Κώστας Σοφιανός, Αυτό, βέβαια, δεν είναι ποίημα

oi_apolauseis_sofianos_kostas-247x300

Μη
μιλάτε Ελληνικά: να γαβγίζετε
να γρυλίζετε
να μουγκρίζετε
Να μη μιλάτε καθόλου.
Μη
διαβάζετε Ελληνικά:
να διαβάζετε τους λόγους των πολιτικών σας
να διαβάζετε τα «καλέσματα» των οργανώσεών σας
να διαβάζετε τον ημερήσιο και τον περιοδικό σας τύπο.
Να μη διαβάζετε καθόλου.
Μη
γράφετε Ελληνικά:
να γράφετε την «Καθαρεύουσα» του Γενικού Επιτελείου
να γράφετε την «Δημοτική» του Υπουργείου «Πολιτισμού»
να γράφετε όπως γράφουν στον ημερήσιο και στον περιοδικό σας τύπο
Να μη γράφετε καθόλου. Και
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα: σας βλέπει κι αρρωσταίνει· γυρίζουν τα μέσα της
αφρίζει
ξερνάει σακκούλες σαγιονάρες
σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο και πίσσα
Μη
κατεβαίνετε στη θάλασσα κατεβείτε στο ύψος σας.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά:
σάς αισθάνονται και πεθαίνουν·
χάνουν τα δάση τους και τα πουλιά τους χάνουν τη δρόσο τους και τ’ άρωμά τους
χάνουν τα χιόνια τους και τα νερά τους.
Μη
ανεβαίνετε στα βουνά ανεβείτε στα ρετιρέ σας.
Μη
συντηρείτε αρχαιότητες: είναι Ύ β ρ ι ς. πάρτε κασμάδες και σωριάστε τες φέρτε μπουλντόζες και σαρώστε τες ρίχτε βενζίνη και κάφτε τες
Είναι
….. η προτελευταία τιμή που μπορείτε να κάνετε στον Τόπο. Η τελευταία είναι:
Να φύγετε
με τις γυναίκες σας και τα παιδιά σας
με τα σαλόνια σας και τα σκυλιά σας
με τη Βρωμιοσύνη σας και την κακομοιριά σας.
Και
αναμένοντας βαρβάρους: Εσείς είστε οι βάρβαροι
και πρέπει ν α φ ύ γ ε τ ε.

*Από τη συλλογή “Οι Απολαύσεις”, 1981.

Γιάννης Αγγελάκας, Τέσσερα ποιήματα

pws-tolmas2

ΛΑΘΟΣ ΚΙΝΗΣΗ

Καθισμένος ένα ολόκληρο απόγευμα
Στην παλιά μπαλωμένη μου πολυθρόνα
Μην περιμένοντας κανέναν να μου χτυπήσει την πόρτα
και κανέναν να με χαϊδέψει
και κανέναν να με μαστιγώσει
και κανέναν να με δεχτεί
και κανέναν να με απορρίψει
Ένιωσα να με πλησιάζει κάτι
που θα μπορούσε να ‘ταν η ευτυχία
Τότε σηκώθηκα να σημειώσω αυτές τις λέξεις
Και όλα πήγανε στράφι

***

ΜΙΑ ΕΥΧΗ

– Κάνε μια ευχή με μια λέξη
— Όχιπ ό ν ο ς
– Μα αυτές είναι δύο
– Στ’ αρχίδια μου

***

ΗΑΡΡΥΕΝD Ι

– Έι, μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα – Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο! – Πιο πολύ γι’ αυτό έκλαψα
– Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ’ αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!

***

ΜΗΤΕΡΑ ΘΛΙΨΗ

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

*Από τη συλλογή “Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;”, εκδ. Νέα Σύνορα-Α.Λιβάνης.

8ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%81%ce%b5%ce%bf%cf%8d%cf%83%ce%b7%cf%82

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Εκείνο το γαλάζιο που χρωμάτιζε τα παιδικάτα μας, κι ένα αστέρι πράσινο που κρύψαμε με πίστη μες στο (ν) γυλιό-αιγιαλό. Την όραση του Πολυγώνου ασφαλίσαμε μες σε ατσάλινη καρδιά –κι ύστερα δόλια σύλληψη, ανάκριση, μαρτύριο, ψειρού και κρεματόριο: αλλάς τίποτα δεν ξεράσαμε, αφ’ ους-αφή καί τό νερό δέν λέει τίποτε ἀπό τά μυστικά του. Από χαλκό και ποίησις ο θάνατος, τ’ ανάσταση και η ζωή. Κι έρχονται αιώνες αργυροί για να γκρεμιοτσακίσουνε σ’ έναν Κριτή Καιάδα Εύνομο τον άνομο χρυσό… εννόμως. Η ευγω (ο) νική ευγονία του στρεπτόκοκκου αδιαφόρησε για τ’ απειλητικά γρυλλίσματα των κάπρων-κάφρων. Ευρυγώνια, σεισμική και κραταιά περιπλανιότανε μες στα σοκάκια, καντούνια ή δρομάκια του παλαιού λιμανιού. Όταν η σάρα, η μάρα και το κακό συναπάντημα εγκιβωτίστηκαν στην Κιβωτό όντα ανθρώπινα και πρώτα σκάσανε και κολύμπησαν κι απέταξαν.

