Ασημίνα Ξηρογιάννη, Το ποίημα που δεν τελειώνει 1-Δοκιμές

11026484_425437527613092_281507088_n

Η σκέψη μου δεν χωράει σε λέξεις,

καλύτερα, δεν μπορώ τη σκέψη μου να τη χωρέσω σε λέξεις,

καλύτερα, δεν επαρκώ.

*

Ποίηση

Προσποίηση

*

Α-πορία ίσον ποιητικό αδιέξοδο

ίσον αδιέξοδο λεξιλογικό

ίσον αδιέξοδο συνδυασμού λέξεων
ίσον αδιέξοδο εύρεσης λέξεων.

*

Ξενυχτώ χρόνια

Ξενυχτώ νανουρίζοντας λέξεις

*

Μού ΄παν ήταν τρεις:

Kαβάφης

Σολωμός 

Παπαδιαμάντης

[Με αυτή τη σειρά]

Μπορεί να ‘ναι αλήθεια.

*

Λευκές κόλλες.
Ε, και;

*

Στίξη που αιωρείται.

*

Την ατεχνία μου την ονόμασα “συνωμοσία των λέξεων”

*

Δεν γράφεται έτσι η ποίηση,

Χωρίς ταξίδι ζωής.

*

Γυρίζω σ΄αυτό που άφησα μισό
-
σ΄αυτό που έχει την αξίωση να λέγεται “ποίημα” και να είναι-
και
 φεύγω πάλι.

*

Πάλι αλλάζω 

άλλαξα 

θα αλλάξω 
μια λέξη.


*

Παιδεμός.

*

Συντρίβομαι από αυτό που
αδυνατώ να εκφράσω.
*

Με αφήσανε οι λέξεις.

Χωρισμός.

*

Εννοιες-λέξεις

Σκόρ 1-0

*

Αν ανατείλλει μαγικό συνταιριασμα

θα ανατείλλω κι εγώ.

*

Ψοφάω για τις μέρες που δεν έπιασα στυλό.

*

Δεν γράφω σήμερα,

απεργεί η σκέψη.

*

Εγώ 
Εσύ

Στη μέση η Ποίηση

*

Παίζω

Ποίηση εγώ

Ποίηση εσύ.

*

Οι λέξεις μου ο καθρέφτης μου

-Μα η λέξη δεν καθρέφτισε τη σκέψη

-Μα η σκέψη πληγώθηκε από τη λέξη.

-Μα η σκέψη παρέμεινε σκέψη,δεν έγινε λέξη…

*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Βαρελάκι στο http://varelaki.blogspot.com Το κολάζ της ανάρτησης είναι της ποιήτριας

561643_10151167687944618_1275343544_n

(τι χρωστώ στην) Εθνικής Αντιστάσεως

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Hundenacht-Gundula-Schulze-Eldowy-full.jpg

Στην απόγνωση που λειαίνεται τα Σάββατα
– με ελάχιστα φράγκα μα πολλές δαγκωνιές –
το παλιό μας σκοτάδι εξηγείται:
είναι ένα πηγάδι αδρανούς φωτός,
που βαθαίνει ακυβέρνητο/

Γενναίε Ακρίτα,
των ενδογενών μου συνόρων,
για πότε μεγάλωσες;

Πώς και δεν είσαι ακόμη,
ένα νήπιο με βρεγμένα καλτσάκια,
απόδετο/
που στο αρχαίο νεκροταφείο της Λειψίνας καθέλκυε/
σαν μπαλόνι ξεφούσκωτο/
του χρόνου τη λάσπη;

Στα οστά που σιωπούν,
ψιθυρίζει ο ήλιος ένα γοερό καλοσώρισμα,
κι ακόμη διακρίνονται,
οι αποθήκες των ανθρώπων
που εκβλασταίνουν/
καθώς η ζωή εξοντώνεται,
μια μυωπική εικόνα από ενδεχόμενα μέλλοντα,
εστιάζει.

