δεν έχουν λογικούς αρµούς µεταξύ τους, σα να µην έχει γίνει το µοντάζ. Είναι περισσότερο µια τεχνική κολάζ, που έχει ως σκοπό την πρόκληση συναισθηµάτων παρά τη λογική συνοχή. Και πράγµατι προκύπτει ένα κλίµα εγκατάλειψης, αποτελµάτωσης, ερήµωσης και θανάτου. Για δύο απ’ αυτές τις εικόνες µπορούµε να βρούµε παράλληλα χωρία και σε ποιήµατα του Lorca, χωρίς αυτό να σηµαίνει απαραίτητα επίδραση, αλλά ούτε και να την αποκλείει…

Ο τελευταίος στίχος του ποιήµατος, όπου τα εφτά σκυλιά ουρλιάζουν, ανέκαθεν δηµιουργούσε σύγχυση στους αναγνώστες, κυρίως λόγω του αριθµού εφτά… Κάποτε, μάλιστα, στο βιβλιοπωλείο του Θανάση Καραβία ο Κώστας Βάρναλης ρώτησε πειρακτικά τον Καββαδία: «Τι θέλεις να πεις, µωρέ, πως τη νύχτα θα ουρλιάζουν εφτά σκυλιά; Γιατί εφτά;» Ο Καββαδίας αποκρίθηκε µάλλον ενοχληµένος: «Την κολοκυθιά θα παίξουµε, δάσκαλε;» Σε κάθε περίπτωση, είναι γεγονός πως και στον Lorca συναντάται τόσο ο αριθµός εφτά όσο και τα σκυλιά… Τα σύµβολα, ωστόσο, είναι συγκεχυµένα. Ο αριθµός εφτά σε πολλά ποιήµατα του Lorca αντιστοιχεί στα χρώµατα της Ίριδας, που αγγίζουν τον ψυχισµό του ποιητή. Η εικόνα των σκυλιών προκαλεί σχεδόν πάντα την αίσθηση του φόβου ή της απειλής…

(ΛΟΡΚΑ: «Τραγουδούν οι εφτά κοπέλες…
Ψυχή μ εφτά φωνές οι εφτά κοπέλες… Σ
τον άσπρο ουρανό εφτά τρανά πουλιά…
Εφτά κραυγές, εφτά αίματα, εφτά διπλά φυτά νάρκης…
Εφτά καρδιές έχω…
Φίλε σήκω για ν ’ ακούσεις ουρλιάζει ο ασυριανός σκύλος…
Το ουρλιαχτό είναι μια μακριά γλώσσα μελιτζανιά που αφήνει μυρμήγκια τρόμου κι ένα ποτό από κρίνους …|

Το αν ο Καββαδίας είχε µελετήσει και εµπλακεί ποιητικά σ’ αυτούς τους συσχετισµούς µε τον συγκεκριµένο στίχο είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, αλλά οπωσδήποτε πρόκειται για σηµαντική σύµπτωση.

mauve-kavadias

Μαρία Πανούτσου, Από τη συλλογή “Περπατώντας στο δακτύλιο του Κρόνου ή οι εξομολογήσεις ενός άνδρα από το City”

cannon-026

α΄

Ενυπάρχω εν τη ύλη της σαφήνειας
και υπάρχω για να μαρτυρήσω.
Ένα δένδρο μακριά σ’ ένα φόντο δειλινού πάλλεται.
Τι θαυμαστό! Τι θαυμάσιο! Γύρω του αέρας
και κάπου μακριά
κάτι ευθείες από δένδρα και χρώματα του κόσμου.
Περπατώ στην λεωφόρο, γεμάτος αισιοδοξία
και μέθη για σένα που τυρρανικά υπακούεις
στην κλαυθμυρή γρηγοράδα του λόγου μου.
Το πρωί δεν προλαμβάνω
το ξύπνημά σου και τώρα που το φέρνω εικόνα
λίγο μένει η γεύση από το περπάτημά σου
και η οσμή του χώρου – μυρωδιά γιασεμιού.
Είναι καλύτερα που έφυγες τότε.
Θυμάμαι την ώρα και το σκηνικό αυτής της ώρας
που ντυμένη σ’ ένα πράσινο παλτό
άθλιο και αξιοπρεπές μαζί
με κοιτούσες και έκλαιγες.
Πώς είναι δυνατόν να κλαίνε οι άνθρωποι από ασχήμια!

