Octavio Paz, Ύμνος ανάμεσα σ’ ερείπια

«όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…»
Gongora

Στεφανωμένη από μόνη της η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Υψηλή κραυγή κίτρινη,
θερμό συντριβάνι στο κέντρο ενός ουρανού
αμερόληπτου κι ευεργετικού!
Κι ό,τι φαίνεται είναι ωραίο σε τούτη την αλήθεια του τη στιγμιαία.
Η θάλασσα σκαρφαλώνει την ακτή,
πιάνεται στα βράχια, αράχνη λαμπερή·
η πελιδνή πληγή του βουνού αστράφτει·
μια χούφτα γίδες είναι ένα κοπάδι πέτρες·
ο ήλιος αποθέτει το χρυσό αυγό του και χύνεται πάνω στη θάλασσα.
Όλα είναι θεός.
Άγαλμα σπασμένο, κολώνες φαγωμένες απ’ το φως,
ερείπια ολοζώντανα σ’ έναν κόσμο πεθαμένων ζωντανών!

Πέφτει η νύχτα στην Τεοτιχονακάν.
Ψηλά στην πυραμίδα τα παιδιά καπνίζουν μαριχουάνα,
ηχούν κιθάρες βραχνές.
Ποιο βότανο, ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίζει τη ζωή,
πούθε να ξεθάψουμε τη λέξη
την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και το λόγο
το χορό, την πολιτεία και τη ζυγαριά;
Τό μεξικάνικο τραγούδι ξεσπάει σε μια βρισιά,
άστρο πολύχρωμο που σβήνει,
πέτρα που μας κλείνει τις πόρτες της επικοινωνίας.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γερασμένη.

Τα μάτια βλέπουν, τα χέρια αγγίζουν.
Αρκούν εδώ κάποια πράγματα λιγοστά:
φραγκοσυκιά, αγκαθερός κοράλλινος πλανήτης,
σύκα καλυπτροφόρα
σταφύλια με γεύση ανάστασης
αχιβάδες, παρθενιές απρόσιτες
αλάτι, τυρί, κρασί, ήλιόψωμο.
Από το ύψος της μελαψάδας της μια νησιώτισσα με κοιτά,
λυγερή εκκλησιά ντυμένη φως.
Πύργοι απ’ αλάτι αντικρύ στα πράσινα πεύκα της όχθης
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ τις βάρκες.
Το φως χτίζει ναούς στη -θάλασσα.

Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Μόσχα.
Η σκιά σκεπάζει την πεδιάδα με το φάντασμά της κισσό,
με τη ριγηλή πανίδα της ανατριχίλας της,
το πυκνό της χνούδι, το σμάρι τα ποντίκια.
Πότε-πότε τουρτουρίζει ένας ήλιος αναιμικός.
Απαγκιασμένος σε βουνά που χτες ήταν πόλεις,
ο Πολύφημος χασμουριέται.
Χαμηλά, ανάμεσα στους λάκκους σέρνεται ένα κοπάδι άνθρωποι.
Μέχρι πριν λίγο ο όχλος τους θεωρούσε ζώα ακάθαρτα.

Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα, καθημερνά.
Βουίζει το φως βέλη και φτερά.
Μυρίζει αίμα ο λεκές του κρασιού στο τραπεζομάντιλο.
Καθώς το κοράλι τις ρίζες του στο νερό
απλώνω τις αισθήσεις μου στην ολοζώντανη ώρα:
η στιγμή πληρούται σε κίτρινη αρμονία,
ω! μεσημέρι, θύσσανε κατάφορτε λεπτά,
κούπα αιωνιότητας!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, μπερδεύονται, ξαναρχίζουν.
τέλος ακινητούν, ποταμοί που δεν εκβάλλουν
δέλτα του αίματος κάτω από έναν ήλιο δίχως λυκόφως.
Και τάχα πρέπει να σταματήσουν όλα σ’ αυτό το
τσαλαβούτημα σε στάσιμα νερά;

Μέρα, στρογγυλή μέρα,
φωτερό πορτοκάλι μέ 24 φετες,
ολες διαπερασμένες απ’ την ίδια κίτρινη γλύκα!
Η σοφία τελικά παίρνει μορφή,
συμφιλιώνονται τα δυο εχθρικά μισά
Κι η συνείδηση-καθρέφτης αναλιώνει,
γίνεται ξανά πηγή, συντριβάνι μύθων:
Άνθρωπος, δέντρο εικόνων,
λόγια που είναι ανθοι που είναι καρπός
που είναι πράξεις.

