Φραντσέσκο Μαρότα, Σιωπηλοί μάρτυρες

16729005_723786004465554_7393932847388344630_n

Ξέρω κατοικίες
που ζουν άνθρωποι του νότου
παλιούς νοματαίους
αυλακωμένους από παρασκιές σιωπής.
Τους είδα να μπαίνουν
σε κάθε δάκρυ.
Παρόντες στον πόνο κάθε βραδιάς.
Φωνές που κτυπούν τις πόρτες
τυφλών λαβύρινθων
στα χέρια τους δάδες ανέμου
και η ψυχή στα σκαλοπάτια
προσμένοντας τα βήματα
του κάθε απόντα.
[…]
Εγώ τους είδα να ζουν και ν’ αγωνίζονται
να καλλιεργούν σπόρους ελπίδας
μέσα σε αυλάκια άρρωστα από εγκατάλειψη
να γίνονται ένα με τα φύλλα
στην άγια θλίψη
των φθινοπώρων
να κατοικούν σπίτια δίχως τοίχους
ανοιχτά στ’ αποσταμένο βήμα των οδοιπόρων
άσυλα που καταλύουν τα βράδια
για να λιώσουν στο φως του τραγουδιού
τα αλφάβητα χιονιού
που μαζεύτηκαν στο διάβα –
Είδα τα μάτια τους
να στρατοπεδεύουν άγρυπνα και ασφαλή
στη μυστική ησυχία ενός άστρου
που το ντροπαλό στήθος των μανάδων
βύζαινε τις αναμνήσεις και το αύριο
με τους ήχους που γεννήθηκαν μέσα στη σκιά –
[…]

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
**Αποσπάσματα από τις δημοσιεύσεις στα περιοδικά λογοτεχνίας & ποίησης “La Dimora del tempo sospeso” στο https://rebstein.files.wordpress.com/…/testimoni-silenziosi…
και “Θράκα” στο http://www.thraca.gr/2013/06/blog-post_53.html
***“Testimoni silenziosi”, από την ποιητική συλλογή “Αίρεση” [“Hairesis”], Biagio Cepollaro Mιλάνο, 2006.

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Διότι

xristodoulidis054

Όταν χρειαστείς κάποιον για να μιλήσεις
επειδή μέσα σου έχει φωλιάσει η αμφιβολία
να αναζητήσεις έναν άνθρωπο σοφό
που να ξέρει
την κίνηση του παρελθόντος προς το μέλλον
να μπορεί να βλεπει τις σκεψεις σου
—σαν φίλος από παλιά—
όπως τις δικές του σκέψεις.
Όταν χρειαστείς κάποιον για να μιλήσεις
πρέπει να νιωσεις σαν ναυαγός
που ψάχνει ένα φως μεσα στη νύχτα
μια σανίδα, έστω, να κρατηθεί
για λίγο ακόμα
από τα κύματα της θάλασσας ή του μυαλού του
από τη δυναστεία των ελπίδων
να είσαι εντελώς χαμένος
αόρατος σε όσους δεν χάρισαν σε κανέναν τίποτα
δεν έδειξαν ποτέ τους οίκτο
σε όσους η ζωή τους ήταν μια μολυσματική ασθένεια
από την αρχή ως το τέλος,
ορατός στους κατατρεγμένους
τρομαγμένος με τον ίδιο σου τον εαυτό
και με τον κόσμο.
Αυτή είναι μια σωστή στιγμή
για να στραφείς προς έναν άνθρωπο
διότι στους καταφρονημένους
κανείς δεν έδωσε κάτι πέραν από ένα νεύμα οίκτου
διότι για τους αποκλεισμένους
κανείς δεν παραμέρισε ένα συρματόπλεγμα
διότι κάνεις δεν θελει να σώσει μόνος του τον εαυτό του
ίσως μπορεί μα δεν το θέλει
διότι κάποιος άλλος πρέπει να είναι έτοιμος να σε σώσει
διότι πρέπει να υπάρχει ένας άνθρωπος
διαθέσιμος να πέσει στη φωτιά για σένα
να διακινδυνεύσει μιαν ιχνηλασία
σε λασπωμένους χωματόδρομους που περπάτησες
για να σε βρει
και πρέπει να πιστεύεις σαν τρελός σε αυτό
διότι αν δεν πιστεύεις
διότι αν δεν πιστέψεις ξανά στους ανθρώπους
δεν αξίζει αυτό που λέμε ζωή.

