Κωνσταντινος Γαλάνης, Μοιρολόι

Αυλητές, αηδονιού σωσίες,
ράγισαν
στων ματιών σου
τ΄αστεροσκοπείο.
Πλανήτες, τρεχούμενα νερά,
κυλούν
στις αναμνήσεις.
Σεληνοστέφανο,
άγγελοι σού φόρεσαν,
μαλάματα της φύσης.
Χάρος, φθόνου η οργή,
σε πήρε για σεργιάνι.
Μελανοδοχείο, πια ,
των τριαντάφυλλων το χρώμα.
Μοιρολογιών υφάντρες
κέντησαν του Ήλιου
κομποσχοίνι.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έτσι

έτσι
θα ξεκινήσουμε για τον ουρανό
ανοίγοντας τα φτερά μας
όχι απαγγέλλοντας ψαλμούς
ή γλείφοντας δάκρυα
αλλά τολμώντας το δυνατό
έτσι
θα μπούμε στον παράδεισο
όχι με το χατίρι του θεού
αλλά με έφοδο

Κούκος μονός αβολοντέ

Αρκετά χρόνια πίσω καθόμουν σε μια μπάρα – σιγά την είδηση. Είχα πιει μερικά, αλλά ήμουν σε καλή κατάσταση, νηφάλιος. Κάποια στιγμή βγαίνοντας από το μέρος, πέφτω πάνω σε μία κυρία, την είδα στον καθρέπτη δηλαδή και σάμπως να παρεξηγήθηκε – τύπου την ενόχλησε η μούρη μου και μπήκε κλείνοντας με δύναμη και φόβο θα έλεγα την πόρτα. Δεν μου άρεσε. Βγαίνοντας με κάλεσε ή την κάλεσα, δεν θυμάμαι, για εξηγήσεις.

Μου ζήτησε μετ’ επιτάσεως συγγνώμη, γνωριστήκαμε, ήταν από το χωριό μου, την έλεγαν Ελλάδα (!) Σ. Ηταν της γενιάς μου, είχε πολύ καλή κουβέντα, ήταν ουδέτερα νοσταλγική προς τα ξερόβραχα της πατρίδας μας, ήταν καλή πότης, ήταν ίσια στο βλέμμα.

Κάτσαμε κάνα δυο ώρες, δεν ανταλλάξαμε καν τηλέφωνα θεωρώντας –καθότι πελάτες και εμφανώς γνώριμοι των προσώπων εκεί– αμφότεροι δεδομένο ότι θα ξανασυναντηθούμε στο ίδιο μέρος σύντομα.

Ποτέ.

Πέρασαν καιροί πολλοί. Το συζήτησα κάποια στιγμή με τον ιδιοκτήτη και φίλο, δεν μου το επιβεβαίωσε ότι σύχναζε τέτοιο πρόσωπο εκεί -το όνομα είναι εξαιρετικά σπάνιο και εντελώς ξένο στα μέρη μου, άσχετο αλλά σχετικό- κι αυτό με έβαλε σε σκέψεις.

Μπορεί όλη αυτή η ιστορία να μην υπάρχει; Να ‘ταν τέτοιο το παιχνίδι του μυαλού μου; Τα γεγονότα προς τα κει κατευθύνουν (ληξιαρχεία στο χωριό βέβαια δεν πήγα να ψάξω, αλλά τώρα που το σκέφτομαι), προς ένα μυστήριο. Υπάρχει η Ελλάδα Σ.;

Η Πελαγία Φυτοπούλου κατέβηκε από την Κατερίνη πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια για να παλέψει με τις τέχνες.

Με την ευγενική χορηγία της γιαγιάς Πελαγίας, σπούδασε ηθοποιία-σκηνοθεσία και όταν έγραφε, κάτι ώρες δύσκολες, τα αποταμίευσε στο συρτάρι.

Εχει παίξει θέατρο και κινηματογράφο, έχει σκηνοθετήσει, έχει δημοσιεύσει πρόπερσι το πολιτικό παραμύθι «Το Ραβδί των Καλικαντζάρων» και πρόσφατα έπεσε στα βαθιά.

Η ποιητική συλλογή «ΚΟΥΚΟΣ» έρχεται να μουδιάσει το πίσω μέρος του μυαλού, να γρατσουνίσει τα καθωσπρέπει, να προβοκάρει την κανονικότητα, να παίξει την μπάλα κάθετα.

