Πελαγία Φυτοπούλου, «Κούκος», εκδ. Θράκα, 2016 (προλογίζει ο Γιώργος Δάγλας)

koykos-fytopoyloy2-201x300

Από τις αποκαλύψεις της περσινής χρονιάς στον ποιητικό λόγο, η Πελαγία Φυτοπούλου έρχεται να μας τιμήσει με ποιήματα δυνατά που ωρίμαζαν για χρόνια στη ψυχή και το συναίσθημά της. Ποιήματα κραυγές πληγωμένου θηρίου, ακροβατούν ανάμεσα στην οργή και την ευαισθησία. Περιγραφική ως το μεδούλι, εξομολογητική σαν παιδί, ανασύρει από το βαθύ πηγάδι της ψυχής, το πιο ξεχασμένο κομμάτι μας, το θαμμένο. Η ίδια, ηθοποιός και τραγωδός, δημιουργεί σύγχρονους ήρωες. Τους απ-ελευθερώνει από σωφρονιστήρια ανηλίκων από αποτυχημένους δολοφόνους, από παιδικά τραύματα και από ανεκπλήρωτους έρωτες. Τους ξεγυμνώνει, τους αγκαλιάζει, και τους σαρκάζει και στο τέλος γίνεται η ίδια ο ήρωας.

Η ποιητική της συλλογή ‘ΚΟΥΚΟΣ’ που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2016 από τις εκδόσεις ‘θράκα’, έφτασε στα χέρια μου λίαν συντόμως στη μακρινή Ιθάκη όπου ζω και με συνεπήρε. Η συγκίνησή μου αναπάντεχη καθώς η οικειότητα της ποίησής της ήταν μεγάλη για τις λίγες φορές που τη συνάντησα. Καταιγιστική, ανυπότακτη και αναρχική. Όπως και η γραφή της. Μια σύγχρονη τραγωδός του ποιητικού γίγνεσθαι. Μια σύγχρονη «Αντιγόνη».
`
Γιώργος Δάγλας
`
*****************************************************
ΜΙΜΟΖΑ

χθες
ήπια πολύ
νιώθω πως κάτι
λείπει από μένα
αφαιρέθηκε
δεν είμαι σίγουρος
μετρώ τα δάχτυλά μου
τα βρίσκω δώδεκα
όντως ήπια πολύ
δεν ανησυχώ
αφήνω το σφυγμό μου
στη διάθεση του Μπρεχτ
χαλαρώνω
για λίγο
ψάχνω την ουλή
μια οποιαδήποτε ουλή
να τη, σκωληκοειδίτιδα
περιτονίτιδα
γελάω
θυμάμαι πόσο αστεία
ήταν η μάνα
όταν μιλούσε
στο γιατρό:
κι αλήθεια ντοτόρε μου
μπορεί ένα μικρό
σκουλήκι να κάνει
τόση ζημιά;
συνεχίζω
ψάχνω
γιατί σας το λέω
κάτι μου πήρανε
χθες
το νεφρό
αυτό είναι, το βρήκα
το νεφρό βολεύει
δεν είμαι σίγουρος
ήπια πολύ
επιστρέφω σπίτι
το παράθυρο είναι κλειστό
η μιμόζα
ολόλευκη
το κλειδί
στο χαλάκι
ανοίγω την πόρτα
απέναντι ο
καθρέφτης
με βλέπω
είμαι εγώ
χωρίς κεφάλι
ο λαιμός μου
σε στύση
ξερνοβολά επαίτες
ευτυχείτε
ο Γκοντό έφτασε στα σύνορα
`
*
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά
`
*
ΑΝΑΡΧΙΑ

«εμένα, μάνα, η ποίησή μου είναι ξυπόλητη»
«ω, Πελαγιανή, πώς θα κοιμηθείς απόψε με πρησμένα πόδια;»
Η μάνα πάντα ανησυχούσε για μένα
Ειδικά όταν οι πλείστοι επεδίωκαν να μαλακώσουν
τη σφυροδρέπανη επιδερμίδα μου
Βρήκε λύση
Ανταλλάξαμε φέρετρα
Τώρα όλοι θαυμάζουν τη γυναίκα με τα όμορφα πόδια
Ο πελάτης ήταν σαφής
Στο στήθος του πεταμένο ένα κελί
Κανείς δεν πίστευε ότι χωράω μέσα
Δήλωσε ευτυχής
Σ’ ένα μονάχα έπεσε έξω
Όταν χτυπάς τα πόδια μου
Χοροπηδούν στο χρόνο και σε γυρνάει πίσω
Άτυχος άντρας, έπεσε πάνω στο Μάη του ’68
Έπαψε να με θέλει νοικοκυρά
Γευματίζουμε έξω, πληρώνει τις μετρητοίς
«τι θα πάρετε;»
«ο κύριος μια σαρανταποδαρούσα καλοψημένη
`
*
ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΤΟΥ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