*Από τη συλλογή “Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2013.

Η Σιωπή της Σίβας, ποίηση, Ζ. Δ. Αϊναλής, εκδόσεις Βακχικόν 2016

sheba-final

Ο Ζήσης Αϊναλής, με μια δεκαετή παρουσία στα ελληνικά γράμματα, μετράει ήδη τρεις ποιητικές συλλογές, μια συλλογή με ποιητικά αφηγήματα, έχει μεταφράσει και έχει  μεταφραστεί. Από την πρώτη του κιόλας ποιητική συλλογή Ηλεκτρογραφία (Γαβριηλίδης, 2006) έθεσε κάποια βασικά ζητήματα που τον ακολουθούν έκτοτε συστηματικά και στο μετέπειτα έργο του.
    
Ένα πρώτο, κομβικής σημασίας, ζήτημα είναι ο ίδιος ο χρόνος που πολλές φορές παρουσιάζεται σαν φυλακή, σαν ένα μη βιωμένο διάστημα. Ο ποιητής τον μετράει τα βράδια κλεισμένος στο δωμάτιό του, παρακολουθώντας τις ώρες να περνούν, αργές και στείρες.
    
Η αίσθηση του εγκλωβισμού κυριαρχεί επίσης σε αρκετά ποιήματα. Η απραξία και η έλλειψη διεξόδου, καταπιέζει, τσιτώνει τα νεύρα, πιέζει για αναχωρήσεις «τις νύχτες που λείπω από τον εαυτό μου», «αλλότρια μαδώντας φτερά»,  «λαμαρίνες και λύπες ακέραιες».
    
Ενώ βλέπει και αναγνωρίζει τα γεγονότα όπως αυτά συμβαίνουν γύρω του, παρόλα αυτά ο ίδιος αισθάνεται «άπρακτος» όπως γράφει χαρακτηριστικά: «κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο στα χέρια (σσ. κεφάλι), άχρηστο, άπρακτος, μη ξέροντας τι να το κάνω»
    
Μεγάλο ρόλο στη ποίηση του Αϊναλή παίζει το πάθος που σφύζει σε κάθε στίχο του σχεδόν, χωρίς κι εκείνο να μπορεί να βρει διέξοδο. Χαρακτηριστικό ως προς αυτό είναι, νομίζω, το ποίημα «Ακολουθία» από την Ηλεκτρογραφία:
Τα πιο καλά σου χρόνια πέρασαν
μέσα στην ησυχία της νύχτας
τσαλακωμένα
μ’ αυτό το περιτύλιγμα των άστρων
περιττό
μέσα σε ευπαθείς σιωπές
περήφανες
και σε αποσιωπήσεις
Στο βάθος έκαιγε η πληγή του Κυναίγειρου
Να θυμίσω εδώ πως ο Κυναίγειρος ήταν ο Αθηναίος ήρωας, αδερφός του Αισχύλου, που μετά την νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα δεν άφηνε ένα περσικό καράβι να αποπλεύσει και προσπαθούσε να το σταματήσει κρατώντας το με το ένα χέρι του. Ένας Πέρσης στρατιώτης του το έκοψε για να ελευθερώσει το καράβι, ο Κυναίγειρος όμως το έπιασε με το άλλο. Όταν του έκοψε και το άλλο χέρι, ο Κυναίγειρος προσπάθησε να συγκρατήσει το πλοίο με τα δόντια, οπότε ο Πέρσης τον αποκεφάλισε. Τέτοιο αίμα νοιώθει να τρέχει στις φλέβες του ο ποιητής. Ένα κόκκινο ποτάμι από ψυχές που ζητούν επανάσταση και αλλαγή.
    