Κάτι σαν μια τρυφερή μπαλάντα στους ποιητές, παράδοξοι που ‘ναι.

Αλλά πάλι, η ποίηση υπάρχει; Τα ποιήματα υπάρχουν ή είναι μια εφεύρεση των μορφωμένων για να με κάνουν να νιώθω αμήχανα;

Οταν όμως γράφει η Πελαγία Φυτοπούλου, την άκουσα/κατέβηκα στο λιμάνι/αγόρασα χρώμα/ έγινα ζωγράφος τότε η ποίηση υπάρχει. Παραδοχή-επαφή-επικοινωνία-όραμα-ευθύτητα-καθαρότητα-ταχύτατα. Στο λιμάνι ο καθένας ζει το όνειρο. Και ο ψαράς και ο ζωγράφος και ο ποιητής και ο αυτόχειρας.

Σπάνια διαβάζω ποίηση, όπως καταλάβατε, αλλά όταν το κάνω δεν περιμένω να χαρώ κιόλας. Από περιέργεια ξεκινάω και συνήθως μ’ αυτήν καταλήγω. Οταν όμως διάβασα «ο λόγος τους λυσσώδης/ξαγρυπνά πάνω από τα βρέφη/που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις/θα τα στείλουν πίσω», κατάλαβα.

Υπάρχει μια ποίηση με λόγο ανατρεπτικό για να μας θυμίζει πως δεν μας περισσεύει πολύς καιρός για γέλια. Μας πήραν στο κατόπι τ’ αρπακτικά του κόσμου μας και δεν προλάβαμε να οχυρωθούμε. Και τώρα δεν υπάρχει άλλος να τρέχει για μας. Μήπως και να ‘πρεπε να σταθούμε να κοιτάξουμε τα θηρία στα μάτια;

Υπάρχει κι άλλη ποίηση, χαρούμενη όχι, αισιόδοξη ίσως. Οταν πάλι γράφει: Υπάρχουν πολλές τρυφερότητες/κάτι λίγες δεν ξυπνούν ποτέ/ ονειρεύονται τον Λόρκα/ Αμίγκο, να την προσέχεις την ποίηση/ μια μέρα θα μας ξεκάνει όλους.

Εμ, αυτά είναι που φοβάμαι…

Και να που η ποίηση υπάρχει – όπως και η Ελλάδα Σ.- τώρα το ξέρω…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

*Από την Εφημερίδα των Συντακτών εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/koykos-monos-avolonte

Τάσος Λειβαδίτης, Γυναίκες

Photo: Εdouard Boubat, Ed van der Elsken

…Φτωχές γυναίκες,
μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,
τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες
εκείνες του σκοινιού και του
παλουκιού,
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά
πίσω από την αγνότητα,
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία
πίσω απ’ την υπακοή.
Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που
κρύβεται πίσω απ’ την κακία.
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,
γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε
στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες
για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο
το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,
κανείς δεν έμαθε ποτέ πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’
τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε;
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…
Λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε;
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;
Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, απ’ το αίμα και
την επανάληψη.
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.
Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει
γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.
Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, δε μας ξέρουν
παρά μονάχα σα μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν
ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους-
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.
Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα
στο εσωτερικό μας πάθος,
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα
της μητρότητάς μας…

*Απόσπασμα από την «Καντάτα 1960».