ο πιστολέρο ξέρει
απ’ το δεύτερο φονικό
θα τον ερωτευθεί η μάνα του
στο μαξιλάρι του γράφει
«κι αν βλέπεις τα δάκρυά μας
δεν είναι που έφυγες είναι
που μας αγάπησες πολύ»
στο μαξιλάρι της γράφει
«σπρώξτε τις αγορές τα γίδια
τα βοσκάω και μόνη μου»
ο πιστολέρο εκτελεί
την πρώτη φορά τα κάνει πάνω του
τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μια μάνα

*Από το Ποιείν στο http://www.poein.gr

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε…

View original post 1,077 more words

Κατερίνα Αγυιώτη, Από το “Φρουρό”

agioti050

Τι θ΄ απογίνει το ποίημα από το οποίο γράφεται το ποίημα
που γράφουμε; Θα ρίξει τις ελπίδες του στο ποίημα
του άλλου. Αλλιώς να λεγόμαστε ανέμελα χαμένοι.
Αυτονόητοι.

*
Η δικαιοσύνη σου δε λυτρώνει, γιατί δεν είμαστε ίσα
κι όμοια. Εμένα με είπε αγάπη μου ο μόνος και πουλί μου το
σκιάχτρο.

*
Αν δε στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, ήταν για να
διατηρήσω την ελευθερία μου
που είχε μέσα τρεις γενιές πεθαμένους.

*
Φοβάμαι τους ευεργέτες που χρειάζονται τη σωτηρία μου —
θέλω να σώζομαι
από γούστο.

*
Και τι έγινε που τα καταλάβαμε όλα, αφού το σώμα μας
ήταν ένα φοβισμένο σκυλί.

*
Είμαστε το άγαλμα μιας απόφασης.

*
Αυτός που σε παρηγορεί παιδί μου για να μη φοβάσαι, είναι
ο ίδιος που σου όρισε τα τέρατα. Δεν είναι αστείο – είναι
η αναγκαία λύπη ότι έχεις σώμα.

*
Ένας λόγος που γράφω μικρά ποιήματα είναι ότι έχω
πολύ χρόνο.

*
Δεν υπάρχουν σημάδια αγάπης, αλλά ζεστοί τόποι
όπου μπορείς να νιώσεις καλά
τα άκρα σου.

*Από τη συλλογή “Φρουρός”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρία ποιήματα

pexels-photo-111149

CONTRE LUMIERE

Ταμπού.
Φύλακες άγγελοι της παρθενίας μου.
Τείχη χωρίς ανοίγματα
μην ξεμυαλίσει την παλέτα μου ο ήλιος.
Και τώρα που η φωτεινή λίστα απολεσθέντων
εξαφανίζει τις θολές σκιές των “ουκ”
είναι αργά πια να βουτήξω το πινέλο μου στο ροζ.

***

ΓΚΡΙ

Θύμωσα με τον εαυτό μου
που λίγο έλειψε να σου θυμώσω.
Έφταιξες; Έφταιξα; Μπα…
Μάλλον
εκείνα τα μονόχορδα γυαλιά
που ερμηνεύουνε το γκρι δογματικά
σαν μαύρο που αδειάζει το λευκό, ή
σαν άσπρο που διαλύει τη σκιά
σ’ ένα αμείλικτο παιχνίδι επικράτησης
με έπαθλο
εισιτήριο για το περιθώριο.

***

ΑΦΡΟΔΙΤΕΣ

Τα πρώτα σημάδια του γήρατος πλέον ορατά.
Η θηλυκότητα σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.
Συναγερμός.
Τα εργαστήρια φιλντισένιων εκμαγείων επιτάσσονται.
Οργασμός.
Ρουμπινένια χείλη.
Σμαραγδένιο φουλάρι.
Ροζ υποσχέσεις.
Παρδαλά μπαϊράκια σε παράταξη μάχης.
Πυροβολισμοί στο χρόνο
Πυροβολισμοί στο βρόντο.

*Από τη συλλογή “Γρήγορα στις οθόνες σας”, εκδ. Αρκαδικός Κήρυκας, Αθήνα 2013.