Σε αυτή την κατάσταση προβληματίζεται για την αξία της γνώσης αντλώντας παράλληλα από τα γραπτά κείμενα που έχουν παραδοθεί από τους παλαιότερους έμπνευση για εστίες αντίστασης και αναδημιουργίας.
κι ας με προειδοποίησε
Ο μαΐστορας των επαναστάσεων
Εκείνος κοιτούσε στο μέλλον
Ο δικός μου αμφιβληστροειδής κατοπτεύει το παρελθόν
Οι δύο μαζί
ιχνογραφούσαμε παραπληρωματικά,
ένα παρών
χαλκευμένο
    
Από μια πρώτη ποιητική συλλογή με έντονη την κοινωνική κριτική και εμφανές το επικαιρικό πρόσημο, γραμμένη σε ένα πολύ προσωπικό ύφος, ο Αϊναλής περνάει με τη Σιωπή της Σίβας στην αφήγηση μιας ιστορίας που συνέβη σε έναν άλλο τόπο, αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν. Το βιβλίο που επανεκδόθηκε πρόσφατα με τίτλο Η σιωπή της Σίβας, φαινομενικά αφορά τον Σολομώντα, τον τελευταίο βασιλιά του εκλεκτού, από τον Θεό, λαό, Ισραήλ και την παράδοση της Κιβωτού της Διαθήκης -υλικό και φαντασιακό ταυτόχρονα σύμβολο της υποστασιοποιημένης γνώσης-, σ’ έναν νόθο «απόγονο», καρπό του έρωτα του με την βασίλισσα του Σαβά, τον γιο της «Σίβας», Μενελίκ.
    
Το ποίημα δεν είναι σε καμιά περίπτωση ιστορικό κι ας χρησιμοποιεί ή ανασκευάζει τα υλικά ενός συγκεκριμένου θρύλου. Κατ’ επέκταση δεν χρειάζεται να παραθέσουμε όλα τα γεγονότα που οι ιστορικό-θρησκευτικές πηγές κυρίως, αναφέρουν ότι συνέβησαν στο Βασίλειο του Σαβά και στο Βασίλειο του Ισραήλ. Αντίθετα, εκεί που αξίζει να σταθούμε είναι στον ίδιο τον μύθο που το νεότερο ποίημα ανακυκλώνει και ανασκευάζει.
    
Μετά τον θάνατο του Σολομώντα και την νόμιμη διαδοχή του από τον γιο του Ροβοάμ έρχεται η παρακμή του κράτους του Ισραήλ, ο χωρισμός σε δυο κράτη, η επικράτηση της ειδωλολατρικής θρησκείας και η κατάκτηση και λαφυραγώγηση της Ιερουσαλήμ από τους Αιγύπτιους. Η εποχή της μεγάλης νύχτας επικρατεί, όπως διαγιγνώσκει ο ουσιαστικός κληρονόμος του Σολομώντα, ο γιος της Σίβας, ο Μενελίκ.
    
Ο Σολομών, ο σοφός και πλούσιος βασιλιάς του Ισραήλ, βιώνει το δράμα χωρίς να μπορεί να το αποτρέψει. Αντιλαμβάνεται το επερχόμενο αδιέξοδο αλλά δεν κάνει τίποτα για να το εμποδίσει. Εγκαταλείπει την ευθύνη της αντιμετώπισής του στους ώμους του διαδόχου του. Η λαχτάρα του είναι ο γιος του ο αγαπητός να τα καταφέρει να πραγματώσει όλα όσα εκείνος δεν πρόλαβε. Φροντίζει να μεταβιβάσει σε αυτόν ότι πολυτιμότερο έχει και τον καλεί να κάνει το καθήκον του, όπως εκείνος, ο πατέρας, το αντιλαμβάνεται ή το εύχεται. Τον προτρέπει μάλιστα να κινηθεί γρήγορα και να ανατρέψει ότι εκείνος έφτιαξε. Ο Σολομών ξέρει ότι ο δρόμος προς το μέλλον ξεκινάει από την δική του ανατροπή από το μονάκριβο δικό του παιδί. Εκείνος πρέπει να ορίσει το μέλλον με τον δικό του τρόπο.
Τώρα   Καιρός   Του   Μισήσαι
                                                  Καιρός   Του   Πολέμου
                        Υπάρχουν πράγματα που πρέπει,
                        γιε μου,
                            θέλεις δεν θέλεις,
                        να τα πράξεις.
Ο Μενελίκ όμως εγγράφει αλλιώς την πραγματικότητα και αδυνατεί ή -ίσως- δεν επιθυμεί να ανταποκριθεί στις αξιώσεις και τις προσδοκίες του πατέρα του. Αποτυχαίνει κι αυτός με τη σειρά του και μεταθέτει τη λύση του προβλήματος γι’ αργότερα, σε κάποια απ’ τις επόμενες γενιές.
    