Νεάπολη 1948

*Από το βιβλίο “Οκτάβιο Πας, Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, 1986. Μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία πεζά ποιήματα

ΚΟΥΤΣΟ ΣΚΥΛΙ ΑΠΟ ΠΡΙΟΝΙ

Κρύα ταβέρνα – Μες στα ψυγεία – Σταθμός του ΚΤΕΛ στο χιόνι -Ένα τοπίο μόνη – Το λένε – Εν συνόρει – Οι οδηγοί Τσακίδια – Κουτσό σκυλί – Από πριόνι – Περνά – Μ’ ένα κλεμμένο κρέας – Οι οδηγοί με γέλια – Κλωτσιές πάν’ να του χώσουν – Πιάνει η χολή αέρα – Είναι κουτσό σκυλί – Από πριόνι – Μ’ ένα κλεμμένο κρέας – Στα Τσακίδια – Στο Εν συνόρει – Σε κρύα ταβέρνα – Ένα τοπίο μόνη – Πιάνει η χολή αέρα –

***

ΑΜΑΧΗ ΠΟΥ ΧΤΥΠΗΣΕ ΟΒΙΔΑ

– Στουπί από κονιάκ – Στουπί κι απ’ ιστορία – Απόστρατο που πλένει – Σιδερώνει – Κι αυτός της δείχνει στο σαλόνι – Σημάδι με ψυχρό τριανταοκτάρι – Σε ρώσικη ρουλέτα να πεθάνει – Σε γύρο που θα παίξουν ένα βράδυ – Κι αυτή θα του πατήσει τη σκανδάλη – Στουπί από κονιάκ – Στουπί και απ’ ιστορία – Σαν έβλεπε στα τζάμια μια αχτίδα – Σαν άμαχη που χτύπησε οβίδα -Στο γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα – Σαν άμαχη που χτύπησε οβίδα – Στο γέρο της γυρνούσε βήμα βήμα –

***

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ:

Μετά τις δεκάδες αυτοχειρίες θεατών υπό πλήθος βουβών διαδηλωτών – Το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών “Η δημιουργία τεχνητού ουράνιου τόξου με μια ακτίνα φωτός και μια σταγόνα νερό” κι η παρακολούθησή του – Θέαμα μαγικό για τους δίχως φύση ανθρώπους των Μητροπόλεων – Απαγορεύτηκαν από την Υπηρεσία Κατά της Πρόκλησης Πραγματικής Συγκίνησης «Από ’δώ και πέρα θα συνιστά τρομοκρατική πράξη η δημιουργία ουράνιου τόξου» η ανακοίνωση της Υπηρεσίας – Αλλά κρυφά στα σπίτια το Πείραμα της Χαμένης Ομορφιάς δεν σταματά – Ας φέρνει δάκρυα ως νοσταλγία – Το αγαπημένο παιχνίδι των παιδιών: “Η δημιουργία τεχνητού ουράνιου τόδου με μια ακτίνα φωτός και μια σταγόνα νερό”

*Από το βιβλίο “ΤΟ ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδος Πανός, Αθήνα 2016.

Γιάννης Δάλλας, Από τον “Ζωντανό χρόνο”

Με γυμνή πλώρη μπήκε μέσα στην κάμαρα
Τρεκλίζοντας
σαν ρύγχος ονείρου
Ο ήλιος τον μεσημεριού σαν ερυθρόδερμος
Τού ’γλείψε την καρένα του
Μέσ’ από λόχμες-πατζούρια

Έκαμε ενα βήμα κ’ είπε, νά τα τ’ αμπάρια μου

Έσκυψα κ’ είδα το τατουάζ του βυθού
Στο κατώγι που ευώδησε τ’ αποκεφαλισμένα πιθάρια
Αυτά τα ερυθρόμορφα είναι από τυρρηνικά ακρογιάλια
0ι μπουκαπόρτες ολάνοιχτες κ’ ηή πειρατεία έεν δράσει
Στα καρτέρια της Πίνδου μακελλάρηδες των ψυχών
0ι Γκέκηδες με τη δίψα κι άλλοι Επιδάμνιοι
Κ’ οι Σκύθες κατηφορώντας με τα λαρύγγια τους
Απ’ όλες τις κάνουλες στάζοντας αίμα
Μια λαγκαδιά με κατάρτια κ’ οι ναύκληροι ξυλοκόποι τους

