Στέλλα Γεωργιάδου, Συναστρίες

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Συναστρίες

στην λογοτεχνική συντροφιά
εκείνων των ημερών

Θα τους λέγατε χαρούμενη συντροφιά
ίσως και να τους λέγατε λιγάκι βαρεμένους
(απ’ τον αέρα του βουνού;)
Σίγουρα μοιάζανε τύποι ιδιόρρυθμοι
Αντί για βότσαλα
λέξεις κλωθογυρνούν στο στόμα τους
να καθαρίσει ο ήχος
κι ατόφιο να προβάλλει
το βουητό των ρυακιών
το θρόισμα των φύλλων
το φτεροκόπημα απ’ των πουλιών το ξάφνιασμα

Ο καθένας τους κουβαλά και μιαν έρημο
μια γραφίδα ακατέργαστα όνειρα
κι έναν δρόμο με υπόγειες χαράξεις
Όλοι μαζί συνθέτουν τη στιγμιαία όαση
και πλημμυρίζει πράσινο αλλότροπο
ζεστό γαλάζιο ρέον φως

Εκρήξεις γέλιου
στα ποτήρια που υψώνονται
Ο πύργος δραπετεύει απ’ τη σκακιέρα
Ο φιλόσοφος επιμένει κυνικός
Η βασίλισσα πετά το διάδημα καθώς
το βουνό ολισθαίνει στη θάλασσα
Οι καλεσμένοι –επίτηδες– αφήνουν αιωρούμενα
μικρά ψήγματα ψυχής
υπόμνηση στο γυρισμό Κενταύρων κι Αμαζόνων

Στο Πήλιο
Ιούλιος του δυο χιλιάδες έντεκα
κάτι ανερμήνευτο συνέβη
Ίσως –καταπώς λέν’ οι αλχημιστές–
ήρθαν σε σύζευξη τ’…

View original post 24 more words

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Arabesques

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Aldo Ciccolini plays Claude Debussy‘s Arabesque 1

[Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Arabesques

μνήμη Claude Debussy

Ανοιγμένοι κάλυκες
Λευκοί

Ο ύπνος των παιδιών στολίζεται
Γαλανές πεταλούδες

Μες στην τολύπη των ονείρων
Η μακρινή ανταύγεια των ουρανών

Το αίμα της καταιγίδας
Πίσω απ’ τα τζάμια

Όταν εισδύει
Το μυστικό λυκόφως

Στο ανθισμένο παράθυρο
Λικνίζεται
Το φέγγος μιας κόρης

Μελωδικό ηλιοτρόπιο

*

Aldo Ciccolini plays Claude Debussy‘s Arabesque 2

Το αναβρυτήριο
Μιας γυάλινης φωνής

Τα μελαγχολικά παράθυρα

Και οι βελόνες
Της τελευταίας αναλαμπής

Οι αχτίδες γέρνουν
Μες στ’ ανθογυάλια

Ήχοι χλωμοί
Ανεπαίσθητοι
Μας αποχαιρετούν

Ένα χαμόγελο
Που κρύβεται μες σ’ ένα ρόδο

Ο ουρανός όταν κλείνει
Τα βλέφαρά του

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης

View original post

Στέργιος Τσιορμπατζής, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Μικρή καταδίκη στην ανύπαρκτη επανάσταση

Ανατρέποντας τις ισορροπίες της δύναμης
της αδυναμίας
Καταστρέφοντας τη βία των ειρηνιστών
μέσα από τη διάλυση της ανικανοποίητης
ευτυχίας της αυτάρεσκης και αυταρχικής
ατομικής ισορροπίας.
Τροφοδοτώντας συνθήκες χαοτικής ανισορροπίας,
προσδοκώντας ανεντροπικές καταστάσεις
χαώδους πολυπλοκότητας,
δυνατότητες δημιουργίας ελευθεριαζώντων πεδίων
αντι-ιεραχικής, αταξινόμητης, αταξικής Υπερθέασης.

Απορρίπτοντας την κρυφή καταφατικότητα της μη-θέσης
Επιρρίπτοντας ευθύνες για τη μη-άρνηση

****

Σ’ αυτούς που μας διαχειρίστηκαν

Ορμήσατε με την ορμή της αντεπανάστασης
φέρατε την ηθική σας στον αδιαμόρφωτο κόσμο μας
επιβάλλατε με τη βία την ειρηνικότητά μας
θελήσατε εξ’ αρχής τη δύναμή μας.
Κι όταν η πολυσήμαντη κινητικότητά μας
άρχισε να σας τρομάζει
η θλίψη και πάλι σας έδωσε την έξοδο.

Βρισκόμενοι και πάλι στους δρόμους της δύναμης
χάσαμε τη χαρά
βαδίζοντας ανήμποροι για τη νέα αναμέτρηση.