Γιώργος Καββαδίας, Ηλιαχτίδα

%ce%b3-%ce%bd-12

Σαν από τρεχούμενο νερό, ο ήχος απ’ τα βήματά σου…
Σαν βάλσαμο τις νύχτες η φωνή και τ’ άρωμά σου…
Όσο κι αν κόπιασα να παίξω το παιχνίδι σου,
όσο κι αν ζήτησα να είμαι τ’ αντικλείδι σου,
έμεινα πίσω στο μονοπάτι να συλλέγω το σημάδια σου…
Στάθηκα να κοιτάω το φως που τις φυλλωσιές διαπερνούσε,
και να ψυθιρίζω λόγια που μου ‘χες πει.
Ακόμα το μυαλό παίζει παιχνίδια…
Ακόμα αναζητώ το βλέμμα σου…
Τις νύχτες είναι σαν να είσαι εδώ…
Νοσταλγώ τη θέρμη των χειλιών σου…
Αναμένω τη στοργή της αγκαλιάς σου…
Εσένα ψάχνω με τα μάτια μου κλειστά,
κι εσύ τα μάτια της ψυχής να φοβάσαι να ανοίξεις…
Το θέατρο σκιών, παύει σαν τα φώτα ανάψουν!
Μείνε λίγο να μου εξηγήσεις…
Πνίξε το φόβο σου μονάχα μια στιγμή…

*Από τη συλλογή “Ό,τι μας στοιχειώνει”, Αθήνα 2012.

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01

Μά­ριος Χάκ­κας

Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας

01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ…

View original post 1,477 more words

Τέλλος Φίλης, Bρεγμένα ονόματα

screen-shot-2017-02-06-at-01-02-31

― Πώς σε λένε;
― Ελένη
― Πώς σε λένε;
― Ναουζάντ
― Αλεξέι
― Γκαλίνα
― Μαμουτσάρ
― Σαρίφ
― Μοχάμετ
― Αϊσέ
― Πώς σε λένε;
― Προς το παρόν είμαι μια ποσόστωση
ένας ακόμη αριθμός στο βραδινό συσσίτιο
στο βενζινάδικο της Ειδομένης
― Πώς σε λένε;
― Με λένε Άνθρωπο.
Κάποτε θα στεγνώσω
κι από τη θάλασσα
κι από τα δάκρυα
και τότε θα τα πούμε.

*Αναδημοσίευση από το Εντευκτήριο στο http://entefktirio.blogspot.com.au/2017/02/b.html

“Η Πλατεία των Ταύρων” του Βαγγέλη Αλεξόπουλου

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n1

Από καιρού εις καιρόν τυχαίνει η Κρις Λιβανίου και η Χριστίνα Λιναρδάκη διαβάζουμε τα ίδια βιβλία. Φυσικά, καθεμία βλέπει τα δικά της! Η Πλατεία των Ταύρων του Βαγγέλη Αλεξόπουλου είναι ένα από αυτά τα βιβλία και σεφτήκαμε να επιχειρήσουμε μια παράλληλη ανάγνωση.

Κρις Λιβανίου:
Η ταυτότητα του ποιητή

Η ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων στοιχειοθετεί μια αναζήτηση της θέσης και της στάσης του ποιητή στον χώρο και τον χρόνο. Παρόλο που τα ερεθίσματα που μας περιβάλλουν και ορίζουν τις αντιδράσεις μας είναι σε ένα βαθμό κοινά, ο ποιητής στην συλλογή αυτή ψάχνει τους νέους δρόμους που θα του ανοίξει μια διαφορετική προσέγγιση του εξωτερικού γίγνεσθαι. Το εγώ του ποιητή, χωρίς να καταδυναστεύει τον χώρο, προβάλλει ως μια καθαρά ατομική οπτική, και μια πορεία λίγο-πολύ στο άγνωστο.

Ταυτόχρονα καθώς ξεδιπλώνεται η συλλογή σχηματίζεται αχνά ένα εμείς, στο οποίο ο ποιητής θα ενταχθεί για να ψηλαφίσει τον χρόνο που περνάει και την Ιστορία να χτίζεται χιλιοστό-χιλιοστό.

