Στρατής Φάβρος, Περιμένοντας

16427673_10154876258262348_1802282087995536919_n

Όσο πιο πολύ φωνάζετε τόσο συμφωνώ με τη σιωπή
διαλεκτική ή βαρβαρότητα, αλήθεια ή πίστης σιωπή
τους μύθους σας κρατήστε μου, αίμα που στάζουν
να τους πετώ στη θάλασσα μπας μουσική και γένουν

εγώ με τα σύννεφα θα μιλώ και τους ανέμους
με τα σύμβολα και τις γαλάζιες ώρες, γιέ μου
πουλάκι μου που χαίρεσαι σαν νύχτα με τρομάζεις
για σένα όλα τα όνειρα για σένα όλη η πλάση, παίζεις

κι όλα τα σύνορα στης πίστης μου τους χάρτες μεταβάλλονται
γένονται μαύρες θάλασσες, ξανά Κολχίδες, μαντείες χτίζονται
νέα σ’ άξενων πόντων τα νερά βαθιά τα μήκη μαύρα
καράβια ταξιδιάρικα μεθούν για νέες μνήμες καινούρια κρίνα

Και σε πανγαίες ολόσωστες δίχως γραμμές και θάνατο
και δίχως γηρατειά και λήθη νέοι γυμνοί ξεχύνονται σ’ αθάνατο
χορό μαγευτικό, λάμποντας οίστρους χρυσούς αχάλαστους
άνθη αλπικά και χασμωδίες μυθικές ερωτικές καβάλα τους

αγόρι μου η μόνη περιουσία σου
ο λόγος σου κι η ζήση σου
η φτώχεια είναι ποίηση
κι ο βίος σκύλος, αντίσταση κι εγρήγορση

Υ.Γ.
“Το ξέρω πως η θέση μου είν άσχημη πολύ” μέθυσα πάλι
γυναίκες πάντοτε γυμνές του Μοντιλιάνι αναζητώ σε κάθε μου σεργιάνι
δεν ισχυρίστηκα ποτές τα λάθη πως θα σβήσω, μα ονειρεύτηκα πολύ
μια νέα ζωή σε νέα μορφή, δημοκρατία τη λέγαν κείνη την ατελείωτη γη;

Νοέμβριος 2015

Γεωργία Τρούλη, Κατάκτηση φεγγαριού

14804949_976587705797348_1294207331_n

Σιγοψυθιριστά αφήσανε τις μικρές αμφίπλευρες συνεν-
Νοήσεις
Είπανε θα γίνουνε
Αφήσανε βοτσαλάκια σε ελεφάντινο χρωματισμό
Να πετάνε σε ελλείψεις
Στον αέρα η σχάση
Θα ελευθερώνονται βαθμηδόν οι ατμόσφαιρες
Και ενδιάμεσα μελετημένες προσφορές στο επίφοβο
Τραμπάλα μιας νύχτας
Ενδιάμεσα κενό και σταγόνα
Και από κάτω δύο σανιδωτά ξεπροβοδίσματα
Χαιρετισμού
Και πώς να θέλουν να γίνουνε ένας
Όταν εμπεριέχουν τόση συγκρότηση;

Οι αποχωρισμοί πρέπει να γίνονται όπως τα αστέρια
Το ένα εδώ το άλλο παραπέρα
Να μην γίνεται η λάμψη επιθετική
Μόνο η ματ απόχρωση που από ψηλά δένει
Το λευκό ξημέρωμα

Κάποια ταλαιπωρημένη ουσία
Ίσως από αλλεπάλληλα σεισμικά καιρικά φαινόμενα Απρόβλεπτου κάλλους
Θα βαπτίσει το κενό
Με διάστικτο αρωματισμένο φεγγάρι
Και τότε κάποιος ξεχασμένος Γκαγκάριν
Θ’ ανακαλύψει πως έπρεπε να ανακαλύψει
Την Αμερική
Ολοταχώς στροφή προς το λάθος – Κολοβό