Η μεγάλη νύχτα έρχεται με «χρυσαυγό λευκό έως του διάφανου».
    
«Και είδα και λέω εκείν’ όπου είδα: ότι ο Ταύρος στη λίμνη του Ουρανού ν´ ανακινεί με τα κέρατα του το πανάρχαιο Χρυσαυγό. Και να αναταράσσονται της νύχτας τα ύδατα κι όπου να ξημερώνοντας ανάγκη τρεις νύχτες για τρεις ώρες πρώτη φορά μετά από τρεις φορές εκατό ζωές ανθρώπων.»
    
Η Σίβα, απρόσιτη και μυστηριακή, αποτελεί πηγή έμπνευσης τόσο για τον Σολομώντα όσο και για τον ποιητή.
    
«Εισακούσθηκαν οι προσευχές μου», λένε μ’ ένα στόμα όταν αφηγούνται ότι την συναντάνε.
«Ήρθες στολισμένη πετράδια βαρύτιμα κι αρώματα μύρα / και ξοπίσω σου το όραμα ασθμαίνοντας» αναθυμάται ο ήρωας του ποιήματος.
Εκείνη όμως παραμένει σιωπηλή. Είναι ο καταλύτης που πυροδοτεί τις συνειδησιακές αναταράξεις που βιώνει ο κεντρικός ήρωας του ποιήματος, ο Σολομών, αλλά και το ίδιο το ποίημα. Και όμως η ίδια παραμένει απ’ την αρχή, από τον τίτλο, απούσα.
    «Κι έφυγες.
    Όπως ήρθες.
    Μυστήριο μειδίαμα.»  λέει ο Σολομών.
Η Σίβα δεν είναι ποτέ εκεί, μας παρουσιάζεται μόνο μέσα από τις σκέψεις του Σολομώντα και την αγωνία του ποιητή. Υπάρχει απούσα. Κι όμως είναι η αναχώρησή της που υποχρεώνει τον ήρωα του ποιήματος να αναλάβει, με κάποιον τρόπο, δράση μόνος του.
    
«Κρέμασα την καρδιά μου σε τριακόσια δόρατα χρυσά ελατά
Να σε ξορκίσω και να σ’ εξαργυρώσω»
    
Στην προσπάθεια να βρει μια γλώσσα και μια φωνή «δεν ήμουν εγώ που μιλούσε», λέει, «και βλάστησε πόνος και αίμα και κλάμα.»
    
Σ’ έναν κόσμο άδειο, χωρίς κατοίκους και γεγονότα, αυτός που προσπαθεί να δει, αντιλαμβάνεται έναν ρου χωρίς νόημα, μια αέναη κίνηση χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Ένα παρών ακυρωμένο κι ένα μέλλον υποθηκευμένο, μια γενιά χωρίς βιώματα, «ένα ποτάμι περιστατικών» χωρίς ένα σημείο σταθερό για να πιαστείς. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ποιητή που φαίνεται προορισμένη να παίξει ρόλο αναλώσιμου στην ιστορία.
    