Σ’ αυτές τις ίδιες στάχτες
θα συνεχίσεις να γερνάς
και να ανθίζεις/


16299435_10155001266073874_2409253128671307433_n.jpg

photos: Gundula Schulze Eldowy –

α) Margarete Dietrich – Berlin 1979, aus der Serie “Berlin in einer Hundenacht”  

β) o. T., Berlin 1982, 50 x 60 cm, Gelatine Silver Print, aus: Mappe “Zeit an Zeit”, erschienen 1989 mit insgesamt 20 Fotos aus den Jahren 1979-89

View original post

Για το Αντάρτικο2

antartiko

Δημήτρης Γκιούλος και Κωνσταντίνος Παπαπρίλης – Πανάτσας, Αντάρτικο2
Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, 2016

Η ιδέα ενός ποιητικού διαλόγου, ενός ποιήματος που γράφεται από δυο ή περισσότερα πρόσωπα, δεν είναι μια ιδέα ξένη στην ιστορία της ποιητικής τέχνης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως την συναντάμε συχνά και οι λόγοι για αυτό είναι αρκετοί. Από την μια, η δημιουργία ενός «συλλογικού ποιήματος» ενέχει αφάνταστες δυσκολίες συντονισμού των διαφορετικών δημιουργικών ρυθμών και ιδιωμάτων, ενώ από την άλλη, η σύνδεση ποιητικών αποσπασμάτων σε ένα ενιαίο έργο με συνοχή και νόημα φαντάζει σχεδόν ακατόρθωτη. Για να υπερβούν τα παραπάνω χρειάζεται οι συμμετέχοντες ποιητές να είναι αφενός ανοιχτοί σε αμοιβαίες ανταλλαγές και αφετέρου να διαπνέονται από μια κοινή αίσθηση καλλιτεχνικής ολοκλήρωσης. Αφού το σημείο εκείνο όπου το έργο (τμηματικά ή εν συνόλω) θεωρείται περαιωμένο είναι ίσως η πιο μοναχική απόφαση κάθε δημιουργού και η ευθύνη της απόφασης αυτής δύσκολα μπορεί να διαμοιραστεί. Την σπάνια αυτή σύμπτωση συναντάμε στην ποιητική σύνθεση των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη – Πανάτσα Αντάρτικο2 που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 16′ από τις εκδόσεις Κουρσάλ και με την οποία είχα την τύχη να εμπλακώ προσωπικά, βοηθώντας στην έκδοσή της.

Την απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι δυο δημιουργοί επέλεξαν αυτήν την δύσκολη άσκηση συλλογικής γραφής μας τη δίνει το θεματικό περιεχόμενο του ποιήματος στο οποίο διακρίνεται μια διαρκής αγωνία για την αναζήτηση της χαμένης συλλογικότητας, που δεν είναι μόνο ο κυτταρικός ιστός της διαλυμένης πια, μέσα στον άγριο ωκεανό της κοινωνίας των ιδιωτών, κοινότητας αλλά και το απολεσθέν σφιχταγκάλιασμα των διαπροσωπικών εγωισμών. Και επειδή στην αναζήτησή τους φαντάζουν ειλικρινείς, οι δημιουργοί επέλεξαν —ασυνείδητα ή συνειδητά— ο τρόπος δημιουργίας τους να υπομνήει αυτήν την εκζήτηση· με τον τρόπο και το μέτρο που ταιριάζει στο είδος που καταπιάνονται. Αλλά ας δούμε αναλυτικότερα τη σύνθεσή τους.