Το ποιητικό χνάρι και το πέρασμα της Ιστορίας
Το βλέμμα του Βαγγέλη Αλεξόπουλου στην Πλατεία των Ταύρων είναι γυρισμένο προς τα πίσω, είναι γεγονός. Όχι μόνο σε ιστορικό επίπεδο, αλλά κατά μία έννοια και σε προσωπικό: στην αναζήτηση των σταθερών του, ο ποιητής στρέφεται σε ό,τι αισθάνεται γνώριμο, αναγνωρίσιμο έστω. Η αναζήτηση αυτή ενός ποιητικού στίγματος γίνεται με ευθύτητα και με την ειλικρίνεια που θέλοντας και μη αποκτά κανείς όταν στέκεται μπροστά στο άγνωστο που ξετυλίγεται μπροστά του. Σ’ αυτό το σημείο οι ισορροπίες θα αλλάξουν και θα δώσουν την καινούρια πραγματικότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη:
Η φωνή

Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου είναι σαφώς υπερρεαλιστική. Πρόκειται όμως για έναν ιδιότυπο υπερρεαλισμό που φλερτάρει με το υπερβατικό στοιχείο σε μια κίνηση που αποβαίνει αυτοειρωνική. Χρησιμοποιώντας σχήματα λόγου που υπερβαίνουν την πραγματικότητα και τη μετασχηματίζουν,  ο Αλεξόπουλος στοχάζεται για το ανέφικτο των πραγμάτων, το αδιέξοδο της αγάπης ή την ομορφιά της ζωής και παράλληλα αυτοσαρκάζεται, σαν από την αναμέτρησή του με τον κόσμο να αναδεικνύεται πολύ μικρός και να έχει επίγνωση της ευθραυστότητάς του.

Η δομή και οι πρωταγωνιστές
Η Πλατεία των Ταύρων είναι μια τακτοποιημένη, ωραία σκηνοθετημένη συλλογή. Περιλαμβάνει εισαγωγή, τρία αυτόνομα κεφάλαια και επίλογο. Εμπνευσμένη από τις τις ταυρομαχίες, ταυτοποιεί σε πρώτη ανάγνωση τον ποιητή με τον ταύρο, κρατώντας τον ρόλο του ταυρομάχου για τους μύθους, τις πεποιθήσεις και τις κάθε λογής μεροληψίες που λειτουργούν σαν παραμορφωτικοί φακοί μέσα από τους οποίους κοιτάζουμε τη ζωή. Ταύρος και ταυρομάχος τελικά είναι το ίδιο πρόσωπο: δεν είναι αλήθεια, άλλωστε, πως τις μεγαλύτερες μάχες τις δίνουμε με τον εαυτό μας;

Μετα-ποιητική σημείωση

Και, για το τέλος, μια προσωπική μου συνειδητοποίηση εξ αφορμής της Πλατείας των Ταύρων. Η πρώτη συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου, Αγχέμαχες λέξεις, ήταν αρκετά καλή, αλλά όχι από εκείνες με τις οποίες θα δήλωνα αβίαστα ενθουσιασμένη. Τούτη η δεύτερη συλλογή του συνιστά όχι απλώς εκτόξευση, αλλά πραγματική διακτίνιση σε άλλα ύψη. Το γεγονός αυτό, δηλαδή μια τόσο θεαματική βελτίωση με διαφορά ενός μόλις χρόνου, στάθηκε η αφορμή να κατανοήσω τα λόγια παλαιότερων, πιο έμπειρων από εμένα, ανθρώπων που γνώριζαν από ποίηση και ήταν ανεκτικοί και υπομονετικοί με τους ποιητές, ιδίως τους πρωτοεμφανιζόμενους: “δεν κρίνουμε ποτέ έναν ποιητή από την πρώτη συλλογή του, πάντοτε περιμένουμε να δούμε την επόμενη – αν υπάρξει”, μου έλεγαν. Χαίρομαι πολύ που στην περίπτωση του Αλεξόπουλου υπήρξε συνέχεια και περιμένω εναγωνίως να υπάρξει κι άλλη. Εξαιτίας της δουλειάς του και της αγάπης του για την ποίηση μπόρεσα να γίνω λίγο πιο σοφή, να αποκτήσω περισσότερη κατανόηση και υπομονή και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο – τον ευχαριστώ ιδιαίτερα.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_8.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Στρατής Φάβρος, Περιμένοντας

16427673_10154876258262348_1802282087995536919_n

Όσο πιο πολύ φωνάζετε τόσο συμφωνώ με τη σιωπή
διαλεκτική ή βαρβαρότητα, αλήθεια ή πίστης σιωπή
τους μύθους σας κρατήστε μου, αίμα που στάζουν
να τους πετώ στη θάλασσα μπας μουσική και γένουν

εγώ με τα σύννεφα θα μιλώ και τους ανέμους
με τα σύμβολα και τις γαλάζιες ώρες, γιέ μου
πουλάκι μου που χαίρεσαι σαν νύχτα με τρομάζεις
για σένα όλα τα όνειρα για σένα όλη η πλάση, παίζεις