Και τότε σημασία θα δίνεται στη συγκράτηση
Των πλανητών στο επιθυμητό ύψος
Το ύφος δεν θα πάλλεται ανάμεσα στα διάκενα
Του νοήματος
Το αστραφτερό διαστημόπλοιο έχει από καιρό
Κουβαλήσει μπρονζέ εξαρτήματα αμφιβόλου προέλευσης
Και αυτά Κινέζικα – ενώ η Δύση έχει άλλες κυρώσεις
Και από κάτω ολόκληρη σταγόνα εκρήγνυται
Στο αδιαχώρητο πολλών
Και λες
Μήπως και αυτό;
Κι αν έτσι;
Ίσως θα έπρεπε να βγάλουμε κάποιο μικρό βότσαλο
Από το βάθος της λίμνης
Εκεί θα γράφεται κουκκίδα και κόκκο
Ο χάρτης μιας άλλης ανακάλυψης
Στιλπνή η πορεία και η λάμψη των άστρων
Τηρεί πάντα καλά μετρημένη
Την απόσταση ανασφάλειας

Ο Γκαγκάριν κάποια στιγμή θα άλλαζε
Όνομα για να μείνει στην ιστορία της γης
Και κάποτε
Η Γη
Θα άλλαζε την πορεία της Γύρω γύρω
Από τον άνθρωπο

*Από τη συλλογή “Ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

e. e. cummings, και ό,τι δεν είναι αληθινό μπορεί να πάει στο διάβολο

Iordanis's avatarΙορδάνης Π

όταν ο θεός αποφάσισε να δημιουργήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη και από τσίρκου μπάντα
και έτσι άρχισαν τα πάντα

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να καταστραφεί
το ήταν χώρισε
απ’ το θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέθλιψε στο επειδή

-:-

Συμβουλή Προς Νεότερους Ποιητές (ή συγγραφείς)

Ποιητής είναι κάποιος που αισθάνεται, και που εκφράζει τα συναισθήματά του με λέξεις.
Αυτό μπορεί να ακούγεται εύκολο. Δεν είναι.

Πολλοί νομίζουν ή πιστεύουν ή ξέρουν ότι αισθάνονται – αλλά αυτό είναι νομίζω ή ξέρω ή πιστεύω· όχι αισθάνομαι. Και η ποίηση είναι αισθάνομαι – όχι ξέρω ή πιστεύω ή νομίζω. Σχεδόν οποιοσδήποτε μπορεί να μάθει να νομίζει ή να πιστεύει ή να ξέρει, αλλά ούτε ένας δεν μπορεί να μάθει να αισθάνεται. Γιατί; Επειδή, όποτε νομίζεις ή πιστεύεις ή ξέρεις, είσαι κάποιος άλλος: αλλά τη στιγμή που αισθάνεσαι, δεν είσαι παρά μόνο ο εαυτός σου.

Το να μην είσαι παρά…

View original post 508 more words

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, III

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Δρόμοι παλιοί
(από συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη | τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη, Παναγιώτης Καραδημήτρης & Δημήτρης Νικολούδης / πρώτη εκτέλεση από τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά στον δίσκο Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

III

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε.)

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

View original post

Ανδρέας Καρακόκκινος, Τρία ποιήματα

karakokkinos055

Ο ήλιος δε θα βγει

Ο ήλιος δε θα βγει
κι η ανατολή θα κρυφτεί
πίσω από τα μάτια σου.
Το κλάμα των παιδιών
θα απλωθεί μες στην καρδιά σου
κι οι φωνές τους θα πνίξουν
το τελευταίο χαμόγελο
που απόμεινε να περιμένει
το φως της άνοιξης.

***

Μελαγχολικό δειλινό

Ο ήλιος αργά αργά
σβήνει τη λάμψη του
αφήνοντας πίσω του
ένα ξεθωριασμένο
κόκκινο χρώμα
σημάδι πως
έρχεται η νύχτα
να βάψει στα μαύρα
γη και ουρανό
όπως τα όνειρα
που ξεθωριάζουν
και σβήνουν την ομορφιά
του λαμπερού χαμόγελου.