Πρόκειται για ένα έργο που αποτυπώνει ποιητικές τους ανταλλαγές που, όπως μας λένε εξ αρχής, ολοκληρώθηκαν σε οκτώ συνολικά βραδιές. Οι οκτώ αριθμημένες ενότητες μας μεταφέρουν στο εικονικό δωμάτιο της συνομιλίας τους μέσα στο οποίο ξεκινούν κάθε βράδυ την αναμέτρησή τους με τα υπαρξιακά ερωτήματα, τις αγωνίες και τις ματαιώσεις τους. To μετουσιωμένο απόσταγμα που αποτυπώνεται ως τελικό ποίημα, μοιάζει να ρέει σαν από τη γραφίδα ενός και μόνο προσώπου, κι ας είναι δυο, που βλέπουν ο ένας τον άλλον (ή μήπως τελικά ο καθένας το πρόσωπό του) στον καθρέφτη. Μια αμφίπλευρη ανάλυση, μια καταβύθιση στις ασχημάτιστες ακόμα κραυγές του ασυνειδήτου, ένα μπάσιμο μέσα σε «έναν άλλον άνθρωπο», κατά το οποίο η θέση του αναλυτή και του αναλυόμενου συνεχώς αντιστρέφονται.

Το θέμα της συνεδρίας τους γίνεται εμφανές ήδη από τις πρώτες στροφές. Η προβληματική του ματαιωμένου έρωτα και της χαμένης επανάστασης εξετάζονται μαζί αλλά και σε αντιδιαστολή. Η διαρκής υπαρξιακή ματαίωση που δηλώνεται ως προσδοκία. Στην νεανική γραφή τους υπάρχει η βεβαιότητα πως ο τροχός της ιστορίας θα γυρίσει. Είναι η επαναστατική αισιοδοξία για ένα μέλλον άξιο να βιωθεί. Παρότι η αγωνία για την πιθανότητα ενός ακόμα χαμένου γύρου σκούζει ανάμεσα στις σχισμές που αφήνουν οι λέξεις, οι δυο τους νιώθουν πως η ίδια η δήλωση πρόθεσης ισοδυναμεί με το πρώτο βήμα της πραγμάτωση της. Οι στοίχοι τους ρέουν σαν έναν αδηφάγος ποταμός που στο βίαιο καλπασμό του προσπαθεί να διαβρώσει όλο και περισσότερο τη γη, πριν παραδοθεί στην τελική ηρεμία της θάλασσας. Είναι αυτή η βία των λέξεων, το αίμα που ζητούν να χυθεί, που προσπαθεί να ξορκίσει τη βία και το αίμα της πραγματικότητας· να λυτρώσει και να λυτρωθεί οριστικά.

Αν εξετάσει κανείς τη μακροσκελή τους σύνθεση αποσπασματικά θα μπορούσε να εντοπίσει αρκετά χωρία εκπληκτικής ομορφιάς (που, δεν το κρύβω, μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω εδώ) όπως βέβαια και ορισμένα λιγότερο εντυπωσιακά. Θα ήταν όμως λάθος το εγχείρημά τους να διαβαστεί κατακερματισμένο, ακριβώς γιατί κάθε κομμάτι έχει την ειδική του θέση μέσα στο σύνολο και μόνο σε σχέση με όλα τα άλλα μέρη αποκτά την πραγματική του αξία. Προσωπικά, μου ηχεί έντονα σαν ένας θεατρικός διάλογος μέσα στον οποίον κάθε φράση έχει καίρια σημασία για την έκβαση του όλου έργου. Γιατί παρά την ελευθεριότητα της ποιητικής γλώσσας, που χαρακτηρίζεται από την έντονη πολυσημία των νοημάτων και τις πολλαπλές εν παρόδω εικονικές μεταφορές, έχουμε να κάνουμε με μια αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος.