κι όλα τα σύνορα στης πίστης μου τους χάρτες μεταβάλλονται
γένονται μαύρες θάλασσες, ξανά Κολχίδες, μαντείες χτίζονται
νέα σ’ άξενων πόντων τα νερά βαθιά τα μήκη μαύρα
καράβια ταξιδιάρικα μεθούν για νέες μνήμες καινούρια κρίνα

Και σε πανγαίες ολόσωστες δίχως γραμμές και θάνατο
και δίχως γηρατειά και λήθη νέοι γυμνοί ξεχύνονται σ’ αθάνατο
χορό μαγευτικό, λάμποντας οίστρους χρυσούς αχάλαστους
άνθη αλπικά και χασμωδίες μυθικές ερωτικές καβάλα τους

αγόρι μου η μόνη περιουσία σου
ο λόγος σου κι η ζήση σου
η φτώχεια είναι ποίηση
κι ο βίος σκύλος, αντίσταση κι εγρήγορση

Υ.Γ.
“Το ξέρω πως η θέση μου είν άσχημη πολύ” μέθυσα πάλι
γυναίκες πάντοτε γυμνές του Μοντιλιάνι αναζητώ σε κάθε μου σεργιάνι
δεν ισχυρίστηκα ποτές τα λάθη πως θα σβήσω, μα ονειρεύτηκα πολύ
μια νέα ζωή σε νέα μορφή, δημοκρατία τη λέγαν κείνη την ατελείωτη γη;

Νοέμβριος 2015

Γεωργία Τρούλη, Κατάκτηση φεγγαριού

14804949_976587705797348_1294207331_n

Σιγοψυθιριστά αφήσανε τις μικρές αμφίπλευρες συνεν-
Νοήσεις
Είπανε θα γίνουνε
Αφήσανε βοτσαλάκια σε ελεφάντινο χρωματισμό
Να πετάνε σε ελλείψεις
Στον αέρα η σχάση
Θα ελευθερώνονται βαθμηδόν οι ατμόσφαιρες
Και ενδιάμεσα μελετημένες προσφορές στο επίφοβο
Τραμπάλα μιας νύχτας
Ενδιάμεσα κενό και σταγόνα
Και από κάτω δύο σανιδωτά ξεπροβοδίσματα
Χαιρετισμού
Και πώς να θέλουν να γίνουνε ένας
Όταν εμπεριέχουν τόση συγκρότηση;

Οι αποχωρισμοί πρέπει να γίνονται όπως τα αστέρια
Το ένα εδώ το άλλο παραπέρα
Να μην γίνεται η λάμψη επιθετική
Μόνο η ματ απόχρωση που από ψηλά δένει
Το λευκό ξημέρωμα

Κάποια ταλαιπωρημένη ουσία
Ίσως από αλλεπάλληλα σεισμικά καιρικά φαινόμενα Απρόβλεπτου κάλλους
Θα βαπτίσει το κενό
Με διάστικτο αρωματισμένο φεγγάρι
Και τότε κάποιος ξεχασμένος Γκαγκάριν
Θ’ ανακαλύψει πως έπρεπε να ανακαλύψει
Την Αμερική
Ολοταχώς στροφή προς το λάθος – Κολοβό

Και τότε σημασία θα δίνεται στη συγκράτηση
Των πλανητών στο επιθυμητό ύψος
Το ύφος δεν θα πάλλεται ανάμεσα στα διάκενα
Του νοήματος
Το αστραφτερό διαστημόπλοιο έχει από καιρό
Κουβαλήσει μπρονζέ εξαρτήματα αμφιβόλου προέλευσης
Και αυτά Κινέζικα – ενώ η Δύση έχει άλλες κυρώσεις
Και από κάτω ολόκληρη σταγόνα εκρήγνυται
Στο αδιαχώρητο πολλών
Και λες
Μήπως και αυτό;
Κι αν έτσι;
Ίσως θα έπρεπε να βγάλουμε κάποιο μικρό βότσαλο
Από το βάθος της λίμνης
Εκεί θα γράφεται κουκκίδα και κόκκο
Ο χάρτης μιας άλλης ανακάλυψης
Στιλπνή η πορεία και η λάμψη των άστρων
Τηρεί πάντα καλά μετρημένη
Την απόσταση ανασφάλειας

Ο Γκαγκάριν κάποια στιγμή θα άλλαζε
Όνομα για να μείνει στην ιστορία της γης
Και κάποτε
Η Γη
Θα άλλαζε την πορεία της Γύρω γύρω
Από τον άνθρωπο

*Από τη συλλογή “Ακρογωνιαία πορεία στο και”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2012. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.