Γρηγόρης Σακαλής, Έλληνες Μπητ

στους χαμένους ήρωες

Ονειρεύτηκα μια ομάδα
ποιητών, ποιητριών
μ΄ένα κοινό όραμα
να κάνουν μια τομή
να φέρουν φρέσκο αέρα στην ποίηση
να προτείνουν το καινούργιο
μα που να τους βρεις
άλλοι είναι υπερβολικά εγωϊστές
άλλοι στα λούκια, στα κυκλώματα
άλλοι είναι θρησκόληπτοι μέχρι θανάτου
η γεωγραφία δεν βοηθάει
κι έτσι μένουμε μόνοι
να παρακολουθούμε τι συμβαίνει
παρεούλες, περιοδικά
ο ένας αβαντάρει τον άλλο
κριτικοί για κριτική
και τίποτα καινούργιο
μα εμείς θα συνεχίσουμε
δεν θα τους κάνουμε τη χάρη
να σταματήσουμε
θα βάλουμε ένα δικό μας λιθαράκι
κι αυτοί ας αναμασάνε
τα ίδια και τα ίδια
σχήματα και λογοπαίγνια
ο καθένας
θα τραβήξει τον δρόμο του.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Ψευδαισθήσεις

Βουβές ρυτίδες
στο μέτωπό μας
τα σύνορα της ιστορίας,
ρίχνουν κλεμμένες ματιές
σε στίχους του Ομήρου.
Ψευδαισθήσεις
γεμάτες ενοχές
λυτρώνουν
τραυματισμένους ψίθυρους
που έγιναν αντίλαλοι
σε φωτισμένες σπηλιές
ανόητων κι αθώων.

*Από τη συλλογή “Νοητή Γραμμή”, 2005. Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ:http://greekpoetics.blogspot.com.au/2017/06/kv.html

Γεωργία Τρούλη, Τρία ποιήματα

Το ψηφίο, ο άνθρωπος

Πόσο εύκολα παλιώνει κάτι μέσα σε δυο χρόνια
Και πόσο εύκολα μπαλώνεται η διαδρομή τόσων χρόνων
αναλογικά μ’ ένα ψηφίο
Πόσο χρόνο θέλει για να ζυμωθεί κρασί- κρασί,
γουλιά- γουλιά, σκέψη -σκέψη ο εαυτός σου
για να φθάσει σε κείνη την ωρίμανση
που κάθε φορά θ’ αναφωνεί:
Να κοίτα
Ένα δέντρο
Ένα πουλί
Ένας άνθρωπος

***

Πόσο περισσεύει ο δρόμος

Περιμάζεψε
Να περισώσεις
Να περισσεύει κάτι
Κι εσύ να σφίγγεσαι
Σε δυο –τρεις κόμπους ναυτικούς
Κι ας μην ταξιδεύεις
Το τεράστιο σκοινί του μώλου,
Προκαλεί για ισορροπία
Καμήλα η μνήμη και το συναίσθημα
Ασυμμάζευτη η αναμονή
Κι εσύ,πάλι,ακροβάτης εμφανίζεσαι
Λίγο-λίγο δυο βήματα
Πλαγιομετωπικά
Ένα πισωγύρισμα να δεις
Τι είναι καλά κρυμμένο,
Πόσο περισσεύει ο δρόμος
Από ποια άκρη ξεκινάς
Πού ξεχνιέσαι
Ένας διαβάτης άστεγος
Σου μαζεύει χαιρέκακα
Εκατοστό-εκατοστό το όνειρο
Και την κάθε προσπάθεια
Να γελιέσαι με χίμαιρες
Πέσε.

***


Η καγκελόπορτα

Το πεζούλι έξω στην καγκελόπορτα
Το φοβάσαι
Κάθε φορά που μπαίνεις
Κάθε φορά που βγαίνεις
Λες και νομίζεις πως σχηματίζεις
Τον μονόδρομο του εαυτού σου
Πολλές φορές
Με τον ίδιο ρυθμό
Και ξέρεις καλά
Πως κάθε πατούσα
Αντανακλά πάντα
Το πρόσωπο του ιδιοκτήτη
Το βάρος
Τη συνήθεια
Την επιλογή

*Σχέδια: Γεωργία Τρούλη.