Ο τόπος τρεκλίζοντας κατηφοριά μ’ άμπελόφυτα
Κι από τ’ αμπάρι ώς την πλώρη τ’ αετονύχι
Να μας σπαθίζει σαν στήθος Γοργόνας
Κόρης που ο μούστος της έβρασε κι όρμησε μες στο δάσος
Κ’ ύστερα γύρισε μεέ στίγματα αγρίων
Μπήκε και γύρισε αμαδρυάδα των λεωφόρων

Και τώρα μες στη βάρδια μιας ατέρμονης νύχτας
Παραπατώντας μές στη συντροφική παραζάλη
Ζωσμένη από δέντρα η περπατησιά τους δίπλα της
Τα μπράτσα τους είναι σαν δυο στεφάνια στα κρασοβάρελα
Τα λόγια φυλλώματα οι καρποί τους χειρονομίες
Κ’ η σιωπή τους σιωπή του σίδερου

Βουλιάζει μέσα της άγκυρα ονείρων
Μια μικρή φαλαινίδα έξω απ’ τ’ αμπάρι της
Το σκαρί τους είναι η σιγουριά που την ταξιδεύει
Μακρυά από σηματωρούς και σοφούς φαροφύλακες
Παρά μ’ όση χρειάζεται αντίσταση στα παλλόμενα κύματα
Εκείνα καλπάζοντας κι αύτή σαν το μάτι φάρου
Που ανοιγοκλείνει και τρέμει και περιμένει
Την καβαλαρία τους μ’ άσπρη χαίτη τη μουσούδα τους αφρισμένη
Να στάζει μέσα της τους χυμούς τους

Σαν τότε που ταξίδευε από νύχτα σε νύχτα
Και μοίραζε τα εκρηκτικά της σ’ άγνωστα χέρια
Με την ίδια εμπιστοσύνη που έδινε και το στήθος της
Σ’ αυτόν που ήξερε ασύστολα να το δρέψει
Να τό ’χει χειροβομβίδα μέσα στη χούφτα του

Ώσπου να γίνονται κ’ οι δύο παρανάλωμα
Πυροδοτώντας σ’ όλες τις κάνες των φλογοβόλων
Η νυμφομανής Επανάσταση

Κάθε πρωί τραβηγμένα στη στεριά τα μονόξυλα
Κι ο ίδιος έρυθρόδερμος με τη γλώσσα του
να τρέχει ανατριχιασμένη στη ράχη της μέρας
Η βουτιά του βουτιά πυρωμένου Σατύρου στα κύματα
Το θολάμι της να χτυπιέται με τ’ άλλα χταπόδια του μόλου

Έτσι και τώρα ανοιγοκλείνει κι αποτραβιέται και γίνεται
Μιά αντίσταση που ερεθίζει τον πειρατή και το σκάφος του
Ε’νας κόλπος πεόπληκτος να τον γλείφει ώς τα φύκια του μόλου
O ξανθός βιαστής των ονείρων

Γιαλός και μόλος και λοφοπλαγιά μ’ αμπελόφυτα
Κ’ εκεί δίπλα δίπλα τ’ αετονύχι που γυάλισε
Σαν μάτι που μέθυσε και τρεκλίζει του ρέμπελου
Που ξεθηκαρώθηκε και χορεύει στα φεγγαρόφωτα
Του πιο ρέμπελου Σειληνού

Ο ουρανός μέ τα φύκια του κ’ η γη αστερόεσσα

Κι όπως γαλαχτώνει μέσ’ από δυο βουναλάκια
Βγαίνει σαν ρόγα ραζακιού το φεγγάρι
Στο στήθος τ’ ουρανού που λύθηκε και μοιράζεται
Σε χιλιάδες μάτια και χείλια και δάχτυλα
Σ’ όλους τους πεινασμένους και τους ανέραστους της δικαιοσύνης

*“Ο ζωντανός χρόνος”, Τυπογραφείο “Κείμενα”, Αθήνα 1985.