Το αντάρτικο2 είναι μια σύνθεση πολλά επιπέδων. Σε ένα πρώτο στρώμα είναι ορατή η υπαρξιακή αγωνία της απουσίας τού ερωτικού αντικειμένου που συνομιλεί με ένα έντονα εξεγερτικό αίτημα συλλογικής πραγμάτωσης. Σε δεύτερο χρόνο, οι σκοποί διαπλέκονται για να επαναδιατυπωθούν εμποτισμένοι κατοπτρικά, ο ένας από το πνεύμα του άλλου. Έτσι η προσωπική ματαίωση προβάλεται ως συλλογική αγωνία για την τύχη του έρωτα στις σύγχρονες κοινωνίες, ενώ οι επαναστατικοί σκοποί συμπλέκονται με τις υποκειμενικές αγωνίες και τα υπαρξιακά αδιέξοδα. Σε χρόνο τελικό, η σύνθεση θα εξαλείψει την ετερογονία των σκοπών δημιουργώντας την αίσθηση μιας συμφωνίας ως προς το νόημα του αντάρτικου σήμερα. Η συλλογικότητα που δεν μπορεί να συλλάβει τον χαρακτήρα τον σύγχρονων ατομικών αδιεξόδων δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και αντίστροφα, καμία ατομική αυτοπραγμάτωση δεν μπορεί παρά να είναι πλαστή όσο η κοινωνία παραμένει υποταγμένη. Δεν έχουμε όμως εδώ ένα αισθητικό πρόγραμμα αλλαγής του κοινωνικού ορίζοντα, αλλά το ολόγραμμα μιας επιτύχουν διαβούλευσης, μιας περαιωμένης συλλογικής ανάλυσης.

Το τέλος, μέσα από το οποίο προσδοκούν να ανέβουν ένα έστω σκαλί στη κλίμακα της αυτογνωσίας, δεν είναι οριστικό. Όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά για την ατομική τους ζωή και την συλλογική μας ιστορία. Η τέχνη δεν θα δώσει τη λύση, αλλά μπορεί να μας δώσει το τρόπο μέσα από τον οποίο μπορούμε να δούμε τις άπειρες δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας. Η ποίηση είναι ο λόφος από τη θέα του οποίου θα δούμε (και μόνο θα δούμε!) τη γη της επαγγελίας. Για να φτάσουμε εκεί χρειάζονται τα ζωντανά βήματα της καθημερινή μας πράξης.

Το τελευταίο τμήμα του έργου θα μας δώσει και την επίγευση:

Χωρίς ιερά,
χωρίς όσια,
απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη ωστόσο,
θα ‘χω κάθε απάντηση
για τις ερωτήσεις σου.
Ένα χορό,
από ψυχές βασανισμένες,
να κυλά την τραγωδία σου,
μπας και φτάσεις
στην κάθαρση.
Μπας και βγεις μαζί μου στο βουνό
να ουρλιάξουμε.
Μπας και μπούμε μαζί, Δεκέμβρη, στην Αθήνα.
Μπας και πάψουν τα γιατί,
τα όπλα μας ν’ αδειάζουν.
Μπας και δεν με προδώσεις σαν το κόμμα.
Μπας κι ασφαλίσω την καρδιά μου
μη σκάσει.
Τσάμπα τόσα μαθήματα που σας έκανα.
Τίποτα δεν έμαθα.

Τίποτα,
ποτέ
για κανέναν.
Μόνος,
με ακίδες
στα δάχτυλά μου όλα,
με τρύπες στον οισοφάγο
με τρύπες στους κροτάφους
με τρύπες
στα μαύρα μου πανιά
που δε θέλω ν’ αλλάξω.
Να πάει να γαμηθεί ο Αιγέας.
Φτερά φτιάξε μου,
θα ληστέψω όλες τις εκκλησίες του κόσμου
να ‘χεις κερί
για μπόλικα ζευγάρια.
Να γράφω τον ήλιο
στα αχαμνά μου.

Για μια φορά ακόμα,
μίαν ακόμα,
έφοδο στον ουρανό.

