Georg Trakl, Grodek

To βράδυ αντηχούν στα φθινοπωρινά δάση στις
Χρυσαφένιες πεδιάδες και στις γαλανές θάλασσες
Θανατηφόρα όπλα, και πάνω τους κυλά
Πιο σκοτεινός ο ήλιος· η νύχτα αγκαλιάζει
Τους μελλοθάνατους πολεμιστές, τον άγριο θρήνο
Στα διαμελισμένα τους στόματα.

Όμως στα βοσκοτόπια συγκεντρώνεται αθόρυβα
Ένα άλικο νέφος, μ’ έναν οργισμένο θεό
Να κατοικεί στα σπλάχνα του,
Το αίμα που χύθηκε η παγωνιά της σελήνης·
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε μαύρη σήψη.

Κάτω από τα χρυσά κλωνάρια της νύχτας
Και των αστεριών
Τρεκλίζει η σκιά της αδελφής, καθώς διασχίζει
Το σιωπηλό άλσος
Για να χαιρετήσει τα πνεύματα των ηρώων,
Τις ματωμένες κεφαλές·
Και γλυκά ηχούν στις καλαμιές οι σκοτεινοί αυλοί
Του φθινοπώρου.

Ω, πένθος, ω, περήφανο πένθος! Ω, σιδερένιοι βωμοί,
Άκρατος πόνος θρέφει σήμερα την θερμή
Φλόγα του πνεύματος,
Τους αγέννητους απογόνους.

*Από το βιβλίο “Georg Trakl, Η γαλάζια ψύχωση – Ποιήματα και πεζά 1909-1914”, σε μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Γενάρης 2010.

***

Ερμηνευτική προσέγγιση του ποιήματος Grodek του Georg Trakl

Το ποίημα Grodek αποτελείται από μία στροφή 17 στίχων. Έχουμε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (στ. 1-10) έχουμε την περιγραφή της μάχης και τις συνέπειές της, στο δεύτερο τη φρίκη του πολέμου και τις επιπτώσεις του στο μέλλον. Στους εννέα πρώτους στίχους το πεδίο της μάχης —ένα ωραίο φθινοπωρινό τοπίο-δάση-χρυσές πεδιάδες-γαλάζιες λίμνες. Στις ωραίες εικόνες της φύσης αντιπαρατίθενται οι εικόνες του πολέμου: τα δάση —αντηχούν από όπλα του θανάτου, πάνω από γαλάζιες λίμνες και χρυσές πεδιάδες —κατρακυλάει ήλιος σκοτεινός, πολεμιστές ξεψυχούν, αίμα ποτίζει το έδαφος. Στ. 5, Άγριος θρήνος, μία μεταφορά για τις κραυγές πόνου των στρατιωτών, οι οποίοι είναι τεμαχισμένα στόματα. Ο δέκατος στίχος δίνει μία συνοπτική περιγραφή της μάχης και της κατάληξής της. Ακολουθεί μία διακοπή στην αφηγηματική ροή της περιγραφής με ένα «επεισόδιο» που κινείται σε ένα μη πραγματικό, μεταφυσικό επίπεδο (στ. 12-13). Έχουμε την εμφάνιση μιας αδελφής-νοσοκόμας—με τη λέξη αδελφή—μία αναφορά στην αγαπημένη αδελφή του ποιητή, που ο ίσκιος της σαλεύει στο δάσος χαιρετώντας τα πνεύματα των ηρώων. Είναι μία παρουσία ή όραμα παρήγορο για κάθε στρατιώτη που πεθαίνει. Είναι η γυναίκα, η αγαπημένη, που η σκιά της τον αναζητάει να τον αποχαιρετήσει και να τον χαιρετήσει ως ήρωα.