Ορχάν Βελί Κανίκ, Ο δρόμος μου είναι πλατεία

Ορχάν Βελί Κανίκ,
Ο δρόμος μου είναι πλατεία
10.60 €

O Oρχάν Βελί Κανίκ προσανατολίστηκε στο γλωσσικό περιβάλλον, ξεπερνώντας τη μεσοαστική καταγωγή του και γράφοντας στη γλώσσα των δρόμων. Η ποίησή του γέμισε με λαϊκές εκφράσεις στις οποίες οφείλεται εν μέρει το γεγονός πως διαβάζεται άνετα ακόμη και σήμερα. Οπωσδήποτε μια τέτοια τακτική δεν είναι χωρίς προδρόμους, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο ποιητής και σούφι Γιουνούς Εμρέ. Αλλά η ποιητική του σχέση με την παράδοση δεν εξαντλήθηκε στη γλωσσική τόλμη. Συνέχισε παίρνοντας μαθήματα από τη διαύγεια και τη μελωδικότητα, ιδίως των σούφι ποιητών. Όπως κι εκείνοι, αναζήτησε την αλήθεια του υπαρκτικού γεγονότος στην πηγή του, εκεί που δείχνει τα δόντια του, για να κρύψει την τρυφερή καρδιά του. Ο Βελί τραγούδησε τη ζωή σε όλο το σκοτεινό μεγαλείο της και ο αναγνώστης μπορεί να εκπλαγεί κάποτε, αναρωτώμενος πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να αντέξει τόση σκληρότητα γυμνή και να την ντύσει με λόγια που όταν ξεπεράσει κανείς τον επιφανειακό μηδενισμό τους, σπαρταρούν από τρυφερότητα και θέληση για ζωή.

O δρόμος μου είναι άσφαλτος
ο δρόμος μου είναι χώμα
ο δρόμος μου είναι ουρανός
ο δρόμος μου είναι πλατεία
και οι σκέψεις μου!

**

Ο Ορχάν Βελί Κανίκ [Orhan Veli Kanik] γεννήθηκε το 1914 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του, που ήταν διευθυντής της Προεδρικής Συμφωνικής Ορχήστρας, φρόντισε να του εξασφαλίσει υψηλού επιπέδου κοσμική εκπαίδευση, αλλά ο ατίθασος Ορχάν εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο, στα 1935. Εργάστηκε στην Ταχυδρομική Υπηρεσία της Άγκυρας, μέχρι την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που επιστρατεύτηκε. Μετά την αποστράτευσή του, στα 1945, εξασφάλισε θέση μεταφραστή στο τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, αλλά δεν μπόρεσε να εργαστεί περισσότερο από δύο χρόνια εκεί. Η ζωή των δρόμων τον τραβούσε σαν μαγνήτης και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Σε αντίθεση με τον αδελφό του και συγγραφέα που φυλακίστηκε για στάση κατά του καθεστώτος το 1949, ο Ορχάν πέρασε μια σύντομη ζωή, γεμάτη ποίηση, γυναίκες και αλκοόλ. Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1950, από εγκεφαλική αιμορραγία, σε ηλικία μόλις 36 ετών.

**

Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την άδεια του εκδοτικού οίκου Yapi Kredi Kultur Sanat Yayincilik A.S., και υποστηρίχθηκε από το Turkiye’ nin Ceviri ve Yayim Destek Programi.

###Από το Βακχικόν στο http://www.vakxikon.gr

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_8765

Ω ΣΕ ΠΟΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ω σε ποιάν άνοιξη

ποιό τραγούδι χιονισμένο

ανοίγει τα μεγάλα μάτια του

πουλιά με γαλάζια μαύρα φτερά

μια λάμψη από παγωνιά

                       αθάνατη

γιαλιστερή σα μαχαίρι

ω απέραντα παιδικά μου

                             χρόνια

ω απέραντή μου τώρα

με αίμα

νεότητα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΣΦΡΑΓΙΔΑ

Ή

Η ΟΓΔΟΗ ΣΕΛΗΝΗ

1964

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Ο ήλιος είναι πράσινος

τα δέντρα καίνε

περιμένουνε τα χελιδόνια

οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές

δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια

μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας

τώρα τα χέρια και τα πόδια μας

κρέμονται στα δέντρα.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962

View original post

Νικος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Έργο Magnus Zeller

Θα πει

Τώρα ανοίγω πόρτες πούναι μόνο δικές μου

Καθένας τώρ’ ανοίγει τις δικές του πόρτες

Καθένας τώρα βλέπει τα
          
δικά του πράγματα.