Βασίλης Βασιλειάδης, Ερωτικό ποίημα

ΕΠΑΡΧΙΑ τοῦ κόσμου
χῶρος μονήρης κι ἔμπειρος τῆς ἀλήθειας παραχαράκτης
μὲ ὀμορϕιὰ λαγνικὴ
γεμάτος τοπία ἀποστημάτων τῆς ζήσης
ἐδῶ
ἐχέμυθα διανύουν τὴν καριέρα τοῦ ἰσοβίτη οἱ ἄνθρωποι
ἄλλοι ἔνδοξοι κι ἄλλοι ἀνώνυμοι
ζαβλακωμένοι ταριχευτὲς τοῦ νεκροῦ ὄνειρου
ἀϕουγκράζονται μνησίκακα τὸ γίγνεσθαι τοῦ χρόνου
Καθημερινή.
Ἀπὸ βραδὶς συνωμότες τῆς ἐπιβίωσης
ὁ καθένας τοῦ ὀξειδωμένου Ἐγὼ ἀνάδοχος
προσπαθεῖ νευρωτικὰ ν’ ἀξιοποιηθεῖ.
Ἄτρωτοι στὴ θέα παραλυμένων ἀξιῶν
ἐξαγνίζουν σὲ ὄρθρο ἁγίων τὰ ἔμπυα ἀξιώματα
σ’ αὐτὸν τὸν βόρβορο
οἱ ἄνθρωποι κρύβουν καλὰ τὴν ἀποσύνθεση
κάτω ἀπὸ τὸ γυαλισμένο δέρμα τους.
Ἀγαπημένα ζευγάρια,
νυμϕίοι σὲ προοπτικὴ μειωμένη
ἀπαστράπτουν ἐνδυόμενοι τὶς τήβεννους σκεπτόμενων ἐραστῶν
ἀνέραστοι
ἀγναντεύουν τὸν ἔρωτα βαλσαμωμένο
ἐρεβικοὶ κοπρομήκυτες τὰ συναισθήματα
εἰσελαύνουν ἀνόσια σ’ ἀλλοτριωμένα αἰδοῖα
κι ἐγὼ
μὲ ὀϕθαλμὸ ϕαλλὸ διαστελλόμενο
παρακολουθῶ τὶς σπερματικὲς πλημμυρίδες στὰ ὑπογάστρια.
Μεσάνυχτα
ἀναμένοντας τὸ μουχλιασμένο αὔριο
στὸ Μανχάτταν-Pup τοῦ Λουκᾶ ἀκοῦν Alabama Songs
ἔχουν ὑποκύψει στ’ ἀπωθημένα τὰ ἐνδότερα οἱ θερσίτες
ἐπενδύουν στὸ ἀνυπόστατο
προικοθῆρες τῆς ἐλάσσονος ἀλήθειας
μὲ σπασμοὺς ἐπιληπτικῆς γνωσιολογίας
σχεδιάζουν τὴ ζωή τους
εὐωδιασμένα ἀπορρίμματα
καὶ νευρώσεις αἰωρουμένων ὀνείρων
Συνέβη στὴν ἐπαρχία ἀνεπάντεχα
τὴ νύχτα ἐκείνη δίπλα στὴ λίμνη
τρισέρημοι ζούσαμε τὴν ὕστατη ἀλήθεια τῶν ὀνείρων μας
ἀνάμεσα στὶς μηλιὲς
ἀγκαλιασμένες οἱ σκιὲς δυὸ ἀνόμοιων
ἀνάσαιναν τὸν ἔρωτα
ἡ λυρικὴ χημεία ὑγροποιοῦσε τὰ συναισθήματα σὲ ἐκχειλίσματα τῶν
βλεννογόνων.
Ἀνάσκελη σϕαδάζεις ἀπὸ ἔκσταση
ἡ γλώσσα τοῦ πάθους μου στραγγίζει ἀπὸ τὸ ϕουσκωμένο σου μουνάκι
τὸ ἐξωτικὸ κοκτέιλ τῆς καύλας σου
ξεδιψάω τὶς λαχανιασμένες μου αἰσθήσεις
στολίζει ὁ ἀγέρας τὰ μαλλιά σου μὲ χαμομήλια καὶ ρημολούλουδα
ἀκούγεται νὰ ϕλοισβίζει στὰ ϕλογισμένα σου χείλη ἡ ψωλή μου χαμογελαστὴ
ἀργοκίνητη ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἔνστιχτου
ἀποκαλύπτει τὴ γνώση ἀναλϕάβητη
ριγμένη μπρούμυτα ἀϕήνεις τὸν κουρσάρικο ϕαλλὸ νὰ λεηλατεῖ τὴ βαθύκολπη εἰλικρίνεια
μὲ ἐπιθέσεις ἀπανωτὲς ἀνάμεσα στὰ στυλωμένα σου κωλομέρια
μὲ ριπὲς στεναγμῶν ἡ ἡδονὴ ἐκτελεῖ τὴν καμαρωμένη ψευτιὰ τοῦ ἀτομικισμοῦ
ἀνυποψίαστος
βυζαίνω τὴ θελημένη κοινοχτημοσύνη ἀπὸ τὶς ὀρθόστητες ρῶγες σου
ποὺ στέκονται περιγελαστικὰ καταντίκρυ στὴ σελήνη