Στους τελευταίους στίχους (15-17) to ποιητικό εγώ εκφράζει το πιο περήφανο πένθος (στα γερμανικά έχουμε υπερθετικό βαθμό του επιθέτου) τον φοβερό πόνο στη σκέψη που του προκαλούνοι αγέννητοι εγγονοί. Στους χάλκινους βωμούς θυσιάζονται οι πεσόντες που με τον θάνατό τους χάνεται και η γενιά των απογόνων.
Η πρόσβαση στο ποίημα είναι δύσκολη. Ο αναγνώστης προσεγγίζει συναισθηματικά τη σκοτεινή ατμόσφαιρά του. Την ανάγνωση δυσχεραίνει επίσης η κατακερματισμένη υφολογικά φόρμα, οι συνεχείς ανατροπές των γλωσσικών συμπεριφορών των λέξεων, οι νεολογισμοί, το οξύμωρο, η αυθαίρετη σχέση με τη γραμματική (π.χ. η αντωνυμία sich που ανήκει στο ρήμα sammeln, δύο στίχους παρακάτω!) οι αντιθέσεις που εκφράζονται με ζοφερά επίθετα, για παράδειγμα: ο ήλιος κατρακυλάει σκοτεινός, το σκότος γίνεται πιο απειλητικό, με τον ήχο που εμπεριέχει το ρήμα κατρακυλάει, πέφτει ως κεραυνός —κόκκινο σύννεφο μία αναφορά και στον ήλιο που δύει και στο κόκκινο αίμα, το ρόδινο ηλιοβασίλεμα οδηγεί στην παγωνιά του φεγγαριού— έχουμε λοιπόν μια αρνητική ποιητική συμπεριφορά απέναντι στο παραδοσιακό λυρικό ύφος των λέξεων. Επίσης λείπει το μέτρο και η ομοιοκαταληξία.
Το ποιητικό εγώ, πιεσμένο από τις βιωματικές εντυπώσεις της μάχης, εντελώς απελπισμένο, αδυνατεί να εκφραστεί με μια σχετική αρμονία ομοιοκαταληξίας.

Οι εμπειρίες του πολέμου απαιτούν μία άλλη γλώσσα. Το ίδιο φαινόμενο (1) παρατηρούμε και στη γλώσσα των Γερμανοεβραίων ποιητών που έγραψαν μετά το Άουσβιτς. «Ό,τι βιώσαμε ήταν τόσο εφιαλτικό, ώστε κατακερματίστηκε η ποιητική έκφραση, η ομοιοκαταληξία, οι λυρικές λέξεις, το μέτρο αμφισβητήθηκαν», γράφει η Γερμανοεβραία ποιήτρια Rose Auslander.

Αυτή η «καταστροφική» δομή της γλώσσας του Τρακλ εκφράζει τη μαυρίλα του πολέμου αλλά και της ψυχής του. Ο ποιητής παρουσιάζει όλη τη φρίκη του πολέμου και ένα μέλλον χωρίς φως.

1. Ν. Σιδέρη-Σπεκ, «Γράφοντας ποίηση μετά το Αουσβιτς», Ένεκεν, τχ. 21.

*Επιλογή-μετάφρααη-σχόλια: Nτάντη Σιδέρη-Σπεκ
**Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Άλικος τόνος

Φώτο: Christina by the boat, 1913, Lieutenant Colonel Mervyn O’Gorman © National Media Museum, Bradford SSPL.

Στη στεριά η ψαρόβαρκα τραβηγμένη
λες αποκαμωμένη, λοξά γερμένη
κίτρινα δίχτυα παρατημένα σωρός.
Πώς ανακατεύεται το κίτρινο
με του φορέματός της το κόκκινο
καθώς χορεύει κυκλωτικό χορό
μέσ’ στης σελήνης το ρυθμό.
Τον κύκλο της σιγαλιάς
της γλυκερής νυχτιάς
σπάει μια ανεπαίσθητη μελωδία
του τραγουδιού γλυκιά νοσταλγία.
– μέχρι και τα νερά σταμάτησαν τη μιλιά –
Σμαλτώνει του φεγγαριού το πρίσμα
μπράτσο ώμο μασχάλες
ευωδιάζει του πέπλου η ίριδα
στήθος κοιλιά λαγόνες.
Καθώς το τούλι γλύφει σερπετικά
τους αστραγάλους
μόλις που φαίνεται ένα ξέφτι
– ίνα που ξεκινά από τα δίχτυα του ψαρά

*Από τη σελίδα της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου στο facebook.