γ΄

Είμαι βιαστική.
Δεν θα καθήσω.
Να! Είμαι εκεί στην γωνιά ορθή
κοιτώντας τη δύση του ήλιου.
Όταν ανοίξω την πόρτα, ο θόρυβος από τον όχλο που περνά
χαμηλά, στα βάθη αυτού του σπιτιού θα ρίξει μια ερώτηση
σαν ταχυδρομικό δέμα και θα φτάσει πριν από μένα
στον προορισμό του.
Έχω κατέβει τις σκάλες.
Οι ορδές θα με παρασύρουν και το φρένο της σύνεσής μου
θα προμεταΰστερα γεμίσει τις φλέβες μου με αίμα
κατάλληλο για επιβεβαίωση της προανάθεσης προτεραιότητας.
δ΄

Κύκλους γύρω από τα μάτια μου.
«Θα δημιουργήσεις κύκλους γύρω από τα μάτια σου», μου είπε. Εγώ θα δημιουργήσω κύκλους γύρω από τα μάτια μου.
Είναι καλό έχει κάτι να πει.
Θέλω να δημιουργήσω κύκλους γύρω από τα μάτια μου.

ε΄

Μια μπρίζα, στο άλλο δωμάτιο
λίγο πιο σκούρο άσπρο από το άσπρο
του τοίχου, κράτησε σε ευθεία
το βλέμμα μου χθες που καθισμένη
απέναντι, έξι μέτρα ήταν, όπλισε το ενδιαφέρον μου
όταν γύρω φαινόντουσαν όλα αρκετά δύσκολα,
για να τα φέρω στο τέλος.

στ΄

Βαβέλ, ο Πύργος, ο Ίψεν
ο Προύστ, που ακόμη δεν γνωρίζω
το γεφύρι της Άρτας, ο Ασπρόπυργος
η σκέψη του Ναπολέοντα
η αλληλουχία.

ζ΄

Ευδιαθεσίες.
Φτάνει. Η ώρα τελείωσε.
Εκεί που πάμε ο ήλιος θυμίζει καφενείο, σχολείο, εκκλησία
σπίτι, φαγητό, ύπνο.
Όχι αστειεύτηκα. Αυτό έγινε χθες.

ιβ΄

Κρυφακούω.
Λίμνες γαλάζιες και γκρι
και άσπρες και μπλε
και καφέ και κόκκινες και λιλά.
Να περπατάς πάνω στα χρώματα
και να λυγίζεις το κορμί
στο ρυθμό του αέρα που κατρακυλά.
Να πιτσιλάς τις όχθες της περιφέρειας, χτιστής από τις ανάγκες μιας ζωής που θόλωσε πριν φύγει για μακρινό ξεκάθαρο παιχνίδι. Στη χωματένια οσμή τα καλέσματα, να προσκυνάς και να ελπίζεις. Η τρέλα θα μείνει μακριά μου γιατί πολύ αγάπησα την πύρινη ζώνη στη μέση σου και τα λουλούδια χωμένα στον κόρφο σου
και τις ρόγες …
ανεβασμένες μέχρι το στόμα το αρσενικό, μέχρι το ποτήρι.
Θα πιεις στην υγειά μου και όλα θα ξαναρχίσουν από το μηδέν σαν ένα καινούργιο μυρωδάτο τετράδιο με καθαρές γραμμές.

*”Περπατώντας στο δακτύλιο του Κρόνου ή οι εξομολογήσεις ενός άνδρα από το City), εξαντλημένη συλλογή.