Thom Sullivan reviews Arjun von Caemmerer’s Vice Versa: New and Selected Poems


Vice Versa: New and Selected Poems
by Arjun von Caemmerer
Collective Effort, 2016

Tasmanian poet Arjun von Caemmerer’s Vice Versa: New and Selected Poems (Collective Effort, 2016) is a chronological selection from an oeuvre that spans publications from Two’s Kisses (1992) to Recombinants (2015). At its best, it’s idiosyncratic and intriguing, characterised by its playfulness, wit, concrete effects, typography, and variety of forms.

Vice Versa’s earliest selections are primarily concrete poems. The poem ‘i-saw’ is an early keystone (and instruction) for the puzzles and riddles that follow: it requires a deliberate reading and re-reading to deliver its simple message, ‘the more you look the more you see’:
The poem ‘Schrödinger’s Schizophrenia’ is a clever play on the physicist’s famous thought experiment, through a visual arrangement of the word ‘bifurcation’, and the isolation of its parts:

William Carlos Williams famously described poems as machines made of words, and these poems are small, finely-made devices that do a single thing well. At times, the poems resist decryption, but their clevernesses is worth the endeavour: for example, in the somewhat inscrutable poem ‘(J)ousting the Woman of Letters’, responding (as a note tells us) to the Demidenko controversy, we find the understated epigraph ‘(re Frau D.)’.

The book’s centrepiece is 2010’s Lingua Franka: A Concrete Poetry Homage to Frank Zappa, the 56 pages of which are reproduced in colour on glossy paper. The poems are inventive and various in their forms and ruses. The concrete poem ‘FZ 52’ uses the page to mirror the recurring numbers in Zappa’s birth and death dates: 21/12/1940 and 04/12/1993. Another concrete poem, ‘King Klang’ is an arrangement of the titles of songs recorded by Zappa with colour references in them (starting with ‘Black Beauty’ and ‘Merely a Blues in A’), each in the relevant colour. Other poems in the sequence take the form of haikai, anagrams, mirrorings and blank pages. In other poems, the effect is typographic: ‘What Goes Around…’ yields a clockwise reading of ‘karma’ and ‘fate?’:

The Lingua Franka poems, and the book’s concrete poems, are among the most interesting and satisfying. They present von Caemmerer’s work at its most idiosyncratic. The satisfaction they offer is in the process of deciphering, as opposed to the ordinary satisfactions of lyric poetry, such as the memorable line, or apt metaphor.

Vice Versa multiplies its explorations of form. ‘a dransfield diction’, a cento comprising 24 pages of short poems, is composed from the index of first lines of Michael Dransfield’s Collected Poems, while ‘Cross-Stitch’ fuses the cento and acrostic, appropriating phrases from the index of first lines of Emily Dickinson’s Collected Poems, and presenting them as acrostics dedicated to Dickinson and her parents. There are also spoonerisms, with specific concrete arrangements, a litany of medical collective nouns (‘A Drift of Sleep Physicians / A Stream of Urologists / A Clot of Vascular Surgeons’), musical clerihews, a sestina, and a parody of Dylan Thomas’ famous villanelle (‘Bold girls, near spent, flushed unwhite / Split the colours of the spectrum / Rouge, rouge with the ardour of their fight.’) Notable among the other explorations of form are the 108 three-line zappai that make up ‘momentoes’ [sic], describing a morning yoga class, and the 20 lipograms of ‘Recombinants’, based on the names of arthropods (mostly insects) featured in The Green Brain, a cycle by Australian pianist and composer Michael Kieran Harvey.