Το ίδιο λευκό

Έργο: Analisa Aza

Στο ίδιο λευκό υπήρξανε κι υπάρχουνε οι ποιητές.
Ε, λοιπόν, το ίδιο λευκό κι εγώ κρατώ
λευκό όσο αντέχω.
Το ίδιο λευκό μαθαίνω να ζω, να αγαπώ
με όσο λευκό υπάρχω.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2017/06/22/%CF%84%CE%BF-%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CF%85%CE%BA%CF%8C/

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Τρία ποιήματα

Η στάση

Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.
Ακούμπησα το πρόσωπό μου στα γεννητικά σου όργανα
κι έβαλα το φαλλό σου στο στόμα μου.
Μεταξένια η υφή,
πάνσεπτη, ερεθιστική η μυρωδιά.
Αποθησαυρίζοντας όσα μοιραστήκαμε μέσα στα χρόνια,
το συναισθηματικό σου σύμπαν
ολοκληρωμένο, συμπυκνωμένο,
με ευγνωμοσύνη το απόθεσα,
το κατέθεσα στα γεννητικά σου όργανα.
Η ψυχή και το σώμα αξεδιάλυτα.

***

Άνθιζε

Χάθηκα στην ηφαιστειώδη ορμή του οργασμού
που μου έδωσες στον έρωτα.
Η ύπαρξή μου άρχισε να διαστέλλεται,
κάθε σημείο, κάθε πόρος στο δέρμα μου
άνοιγε, μπουμπούκιαζε κι άνθιζε.
Η λατρεία μου για σένα,
σαν κάτι παντοδύναμο κι άτρωτο,
συνεχώς ανατροφοδοτείται,
γιγαντώνει τη θέρμη.
Στο απόγειο του οργασμού,
κάθε πόρος στο δέρμα μου ολάνθιστος τόπος.

***

Ύψιστη τρυφερότητα

Φορούσα το λευκό μπουρνούζι
και μ’ έκλεισες στην αγκαλιά σου
-το σώμα μου ακόμα υγρό από το λούσιμο.
Το απαλό, ευωδιαστό ύφασμα από το μπουρνούζι,
καθώς με έσφιγγες
και το αισθανόμουν στο δέρμα μου,
έμοιαζε να ενσωματώνεται, να συμμετέχει,
να εμβαπτίζεται στην ύψιστη
τρυφερότητα της αγκαλιάς μας.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2015 του περιοδικού ‘Ένεκεν”.

Ματθαίος Μουντές: από «Τα οθόνια κείμενα»

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

από «Τα οθόνια κείμενα»

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.
Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.
Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια –ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.

Από τη συλλογή Η αντοχή των υλικών (1971) του Ματθαίου Μουντέ

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

View original post

Victor Jacinto Flecha, Δεν έχει νόημα να κρύβεσαι

Δεν έχει νόημα
Να κρύβεσαι βαθιά στο σκοτεινό πηγάδι του σπιτιού σου
Να κρύβεις τις λέξεις σου
Να καις τα βιβλία σου
Δεν υπάρχει λόγος.

Θα ’ρθουννα σε βρουν
Με φορτηγά, στοιβαγμένα μέχρι πάνω φυλλάδια
Με γράμματα που κανείς δεν έγραψε για σένα
Θα γεμίσουν το διαβατήριό σου με γραμματόσημα
Από χώρες που ποτέ δεν έχεις επισκεφτεί.

Θα σε σύρουν μακριά
Σαν κάποιο νεκρό σκυλί
Και τη νύχτα αυτή θα μάθεις τα πάντα για τα βασανιστήρια
Στο σκοτεινό δωμάτιο
Εκεί όπου οι βρωμερές μυρωδιές του κόσμου αναθρέφονται
Δεν έχει νόημα
Το κρυφτό σου
Από τη μάχη, φίλε μου.

*Ο Victor Jacinto Flecha (1947) είναι Παραγουανός ποιητής, δοκιμιογράφος και πανεπιστημιακός. Έγινε γνωστός στα μέσα της δεκαετίας του 1960 με τη συλλογή “Ποιήματα από τη φυλακή” (1966), που αντανακλούσε τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο ίδιος, όταν αντιστάθηκε στη δικτατορία του Αλφρέδο Στρέσνερ.