***

Στη μοίρα σου

Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο
κι ύστερα ζωγράφισε σ’ αυτήν
τη θάλασσα
τον ήλιο το φεγγάρι
τον έρωτα
το πρώτο σου φιλί.
Δέσε τη ζωγραφιά
σε μια κορνίζα
από στίχους ποιητών
κι ένα κομμάτι άνοιξης.
και τότε κοίταξε μπροστά
και δες το αύριο
μέσα στον πίνακα σου της ζωής,
χωρίς απόγνωση
χωρίς το βάρος των ποδιών σου.

*Από τη συλλογή “Πνοή της άνοιξης”, Θεσσαλονίκη 2007.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Τρομεροί αμαρτωλοί

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ευγένιος Ντελακρουά, Η αγωνία στην κήπο

Ίσως ο πιο τρομερός Κύκλος της Κόλασης -ο Κύκλος για τους πιο τρομερούς Αμαρτωλούς- να μην έχει ανάγκη από κοφτερά σίδερα ή νερά που βράζουν.
   

Μια στιγμή της ζωής σου – αν είσαι ένας από τους τρομερούς αυτούς Αμαρτωλούς. Η πιο όμορφη στιγμή της ζωής σου. Η πιο ευτυχισμένη. Και τη ζεις ξανά. Και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να είσαι τόσο τυχερός, πώς γίνεται να Του ξέφυγες, πώς γίνεται να συγχωρέθηκες δίχως να έχεις ζητήσει καν συγνώμη. Και τη ζεις ξανά. Ξανά και ξανά. Και είσαι πεπεισμένος πως είσαι στον Παράδεισο· και γελάς με όλους εκείνους που, ενώ ήσουν ζωντανός, σε τραβούσαν -φοβισμένοι- προς το Φως. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Και αρχίζεις να προσέχεις λεπτομέρειες.

Ατέλειες στο σώμα της ερωμένης σου ή μια υποψία αμφιβολίας στο χαμόγελο του γιού σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ήταν απλά άλλο ένα δάσος σαν όλα τ’ άλλα που είχες διανύσει· απλά ένιωθες ότι τα πάντα ήταν πιθανά εκείνη την ημέρα. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Δεν σε κοιτούσε καν στα μάτια όταν σου έλεγε ότι σ’ αγαπάει. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όποια κι αν ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου, πόσα δευτερόλεπτα κράτησε; Άξιζε; Για εκείνα τα δευτερόλεπτα; Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Όχι πάλι· ναι, πάλι· για ακόμη μια αιωνιότητα θα βυθίζεσαι στην αγκαλιά του πατέρα σου. Και τη ζεις. Ξανά και ξανά. Ανάθεμα. Ανάθεμα εκείνη τη στιγμή που είδες πρώτη φορά το πρώτο σου σκυλί· τώρα θα ήθελες μονάχα να το πνίξεις.
  
 
Εκείνοι που γδέρνονται από τα κοφτερά σίδερα, εκείνοι που βράζουν μέσα στα νερά, κρύβονται –με όση ψυχή, με όση μνήμη τούς έχει απομείνει- στο σώμα της, ή στο χαμόγελο του, ή στο δάσος, ή στις λέξεις της, ή στην αγκαλιά του, ή στην πρώτη φορά που έπαιξαν με το σκυλί τους. Ελπίζουν να επιστρέψουν ξανά, ίσως μετά από τόσες αιωνιότητες που δεν θα μπορούσαν να μετρήσουν, στα μέρη στα οποία τώρα κρύβονται. Και εσύ επιστρέφεις. Ξανά και ξανά. Και για πάντα.

*Ο Αλέξης Αντωνόπουλος διαχειρίζεται την ιστοδελίδα http://www.alexantonopoulos.com 
όπου μπορεί κανείς να βρει τα γραπτά του.