τὴ θρασὺ ἡδονοβλεψία αὐνανιζόμενη
οἱ καρδιὲς ταχύρρυθμες
ἀναπηδοῦν ἀπὸ τὰ στόματα ϕωνήεντα εὐγνωμοσύνης
ποὺ τραγουδοῦν τὴν εὐτυχία μας
χτυπᾶμε τὰ κορμιά μας μὲ τὰ βρωμισμένα λόγια τῆς ἱδρωμένης ϕαντασίας
τανυσμένοι πέρα ἀπὸ τὴ χρήση τῆς βιολογίας τῶν σπασμωδικῶν πηδημάτων
συνθλίβουμε τὶς καμπύλες μας σὲ μία καὶ μόνη ἀλήθεια
καταργώντας τὰ σύνορα τῆς ἰδιωτικῆς μας συνείδησης
θερμὰ βογγητὰ
εὐνουχίζουν τοὺς ἀγκιτάτορες τῆς οὐσίας τῆς ζωῆς τῆς πέτρινης
δὲν χρωστᾶμε τίποτε στοὺς μαστροποὺς τοῦ ἔρωτα
κι ἂς μᾶς ποῦνε σοδομίτες
εἶναι τιμή μας νὰ κάνουμε τὴν ἠθικολογία τους ἀνήθικη
στὴν ἀγυρτεία τοῦ ἄξεστου τῶν θαυμάτων πολιτισμοῦ τῶν homo sportivus
ἀπαντοῦμε μὲ τὴ λάγνα γλώσσα τοῦ DNA
τρεμουλιάζουν τὰ μπούτια σου
τὸ σπέρμα χωρισμένο ἀπὸ τὸν ἁρπαχτικὸ ἐπιβήτορα ἑαυτό του
πλαγιάζει ἁπαλὰ στὰ χείλη σου
τί ὀργασμὸς σημαδιακὸς κι αὐτός…
σείστηκαν τὰ κειμήλια τῆς διπλῆς ζωῆς τῆς ἁγιοσύνης τοῦ Βυζάντιου
καὶ τοῦ Βατικανοῦ·
τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπινους ἀγγέλους,
τοὺς μόνους ἀληθινούς,
ποὺ θητεύουν ἄοκνοι στοὺς ὑπαρξιακοὺς ρυθμοὺς
μὲ τὰ μυαλὰ γυμνὰ ἀπὸ τὴν γοητεία τῆς ϕθηνῆς πολυεστερικῆς σκέψης
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς ποὺ γελᾶνε,
γελᾶνε ἀσταμάτητα
ἀμϕισβητῶντας τὴ σκυθρωπὴ πίστη σὲ ἰσχυρογνώμονες ἀλήθειες
αὐτὲς τὶς τυραννίες τὶς ὕπουλες
θητεύουμε ἀπομονωμένοι τὸ μέλλον
ἐδῶ
ἀνάμεσα στὰ ἁγιοκλήματα τῶν ἀρωματάρηδων κήπων τοῦ ἔρωτα
ἥδιστα παραδομένοι στὴ ζεστασιὰ τῆς ἀρχέγονης τελετουργίας τοῦ πάθους γιὰ τὴ ζωή·
ἐπιτέλους τώρα
εἴμαστε μ’ αὐτοὺς
ποὺ ξέρουν τὴν τέχνη ν’ ἀκοῦν τοὺς παλϕασμοὺς τοῦ πέλαγους
μέσα ἀπὸ τὸ σιωπηλὸ κογχύλι
ἀϕήνοντας σὲ ἄλλους διάστροϕους,
τοὺς ἐπίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγῶν,
νὰ τὸν καταστρέϕουν
ἐξηγώντας τον σὲ ἀϕόρητα πληκτικὲς ἀράδες
–γιὰ τὸν ἔρωτα μιλάω,
τὸ ρῖγος τῆς ποίησης
κι ὄχι γιὰ τὴν κακομοιριὰ τῶν συστημάτων τῆς ἐρωτικῆς λογικῆς–
Στὸ σύθαμπο τῆς ἀνοιξιάτικης αὐγῆς
μοιάζεις μὲ τοπίο ποὺ ἀχνίζει τὴ δροσιὰ τῆς αὐθεντικότητας
ξέγνοιαστη ἀπὸ τὶς ϕροντίδες τῆς ϕιλαυτίας σου
ἐγκατοπτρίζεσαι στὴν ἀμοιβαιότητα
προέκυψες μιὰ νέα σύνθεση μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἔρωτα
περήϕανη κι ὄμορϕη Γυναίκα
ξεϕλουδισμένη ἀπὸ τὸ πεπρωμένο σου
–ἀκόμη σὲ θυμᾶμαι Κικο–
Ἀνιχνευτὲς τῆς ἐλπίδας
μέσα στὸ πουθενὰ τῶν ψηϕιακῶν χρόνων
ἀναζητούσαμε τὴν πρώτη γραϕὴ τῆς ζωῆς σ’ αὐτὸ τὸ ταξίδι·