The book’s least satisfying poems are the limericks from A Bunch of Fives (2009) and Geographical Tongue: Odes to Postcodes (2010). The latter is a set of over 130 limericks that take their cue from an alphabetical listing of Australian suburbs, from Abba River to Aranbanga, and a number of other locations. It’s an admirable and obsessive project, but it proves the limerick is essentially a dessert poem, that is, something sugary and intense that’s preferably served in small portions. A smaller, stricter selection would’ve shown the best of them to advantage:

A barista who came from Vittoria
In coffee found endless euphoria.
A small splash of cream
Quite muddied her dream
Leaving swirls of phantasmagoria.
Elsewhere, the limericks suffer from slightness, imprecise rhymes or aberrations in rhythm:

A manufacturer from Ansons Bay
Employed his own offspring at unfair pay.
So great their annoys
They bore no girls or boys:
His genes were thus rationed away.
Von Caemmerer’s Vice Versa is engaging and inventive, particularly the concrete poems, which show his work at its most distinctive. Despite weaknesses, the book is evidence of a sustained creative engagement with the serious possibilities of playfulness, form and constraint.

*Tom Sullivan lives in Adelaide. His first collection of poems, Airborne, was published in New Poets 14 (Wakefield Press, 2009). Most recently, he and Aidan Coleman co-edited Light & Glorie (Pantaenus Press, 2012), an anthology of poems about stained glass.

*Rebublished from Cordite Poetry Review at http://cordite.org.au/reviews/sullivan-von-caemmerer/

το απαραίτητο φεγγάρι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα:
άλλοτε είναι γέροντες που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα – από το ΙΚΑ – μασελάκια τους,
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στο διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια, 
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά,
και τρέμουν το χρόνο/
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι, κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουργια φτερά τους,
αγέρωχοι στα όνειρα
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τούς τρέμει/
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι.
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο)
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.
ΚΛ – 16/07/2017

photo: Unknown photographer
Griffith & Griffith (publisher)
Full Moon
1850-1900
Albumen print on cardboard
8.8 x 17.8 cm
© Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg

View original post

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Κείνες τις μέρες

Έργο Susan Omand

Είχε βρει αυτός τρόπο
και τα βόλευε:
χρόνια ψάλτης στους Άγιους Πάντες,
ασφαλιστής το επάγγελμα―
είτε αργίες είτε καθημερινές,
το ίδιο πελατολόγιο
να τρομοκρατεί
και να καθησυχάζει.

Μουσικοδιδάσκαλο πια,
οικογενειάρχη,
διορισμένο στη Μ. Εκπαίδευση
―ποτέ δεν έδωσ’ αφορμή,
λόγο κακό δεν είπε για κανένα,
κρεμασμένο τον βρήκανε
κείνες τις μέρες
του Χρηματιστηρίου.

17/7/2017

Στέλλα Δούμου, Δύο ποιήματα

ΦΩΝΑΞΑΝ

η γεύση του ξιδιού είναι σε κάθε γλώσσα
που μουρμουρίζει ασθμαίνοντας:«Θεέ μου,
θεέ μου,γιατί με εγκατέλειψες»

Ράνταλ Τζάρελ

Το θέατρο γέμιζε με ρυθμό υπαγορεύσεως
έξω έβρεχε δάση
οι σκιές που έπιναν παχύ νερό γίνονταν πουλιά
και λίγο μακρύτερα ο δήμιος έκανε καλά τη δουλειά του:
με ταχύτητα πηγαδιού εξαφάνιζε τα συμβάντα.

Το θέατρο άδειασε όλα ξανάγιναν ήσυχα.
Αγάλματα υπογράφουν αυτόγραφα.
Στο αεί του νυν καρδιές αγίων περιφέρονται σε ξύλινα μπολ.
Κανείς δεν εξάπτεται.
Όλες οι γιορτές έχουν ματωμένα ονόματα.

(επειδή δε συναντηθήκαμε σε στέρεο έδαφος
κι ήρθαμε από μέρες που τις πυροβόλησαν στα μάτια
χύμηξαν ορδές ανθρώπων και μας ξέσκισαν
με στριγκλιές
μας φώναξαν με λανθασμένα ονόματα
-όχι πάντως τα δικά μας-
φώναξαν,σκουπίδια
φώναξαν,λεροί
φώναξαν,παρίες

εμείς απλώς δείχναμε με το δάχτυλο την καρδιά μας.
‘Αλλη γλώσσα δεν ξέραμε).

