Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα

Το σκουλήκι

Περιδιαβαίνοντας
διαδρόμους νεκροπόλεων
σε στάση βρώσης
αναφώνησα:

“Ω! Άνθρωποι εσείς, δολοπλόκοι.
Νεκρόφιλοι και χαμερπείς”.

***

Ο έρωτας

Ηθοποιός έρωτας
διπολικός και δορυφόρος
έρωτας εργολάβος
γελωτοποιός
σοφός ραβίνος
έρωτα είσαι τρομοκράτης
συ ‘σαι έρωτα ο μόνος επαναστάτης.

***

Περιπλάνηση

Δύο κουβέντες ψέλλισες
μετά από χρόνια περιπλάνησης
στα κάθε λογής εδώλια

Δύο κουβέντες
και οι μηχανές όλου του κόσμου έσβησαν
με μια ταχύτητα φωτός
άνεμοι σε προσπέρασαν
γερμένη πίσω
άλλοτε λεβεντόκορμη

με το δεξί στη μέση, στο σπαθί
ευθεία στάση

και άλλοτε θυσία
Λοξεία στάση
με τα μαέστρικα χέρια σου
δεόμενα δεξιά αριστερά
προς το θεό που είδες
άκουσες και άγγιξες
και που τον έκανες
αιώνια δικό σου

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Παιδιά της Αφρικής, μην προσπερνάτε.
Μη μας αφήνετε σ’ αυτό το μαύρο χάλι.
Σαπίζουμε στην έρημο της πόλης.
Φαντάζουμε φαντάσματα
ναυαγισμένων μύθων.
Απ’ της ευημερίας τους ιούς
γεμίζουν φλεγμονές τα σωθικά μας.
Μη μας εγκαταλείπετε στο έλεος
του Δυτικού πολιτισμού που μας θερίζει.
Δείξτε μια στάλα ευαισθησίας στις γιορτές.
Με είκοσι εμβόλια κατά της ιλαράς
μπορούμε ν’ αγοράσουμε φτηνά
ένα πακέτο κάρτες ανοησίας.

***

ΚΟΙΝΗ ΣΥΝΑΙΣΕΣΕΙ

Έγραψα τα υπάρχοντα στη Νύχτα
κι αποχώρησα.
Ένα φιλί
μια στάμπα αίμα
λίγους στίχους
κι ένα παράπονο σκυφτό
εκτός σχεδίου.

Χωρίσαμε χωρίς αμετροέπειες
καθώς αρμόζει δηλαδή
σε καθωσπρέπει ποιητές
συμβασιούχους.
Τώρα μπορώ
να ωριμάζω ελεύθερος
στο κελί μου.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδ. Μανδραγόρας 2012.

Poetry by Manolis Aligizakis/A Review

vequinox's avatarManolis

!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

SENSUALITY IN MANOLIS’ POETRY COMPARED TO CAVAFY AND YANNIS RITSOS

As history teaches us, the contrast between life and art has made it easy to think of Cavafy in the abstract, as an artist whose work exists free from tradition and attachment to a specific moment in time. This trend has been prompted by the two elements of his poetry for which he is most famous: his surprisingly contemporary theme (one of his themes, at least), and his attractive and direct style.

Certainly there have always been many readers who appreciate the so-called historical poems, situated in magical places of the Mediterranean during times that have been long dead and acrimonious with sociable irony and a certain tired stoicism. (“Ithaca gave you the beautiful journey, / without her you would not have put in the passage. / But now she has nothing to give you,” he writes in what may…

View original post 2,216 more words

Γιώργος Καββαδίας, Τρόμο κρατεί_

Κλαδί που λύγισε ο αέρας…
κάπως έτσι βλέπεις τη ζωή μας.
Ένα κλαδί που το λυγίζουν οι άλλοι, οι πιο δυνατοί.
Έχει όμως ελαστικότητα, επανέρχεται και συνεχίζει να
παίρνει μπόι.
Τα χρόνια όμως περνούν.
Οι εποχές αλλάζουν.
Χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο,
και πάλι απ’ την αρχή.
Κι είναι ξανά οι ίδιοι άνθρωποι που σε λυγίζουν.
Πιο μεγάλοι, πιο δυνατοί πια.
Κρατιέσαι καλά και πάλι, μα για πόσο;
Οι ρίζες θα κλονιστούν,
οι φωτιές θα σε τρομάξουν,
και στο τέλος η φωνή θα σπάσει.
Κι η σκέψη άλλα θα σου λέει,
θα παραμένει κόκκινη από το αίμα εκείνων που πρέπει να πληρώσουν.
Οι πράξεις σου θα πνίγονται.
Μα τα θεμέλια τα σάπια, σιγά-σιγά, θα μετατοπίζονται.
Το δάσος θα πνίξει τη μεγαλόπρεπη πόλη στο ίδιο της το λίπασμα
και θα βλαστήσουν τ’ άνθη της ελπίδας μας ξανά.