ἐσὺ
ἀμάχητη κι ἀναντίρρητη
ζοῦσες τὴ στιγμὴ ἐλεύθερη
ξεχνῶντας γιὰ λίγο
ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ γένος ἐνδόξων ἀπολογητῶν τῆς λογικῆς τῶν ἔσχατων
μὲ βουλιμία τὰ χείλη σου γεύονταν τὴν πικροδάϕνη
στυϕὲς ϕιλοδοξίες
νὰ νιώσεις TRIUMPHALIS μὲ παράτα θριάμβου σὲ στράτα ἀνθρωποέρημη·
κι ὅμως
δὲν ξεγέλασε τὴν ἀλλοτρίωση ἡ ἀπροσδόκητη εὐτυχία τῆς ἡδονῆς.
Ἡ κερδοσκοπία
ὑποψιασμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῆς ἀναίρεσής της
μειώνει τὴν ὀμορϕιὰ τῆς θελημένης μας λεηλασίας
σὲ μιὰ ἀκόμη συναλλαγὴ ἐγωτισμῶν·
ταγμένη σὲ ὅ,τι σημαίνει
ταχτοποιήθηκες μὲ κινήσεις ὑπολογισμένες
στὴν κομψὴ πανοπλία τῶν συμβόλων τῆς μόδας
ἀϕάνισες τὴ Γυναίκα
τὴ νοτισμένη μὲ ἀνευλάβεια πρὸς τὴν ἐποπτεία τῶν τερατώδικων μυθευμάτων
κι ὀργανωμένων ἐνοχῶν
ἔργο τῶν συνεργείων τῆς ἀνάλγητης κοινωνικοποίησης
κι ἄλλων τσιλιαδόρων τῶν προδιαγραϕῶν τῆς ἀπαλλοτρίωσης,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ἀνάστημα ἀϕιλοπερίεργο
πρὸς τὰ καθέκαστα τῆς ἰσόπεδης λογικῆς
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
σχῆμα ἀλλεργικὸ
πρὸς τὴν ἀσκητικὴ τῶν ἐμπαθῶν ρημάτων ἠθικῆς τάξης ἀσπόνδυλης
καὶ κωλοπαρμένης
ποὺ κατὰ τ’ ἄλλα ἐπιμένει νὰ ὁσιωθεῖ ἡ ἀνθρωποκτόνα
μοστράροντας τὴν παρθενορραϕή της
ὡς τεκμήριο ἀθωότητας,
αὐτὴ τὴ Γυναίκα
ποὺ δοκίμασε νὰ ξοδευτεῖ σὲ αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀκόμα
τὴν ἀνεπιτήδευτη ἐρωτικὴ συνεύρεση
μέσα ἀπὸ τὴν ἀναίρεση τοῦ κόσμου τοῦ λιμνασμένου
στὴν παλιοϋπόθεση τοῦ ἐϕησυχασμοῦ στοὺς τεχνητοὺς παράδεισους
τῶν ἐνδοτισμῶν ποὺ μᾶς ἐκϕυλίζουν.
Ἀνασϕαλὴς ἀπὸ τὴν αὐτονομία σου
ἐπιστρέϕεις στὴν παθολογία τοῦ κύρους τῆς κοινωνικοποίησης
νὰ σὲ χειροκροτοῦν τροπαιοϕόρα τῶν λογικῶν παραμέτρων
πέντε ὀπαδοὶ
–ἂς εἶναι δέκα κι ἑκατὸ
ἂς εἶναι μιὰ πλειοψηϕία νωθρῶν χειραγωγήσιμων–
Σὲ βλέπω
ἔρμαιη συνειρμῶν κυνηγῶν τῆς ἀναρρίχησης
νὰ ἐπανέρχεσαι εὔϕρων
κόβοντας τὸ ἀλισβερίσι μὲ τὶς μυστικὲς ἀνθοϕορίες τῆς ἄνοιξης·
τελεσίδικο τέλος
μὲ τὸν ἐχθρὸ τῆς πόλης
ἐμένα
ποὺ ἀκόμη δὲν ἀκροβολίστηκα στὴν ἀποδοχή.
Νιώθεις ἐϕησυχασμένη κι ἀμαρτύρητη.
Γελιέσαι.
Λαξεύτηκε στὸ βράχο τῆς ζωῆς σου αὐτὸς ὁ ἔρωτας
αὐθαίρετα
ἀπὸ χέρι παπαρούνας κόκκινης
κι ἂς μὴν τὸ ὁμολογήσεις ποτέ.
Ζάμπλουτος ἀπὸ ἀχτημοσύνη
σὲ ἀϕήνω στὴν προγονοπληξία τῶν ἐπετείων
νὰ χειροκροτᾶς τὴν κλειτορίδα σὲ στύση
ποὺ παρελαύνει μὲ βυζιὰ νταρντάνικα στὸ βηματισμό