***

ΤΑ ΦΤΕΡΑ

τα γύψινα σφυρά μας
δεν αντέχουν την επέτειο της βροχής
αχνίζουμε σε στάση προσοχής
κι όπως τρίβεται και λιώνει ο τρόπος
να στεκόμαστε ορθοί
παρακαλάμε με στόμα απίθανο
να φυσήξουνε οι άνεμοι που θα μας επιστρέψουν
τα φτερά τους.

*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, Εκδόσεις “Θράκα”.

υδρόλυση

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Όλα τα χρόνια μου πλέουν ακέραια,
σ’ αυτή τη θάλασσα των οντολογικών
δεσμών/
ακόμη και οι παύσεις τους είναι διαρκώς παρούσες
– αν και κατάλευκες/
όταν αρχίζω να τις μετρώ,
οι τοίχοι φουσκώνουν
δίχως δόντια ή μόνο με μια μύτη χαρακτηριστική,
ή ένα νεύμα/
κι οι νύχτες γίνονται πιο
αλμυρές/
εγώ,
μόνο τους ώμους σου ζητώ
να λιώσουν στο στόμα,
και τις ίριδες να αποσπορίσουν
το έλασσον φτερούγισμα/
το ξέρω, ο χρόνος μου υδρολύεται διαρκώς/
μα δεν παλεύεται ο έρωτας
σε όποια ηλικία/
ΚΛ – 07/2017

photo: Ute Mahler
”Untitled’ from the series ‘Living Together’
1973

View original post

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Φωτιά ονείρων

Οι τρύπιες μαύρες γαλότσες μου χάσκουν
σαν κρατήρας ηφαιστείου.
Πάγωσε η λάβα
μούλιασαν τα πόδια
κολλάνε στη λάσπη.

Μεσάνυχτα.
Καταραμένη μπόρα
δε λέει να σταματήσει
αστραπές φτιάχνουν χαράδρες στον ουρανό.

Ανημπόρια με πιάνει
ύστατο περόνιασμα.
Φωτιά ονείρων φτιάχνω
εστία να ζεσταθώ.

***

Παλμός

Τα άστρα αποσύρονται
η νύχτα υποδέχεται την αυγή.
Η κίνηση στους δρόμους αρχίζει
η πόλη ξύπνησε.
Όνειρα προσδοκίες
αναμένουν στις αφετηρίες των λεωφορείων
γνωστά δρομολόγια.
Φουντώνει ο παλμός της πόλης
και οι παλμοί της καρδιάς μαζί.

***

Αταξινόμητο

Φουρτούνα
οι ψυχές μας βάρκες ανεμοδαρμένες
στο αρχιπέλαγος των σχέσεων.
Ο ήλιος εκτυφλωτικός
θαμπίζουν τα μάτια
πλανώνται ανήσυχα στον ορίζοντα.
Μπορεί και να βρουν εσένα
τον καθένα μοναχικό άνθρωπο.
Η ψυχή διψάει για ταξίδια στο φως.
Τα ανθρώπινα πάθη ατελεύτητα.
Και καθημερινή ευτέλεια δεν εκφράσαμε,
είδος αταξινόμητο οι φίλοι μου κι εγώ.

***

Μουσαφίρηδες

Η κάμαρα λιτή
ο λαμπτήρας κιτρινωπός
τρεις-τέσσερις καρέκλες γύρω από το τραπέζι.
Αποτσίγαρα στο τασάκι
προσμετρούν το χρόνο.
Εφημερίδες και βιβλία περί πολέμου.
Άλλο ένα τσιγάρο
αναμονή για τους μουσαφίρηδες
νύχτα βαριά Φεβρουαρίου
παγωνιά και βροχή.
Πού θα καταλύσουν οι μουσαφόρηδες;