Βασίλης Βασιλειάδης, Στη διαδρομή Βαρσοβίας-Θεσσαλονίκης

zouni

“άνοιξε τήν χούφτα σου” μού είπε
καί μέ μία κίνηση τήν γέμισε μέ ανθρώπινα,
τήν γέννηση
τήν ηδονή τού ερωτισμού
τόν οργασμό
τίς επιθυμίες
τίς αισθήσεις
τά όνειρα
τίς σχέσεις
τούς έρωτες
τίς αγάπες
τίς συγκρούσεις
τήν προσπάθεια
τούς αγώνες
τίς ευτυχισμένες καί δυστυχισμένη στιγμές
τήν υγεία
τήν αρρώστια
τήν τροφή
τήν πείνα
τήν ακμαιότητα
τή φθορά
τόν θάνατο
“τί νομίζεις πώς είμαστε,αυτά τά είκοσι όλα κι όλα κομμάτια είναι ό άνθρωπος καί ή ζωή,
αυτό είναι τό βιός τής ύπαρξης μας” μουρμούρισε χαμογελώντας ό κυνισμός του
καί μού γύρισε τήν πλάτη φεύγοντας,
“μά εγώ θέλω νά είμαι,δέν μού φτάνει νά υπάρχω μόνο “φώναξα δυνατά γιά νά μέ ακούσει,
“αυτό είναι δική σου ευθύνη”αποκρίθηκε
“ό τρόπος τού νά είσαι ξεκινάει πέρα από όλα αυτά πού σού έδωσα ,
χρειάζεται ένα πράγμα μόνο
παιδεία τέτοια πού νά κάνει τό μυαλό ελεύθερο ,
οί συνθέσεις,ανασυνθέσεις, οί προσθέσεις καί οί αφαιρέσεις τών λίγων κομματιών ,αυτών πού κρατάς στή χούφτα σου ,
τά λιγα αυτά κομμάτια τής ύπαρξης σου,
χρειάζονται έρωτα, φαντασία καί παρορμητισμό
γιά νά γίνουν τό είναι σου,
καί νά θυμάσαι αυτό,
νά είσαι αποζητώντας πάντα τήν ομορφιά “…..

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Έξι ποιήματα

Artwork: Adolph Gottlieb

Artwork: Adolph Gottlieb

10
Ἔφυγες απὸ τὴν πόλη

πρὶν νὰ πεθάνεις ἐγκλωβισμένος,
τώρα κι  πὸ τὸν ἔρημο σταθμὸ
ζητᾶς νὰ ξεκολλήσεις
ὅπως οἱ ποιητὲς
δὲ χώρεσες
ποτὲ
πουθενά.

11
Χαμένες ψηφίδες

[α΄]
Κομμένο ρόδο,
πιὸ κάτω ἡ πατρίδα,
πιὸ κάτω στάχτες.

[β΄]
[Μὲ τοὺς στίχους]
Θά ’ρθω μαζί σας.
Φορέστε μου φτεροῦγες.
Ξεκαρφῶστε με.

[γ΄]
Ψηφίδα ἥλιου
ξεχασμένη στὴν τσέπη,
στὸ πὰζλ τῆς νύχτας.

[δ΄]
Ἑάλω πόλιν·
δεκαεπτὰ σοκάκια
σ’ ἕνα χάικου.

12
Τὰ σημάδια τῶν καιρῶν

Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
γράφουν ποιήματα
ὁλόιδια μὲ ρημαγμένα σπίτια,
μ’ ἐρημωμένα σοκάκια κι  λητοπαρέες.
Κάνουν τόπο στὶς λέξεις
νὰ βροῦν  πομεινάρια ξεχασμένα
-κρυμμένα τσιγάρα
κάτω  πὸ τὰ κεραμίδια
τοῦ χαμόσπιτου.
Οἱ ποιητὲς ποὺ νιώθουν
τὰ σημάδια τῶν καιρῶν
δὲ χωρᾶνε στὰ σαλόνια.
Ψάχνουν στοὺς δρόμους γιὰ στίχους
ὁλόιδιους μὲ μπαλωμένα ροῦχα
μιᾶς μόδας ποὺ ἔσβησε.
Ψάχνουν στὶς τσέπες τους
γιὰ σκόρπιες συλλαβές,
γιὰ νὰ πληρώσουν.