*Το ποίημα αυτό είναι κομμάτι είναι από τό ΣΥΝΕΒΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ long poem, εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

άνοιξη

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

letter-in-the-shape-of-a-tulip-from-janet-flanner-to-mercedes-de-acosta-web

Αντέχεται η άνοιξη
με βαριά καρδιά,
των νεαρών μίσχων η γλύκα και το πράσινο,
το χρώμα μιας φυλακής ή μιας θάλασσας,
κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα/
όσες πομπές βαδίσαμε αργά, προς το κοιμητήριο του χειμώνα,
κι ένα χρονικό χελιδόνι
στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά,
εκείνη που ήρθε προς το τέλος,
να μας διδάξει ξανά την αρχή κι όλοι την κοιτούσαμε δακρυσμένοι,
τα διάφανα χέρια των νεκρών μας επαλλήλιζοντας.

photo: Janet Flanner
Letter in the shape of a tulip from Janet Flanner to Mercedes de Acosta
1928
The Rosenbach, Philadelphia

View original post

Το φονικό | Παναγιώτα Τσιανογιάννη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

georges-hugnet-collage-avec-pistolet-1936-1937-via-bloomsburryauctions

Εμένα θα σκοτώσω
βρέχουν τα χείλη κλάματα
τα δόντια χτυπώ
προτού η γλώσσα σε λιώσει,
προτού σε καταπιώ
είσαι το μαξιλάρι που ακουμπώ τα μαλλιά
η νάρκωση στη φλέβα
Οι αμυχές στο δέρμα
Η νύχτα και η χαραυγή
τα νιάτα μου, τα γηρατειά
Είσαι η νύφη και ο γαμπρός
Είσαι η προίκα μου
είσαι η Μόρα που πλακώνει τον ύπνο

View original post 228 more words

Μίλτος Σαχτούρης, Οι Καμπάνες

Εἶναι πουλιὰ
ποῦ δὲν πετᾶνε
εἶναι πουλιὰ
θαμμένα
μέσ᾿ σὲ κουτιά

Εἶναι δωμάτια
καὶ εἶναι λέξεις
ποὺ σκίζουνε τὸ κεφάλι
σὰν καρφιά

Εἶναι καρφιὰ
ποῦ δὲν πονᾶνε
εἶναι καρφιὰ
π᾿ ἀνακουφίζουν

Ὅταν χτυπήσουν
πάλι οἱ καμπάνες
θὰ πεταχτοῦμε
σὰν τὰ πουλιά

Το θέατρο στην ποίηση – 55 σύγχρονοι ποιητές – Εκδόσεις Momentum

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ποιητική Ανθολογία
Ανθολόγηση-Εισαγωγή: Ασημίνα Ξηρογιάννη
Επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγέλα Γαβρίλη
Εξώφυλλο: Κυριάκος Γουνελάς
Εκδόσεις Momentum 2017