***

Σμίξιμο

Τα ποτάμια ορμητικά
τα νερά τους συνουσιάζονται με τη θάλασσα.
Ταξιδεύουν τα νερά από τις βουνοκορφές
ανάμεσα από έλατα, πεύκα,
οξιές και πλατάνια
κιτρινοπράσινο συναντά το βαθύ γαλάζιο.
Στις όχθες των ποταμών
και στις ακτές της θάλασσας
χωριά και πολιτείες.
Πόσα όνειρα και πόθοι στα νερά;
Χωριά και πολιτείες εν πλω σμίγουν.
Είναι εδώ και εκεί οι ψυχές μας
στα ορμητικά νερά των ποταμών
και της φουρτουνιασμένης θάλασσας.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα

Γιώργος Βέης, Για ένα πιάτο χόρτα 

ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 2016, σελ. 68

Γράφει ο Παναγιώτης Βούζης*


Σχετικά με τους περίφημους λογοτυπικούς συνδυασμούς επιθέτων και ουσιαστικών στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, σύμφωνα με τον Αρίσταρχο, τον αλεξανδρινό φιλόλογο του δεύτερου αιώνα π. Χ., το επίθετο προβάλλει μία ουσιώδη και αναπόσπαστη ιδιότητα του πράγματος ή του προσώπου στο οποίο αναφέρεται το ουσιαστικό. Έτσι στον λογότυπο «ροδοδάκτυλος Ηώς», η επιφάνεια της θεάς Αυγής περιγράφεται μέσω της εστίασης στα τριανταφυλλένια δάχτυλά της, δηλαδή στο καταστατικό ρόδινο χρώμα της. Ο Hartmut Erbse (“Milman Parry und Homer”, Hermes 122, 1994, 257-74), εκκινώντας από τον Αρίσταρχο, υπογραμμίζει ότι τα επίθετα αποδίδουν σε ένα πράγμα ή σε ένα πρόσωπο πάγιες, κύριες ιδιότητες και λειτουργούν υπέρ της ανάδειξής του, ανάγοντάς το στο μέσο μίας λαμπρότατης ενάργειας.

έρχεται, μουσική στην ώρα της / αδιαφορώντας για το αίμα που την περιμένει / για τις βλαστήμιες του ανάπηρου / την πανουργία του προδότη / τις κατάρες των μελλοθανάτων / η σκληρότητα είναι κι αυτή δώρο της / ένα στοίχημα δουλείας ή δύναμης / ένας λόγος περί μεθόδου – // αστραπή // το κολιμπρί τρόμαξε, / τόσο φως ξαφνικά / και τρύπωσε ξανά εδώ: χάρις.

Ο Γιώργος Βέης γράφει το ποίημα «Η συμμετρία της αυγής», όπου μετέρχεται τον λεκτικό τρόπο της προσωποποίησης για να προσδώσει στην αποτύπωση του ξημερώματος την ποιότητα της θεϊκής επιφάνειας. Η λέξη «αυγή» του τίτλου αντιστοιχεί λοιπόν σε θεωνυμία. Το ξημέρωμα προσδιορίζεται από τρεις ιδιότητες, οι οποίες μπορούν να τεθούν σε σειρά αύξουσας έντασης: η μουσικότητα, η σκληρότητα και ο αιφνιδιασμός με τη σημασία πρώτιστα του γεγονότος το οποίο συντελείται άμεσα. Στο τρίτο και πιο σημαντικό γνώρισμα αναφέρονται το ρήμα «έρχεται» επίτηδες τοποθετημένο στην έναρξη της σύνθεσης, το εξίσου εσκεμμένα απομονωμένο και κεντρικό ουσιαστικό «αστραπή» και η εικόνα του τρομαγμένου από το ξαφνικό φως πτηνού. Η πρώτη ιδιότητα αποδεικνύεται συμπληρωματική του αιφνιδιασμού, καθώς η λέξη «μουσική» συνοδεύει, στον πρώτο στίχο, το ρήμα «έρχεται» και η μετωνυμία της μουσικής, η εικόνα του κολιμπρί, ακολουθεί μετά το ουσιαστικό «αστραπή». Ως συμπληρωματική ενσωματώνεται στον αιφνιδιασμό. Απόληξη του τελευταίου καθίσταται επίσης η δεύτερη ιδιότητα, εν προκειμένω μέσω του περιεχόμενου, επειδή, στο ποίημα, η παράλογη γεωμετρία της πραγματικότητας αποκαλύπτεται εξαιτίας του άμεσου φωτός. Έτσι ο αιφνιδιασμός αφομοιώνει τη σκληρότητα.
Η σύνθεση άρα αποτελεί την επέκταση του υποθετικού λογότυπου «η θεϊκή και ακαριαία Αυγή» και λειτουργεί με τον αναγωγικό τρόπο της ομηρικής φόρμουλας «ροδοδάκτυλος Ηώς», αλλά σε βαθμό εκθετικά ενισχυμένο: Δηλαδή ως οντολογικός δίαυλος, ως το εφαλτήριο για να αποκτήσει η συγκεκριμένη εμπειρία, το φως του ξημερώματος, τόση ενάργεια, ώστε να ισοδυναμεί με ακαριαία αποκάλυψη, ανάδυση, διαύγαση και θρησκευτικό δέος αντικρύ στο αποκαλυπτόμενο. Σε αυτό το ποίημα, το φως είναι πάντοτε η Αυγή, μουσικό, σκληρό, αιφνίδιο. Προκαλεί τρόμο πριν προσφέρει τη χάρη του. Τότε η παράλογη γεωμετρία της πραγματικότητας αίρεται, μετατρεπόμενη στιγμιαία σε αυθεντική συμμετρία.