**Μετάφραση: Κώστας Δρουγαλάς. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 38 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2015) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Βασίλης Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

Ερημία αισθημάτων

Σιωπηλός πορεύομαι
ενδεής, περίτρομος,
κατακερματισμένος.
Σκότος βαθύ,
Ερημία αισθημάτων.
Ο Άνθρωπος
σε διαρκή πτώση.
πού να στρέψεις το βλέμμα σου;
παντού μαχαίρια,
προσωπεία και μάσκες.
Άδειο κουφάρι η ζωή,
πεταμένο σακί,
χωρίς φωνή συρρικνωμένη.
Μέσα απ’ τον φόβο και τον φόνο
κερδίζεται η επιβίωση.
με ακρωτηριασμένα μέλη
καλύπτεις το πρόσωπο,
να μη βλέπεις
το αίμα που αναβλύζει,
τα στυγερά εγκλήματα.
Γεμάτοι πτώματα οι δρόμοι,
κι οι δολοφόνοι περιχαρείς,
αδίστακτοι,
οι ίδιοι πάντα,
σε ρόλους κυλιόμενους,
εκτελεστές, θεματοφύλακες
και νομοθέτες.
Η αιδώς στίγμα ανεξίτηλο
μαρκάρει τις ψυχές
ισόβια τις φυλακίζει,
τις εξορίζει απ’ το φως.
Σιωπηλός πορεύομαι,
ενδεής, ευθυτενής, περίλυπος.
Μέσα στην έρημο δοκιμάζομαι
να κρατήσω το ακέραιο
πρόσωπο.

***

Η μόνη σου εξουσία

Διάτρητο το κορμί μου, όρθιο.
Μου στερείς τον ήλιο
και το φως λάμπει μέσα μου.
Ρίζες βαθιές
από τη γη στον ουρανό απλώνονται.
Μέσα στα όνειρα ταξιδεύω.
Αδύνατο να φράξεις το δρόμο μου.
Αέρας είμαι,
έμπλεος από αγάπη.
Με θανατώνεις
κι από το αίμα μου
ανθίζουν τριαντάφυλλα.
Μες στο σκοτάδι η μοίρα σου.
Η μόνη σου εξουσία εκεί.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2014 του περιοδικού ‘“΄Ενεκεν”.

Manolis Anagnostakis/translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

managno

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ

Πέθανες- κι έγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς άνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα έξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
Εφτὰ ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, εγὼ που μόνο τό `ξερα τί κάθαρμα ήσουν,
Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμού εν ειρήνῃ, δεν θα `ρθώ την ησυχία σου να ταράξω.

(Εγώ, μια ολόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την εξαγοράσω
Πολὺ ακριβὰ κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμού εν ειρήνῃ. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα `σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταιος

TOMBSTONE ENGRAVING

You also died and you became the special

good family man, the patriot

thirty six wreaths accompanied you

three funereal speeches by vice presidents

seven votes in favor of what you offered

ah, Lavrentis, only I knew what…

View original post 93 more words

Άρης Αλεξανδρου, Είμαστε υπεύθυνοι

Για να χτίσουν μιά καλύβα
Παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια
ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν
τ’ αραδιάσουνε στον ήλιο.
Εμείς το μόνο πούχαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο
συρματόπλεγμα.
Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί μου
μ’ αυτά τα υλικά
χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο
να τον μεταμορφώσουμε
Ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται
Απ’ τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.
Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά
για τις λιποψυχίες μας
είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας
να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια
τη στάχτη και το αίμα.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης Οδών”, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο, “Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα (1941 -1974)”, ΕκδόσειςΎψιλον, γ’ έκδοση, Αθήνα 1991.

Γρηγόριος Σακαλής, Αποστολή

Στον Αλέξανδρο Αραμπατζή

Το απόγεμα
όταν γυρνάς στο σπίτι
αποκαμωμένη από τη δουλειά
τόσα πράγματα σε περιμένουν
οι δουλειές, τα παιδιά
“η αποστολή του ανθρώπου
είναι να κάνει οικογένεια”
λέγαν οι παλιοί
μα τι μένει για σένα
ήσουν καλή στα γράμματα
μα ο έρωτας σε σταμάτησε
τώρα κάνεις από ανάγκη
μια ταπεινή δουλειά για να ζήσεις
όμως τα όνειρά σου τα εφηβικά
δεν έχουν πεθάνει
ποτέ δεν πεθαίνουν τα όνειρα
έρχονται και σου τυλίγουν
μ΄ένα πανί τα μάτια
τα βράδια μόλις ξαπλώσεις
κι εσύ ανίσχυρη
παραδίνεσαι σ΄αυτά
όλη τη νύχτα.