Κι αν τύχει να βρεθούμε μπρος στα ίδια πράγματα
          
τα βλέπουμε
          
με χρώματα και σχήματα ο καθένας
          
διαφορετικά.

Κι αν τύχει να τα ιδούμε με
          
τα ίδια χρώματα
          
και με τα ίδια σχήματα τα βλέπουμε
          
όχι στην ίδια θέση
          
όχι απ’ την ίδια θέση
          
όχι στον ίδιο χρόνο.

Κι αν δούμε ακριβώς τα ίδια πράγματα
          
στην ίδια θέση από
          
την ίδια θέση
          
στο ίδιο χρώμα και
          
στο ίδιο σχήμα
          
στον ίδιο χρόνο ακριβώς
          
θα πει
          
θα πει πως ανοίξαμε την
                    
τελευταία
                     
πόρτα.
           
***
 
Σόμπα

Με ποιόνε απόψε να μιλήσω Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και

Μπήγεις τη ζαρωμένη σου γροθιά στον τοίχο, Σόμπα

Κι αν είναι ντενεκένια η καρδιά σου και στις φλέβες σου

τρέχει πετρέλαιο ξέρω πως

Είσαι ενσάρκωση του ʼγνι και απόγονος

Της σπιτικής θεάς Εστίας και ξέρω πως

Είν’ η ψυχή σου από φωτιά∙ α πόσο χαίρομαι

Σόμπα ν’ ακούω εκείνο το

Λαμπαδολαμπάδιασμα της ψυχής σου και

Να νιώθω την

Με τα γαλάζια της ποδάρια ριζωμένη στο πετρέλαιο να χορεύει

Τη φλόγινη γύμνια της

Απλώνοντας τη ζέστα στη σάρκα μου

Στα ρούχα μου, στα βιβλία μου, σ’ όλη

Την κάμαρά μου, ακόμα και… α Σόμπα

Πόσο με συντροφεύει η ψυχή σου εδώ μες στο κελί μου

Πόσο μου δίνει δύναμη να υφαίνω

Το κάλυμμα ετούτο του κενού∙ και βέβαια συ

Θαρρώ με νιώθεις σ’ όλα ετούτα Σόμπα

Τι κι αν δεν έχεις μάτια, μύτη ή αυτιά

Έχεις και συ δα τόσες τρύπες, κάτι ξέρεις

Κι όχι μονάχα από τούτα, μα κι απ’ τ’ άλλα

Τα μακρινά κι έξω απ’ το σπίτι όταν

Απάνω στην ταράτσα μού καμώνεσαι

Πως βγάζεις μέσ’ απ’ το καπέλο σου καπνό και τέτοια κόλπα

Το νιώθω, ακούς, μυρίζεις, βλέπεις, ξέρεις για

Τα τρυφερά ποδάρια της βροχής, για τους αγγέλους

Που χορεύουν και στροβιλίζοντ’ α–

λαφροπατώντας με

Νιφάδες χιονιού, για το αίνιγμα

Της ομίχλης

Στην πόλη που γίνετ’ η

Στοιχειωμένη χώρα του δράκοντα. Σόμπα

Γριά μου χιμπατζίνα σιδερένια ζεστή μου γιαγιά

Σόμπα με βίδες και με πόρτα στην κοιλιά σου Σόμπα

Που υψώνεις το βραχίονά σου από μπουριά και… Σόμπα

Άσε με τώρα να γυρίσω την καρδιά σου στο μηδέν

Άσε ν’ ακούω ξαπλωμένος στο σκοτάδι

Της συστολής σου εκείνο το

Σκουριασμένο μερμήγκιασμα, π’ όλο χάνεται,

Ενώ ο νους μου βασιλεύει και ολόκληρος

Βουλιάζω μες στον ύπνο κι εξαγνίζομαι.
 