Γρηγόριος Σακαλής, Φύλλα ξερά

leaves_2

Τι έκανα
μια φορά μου ζήτησε
να βγούμε μαζί
είχε ανάγκη
από έναν άνθρωπο να μιλήσει
κι εγώ τι έκανα
προφασίστηκα
ένα σωρό δικαιολογίες
για ν΄αρνηθώ
ήξερα πως είχε
προβλήματα πολλά
κι εγώ δεν άντεχα
να τ΄ακούσω
έτσι νόμιζα
μα ο άνθρωπος
αντέχει πολλά
όπως την παλιανθρωπιά του
όπως το μίζερο εαυτό του
οι άνθρωποι πέφτουν
σαν τα ξερά φύλλα
που ύστερα τα μαζεύουν
οι σκουπιδιάρηδες
όταν το καταλάβουμε
θα είναι καλύτερα
για όλους μας
άνθρωποι θα γίνουμε
αληθινοί.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Η νύχτα του Αγιου Μάρκου

16194880_583937278475635_8130662394105381478_n

Τὴ νύχτα ἐκείνη ποὺ ἔπεσε τὸ κέρμα
στὴν ὁδὸ Ἁγίου Μάρκου
κι ἄλλαξε δρόμο μιὰ ζωή,
ὁ παμπόνηρος χωρικὸς Ἐμιλιάνο
εἶχε κατὰ κάποιον τρόπο εἰσχωρήσει
στὰ καθ’ ἠμᾶς ὡς ἄσμα ἡρωικό…
Τὸν ἔπαιζαν καὶ τὰ ραδιόφωνα…
Δὲν ἦταν ὅμως ἕνας ἥρως ἀνθυπολοχαγός!
Ὄχι! Ἕνας ἐστεμμένος ἀγρότης ἦταν
σ’ ἕναν λερὸ ἐμπορικὸ δρόμο,
ἐνῶ συμπτωματικῶς εὑρέθη
στὰ χείλη τοῦ μοσχόμαγκα
ἐκεῖνο τὸ χειμωνιάτικο βράδυ.
Ἔτσι περίπου ἄρχισε ἡ μύησις
ἐνῶ ἐγὼ ἐπάσχιζα,
νὰ φύγω ἀπ’ τὴν σπασμένη λάμπα,
τὴν ἔλλειψη μπανιέρας
καὶ τὸν ὀθωμανικὸ ἀπόπατο…

Αντάρτικο στο μικροαστισμό και την υποκρισία

ceb1cebdcf84ceb1cf81cf84ceb9cebacebf

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης

Δημήτρης Γκιούλος & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσας, Αντάρτικο
Ελευθεριακές Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η αναρχική ποίηση από την εποχή του Τόλη Νικηφόρου και της Κατερίνας Γώγου, τους επιφανέστερους εκφραστές της, έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στις δεκαετίες και έχει κυλήσει αρκετό νερό στους χείμαρρους των πολιτικών μηνυμάτων και των συναισθημάτων. Αν και τα χαρακτηριστικά του πεζοδρομίου και των συγκρούσεων δεν έχουν εξαλειφθεί, καθώς αποτελούν εγγενή στοιχεία της αντιεξουσιαστικής προσέγγισης, εντούτοις αυτά σήμερα πια ενσωματώνονται σε ένα συναισθηματικό πρίσμα και το μαχητικό στοιχείο αποκτά και συμβολική διάσταση.

Σε ένα τέτοιο κλίμα σύγκρουσης, ειρωνείας και πολιτικής αντίδρασης εντάσσεται και η νέα ποιητική συλλογή των Δημήτρη Γκιούλου & Κωνσταντίνου Παπαπρίλη-Πανάτσα, «αντάρτικο2» (Κουρσάλ, 2016). Άλλωστε, όπως αναπροσδιορίζεται ο Γκιούλος αντί να γίνει αστροναύτης έμεινε να κυνηγά τις ουτοπίες του στη γη, ενώ ο Παπαπρίλης-Πανάτσας παρουσιάζεται ως κυνηγός παραμυθιών που τώρα πια τα γδέρνει.