13
Τὸ παραθύρι

Ὅταν περάσεις, νὰ σταθεῖς,
νὰ δεῖς ἐπίμονα στὸ παραθύρι,
τῆς ἐρημιᾶς τὴ γύμνια νὰ χορτάσεις,
τοὺς ὀργασμοὺς τοῦ  νέμου
μὲ τὴ σκόνη.
Νὰ δεῖς,
τώρα ποὺ δὲν  πόμεινε ταβάνι,
φύτρωσε στὸ σαλόνι ἕνα δέντρο,
μέσ’  π’ τὰ φύλλα του κοιτάζω
τοὺς περαστικοὺς τῆς γειτονιᾶς.
Τώρα πιὰ νικήσανε τ’  στέρια,
πέφτουν ἐλεύθερα στὸ ξέσκεπο
ὑπνοδωμάτιό μας
τζάμι γιὰ τζάμι ἄσπαστο
δὲν ἔχουνε  φήσει.

14
Ἀπόψε φτιάξε μιὰ πατρίδα

Ἀπόψε πέφτουν ὅλα τ’ ἄστρα,
πέφτουν τὰ κάστρα κι οἱ σημαῖες.
Ἀπόψε μάζεψε ὅ,τι εἶναι νὰ μαζέψεις
τὶς  ναμνήσεις
ποὺ θὰ στάξουν ἱστορία.
Σκύψε καὶ κλέψε λίγο χρῶμα,
σκύψε καὶ κλέψε λίγο χῶμα,
σμίξε τ’ ἁπλόχερα καὶ φτιάξε μιὰ πατρίδα
σὰν παραμύθι
νὰ μαγεύει τὰ παιδιά μας.

15
Ἀναστημένα χέρια

Φέτος  ναστήθηκαν στοὺς μπαξέδες
χέρια  πὸ καιρὸ θαμμένα.
Μὲ φώναξαν νὰ μοῦ χαρίσουνε λουλούδια
γιὰ τὸ στεφάνι τῆς πρωτομαγιᾶς.
Συμπόνεσα περισσότερο  π’ ὅλα
ἐκεῖνο μὲ τὴ σκουριασμένη βέρα,
ἐκεῖνο ποὺ τοῦ φορέσανε φθηνὸ  σήμι,
ἐκεῖνο μὲ τὸ βραχιολάκι
μὲ τὶς ἐρυθρόλευκες κλωστὲς τοῦ Μάρτη,
ἐκεῖνο ποὺ εἶναι λερωμένο  πὸ λογιῶν λογιῶν
χρώματα μαρκαδόρων.
Ἔγινα παιδί·
τὸ χάιδεψα καὶ τὸ φίλησα ἐκεῖνο τὸ χεράκι.
Σήκωσα ψηλὰ τὸ βλέμμα
κι ἔσταξε στὰ μάτια μου ζωὴ
 πὸ τὰ μάτια τῶν κλαδιῶν.

*Από τη συλλοή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Η σονάτα τού σεληνόφωτος (Γιάννης Ρίτσος)

greek-translation's avatarΓιάννης Ρίτσος

1

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.
Άφησε με να έρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια…

View original post 2,214 more words

Κ. Π. Καβάφης, Κάτω απ’ το σπίτι

1525167_1444293919123548_285682983_n

Χθές
περπατώντας σε μια συνοικία απόκεντρη
πέρασα κάτω απο το σπίτι
που έμπαινα σαν ήμουν νέος πολύ.
Εκεί το Σώμα μου είχε λάβει ο Έρως
με την εξαίσια του ισχύν.

Και χθες σαν πέρασα απ’τον δρόμο τον παληό
αμέσως ωραίσθηκαν απ’τη γοητεία του Έρωτος
τα μαγαζιά..τα πεζοδρόμια..οι πέτρες..
και τοίχοι..και μπαλκόνια..και παράθυρα..
τίποτε άσχημο δεν έμενεν εκεί.

Και καθώς στέκομουν κ’εκύτταζα την πόρτα
και στέκομουν κ’εβράδυνα κάτω απ’το σπίτι
η υπόστασις μου όλη απέδιδε
τη φυλαχθείσα ηδονική συγκίνησι.”

(1918)