Σωτήρης Λυκουργιώτης

Αργύρης Χιόνης, η πεζογραφία ενός ξεχωριστού ποιητή

xionis

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου*
 
Πολύ λόγος έχει γίνει από το περασμένο καλοκαίρι (με δημοσιεύσεις, με εκδηλώσεις, με κατ’ ιδίαν συζητήσεις) για τα μεταθανάτια πεζά του Αργύρη Χιόνη Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη. Δικαίως. Ο Χιόνης εκπροσωπεί μιαν από τις ισχυρότερες φωνές όχι μόνο της γενιάς του 1970, αλλά και ευρύτερα της νεώτερης ελληνικής ποίησης, και το γεγονός αυτό δεν τον απέτρεψε από το να επιδοθεί κατ’ επανάληψη και στην πρόζα, όπου χωρίς να πέσει στον οιονδήποτε ποιητικισμό, κατόρθωσε πάντοτε να διατηρήσει κάτι από την αιφνιδιαστική λάμψη των στίχων του.

Πρόζα θα αρχίσει να δημοσιεύει ο Χιόνης μια δεκαπενταετία μετά την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση, που θα γίνει το 1966: Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (1981), Όντα και μη όντα (2006), Περί αγγέλων και δαιμόνων (2007), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (2008) και, βεβαίως, το προειρηθέν Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες (2016). Βαθιά υπαρξιακός, ο Χιόνης καγχάζει όποτε βρεθεί στα ποιήματά του αντιμέτωπος με τη φθορά του χρόνου και τον πανικό του θανάτου, γελάει στραβά με τα όνειρα και τις αναμνήσεις του, ποτίζει με δηλητήριο την ανασφάλεια της μοναξιάς και της τέχνης του ενώ την ίδια ώρα νοιάζεται για το πώς θα καλλιεργήσει ένα κομμάτι γης, παρακολουθεί εταστικά έναν ανθισμένο καρπό ή ατενίζει ρεμβαστικά έναν μακρινό ορίζοντα.

Τα δεδομένα αυτά, μαζί με ένα στοιχείο παραλόγου που συναντάμε από την αρχή στην ποίησή του, θα μεταφερθούν σχεδόν ακέραια και στην πεζογραφία του. Το παράλογο, πάντως, επέχει στις ιστορίες του Χιόνη θέση μάλλον παράπλευρης απώλειας αφού αντιπροσωπεύει καταστάσεις των οποίων οι πηγές βρίσκονται μακριά από τη διατάραξη της λογικής τάξης. Εκείνο που επικρατεί στα πεζά του Χιόνη, όπως έγραψα προ ολίγου καιρού και στο Βήμα της Κυριακής, δεν είναι τόσο η άρνηση της λογικής όσο τα κενά που την παράγουν: οι χαμένοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έρωτες, η προϊούσα ηλικία, η έντονη διάθεση φυγής από τα εγκόσμια και, πρωτίστως, για άλλη μια φορά, ο ανομολόγητος φόβος του θανάτου.

Παρά τη γεωμετρική του λιτότητα και την υψηλή εκφραστική του αφαίρεση, ο Χιόνης θα καταφύγει συχνά στο χιούμορ, τη θυμοσοφία και τον αυτοσαρκασμό και θα χρησιμοποιήσει μια γλώσσα με περίπλοκη αρχιτεκτονική: συνηχήσεις, παρηχήσεις, αντηχήσεις, ομόηχα, αναγραμματισμούς και λογοπαίγνια. Χαρακτηριστική επίσης είναι στα κείμενά του η υπόδυση της φιλολογικής τους υποδομής (μια διαρκής σκηνοθεσία) με πλήθος παραπομπές, σημειώσεις και επιμύθια. Παράλληλα ο Χιόνης θα συνομιλήσει με την παρωδία, το παραμύθι, την παραβολή, την αλληγορία και τον διδακτικό μύθο, αλλά και με τη ζωολογία και τη ζωοφιλία, την αυτοβιογραφία και το δοκίμιο. Δεν θα πρέπει εν προκειμένω να μας διαφύγει και μια διάσταση ίντριγκας και μεταφυσικού υπαινιγμού, που σηματοδοτεί το τυχαίο και το αναπάντεχο της καθημερινότητας όχι για να αποδείξει τον παραλογισμό της, αλλά για να αποκαλύψει υποβλητικά τα απλήρωτα πάθη της.