Πρόκειται για μία ποιητική παρωδία που τόσο καίρια πληγώνει το φίλαυτο μικροαστισμό της ψευδούς ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς εμπλέκεται με ήπιες υπερρεαλιστικές ροές που εκτοξεύονται από τα βάθη της αγανάκτησης για την εκούσια υποτέλεια. Η συνειρμική κίνηση σε συνδυασμό με την -αποφθεγματικού τύπου- στιχουργική λειτουργεί ως ηφαίστειο που βυθίζει κάθε ποιητική και ασφάλεια. Η δηκτική ειρωνεία της συλλογής πυρπολεί τις μικροαστικές αντιλήψεις για τα όνειρα και το κυνήγι της ζωής. Οι λέξεις σαν μολότοφ καίνε την υποκρισία με την οποία περιβάλλουμε τον εαυτό μας μέσα σε μία κοινωνία που βρωμίζει από τη σαπίλα. Μα τελικά εμείς οι ίδιοι είμαστε τα βακτήρια της κοινωνικής γάγγραινας, με όνειρα αόρατα που ζωγραφίσαμε στους τοίχους της φυλακής μας και τελικά ποτέ δεν κυνηγήσαμε (1).

Πλούσιες μεταφορές σε μία πρωτότυπη ήπια σουρεαλιστική εικαστική εκτοξεύουν το συναίσθημα και κεντρίζουν μία στοχαστική διάθεση. Η εικόνα και οι αισθήσεις μέσα στο σκηνικό περιβάλλον γίνονται σκέψεις και -ίσως- αυτοκριτική του κοινού. Αυτός ακριβώς είναι και ο επικίνδυνος για κάθε σύστημα ρόλος της τέχνης και της ποίησης. Μόλο που η επανάληψη αποτελεί πια μία ποιητική κοινοτοπία, τούτη διαθλάται στο αντιθετικό πρωτοπληθυντικό πρίσμα, υποτασσόμενη στο υπερρεαλιστικό αφηγηματικό χείμαρρο καθώς το ερωτικό συμπλέκεται με το επαναστατικό (4, 5). Τα προσφυγικά κύματα σκοντάφτουν στη λάσπη του ματωμένου ουρανού πλάι στο λανθάνον ερωτικό συναίσθημα των δημιουργών.

Με αβίαστο τρόπο μέσα στη συνειρμική ροή, η λαϊκή δημοτική παράδοση (6), η αρχαιοελληνική (7, 5) και τα παραμύθια (7) συμπλέκονται με τον έρωτα και την κοινωνική αναζήτηση.

Και είναι αναγκαίο να δούμε και τη σκηνική διάσταση των ποιητικών συνθέσεων. Όλα τα ποιήματα -δομημένα πάνω στο δεύτερο πρόσωπο- απευθύνονται σαν ποιητικές προκηρύξεις και σαν συνθήματα απευθείας στην καρδιά του ακροατή/αναγνώστη. Γιατί το δευτεροπρόσωπο αντικείμενο ως αποδέκτης είναι πάντα το ίδιο το κοινό, παρά τη διπολική κλητική επίκληση σε κάποιο αντικείμενο του έρωτα. Μα τούτο, ακριβώς, διαμορφώνει ένα πολυποίκιλο ποιητικό αντικείμενο με αλληγορικά ή ερωτικά και ειρωνικά χαρακτηριστικά.

Και τούτο εκφράζεται τόσο με τη γενικότητα του β΄ ενικού γραμματικού προσώπου όσο και με τις μόνο λογικές εναλλαγές των πρώτων προσώπων (το συλλογικό εμείς και το αυτοαναφορικό εγώ). Έτσι όμως δημιουργείται και μία μορφή διακειμενικού διαλόγου τόσο στο εσωτερικό των συνθέσεων όσο και σαν διαδραστική θεατρικότητα προς το κοινό. Και η σκηνικότητα αυτή επικουρείται συχνά από διαλογικά σημεία (7) ή ευθείες ερωτήσεις προς το ακροατήριο (1, 2).

Ποίηση γεμάτη οργή καίει τις αγανακτισμένες συνειδήσεις που πολεμούν με οδηγό την ουτοπία για να ανατρέψουν τις ήττες του παρόντος και του παρελθόντος (8) οιονεί αναρχοποιητικής προκήρυξης. Στον σουρεαλιστικό ιστό που στήνουν οι δύο ποιητές πάνω σε ένα πεζολογικό ύφος με συνδέσεις συνειρμικές, η φωτιά διατηρεί μέσα στην επαναστατικότητά της μία εσχατολογική διάσταση κάθαρσης και εξαγνισμού.

*Αναδημοσίευση από το https://tovivlio.net/Αντάρτικο-στο-μικροαστισμό-και-την-υπ/