View original post 391 more words

ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ι

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

img_8128

Ως το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί

θα ‘ πρεπε να ‘ταν σύννεφο

σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά

όταν φοβούνται.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΤΟ ΣΚΕΥΟΣ (1971)

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

hakeryk2,dualism hd wallpaper fire and water_

hakeryk2,dualism hd wallpaper fire and water_

ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Αυτά τα λίγα κοχύλια δυνάμωσαν, έγιναν φράχτης ψηλός
σαν τη δύναμη που αποκτούμε όταν πάψουμε να μιλάμε
για γεγονότα που δεν ήταν δικά μας –
μια αναγκαστική συμμετοχή.
Είσαι δυνατός όταν γίνεσαι το σώμα σου, τ’ αγαπάς
το σώμα σου
τα λίγα κοχύλια στην αύρα της θάλασσας
μα είσαι αδύναμος να προλάβεις το κακό που έρχεται
απ’ την ξηρά
από εκείνα τα οροπέδια τα χαμηλά, τους λόφους
της άμμου
που θρυμματίζονται ξανά και ξανά
κι όλο προσπαθείς να τους αναστηλώσεις για να
κρύβεσαι πίσω τους
να προφυλάσσεσαι από μιαν ανάμνηση γερμένη
στην αμμουδιά.

Βλέπω την ανατολή στην κόψη του σύννεφου
πατημασιές που άφησαν το ίχνος μιας διαδρομής
χωρίς αποσκευές
έναν προορισμό ξυσμένο με γυαλόχαρτο να φαντάζει
αληθινός
κι εσένα να σκαρφαλώνεις στους λόφους του κορμιού σου
και να υποδέχεσαι τη νύχτα που έγινε σώμα σου.

***

ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το πρώτο πανωφόρι της άνοιξης ζητούσε δοκιμαστές*
έτρεξαν οι διάσημοι και το άρπαξαν.
Οι υπόλοιποι πήγαν στην εκκλησία και προσευχήθηκαν
και το βράδυ σκεπάστηκαν με κουβέρτες.

Ο ήλιος δεν έχει θεατές, είναι ψυχρός ακόμη.
Το νερό δαμάστηκε από τη φωτιά
κι εξαερώθηκε σε γαλαξίες απέραντους.
Κύματα σφιχτά χωρίς ήχο, λόγια υπομονετικά περιμένουν
φυλαγμένα στις φωνητικές χορδές των αθώων.
Ίσως θέλουν να μιλήσουν γι’ αυτή τη ζωή
να καταγγείλουν τις επιλεκτικές της διακρίσεις
και μετά να πιουν τον καφέ τους
σε κάποια παραλία της Κυριακής
σκυφτοί, με τον καπνό του τσιγάρου
να υψώνεται κατακόρυφα στην άλλη ζωή.

Τα χειρόγραφα του έκτου αιώνα
στέκονται και μας κοιτάζουν
σαν να ζητάνε ανάγνωση:
εδώ οι μάχες, εδώ οι αυτοκράτορες*
ποιος διάβασε την Ιστορία του Προκόπιου
και ποιος τη δική μας;

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2012.

«Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι» της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

tis-monaxias-diprosopi

Πόσο κοντινά είδη είναι το θέατρο και η ποίηση; «Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί την αλήθεια των συναισθημάτων, όπως ακριβώς και η ποίηση», γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης.