«Αλλά ποιος είμαι εγώ όταν δεν μπορώ να σταθώ σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο και να παρατηρήσω έξωθεν τη διαδρομή;» Τα βασικά θέματα που απασχολούν την Ηλεκτρογραφία βρίσκονται  εδώ σε νέα μορφή.
    
Χρόνος ακίνητος, εγκλωβισμός, σύγχυση, προβληματισμός για την αξία της γνώσης και  επίγνωση της ιστορικής ευθύνης.
«Κι ανάβλεψα τον μέσα άνεμο
και γύρισα και είδα
πρώτη φορά σιωπή πεποίθηση
ηρεμία.»
Ο ποιητής ζητάει έμπνευση αλλά δεν παίρνει. Ο ποιητής κραυγάζει για ένα παρών δίχως περιεχόμενο.
«Κι έγινε η κραυγή συνείδηση
κι αρθρώθηκε φωνή.»
Στη Σιωπή της Σίβας εγκαταλείπεται ο πρώτος ενικός και χρησιμοποιείται ένα μυθολογικής υφής τρίτο πρόσωπο. Η γλώσσα παραμένει ποικίλη αλλά καθημερινή παρά τη μίξη με λόγιες εκφράσεις και ασυνήθιστες λέξεις, προϊόν της χρόνιας ενασχόλησης του Αϊναλή με την ιστορία και τα χριστιανικά κείμενα. Παρόντα, σε μεταγγραφή στη γλώσσα του ποιητή είναι βίοι αγίων, συναξάρια, το λειμωνάριο, ένα μεγάλο μέρος της παράδοσης της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας.
    
Το κείμενο, έτσι κι αλλιώς, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές οπτικές και αναλύσεις. Ανανεώνει το ποιητικό έργο του Αϊναλή μορφικά και κληρονομεί τύπους εκφράσεων που προέρχονται από παλαιότερα, ξεχασμένα σχεδόν είδη, σε μια στέρεα, ιδιαίτερη, χαρακτηριστική και πειστική αφήγηση.
    
Σαν επίλογο σε αυτό το σημείωμα θα ήθελα να χρησιμοποιήσω ένα ποίημα από την Ηλεκτρογραφία με τίτλο «Εγκαλούμενοι» που πιστεύω ότι εμπλέκεται βαθιά στην προβληματικής της Σιωπής της Σίβας, την προοιωνίζει κατά κάποιον τρόπο και δίνει ώθηση στην κατοπινή δουλειά του ποιητή. Γιατί ό,τι γράφουμε και κάνουμε έχει πολιτική χροιά αλλά στην περίπτωση του Αϊναλή η πολιτική τον ορίζει από πάνω μέχρι κάτω, βρίσκεται πίσω και μπροστά από τις λέξεις ως βαθιά αγωνία κι αδιάλειπτος προβληματισμός:
Να γινόταν να ξεφύγουμε από την άπειρη έρημο
τα χείλη μας φρυγμένα
τα πόδια μας πρησμένα
τα μάτια κόκκινα από τον άνεμο και την άμμο
μέρες και νύχτες πεζοπορίας
άσκοπη περιπλάνηση
κι ούτε μια στάλα νερό να σβήσομε τη δίψα μας
να γινόταν να ξεφύγουμε από αυτή την άνυδρο έρημο
αδύνατο
σκοντάφτοντας όλο σε σκελετούς πανάρχαιων καραβανιών
ξεχάσαμε τη ζωή μας
κατ’ απ’ τους δρόμους του ήλιου
οστά να ξασπρίζουν
περιπλανώμενοι άσκοπα
τη νύχτα ο φλέβες μας σκλήρυναν
το τελευταίο αίμα
πάγωσε
έτσι
πεθάναμε
διψασμένοι
νιώθοντας
πρώτη φορά
να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάσταχτα
η ευθύνη.