Δεν διαπιστώνουμε συχνά το ευτύχημα με το οποίο είναι προικισμένη η λογοτεχνία του Χιόνη: ένας ποιητής που προσέρχεται στην πρόζα, διατηρώντας στο ακέραιο όχι μόνο τη γλωσσική του ένταση, αλλά και την επίνοια της φαντασίας του.

*Από το http://www.oanagnostis.gr/αργύρης-χιόνης-η-πεζογραφία-ενός-ξεχω/

Νίκος Βιολάρης, από τη συλλογή « Πέρα απ’ τη μέρα »

Le grand écrivain's avatarΚΕΝΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Ότι υπήρξε

οριζόντια

πριν τη μέρα

υιοθετώντας τις παράξενες

συνήθειες ερπετού

κάτω απ’ την πέτρα

ζώντας τον χειμώνα

μέσα στα δέντρα

εικόνες της μικρής ζωής

επαληθεύοντας

την κλειδωμένη άνθηση

επαληθεύοντας

τη ραγισμένη αίσθηση

ό,τι υπήρξε πριν

τον κάθετο ίλιγγο.

***

Δεν είναι μέρα

καρφί τριαντάφυλλο

ο πυρετός της πέτρας

δεν είναι μέρα ούτε βροχή

όνειρο μου εσύ βαθύ

τρικυμισμένο

πληγή φωτός πηγή φωνής

και λέξεις – χάδι ή θάλασσα –

δεν είναι μέρα.

***

Περπατάω πάνω απ’ τη μέρα

περπατάω κάτω απ’ τη μέρα

μέσα στη μέρα

αφήνω

το σώμα μου

Και διασκεδάζω.

***

Κανένα φως

εκτός του φωτός

κανένα φως εντός

καθώς

εκτείνεται παράξενα

το ίδιο τριαντάφυλλο

δίχως όντως να είναι

προέκταση που βέβαια ναι

δεν είναι

μα διαρκεί

σαν ώρα

ώρες δηλαδή

τυλίγοντας τη μέρα.

***

Τρικυμία

τα πράγματα

τα πράγματα σώματα κύματα

κι εντός του φωτός

θρύψαλα

εντός των δέντρων

σύννεφα

και μες στα σύννεφα

άγγελοι τρεμοσβήνοντας.

View original post 17 more words

Χλόη Κουτσουμπέλη, Γη της επαγγελίας

Φώτο: Audun Rikardsen

Φώτο: Audun Rikardsen

I

Το ελάχιστό σου άγγιγμα εκεί κοντά στο στόμα
ανεπαίσθητο, ολότελα αισθητό, η μυρωδιά του
μαζί μου όλο το βράδυ, βροχή από γιασεμί.

II

Ολάκερη η νύχτα είναι κομμένη σε μεταξωτές,
ευέλικτες κορδέλες γύρω από το πρόσωπό σου,
ήχοι σκιάς, βελούδινο πηγάδι
πάτημα πεταλούδας, η μέρα με τρομάζει.

ΙΙΙ

Δε με φοβίζει
που τούτο το μολύβι
δεν αφήνει μελάνι
αλλά ίχνη από λιωμένο ουρανό
ούτε με φοβίζει
πως αντί για χαρτί
γράφω πάνω στο κορμί σου,
ζεστή αμοιβάδα από μυρωμένο χαμομήλι,
ολόγυρα, παντού.
Με φοβίζει μόνο που κάποια μέρα,
Θα γράφω πάλι σε χαρτί ποιήματα με μελάνι.