1/3/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι των Γιάννη και Χρυσόστομου Ντούβαλη και περιλαμβάνεται στη συλλογή. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

Μίλτος Σαχτούρης, Επτά ποιήματα

Ο καθρέφτης

Στη Νόρα Αναγνωστάκη

Σα γύρισε ο καθρέφτης μου
στον ουρανό
φάνηκε
ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο
από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

***

Ο ποιητής

Σα θα με βρούνε πάνω στο ξύλο του θανάτου μου
γύρω θά ‘χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός
μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει
κι έν’ άσπρο πουλί, από πάνω, θ’ απαγγέλλει μέσα
σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.

***

Το χρυσάφι

Κάποτε
θα σταματήσουμε
σα μιά γαλάζια άμαξα
μέσ’ στο χρυσάφι
δε θα μετρήσουμε τα μαύρα
άλογα
δε θά ‘χουμε τίποτα ν’ αθροίσουμε
δε θά ‘χουμε πια τίποτα
για να μοιράσουμε
κρατώντας
ένα ξύλο
θα περάσουμε
μέσ’ απ’ τη μαύρη τρύπα
του ήλιου
που θα καίει

***

Κυριακή

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
τρίζουν από ύπνο αθώο
τα δόντια μέσα στην καρδιά μου
το πεθαμένο το παιδί
δεν ξενιτεύεται
πάει κρατώντας ένα
κόκκινο σκυλάκι
μέσα στο μαντίλι
τέρατα περπατούν
ανάποδα στα όνειρα
φυσάει ένας άγριος αέρας
πάνω απ’ τις λεμονάδες
πετάει μιά νυχτερίδα
σαν πικραμένο ευαγγέλιο
μ’ ένα μαύρο πανί
μία γυναίκα
σκεπάζει το φεγγάρι

***

Η φεγγαράδα

Από αίμα πουλιών πλημμυρισμένο
κρυμμένο μένει το φεγγάρι
πότε πίσω από δέντρα
πότε πίσω από θηρία
πότε πίσω από σύννεφα
με θόρυβο που ξεκουφαίνει τα φτερά αγγέλων
κάτι θέλουν να πουν κάτι σημαίνει
είναι ακόμα καλοκαίρι
όμως μιά μυρωδιά από θειάφι φράζει το χειμώνα
δεν έχει ούτε καρέκλα να καθίσεις
και οι καρέκλες έφυγαν στον ουρανό

***

Το ποντίκι

Ο ένας να μιλάει για ένα Μάρτυρα
κι ο άλλος ν’ απαντάει για έναν ποντικό
Ο ένας να μιλάει για έναν άγιο
κι ο άλλος ν’ απαντάει για ένα σκύλο
και είναι τότε που μέσα στη μαυρίλα
είδα τον Ποιητή ολομόναχο
και γύρω του να λάμπει
το κενό

***

Το κεφάλι του ποιητή

Έκοψα το κεφάλι μου
τό ‘βαλα σ’ ένα πιάτο
και το πήγα στο γιατρό μου
Δεν έχει τίποτε, μου είπε,
είναι απλώς πυρακτωμένο
ρίξε το μέσα στο ποτάμι και θα ιδούμε
τό ριξα στο ποτάμι μαζί με τους βατράχους
τότε είναι που χάλασε τον κόσμο
άρχισε κάτι παράξενα τραγούδια
να τρίζει φοβερά και να ουρλιάζει
το πήρα και το φόρεσα πάλι στο λαιμό μου
γύριζα έξαλλος τους δρόμους
με πράσινο εξαγωνομετρικό κεφάλι ποιητή

2 ποιήματα | Νίκος Δασκαλόπουλος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

José Hernández. La Metamorfosis

Συνεκδοχή, Μεταξουργείο

[…] η ψυχή, το μάτι, και το χέρι,
έρχονται τώρα σε μια σύνδεση
— Βάλτερ Μπένγιαμιν

Μόλο που γίνομαι άπιαστος
(γίνομαι το άπιαστο),
βλέπω εκείνη την πόρτα.
Ξέρω πώς θα ανοίξει, ξέρω
πώς θα κλείσει.
Βλέπω ό,τι την περιβάλλει,
κάθε λεπτομέρεια, όλη τη
διαδρομή μέχρι εκεί και τα
πάντα από πίσω της που έχω
αφήσει.
Εγώ μπορώ να φύγω, αλλά τα
μάτια μου δε με ακολουθούν.
Πού πρέπει άραγε να κοιτάξουν
για να μη προδοθούν και πώς
να τα μεταπείσω, όταν το μόνο
που θέλουν είναι να κάνουν
ακριβώς αυτό.
Και τώρα θα ανοίξεις πάλι σε
μένα αυτή την πόρτα.