Στέλιος Κραουνάκης

*Από το http://www.vakxikon.gr

Luka Lesson, SIDELINES EPISODE 2 – AMBER LIGHTS

https://www.facebook.com/lukalesson/?fref=nf

The boys at school and I disappeared between classes
passed tobacco between our hands like water at the well
smoke signals provided translation
between multi-coloured kids
wagging in a vacant lot
We met there between family and school
felt most at home in the no-man’s land
where the old and the new worlds couldn’t find us
we even met there for fights
first kisses
swigs of alcohol on weekend nights
It’s even where my friend Mark told me about how our friend Omar
had died
and I found the truth somewhere
between
his explanations
Us kids grew up in that vacant lot
between being Greek
Lebanese
Vietnamese
and Australian
Knowing we were no longer truly either one
but somehow both
Migrant kids are like rivers
always moving
but somehow still enough to be given a name
like Wog, Nip, ‘Fake’ – hyphen – Australian
So of course when we learnt how to drive
we’d ride for hours in the only place where we felt like we belonged
somewhere between points A and B
between the green and the red
I learnt to love the traffic lights when they turned amber because I realised our teachers also slowed down on their approach to us
and tapped their feet impatiently for our answers
I’ve learnt to rest my head in the elbows of my lovers
somewhere between their hearts and their hands
like the moon
I keep my distance
because it’s the only thing that makes me look
like I’m standing still enough to get close to
So now I write my best work in transit
in hotel rooms where the linen is transparent and the paintings by no-one
I write so the silences between my words can begin to make sense and I exist somewhere between the surface of the page
and the tip of the pen
so I wrote this piece
Like my life
In the margins
but the whole thing
is the TITLE
at dawn and at dusk
somewhere between the ridges
the pinnacle and the cusp
So when they tell me I’m not political enough
not Greek enough
not Australian enough
not a poet enough
not street enough or not me…enough
I tell them I am a star
and I exist somewhere between you seeing me shine and realising I’m already dead to you I just let you witness some of my burning
I am not a hyphen
I am a 100-metre dash
between my history
and your make believe
between White-Australia policies and being saved by the colony
between having to drag my past, kicking, back into my
present
and then hide it behind my back
in your presence
So be careful when you place that hyphen in my name
or I’ll use it to cut your throat
just to show you how much I love this country
but that I will always have some Sparta in me
I may be the amber light
but amber is the only gemstone that is a living, flowing liquid
permanently fossilised
that keeps itself warm
that is used as medicine
that smells sweet when it gets burnt
that in Roman times was worth more than a slave
that was named ‘elektron’ by the Greeks a precursor to the English word for electricity because they discovered that if rubbed the wrong way
Amber will always create a spark
and amber is only ever increased in value
when some of us insects
are discovered stuck in it
So of course us in-betweens
would gather around the fires in that vacant lot
Share fleeting moments of belonging
and tell stories
in our silences
of how our friend Omar
was sent flying
between the hood of a Holden
and the wall of a house
like a shooting star
I’m just glad we got to witness some of his burning…

-Luka Lesson
Shot and edited by Being Here
Music by No-one Beats

Νίκος Σταμπάκης, Από το “Άλας των ηφαιστείων”

stabakis049

Μια γούνα γιομισμένη με ίνες σύκου
Μια γούνα με των κυδωνιών κελύφη
Γλείφει τα δόντια της από θεσπέσιες πέρλες
Και κανακεύει τα σποράκια μελιντζάνας
Που ρέουν αναμεσίς στα μαύρα αγκάθια
Η γούνα που έρπει και αναρριγεί
Η γούνα που ανάγεται στο φλοιόν οξιάς καθώς ασπρίζει
Εκεί όπου ο νάνος μορφάζει βαθειά μες στα γένεια του
Με το κλεμμένο βλέμμα της γάτας
Ναι ο νάνος γελά γιατί ξέρει πως είναι από ξύλο
Ξέρει το σκοτεινό κόκκινο του σκουφιού του ξεφτίζει
Το ξανθό κοριτσάκι με το ξεφτισμένο γαλάζιο
Μένει άφωνο από έκπληξη ω η γούνα όπου ελίσσεται κόμπρα
Με το κάθε της σκίρτημα ένα φαιό αχτινίδιο πέφτει
Με τα μάτια της γάτας μες στο τρίχινο βράδυ που αστράφτει
Ένα φαιό αχτινίδιο πέφτει μιαίνοντας το λούσο τακουνιών
Μια γούνα ολόγιομη χρυσό κλειστών βλεφάρων
Μπαχαρικά απ’ αχνές χειρονομίες
Με τη λιωμένη σοκολάτα να στάζει απ’ το ψύχος των φύλλων
Κουκουνάρι από ζάχαρη δάκρυα και κουδούνια δροσιάς κρεμασμένα στη λάβα
Μια γούνα ολόγιομη οσμή από καμμένο μήλο
Και μορφές από κάρβουνο με το χέρι σβησμένες
Αφημένες στην τύχη τους ή χορτάτες θυσάνους
Ξυραφιών ακανόνιστα σχήματα και με τ’ άστρα θαμπά στις θαλάσσιες τρούφες.