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (1)

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

*Από τη συλλογή Ars Poetica (1974).
**Από το https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/03/21/george-themelis-ars-poetica-1-%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%B8%CE%AD%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%B7%CF%82-ars-poetica-1/

Jules Supervielle, Δύο ποιήματα

Θαλασσοταραχή

Εσείς πανδοχεία και δρόμοι, εσείς ουρανοί σε αγρανάπαυση,
Εξοχές εσείς, αιχμάλωτες των μηνών του χρόνου,
Δάση εναγώνια που πνίγουν τα βρύα,
Με ξυπνάτε τη νύχτα για να με ανακρίνετε,
Να μια λεύκα που μ’ αγγίζει με το δάχτυλο,
Να ένας καταρράκτης που μου τραγουδά στο αφτί,
Πυρετώδης ένας παραπόταμος ορμάει στην καρδιά μου,
Ένα άστρο ανασηκώνει, χαμηλώνει τα βλέφαρα μου
Και ξέρει να με βρει ανάμεσα σε ζωντανούς και νεκρούς
Ακόμα κι αν κρύβομαι σ’ έναν ύπνο χορταριασμένο
Κάτω από την ταξιδιώτισσα στέγη του ονείρου.
Από τα φοβισμένα βράδια που τάραζε ο βίσωνας
Μέχρι το πρωινό τούτο του Μάη που ακόμα ψάχνει για τη χαρά του
Και που στα πλανερά μου μάτια ίσως είναι μόνο ένας μύθος,
Η γη είναι μια ηλακάτη όπου υφαίνουν ήλιος και σελήνη
Κι εγώ ένα τοπίο που ξέφυγε απ’ τ’ αδράχτι της,
Ένα κύμα της θάλασσας που αρμενίζει από τον καιρό του Ομήρου,
Αναζητώντας ωραίο ακρογιάλι για να ηχήσουν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Η ανθρώπινη μνήμη κυλάει πάνω στη σφαίρα, την τυλίγει,
Φτιάχνοντάς της έναν ευαίσθητο ουρανό με νευρώνες στο άπειρο,
Οι ήχοι όμως κείτονται θερισμένοι σε όλο το παρελθόν του κόσμου,
Η ιστορία δεν μπόρεσε ακόμα να κάνει ν’ ακουστεί μια φωνή,
Και να μονάχη στον πλανητικό δρόμο η καρδιά μας
Λαμπαδιάζοντας σαν ξερόκλαδο ανάμεσα σε δυο όρη σιωπής
Που θα σωριαστούν καταπάνω της με το αεράκι του θανάτου.

*

Προβολή

Αέρινο κοιμητήρι, σκόνη ουράνια,
Όπου με μάτια πιο γενναιόδωρα
Θ’ αναγνωρίζαμε φίλους,
Αέρινο κοιμητήρι, στοιχειωμένο με δρόμους εγκάρσιους,
Μεγάλες λεωφόρους
Και αποβάθρες για αποβίβαση ψυχών κάθε αναστήματος,
Όταν ο άνεμος έρχεται από τον ουρανό
Ακούω το ποδοβολητό
Της ζωής και του θανάτου που ανταλλάσσουν τους δεσμώτες τους
Στα κινούμενα σταυροδρόμια σου.
Να σας ονομάσω φαντάσματα,
Αμαγάλματα σκότους
Σε αναζήτηση σώματος,
Μιας φτωχής ηδονής,
Εσάς που οι πιο σφοδροί σας πόθοι
Θολώνουν τον ουράνιο καθρέφτη
Χωρίς να μπορούν να καθρεφτιστούν μέσα του.
Προσμένετε τη γέννηση
Μιας σελήνης με ράμφος κύκνου
Ή ενός άστρου σε αναμονή
Πίσω από ένα ουράνιο σημείο,
Προσμένετε μιαν αυγή
Κι έναν ήλιο που να ταπεινώνουν λιγότερο
Ή ίσως μια μικρή βροχή
Για να γλιστρήσει αθέατη
Στις άχαρες κατοικίες μας
Η νομάδα σας λεπτή ψυχή
Που την τρομάζουν οι ζωντανοί
Με την αφοσίωση της καρδιάς τους
Με τα κόκαλά τους στερεωμένα κάτω από ωραία σκέπη,
Όλοι ετούτοι οι άνθρωποι που φωνασκούν με το εκφραστικό τους στόμα
Κι είναι περήφανοι για τις άγρυπνες, ύπουλες σκέψεις τους,
Για το βλέμμα τους που διατρέχει τον ορίζοντα ακούραστα.

*Από το βιβλίο Ζιλ Σουπερβιέλ, Ποιήματα, μτφρ. Ντενίζ Ανδριτσάνου, εκδ. Printa