*Από την ενότητα “Καταστάσεις α-ισορροπίας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υλοποιητική ιδεολογικοποίηση των ενστίκτων – Εικασίες για την απελευθέρωση”, εκδ. Βραχόκηπος, Οκτώβρης 2003.

Ανδρέας Τσιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες, μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τι είχε πάρει ο άνεμος.

***

ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Φοράω τέσσερα δάκτυλα
και μετρώ ως το πέντε.
Κάθε φορά τα ζυγά μου δάκτυλα
προσθέτουν μια ζωή.
Κάθε στιγμή τα ζυγά μου δάκτυλα
αφαιρούν έναν θάνατο.

***

ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ

Το γέλιο σου αντηχεί
σαν πριόνι στο δάσος.
Με χτύπησες στην πλάτη
μα πόνεσε η καρδιά μου
και έστειλε σήμα στα δάκρυα
να ζυγίσουν τη θλίψη μου.
Καίει η άμμος, καίει η απόσταση
γυμνά πόδια περπατούν
στην αμμουδιά του κόσμου τούτου,
και μπαρκάρεις μ’ ένα καΐκι
σαν καναπές διθέσιος
για να μας πείσεις πως γεννήθηκες από νερό και λάσπη.

***

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Σε λίγο καιρό,
αυτό το θαυμάσιο γέλιο
θα γίνει η ελπίδα να σου ξαναπώ
πως ό,τι μεταμορφώνεται σε ύπαρξη,
με ύψιλον κεφαλαίο,
δίνει στους επόμενους τη σιγουριά
πως κάτι υπήρχε πριν από τον θάνατο
εξίσου δυνατό με τη ζωή.

*Από τη συλλογή “Ο λαιμός του δημίου”, εκδόσεις Strawdogs 2016.

ΣΙΩΠΗ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_9010

Παράθυρο κλειστό

το πρόσωπό σου

και οι ρυτίδες,

που το μέτωπό σου χάραζαν

γρίλλιες μισανοιγμένες.

Έσκυψα τάχα

για να πάρω ένα φιλί

κι είδα το λογισμό σου

έναστρο ουρανό.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

ΠΕΝΤΕ ΟΝΕΙΡΑ ( ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΦΩΤΟΣ 1966)

View original post

Η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων | Χλόη Κουτσουμπέλη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

xlko

Με λένε Αλίκη και είμαι καλά.
Κάθε πρωί ξυπνώ με χαρά,
παίρνω μία ασπιρίνη
για το αφόρητο ράγισμα
που μου χωρίζει το κρανίο σε ημισφαίρια.
(Το άλλο όνομά μου είναι Χάμπτυ Ντάμπτυ
και όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά
παλεύουν να με συναρμολογήσουν
από εκείνο το φοβερό πέσιμο απ’ τον φράχτη)
μένω μουγκή για χρόνια,
τα σαράντα αδέλφια μου νεκρά.
Με τσουκνίδες τους έπλεξα πουκάμισα
για να μην μεταμορφώνονται
τις νύχτες σε κηλίδες.

View original post 146 more words

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός

Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση

Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων

Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου

Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου

Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους

Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από τη συλλογή “Η Πλατεια των Ταύρων”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2017.

Ζαχαρίας Στουφής, ΚΤΕΛ

Μπορεί να μην υπάρχει ποίηση τελικά,
να μην έχει γραφτεί κανένα ποίημα, ποτέ,
ακόμα και οι ποιητές, μπορεί,
να υπάγονται στην επιείκεια του ακατόρθωτου.
Ίσως, πάλι,
ν’ αληθεύει μονάχα η πεζή πραγματικότητα,
αυτό το σχεδόν μαύρο της ασφάλτου
η πίκρα του καυσαερίου στο λαιμό, καθώς
τα λεωφορεία μπαινοβγαίνουν στο σταθμό
πως είναι και που πάνε οι επιβάτες, ίσως
καμία σημασία να μην έχει,
αφού είναι θέμα χρόνου ο θάνατός τους.
Αν δεν υπάρχει ποίηση τελικά
τι διαβάζαμε μαγεμένοι τόσα χρόνια;
Και δεν είναι ποιήματα όσα γράφαμε;
Ούτε και εμείς είμαστε ποιητές;
Τότε καταστρέψαμε τη ζωή μας,
νομίζοντας πως κατακτούμε τη σιωπή,
χωρίς ακόμα να έχουμε μιλήσει.

*Από την συλλογή “Η Ταξιθέτρια του Χάους”.

Μάριος Χάκκας, Το τρίτο νεφρό

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.
Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

*Από τη συλλογή διηγημάτων “Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες” (1970).