Η ποιήτρια και θεατρολόγος Ασημίνα Ξηρογιάννη ανθολογεί 55 σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες σε έναν τόμο όπου συνομιλούν διαφορετικές γενιές Ελλήνων δημιουργών. Είναι η πρώτη φορά που μια ανάλογη ανθολογία εκδίδεται στην Ελλάδα και αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε ποιητή, για κάθε άνθρωπο του θεάτρου, για κάθε φιλόλογο και για όσους αγαπούν την ποίηση και το θέατρο.

«Πώς ανιχνεύεται οτιδήποτε θεατρικό μέσα σε αυτά τα ποιήματα; Ποιες συνδέσεις με έργα, δημιουργούς και διαδικασίες; Μπορούν το θέατρο και η ιστορία του να χωρέσουν στην ποίηση; Πώς συνδιαλέγονται οι δύο τέχνες;»
(Από το εισαγωγικό σημείωμα της ανθολόγου)

Στην ανθολογία συμμετέχουν με ποιήματά τους:

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Αντιόπη Αθανασιάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Βασίλης Αμανατίδης, Νάσος Βαγενάς, Νάνος Βαλαωρίτης, Καίτη Βασιλάκου, Γιώργος Βέης, Ιωσήφ Βεντούρας, Χάρης Βλαβιανός, Στέλλα Βοσκαρίδου, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αγγέλα Γαβρίλη, Γιώργος Γκανέλης, Εσμεράλδα Γκέκα, Ελένη Γκίκα, Άννα Γρίβα, Γιώργος Γώτης, Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου, Νίκος Ερηνάκης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Μαρία Κουλούρη, Θανάσης Κριτσινιώτης, Φροσούλα Κολοσιάτου, Χάρις Κοντού, Κατερίνα Κούσουλα, Χλόη Κουτσουμπέλη, Στάθης Κουτσούνης, Ελευθερία Κυρίτση, Γιάννης Β. Κωβαίος, Νίκος Λάζαρης, Γιώργος Λίλλης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλέξιος Μάινας, Χάρης Μελιτάς, Νεκταρία Μενδρινού, Γιώργος Μοράρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Άγης Μπράτσος, Χαρίλαος Νικολαΐδης, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Έκτωρ Πανταζής, Όλγα Παπακώστα, Ειρήνη Παραδεισανού, Τίτος Πατρίκιος, Γιολάντα Πέγκλη, Σταμάτης Πολενάκης, Κώστας Θ. Ριζάκης, Νίκος Σκούφος, Αλέξης Σταυράτης, Γιάννης Στίγκας, Γιώργος Τζιας, Θωμάς Τσαλαπάτης

Εκδόσεις Momentum
Αναγνωστοπούλου 9, 10673 Αθήνα – Τηλ: 210 3315186 – Fax: 210 3315186
[www.momentumbooks.gr]www.momentumbooks.gr – e-mail: info@momentumbooks.gr

Please the pigs | Ασημίνα Λαμπράκου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (2)

(pastiche)

-I-

θέλω να σε ερεθίσω
να σε ερεθίσω με την απαλότητα του δέρματός μου
τα χλιαρά μου χάδια και τρόπους
τα φιλιά που δίνονται χωρίς να σου ανήκουν
θέλω να σε ερεθίσω
θέλω να σε ερεθίσω να σπάσεις πάνω μου
σαν κρύσταλλο
θέλω το θυμό σου
θέλω τις πληγές σου
τα μαρμαρωμένα χέρια σου στο πρόσωπό μου
τη κραυγή του πόνου σου να ραγίσει τα σωθικά μου
θέλω το τρέμουλό σου να οργώσει το στήθος μου
θέλω το χόλιασμά σου να κόψει το στέρνο μου
να σπάσω στα δυο και να γείρω στα μπράτσα σου
χλωμή σκοτωμένη άζυμη αζέστατη· σα δάκρυ από ρετσίνι·
ένα πεύκο·

θέλω να σου προσφερθώ σαν πεύκο δαρμένο από κεραυνό._

View original post 150 more words