IV

Τότε ακούστηκαν οι σάλπιγγες της Ιεριχούς,
και ένα μετά το άλλο γκρεμίστηκαν
τα τελευταία προπύργιά μου στο κορμί σου,
το τελευταίο άγγιγμα, το τελευταίο τέλος,
χαμένες πατρίδες
νεκρικοί αλαλαγμοί στο σκοτάδι,
μεταναστεύω,
κουλουριάζομαι στο γυαλιστερό καταφύγιο
των μαύρων ματιών σου,
με αποδιώχνεις, αποδιώχνομαι,
και αλλάζω χώρες και χρώματα
και μυστικά και αέρα,
ξέροντας πως η γη της επαγγελίας
έχει για μένα οριστικά χαθεί.

V

Αποβάθρα στο πουθενά
περιμένοντας το κάτι
χάνοντας το τώρα
στα μάτια το τότε, διαλύομαι στον καπνό του πλοίου
που ξέρω πως δε θα ‘ρθει

Αναδεύω το χρόνο
σε μια πελώρια χύτρα,
φυσώ την καλαμένια μου φλογέρα,
Έτσι,

σα να μη σ’ είχα ποτέ μου αγαπήσει.

*Από τη συλλογή “Η νύχτα είναι μια φάλαινα”, Βιβλιοπωλείο Λοξίας”, Θεσσαλονίκη 1990.

20120819093222whale_cover_jpg

Θεόδωρος Μπασιάκος, Μαργαρίτες

1-88

Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο Διάβολο
μ’ αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη
την ατελείωτη νιότη
στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο
με τα βιβλία και με τα τσιγάρα
με τ’ αλλόκοτα όνειρα
ακατανόητα ολωσδιόλου για τον μέσο αστό
με ξεκούμπωτο πουκάμισο και σηκωμένα μανίκια
εντελώς ανοιξιάτικος
με σένα στην αγκαλιά μου
με τ’ αγγούρια
(τουρσί)
κι’ αυτά στο πρόγραμμα μέσα
με τη ζωή μπροστά μου όλη κι’ όλη δική μου
όλη δική μας,αγάπη μου.
.
*Από το http://www.bibliotheque.gr/article/61917

Άννα Νιαράκη, Hangover

Έργο Magnus Zeller

Έργο Magnus Zeller

Η τρέλα μου
μολύβι ασφαλισμένο
στη ζεστή θαλάμη
της νύχτας.

Θα εκπυρσοκροτήσει μόνη της
η μπερέτα των ματιών μου
γεμίζοντας τον ουρανό
πλειάδες.

Φέγγω από μέσα
αιμορραγώ απέξω.
Είμαι εντάξει.

Η θλίψη ανταπέδωσε
το κάλεσμα
κερνώντας με πρωινές
ημικρανίες και ποιήματα.

Φτύνω τους στίχους
μα η γεύση απ ́ το ποίημα
παραμένει.

*Από τη συλλογή “Το μερίδιο των αγγέλων”, διαδικτυακή έκδοση, Παρίσι 2012.

Γιώργος Γκανέλης, Κανόνες Γραμματικής

Έργο Adolph Gottlieb

Έργο Adolph Gottlieb

Στο βάθος της ύπαρξής μας
Κατοικεί μια βέβαιη πτώση
Αόριστοι νόμοι κυβερνούν τα βήματα
Η ζωή μια σύντομη παρένθεση
Με άνω τελεία πάντα η σιωπή.

Σε κώμα κυκλοφορώ τα χαράματα
Πηδώ παρακείμενους φράχτες
Σημεία στίξης γέμισαν οι επιθυμίες
Η μνήμη επιθετική
Υπερθετικού βαθμού η μοναξιά.

Το μέλλον ένα πλεόνασμα
Καταχρηστικών προθέσεων
Λέξεις δοτικές στη φθορά του χρόνου.

Στην τελευταία σελίδα απορρίμματα
Κι ένα πελώριο ερωτηματικό.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, Αθήνα 2015.