Τη συγγένεια των ειδών τεκμηριώνει η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο πιο πρόσφατο βιβλίο της, Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι, που περιλαμβάνει ό,τι ακριβώς λέει ο εύστοχος τίτλος του: μονολόγους μεταμφιεσμένους σε διαλόγους μεταξύ της ίδιας και του εαυτού της. Πρόκειται για διαλόγους στοχαστικούς, σοφούς, κυρίως όμως τρυφερούς.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε έξι πράξεις και τρία ιντερμέδια. Σε καθεμιά από αυτές τις εννιά εν συνόλω ενότητες η ποιήτρια μιλά με τα άδειο, τον πόνο, τη θλίψη, το μέλλον, τον χρόνο, τη μοναξιά, την υποκρισία και το ποίημα, ενώ δεν λείπει και μια εξομολόγηση στον καθρέφτη. Ο Πέτρος Γκολίτσης έγραψε για διχασμούς και αναδιπλασιασμούς και μας θυμίζει τον Μπλανσό και τον Αρτό.

Πρόκειται για έναν απολογισμό; Για μια προσπάθεια απέκδυσης ευθύνης; Για μια προσπάθεια ανίχνευσης ή μετάθεσης ενοχών; Για μια απολογία; Ίσως να είναι λίγο απ’ όλα αυτά, όμως δεν παύει να είναι ποίηση. Μια ποίηση μεταμφιεσμένη, μια ποίηση που μας πηγαίνει πίσω, στα παρασκήνια, στον χώρο όπου γεννιέται ο ποιητικός λόγος, εκεί που αναδύεται από το ασυνείδητο και αναμιγνύεται με τα όνειρα και τις αναμνήσεις προτού παραδοθεί στον έλλογο νου. Ταυτόχρονα είναι μια ποίηση με θεατρική ποιότητα, λίγο υπερβατική, λίγο υπερρεαλιστική, ίσως τελικά «μπεκετική», όπως έγραψε ο Γκολίτσης.

Όμως η Ρουκ είναι τόσο αθώα μέσα σε όλο αυτό και τόσο μαγεμένη από τη ζωή και την τέχνη, ταυτόχρονα τόσο μαγική μέσα στην ειλικρίνειά της που η εξομολόγησή της, η αποκάλυψη των φόβων και των ελπίδων της, των ονείρων της που δεν σταματούν καθώς περνά η ηλικία και ο αναστοχασμός του παρελθόντος γίνονται ένας τρυφερός τόπος για τον αναγνώστη, που ανέλπιστα του δίνεται ένας νέος τρόπος να γνωρίσει την Κατερίνα – και να την αγαπήσει άλλη μια φορά.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ένα πολύ σύντομο απόσπασμα από την ενότητα «Αθώα θλίψη»:

ΕΓΩ: Εδώ είναι το περίεργο. Ούτε χαίρομαι ούτε λυπάμαι. Σαν να με τυλίγει κι εμένα κάτι, κάτι σαν αύρα, σαν μυρωδιά που με προστατεύει από τις εξελίξεις της ζωής, ως ένα σημείο βέβαια. Χαίρομαι που δυστυχία μεγάλη δε μου ‘χει τύχει – εννοώ έξω από τους φυσικούς κανόνες της ζωής – αλλά η χαρά είναι εγκεφαλική, δε βοηθάει.

ΚΙ ΕΓΩ: Σε βοηθάει όμως ν’ αντέχεις τη θλίψη.

ΕΓΩ: Ναι, ίσως.

ΚΙ ΕΓΩ: Και γιατί τη θλίψη τη λες αθώα;

ΕΓΩ: Μα είναι. Κανείς δεν την κάλεσε, δεν έχει συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. Είναι σαν τη συννεφιά που σε προστατεύει από τη βροχή. Η θλίψη δεν προσπαθεί να σου αλλάξει τη διάθεση για να σηκωθεί να φύγει. Μένει κοντά σου, στη μοναξιά σου. Ναι, για μένα η θλίψη είναι άγγελος. Ο άγγελος της μοναξιάς.

Κ.Α.-Ρ.

*Αναδημοσίευση από το Στίγμα Λόγου στο σύνδεσμο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2017/02/blog-post_13.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85)

Γρηγόριος Σακαλής, Διπλή όψη

%ce%bc%ce%b5-%ce%bb%ce%b5%ce%bd%ce%b5-%ce%bb%ce%b1%ce%be%ce%b7

στον Σπύρο Θεριανό

Όταν σκέφτομαι λογικά
η σκέψη μου κολλάει
σαν παγωμένο αίμα στις φλέβες
μια νύχτα του Φλεβάρη
είναι όλα τόσο θλιβερά
αυτή η πραγματικότητα
σε σκοτώνει
με τις σχέσεις διαβρωμένες
τα αισθήματα επιφανειακά
τα εγώ παραφουσκωμένα
δεν την αντέχεις
τότε αφήνω να με πλημμυρίσει
το συναίσθημα
η ποίηση
το όνειρο
κι ο κόσμος ομορφαίνει
οι άνθρωποι ξαναγίνονται άγγελοι
τα πρόσωπα φωτίζονται
κι η σκέψη μου
τρέχει, τρέχει.