View original post 215 more words

Πελαγία Φυτοπούλου, Τέσσερα ποιήματα

ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ

ο λόγος τους λυσσώδης
ξαγρυπνά πάνω απ’ τα βρέφη
που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις
θα τα στείλουν πίσω
η παράδοση ορίστηκε τη μέρα που γεννάς
άνοιξε τα πόδια σου
σε λίγο θα μας αγαπήσουν

***

ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ

βλέπω προχωρήσαμε όλοι
τους στίχους μας
σ’ ένα πρώιμο απόγευμα
τώρα ας ανοίξουμε
τα παράθυρα
να πάρουμε λίγο
φρέσκο αέρα

Άνοιξε μια τρύπα στον καθένα
Εγώ είχα μεγάλο κούτελο
Άνοιξε δύο

***

ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥ

Εδώ στον ουρανό έχουμε απ’ όλα
Κανένα παράπονο
Οι καλόγριες πετάνε
Κανείς δεν κλειδώνει την ομορφιά
Ζούμε χωρίς κεφάλι
Οι αυτοκτονίες λιγόστεψαν
Πεθαίνουμε κανονικά
Με υποχρέωσαν να κάνω διαθήκη
Σου άφησα μια κλωστή απ’ το γέλιο μου
Με απέσυραν βιαστικά

***

ΕΞΟΔΟΣ

Κάνει ψύχρα
Σκέπασέ με
Χώμα θα βρεις στο ψυγείο

*Από τη συλλογή “Κούκος”, εκδ. Θράκα 2016.

Λουκάς Λιάκος, Δύο ιστορίες

Δαλιδά

Βαρβιτουρική μου ανάγκη χειμώνα. Πρέπει να είσαι μόνη σε αυτό το σκοτεινό (θα πάψω σιγά-σιγά). Πρέπει να είσαι πρόθυμη και αφόρητα δίκαιη, ξέροντας το σώμα, ξέροντας την ψυχή μου. Σκέψου τον Ιταλό τραγουδιστή, σκέψου σύντομα ελευθερώνοντας δάκρυα, πως τα δάκρυα δεν υποψιάζονται κήπους μέσα στη βροχή. Θέλω να πιω τα λουλούδια που φτύνουν. Να είμαι το κακό παράδειγμα, να διαβάζω πάνω στο κρύσταλλο, πρακτικά και ηλικιωμένα να σε αγγίζω, μπροστά στη φωτιά, μέσα σε ενοικιαζόμενα με κόκκινο χρώμα, να σε αγγίζω. Η ανάμνηση, η ανάμνηση στο τρίξιμο που δεν έχουμε ζήσει, η ανάμνηση σε όλη τη γη. Όλα συμβαίνουν μέσα από διακλαδώσεις. Να τρώω ψίχουλα, να ξοδεύω το νοίκι με φίλους. Χειμώνας, το τρίξιμο του κρεβατιού. Περιστασιακά τα πάντα υπάρχουν. Να ένα όμορφο βιβλίο, ένα φιλί κι ένα γέλιο κάθε δεύτερο Σάββατο. Μου άρεσε που τα παιδιά ήταν κρεμασμένα από ένα πέτρινο ακρωτήριο κι άρχισαν να βαραίνουν. Εμείς, σαν σε τελευταία στιγμή περιμέναμε τα πουλιά αναίσθητα να φάνε το βούτυρο. Είμαι άνθρωπος, είσαι ολομόναχη, ψάχνω το ραντεβού μου. Ψάχνω σε έναν άμορφο μονόλογο τις ευχές του πατέρα. Πριν τη μελωδία υπήρχε η νίκη, υπήρχαν τα σχέδια που έρχονται. Επίμονε σιδηρόδρομε, σπίτι από χορτάρι, Ιωάννη μου άγιε, δερμάτινη. Χειμώνας σημαίνει ελατήριο, σημαίνει γάτες σε γροθιά, λάχανο που ξύνεται, ρυτίδες σε κάθε σχήμα και διαδικασίες. Διαδικασίες όπως ο άνεμος να φυσάει από τη μεριά της μπουλντόζας, να φυσάει πράσινα και να φυσάει κίτρινα, από τα αισθησιακά λάστιχα του κατερπίλαρ. Χειμώνας όπως λέμε άλογα ελευθερωτές, όπως λέμε οι ποιητές περιμένουν τις πόρνες. Σφραγισμένος χειμώνας. Έχω κάνει τα μαλλιά μου να βαριούνται και να με κατηγορούν που βαριούνται. Χειμώνας. Ο Οράσιο πεθαίνει γλυκιά μου Λουσία κι αυτοί, αυτοί οι λίγοι που περιφέρονται γεμάτοι κλαδιά, αυτοί θα φρουρήσουν τον τάφο του. Αμήν.