δεν έχω πάει / αλλά την έχω ήδη συναντήσει προ πολλού / στην Αστόρια της Νέας Υόρκης / στη Μελβούρνη / στα παγωμένα μάτια της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας / σ’ όλους εκείνους τους χάρτες της επιστροφής / στην ανάμνηση της θάλασσας / στη σκιά του ανυπερθέτως. («Φολέγανδρος»)

Τα ποιήματα της συλλογής συγκροτούν έναν εσωτερικό κόσμο, ώστε το καθένα δίνει είτε τις συντεταγμένες τοπίων και τόπων είτε το στίγμα της εκάστοτε παρουσίας του ποιητή και άλλων προσώπων και επιπλέον πραγμάτων, ζώων, ιδίως πτηνών. Αυτά όλα συνέχονται μεταξύ τους μέσω του λυρισμού, μέσω του οποίου κυρίως εγκαθίστανται στην ακίνητη ώρα του μεσημεριού το καλοκαίρι ή στην ομόλογή της στιγμή του θανάτου, χρονικά σημεία που λειτουργούν ως προθάλαμοι του συγκλονισμού της αθανασίας.

Η χρήση των κλασικών φορμών, δηλαδή οι συνθέσεις του βιβλίου Για ένα πιάτο χόρτα οι οποίες έχουν γραφεί σε παραδομένες στροφικές και ομοιοκατάληκτες μορφές (δεν γίνεται λόγος για μετρικές μορφές, επειδή ο παρατονισμός καταστρατηγεί συστηματικά το μέτρο στα ποιήματα της συλλογής), δρομολογεί ανταποκρίσεις με ποιητικά κείμενα του παρελθόντος. Προκύπτει έτσι ένα οιονεί υπερκείμενο, το οποίο διακλαδίζεται από κάθε τέτοια σύνθεση προς πολυάριθμες παλαιότερες μέσω της μορφής (εδώ κατά βάσιν του σονέτου), η οποία επέχει τον ρόλο του υπερσύνδεσμου. Ανακύπτουν ενδοιασμοί σε σχέση με τη χρήση των καθιερωμένων φορμών, οι οποίοι στηρίζονται στην αρχή ότι η ποίηση σήμερα πρέπει μεν να συμμορφώνεται προς συγκεκριμένους ρυθμούς ή άλλα απλά, διακριτά σχήματα, που όμως δεν ενεργοποιούν την κίνηση πίσω στον χρόνο, αλλά αναδεικνύουν τον σύγχρονο, καθημερινό λόγο. Βέβαια, σύμφωνα με τον Γιώργο Βέη, η μη ενσωμάτωση του ποιήματος στην εποχή του δεν συνιστά ελάττωμα, επομένως οι πιο πάνω ενδοιασμοί αφορούν μόνο μία θεωρητική απόκλιση εν προκειμένω του κριτικού από τον ποιητή και όχι την κατάδειξη ενός μειονεκτήματος της τεχνικής του δεύτερου. Η ελλειπτική σύνταξη και η συχνή χρησιμοποίηση ουσιαστικών ως κατηγορούμενων δημιουργούν την εντύπωση ενός λυτού ύφους ( πόλη απόλυτη μνήμη [«Βιετνάμ»], μπαινοβγαίνουμε στους καιρούς παράγραφοι / ως κρίματα, ως κύτταρα [«Ναύπλιο»], έχουμε πέσει χιόνι [«Έξοδος»]). Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται στις συνθέσεις με κλασική φόρμα.