Νατάσα Χατζιδάκι, Ποιήματα

Artwork: Magnus Zeller

Artwork: Magnus Zeller

ΔΕΛΤΙΟΝ ΑΤΜΟΠΛΟΪΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ

Το μπλε ιστιοφόρο του στήθους μου
υμένιο στα χέρια των μεταπρατών
Παρακεντούμαι
για ένα αιμόρευμα
προεκτείνομαι
για μια καμπύλη ελπίδα
αποστερούμαι
για μια επίτευξη φωτοδιάθλασης
καταστρατηγούμαι
για μια πυλαία ακτίνωση

ΛΥΣΗ ΣΠΑΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΨΥΧΡΩΝ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ

επίτευξη:
φωτοδιάθλαση με ξεσχισμένα χείλη.

ΕΝΑ ΚΙΤΡΟ ΣΑΠΙΖΕΙ ΑΡΓΑ Σ’ ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΒΑΖΟ ΜΕ ΓΛΥΚΟΖΗ. Νύχτα.
ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Επίχρισμα στο ρούχο, το αίμα που αναπαύεται στους τριαρτηριακούς χώρους,
τοιχωματική έκφυση στα κρατητήρια των λεοπαρδάλεων – κυκλοφορώ μέσα στους
υπνοβάτες
με επιχείλιο πακέτο τις αναλήψεις μου
κι είναι καλό
που σε βρίσκει το καλοκαίρι έτσι ανάσαρκο
κι είναι καλό που τα οιδήματα της πόλης τα σηκώνουν οι
διατάσεις των ήχων
κι εγώ τα οσφραίνομαι
οι οιμωγές μου διευρύνονται
με την παράπλευρο κυκλοφορία του κορμιού
με τον ιδρώτα στα εκκριτικά κύτταρα
μέσα στην μέρα εσύ ερμαφρόδιτος
μέσα στην μέρα κι εγώ
μαύρο περίστροφο σε ανθοστήληMore…

ΥΜΕΝΑΙΟΣ

Ένα υγρό στρώμα φθινοπωρινά φύλλα
κι από κάτω θαμμένα τα ηλεκτρικά μου μίξερ
τίναξα καθόλου τά φύλλα του ημερολογίου τον Μάϊο
τρίγκ τρίγκ σπάω
φύγε μετά ή πριν
θα κοιμηθείς με παγάκια στα χέρια
και στη θήκη του πικ-άπ ό Ντέϊβιντ Μπόουϊ είναι πεθαμένος σαν ουράνιο τόξο
να ή πιο κοφτερή
να ή πιο κρύα
θα δεις
καλύτερα χωρίς έμενα εγώ
μου άρεσε τώρα πιο λίγο από πολύ
σκοτάδι και λίγο καφέ με τα μπεζ εντόσθια πουλιών
και εικόνων ζωγράφων από πάντα και από
εκεί δίπλα αυτή ή

*Από την συλλογή «Ακρυλικά», Πολυπλάνο 1976.

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Μωβ μαραίνεται πράσινο πασχαλιές πού
πάλι Πάσχα είναι. Κόβει τις κύστεις των
ματιών, ρήξη Μαΐου έρχεται με λύσσα –
υγρές γεννήτριες τα μάτια του
πυρκαϊάς χρήσιμο φόντο, συστάδες τα
πουλιά μετακινούνται πάνω από στέγες
ενσκήπτουν βλοσυρά στα φυτώρια από τουλίπες
χαμηλού βολτάζ, ποταμών ψάρια ψάλλουν
μασάει το λεμόνι της οι εξατμίσεις
την στεφανώνουν, τα μάλλινα της βρέχονται
του εαυτού της μοιάζει ομολογούν πλήρη απάθεια
θα πιει παλαιωμένο τούλι αφέψημα φτύνει
το νυφικό πού θαύμασε το ηλεκτρικό της
σίδερο την γαύγισε
– «πρόσεξε», τότε μου είπε
«μην κάνεις αυτούς τους φρικτούς μορφασμούς.
Αν αλλάξει ο άνεμος
το πρόσωπο σου θα μείνει έτσι για πάντα. Και
μην καταπίνεις αυτούς τους σπόρους. Μηλιές θα φυ­τρώσουν
στο στομάχι σου και θα σε πνίξουν» –
άρτιγέννητα θαλασσίων λεόντων
με λυγμικό κλάμμα βγαίνουν στους βράχους των ποιημάτων
του Τέννυσον.
Βγαίνω πίσω τους
κρατώντας ζεστό ν’ αχνίζει πλαδαρό τον πλακούντα.