***

Υπάρχει το παράλογο

Είναι χρυσό κι αβοήθητο πλάσμα. Διαλέγουμε αυτά που έχουν καεί, διαλέγουμε το κύπελλο κι ένα άδειο δωμάτιο, τη γη με το μέτωπο της σελήνης. Εσύ κι εγώ ουσία μάταιη δεν είμαστε, το σώμα ή ο κήπος, το άρωμα μιας λιποθυμίας. Ζαλιζόμαστε στο πέρασμα μιας εικόνας μπροστά στο παράθυρο. Ζαλιζόμαστε όπως η γη κι επιπλέουμε στο νερό, γιατί οι ρυτίδες μας είναι ένα ποτήρι κρασί, είναι η ευγένεια της βροχής όταν η μετάνοια του πρωινού μας κάθεται, στα σκονισμένα μας χέρια. Ζαλιζόμαστε σαν και τούτο το φως στο πρόσωπό μας, που πεθαίνει για πάντα.

*Από τη συλλογή «Στροφορμή», εκδόσεις Strawdogs, 2016.

Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ουρανός ήταν ό,τι το καλύτερο
Υπάρχει στο κίτρινο
Θειάφι και αποθέωση
Ήταν το κίτρινο πριν τ’ ονομάσουν
Χρώμα του μίσους
Χρώμα της ζήλιας
Χρώμα της τρέλας
Ήταν η λάμψις και κροκός της αστραπής
Πριν έρθουν οι σημαίες των φατριών
Τα λάβαρα των βασιλέων
Τα κουρέλια των Αγίων
Ήταν οι καλύτερές μας προσδοκίες

Αυτό το χρώμα
Το κίτρινο
Χάθηκε από το πρόσωπο της γης
Ξέφυγε από την Ιστορία

22 Νοεμβρίου 1971

***

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΥ

Φευγαλέα
Συμπαγής και ζωώδης
Πάλι φευγαλέα
Σαν φτερούγα πουλιού και σαν όραμα
Κτηνοτρόφου που βλέπει
Την νεκρή από χρόνια μητέρα του
Γυμνασμένο το βλέμμα της
Ακαριαίο δηλητήριο.

Απ’ τα έγκατα βγαλμένη
Απ’ τον Άδη απεσταλμένη
Μάγισσα της Χρυσής Ορδής
Τατάρου γέννα.

24 Ιανουαρίου 1974

***

ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ

Ο φάρος πάει, χάθηκε.
Του λιμανιού ρημάξανε τα στήθη
Μονάχα η Δύση απόμενε
Ανάλλαχτη
Στο χρόνο και στα ήθη
Σαν του σταυρού απαράλλαχτη
Φλεγόμενη τη Δόξα
Και στην σφενδόνη τ’ ουρανού
Οι σκιές του απέναντι βουνού
Τεντώσανε τα τοξα.

6 Ιανουαρίου 1975

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση”, εκδόσεις Άκμων, χειμώνας 1981-1982.

Λύνοντας σταυρόλεξα | Μαριάννα Πλιάκου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pla

Για να περάσει η ώρα.
Γιατί δεν περνά. Αλλά
στριφογυρνά στο ίδιο σημείο –
μόλις δύο. Τ’ οξυγόνο στη μάσκα σου βράζει
κι σε βάζει σε ύπνο βαθύ. Εκεί,
μπορεί κι εσύ να λύνεις σταυρόλεξα,
σουντόκου, αρτικόλεξα.
Μπορεί να έγινες μωρό, αμέριμνος
στης μάνας σου το στήθος. Ίσως.
Ίσως, πάλι, με τα μαλλιά σου μαύρα κι πυκνά,
να σχεδιάζεις (στωικά) το μέλλον σου,
ξανά. Θα ’μασταν μέρος του άραγε;
Θα ’μουν τώρα, εδώ, να διεκδικώ
το τρία οριζοντίως και τη σκέψη σου;
Δεν ξέρω. Κι μεταθέτω
το ερώτημα αλλού: ουσιαστικό θηλυκό,
πέντε γράμματα, “… είναι ο μόνος τρόπος” –
ο μόνος μας κοινός μας τόπος, θα ’λεγες.
Κι ίσως, γι’ αυτό, να διάλεγες
πάλι εμάς.
Κι η ώρα παραμένει εκεί,
ανήμπορη κι αυτιστική,
τώρα σχεδόν δυο μισή.

View original post