*“Το Άλας των ηφαιστείων”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2010. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της Θεώνης Ταμπάκη που περιλαμβάνεται στο βιβλίο.

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Έλος ενδοσκοπήσεως

papadopoulos053

0 αλήστου μνήμης
και προσδοκίας εαυτός μου
ανόμοια ίδιος σε κάθε στιγμή υπάρχει
με τις χρονικές καθυστερήσεις του
τις χωρικές παλινδρομήσεις του
ήδη από την πρώτη του μέρα
ο αναχρονισμός μιας σύμπτωσης
κι έκτοτε ο αναχρονισμός
μιας επανάληψης
παράκαιρα χαρούμενος παράωρα θλιμμένος
ασύμμετρος προς τους ζωντανούς
αταίριαστος με τους πεθαμένους
όμοιος των ανομοίων του
ανόμοιος των ομοίων του δυο φορές
ανυποκρίτως προσχωρήσας
στο παρακράτος της σαγήνης
ο αλήστου μνήμης
και προσδοκίας εαυτός μου
κατώτερος πάντα των περιστάσεων
πετάγεται από εναντίωση σε εναντίωση
τρέφεται με ό,τι πανικοβάλλει
την ανθρωπότητα
δολοφόνος των νοημάτων
γεμάτος πάθος για το αδύνατο
φτωχός αναγνώστης που πέρασε
έξω από τα βουβά μαγαζάκια
της Έννοιας και δεν κάθισε
κι άμα του τύχει καμιά φορά
του έρωτα την αδάμαστη ορμή
στο δρόμο του να συναντήσει
γίνεται βαθιά αποβλακωμένος
ο αλήστου μνήμης και προσδοκίας εαυτός μου
ο εν πολλαίς αφελείαις περιπεσών
Σαν βραδιάζει
πάντα σαν κάποιος άλλος διαρκεί
επιζών της αέναης
επανάληψης
του εαυτού του.

*Από τη συλλογή “Εκδοχές ενός ποιήματος”, εκδ. Φαρφουλάς, 2016.

Σακάτης, Wilfred Owen | μτφρ. Μαρία Ανδρεαδέλλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

wil

Στο αναπηρικό καρότσι καθισμένος, το σκοτάδι καρτερούσε,
Κι έτρεμε στο άθλιο γκρι κοστούμι που φορούσε,
Δίχως πόδια, χέρι ως τον αγκώνα ακρωτηριασμένο. Μέσα από το πάρκο
Φωνές αγοριών σαν εμβατήριο ηχούσαν θλιμμένο,
Φωνές παιχνιδιού και χαράς στο τέλος της μέρας,
Ώσπου η σύναξή τους για ύπνο επήλθε ως προστασία μητέρας.

View original post 342 more words

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Παιδικότητα

loneliness-by-veniamin

Μου λείπει η αφέλεια των ξύλινων μαχών,
η ευκολία της ξέφρενης χαράς,
της νίκης η κραυγή,
το έπαθλο μειδίαμα των κοριτσιών.
Μου λείπει η κορύφωση της πλησμονής
στο πιο παραδεχτό δικαίωμά της.

7/2/2017