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΝΕΚΡΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Σε σκοτεινή απόρριψη ανοίγει
λάθος εξάμηνης ημέρας.
Αύτη κοιτάζει με χαμένο βλέμμα
κυλάει σε λευκά κενά
σε άδειο σταθερά εκλείπει.
Ίσως υπήρξε ως περιπατήτρια
ως προσκολλήθηκε γοργά στο εύγευστο
με κάποιο γείσο για τα περιττά στα μά­τια
με την υποτροπή του φύλου σε ανέχεια
ανοιχτή.
Ίσως εστράφηκε στα γηραιά εναντίον και χτυπήματα.
Ίσως εσφάδαξε βαθειά στην άκρη λασπερή και του
χειμώνα
την νυχτερίδα πού τεντώνεται ίσως συ­νέλαβε
ψάρι, ψαρίσια ουρά σε παγερές ακτές
χτυπούσε
μάτι κλειστό στο ηλιοβασίλεμα
μάτι ερπετό την είχε πάρει.
Την έχρισαν η ηγουμένη παφλασμών και την εδείπνησαν.
Με το πιο μαύρο φασικές εκκρίσεις καταστείλει είχε.
Και βλέπει απόψε. Είδε: Εάν φορούσε τα λευκά.
Εάν φορούσε – λευκά για
τον λαιμό
και παρακάτω.
Σε καταρράκτες λάμψεων θα έλαμπε.
Σε καταρράκτες ανεμίζουν ισχυρά νεκρών τα τρισθενή
πηλίκια – κολάρα και γραβάτες

*Επιμέλεια: Σωτήρης Παστάκας. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

14 Φλεβάρη γεννιέται ο ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης

Liberation's avatarLefteria

Σάν σήμερα, το 1883, γεννήθηκε στη Βουλγαρία ο Κώστας Βάρναλης, Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Ήταν αγαπημένος «δάσκαλος» για μία ολόκληρη γενιά προοδευτικών ανθρώπων και λογοτεχνών, ενώ για την τέχνη του τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης του Λένιν το 1959.

Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Έδειξε σε νεαρή ηλικία την κλίση του προς τα γράμματα, καθώς τελειώνοντας τις σπουδές του στο Ελληνικό Σχολείο ήρθε στην Ελλάδα, όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΠανεπιστημίουΑθηνών και έλαβε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών.

View original post 400 more words

Χρήστος Παλαιοπάνος, Δύο ποιήματα

%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%ac-%ce%b1%cf%83%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%ce%ba%cf%84%cf%89%ce%bd

Χυμώδης σπαραγμός

των αδικημένων

Ενδιαφέρον;
όχι·
αίμα τους;
ναι αίμα τους ας είμαι
στο κατώφλι του αίματός μου
όντας στα πρόθυρα των αδικημένων προς
το αδικημένο τους αίμα
να ενωθώ σπαράζοντας
που αδυνατώ
αίμα τους να είμαι

σπαράζοντας
και θηλάζοντας
με την ανάστασή τους τον κόσμο
αίμα τους όντας
σαν με θηλάζουν
κατώφλια με θηλάζουν
κι έμψυχο αίμα – μια δυνατότητα
χυμών
μια δυνατότητα ανθρώπου

ωσαννά αδερφοί μου
Ιστορία η ιστορία σας
Ιστορία η ιστορία μας
χυμών
ωσαννά

ας μείνει στους θύτες το ανέραστο
του αληθούς τους καθρέφτη –
του έντρομου· Ιστορία
κι η ιστορία τους χυμοί μου
αδικημένοι αίμα μου,
Ιστορία κι η ιστορία μας χυμών.

***

Ερωτικό (ή φτου ξελευτεριά)

στο Κορίτσι μου

Καταδικασμένοι στον ορίζοντα –
όχι σ’ έναν ορίζοντα
αλλά

στων όλων το αλλά…
διαβαίνω την ανάσα σου
σ’ έναν ορίζοντα
ελευθερώνομαι

αναζητώντας μαζί σου
το πάθος των οριζόντων αγαπημένη
κι ό,τι τους πέρα
ζώπυρο αλλά

εμάς φερ’ ειπείν
δίχως άστρο κυρίους και μάγους
δίχως ορίζοντες ασπάρακτους και δικαστές
να γεννάμε λευτεριά μου
ανθρώπινα τους έρωτές μας
σπαράζοντας.

*Από τη συλλογή “Κατά ασπαράκτων”, εκδ. Ενδυμίων, 2016.