έκπληξη από ύπαρξη («Ημερήσιο πρόγραμμα»). Στη συλλογή Για ένα πιάτο χόρτα περιοχές του πραγματικού απομονώνονται και σαρώνονται από τον ποιητικό εμπειρισμό, με αποτέλεσμα η στιγμή να παγιώνεται ή να επαναπαγιώνεται με τρόπο ανεπανάληπτο, ο οποίος την καθιστά μοναδική. Ώστε ο ποιητικός εμπειρισμός αποδεικνύεται τύπος του υπαρξισμού. Οι περισσότερες συνθέσεις συνιστούν απόπειρες να αφαιρεθεί το περίβλημα της παροντικότητας, εν γένει της χρονικότητας, από τα πράγματα. Η εμπειρία του συγκεκριμένου εξισώνεται με την ακαριαία αποκάλυψη, την ανάδυση, τη διαύγαση και με μία κατάσταση δέους αντικρύ στο αποκαλυπτόμενο: δεν έκλεινε με τίποτα / όσο κι αν τη σπρώχναμε / εκείνη άνοιγε με πείσμα / μέτωπο πάταγο στον ωκεανό / να φυσήξει υγεία / να πέσει μέσα στο όνειρο / ο πολτός των πραγμάτων / ως αθανασία. («Η πόρτα»). Εάν όμως χάρη στα ποιήματα αφαιρείται η χρονικότητα και αποκτά ενάργεια το συγκεκριμένο βίωμα μίας αποκάλυψης, τότε τα ποιήματα δεν αποτελούν απλώς τα όργανα, διά των οποίων οι στιγμές παγιώνονται ως μοναδικές, αλλά εξομοιώνονται με τις στιγμές, ταυτίζονται με τις απομονωμένες και σαρωμένες από αυτά περιοχές του πραγματικού των οποίων η συγκεκριμενοποίηση τις μετατρέπει παράλληλα σε υπερχρονικές. Έτσι τα ποιήματα ανάγονται στα πιο αληθινά τμήματα της πραγματικότητας. Διέπονται από τη θρησκευτική διαστολή της ύπαρξης. Η εξομοίωσή τους με τις κατεξοχήν αυθεντικές στιγμές διαστέλλει ειδικότερα την εσωτερικότητα του ποιητή σε θρησκευτική εσωτερικότητα των πραγμάτων. Γι’ αυτό αρκετές φορές συναντάται στη συλλογή η έκφραση της συνειδητότητας διαφόρων προσώπων, αλλά και τοπίων, αντικειμένων και ζώων. Εξάλλου, χαρακτηριζόμενες από την υπερχρονικότητα οι συνθέσεις του Γιώργου Βέη διακρίνονται επιπλέον από την υπερτοπία (αντιπροσωπευτικό παράδειγμα συνιστά εν προκειμένω η «Φολέγανδρος», η οποία παρατίθεται πιο πάνω). Η τελευταία σημαίνει τον επιθυμημένο τόπο, προς τον οποίο κάποιος ταξιδεύει διαρκώς, όμως ο τόπος μετατίθεται πάντοτε πέρα από το σημείο όπου έχει αφιχθεί και μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις της εξαιρετικής αυθεντικότητας συμπίπτει με το εκάστοτε σημείο άφιξης.

*Από το bookpress.gr