Χρήστος Ζάχος, Τρία ποιήματα

Τα είδη του σκαψίματος

Άγγιξες τα χέρια μου
Τι απαλά που είναι, είπες
Δεν είναι σκληρά και με κάλους όπως παλιά
Έχω πάψει να είμαι χαμάλης
Τώρα το παίζω συγγραφέας
Και τα σημάδια φαίνονται
τα παλιά, όπως και τα νέα
Δεν έχω αλλάξει
Ποτέ δεν άλλαξα
Ο ίδιος είμαι πάντα
Συνεχίζω να σκάβω με τα χέρια
Το μόνο που έχει αλλάξει
Είναι το είδος του σκαψίματος

***

Αρνούμαι

Βρίσκομαι στο σαλόνι του πλοίου
Στην TV παίζει ένας ποδοσφαιρικός αγώνας
Έχω πλάτη στην οθόνη και διαβάζω
Διαβάζω το ΑΡΝΟΥΜΑΙ του Σαμαράκη
Η θέση η οποία βρίσκομαι
ενοχλεί κάποιους
να παρακολουθήσουν τον αγώνα
Η οθόνη και ο όχλος ενοχλούν εμένα
Δεν τους λέω τίποτα
Δεν μου λένε τίποτα

ΑΡΝΟΥΜΑΙ να γίνω μάζα
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να τους συμμεριστώ
ΑΡΝΟΥΜΑΙ να αλλάξω θέση

Ίσως τους τρομάζω
Τρομάζουν που ΑΡΝΟΥΜΑΙ

***

Πόση ποίηση

Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει στη ζωή
στον έρωτα
στον θάνατο
σε ένα βιβλίο
σε μια πρόταση
σε μια λέξη
σε ένα σημείο στίξης
στο κενό…
Πόση ποίηση μπορεί να υπάρχει σε έναν άνθρωπο
ζωντανό
νεκρό
στον κόσμο
σε άγραφες σελίδες
λασπωμένες
από τα στοιχεία της φύσης και τους ανθρώπους
και τελικά
πόση τέχνη ψάχνεις να βρεις στο πουθενά;
Άμετρη
Άμετρη
Άμετρη
Όχι.
ΚΑΘΟΛΟΥ!

*Από το βιβλίο “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Μυροβλύτης

Μ΄αρνήθηκες.

Πότε οι λέξεις ανασταίνονται;
Όταν το νόημά τους,
άσπρο πανί τυλίγεται
στην άπιστη ουρανούπολη
του Σταυροφόρου εσταυρωμένου.

Τα σύμβολα,
μύρα αναμμένα,
δύουν στ΄απόκρυφο ηλιοβασίλεμά Σου.
Για να το δω, άλλωστε,
τον λόφο έκανα βουνό
και τον αέρα θειάφι,
κέρασμα πικρό στης θέας την αντένα.

Για τον Τάσο Δενέγρη

Γράφει ο Ντέμης Κωνσταντινίδης

Ο αμερικανός ποιητής Randall Jarrell, σε ένα βιβλίο απαισιόδοξο για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού, το “Ποίηση και η εποχή” (1), αναφέρει:

Ο ποιητής ζει σ’ έναν κόσμο που οι εφημερίδες του, τα βιβλία του, οι κινηματογραφικές ταινίες του,
οι ραδιοφωνικοί και οι τηλεοπτικοί σταθμοί του, έχουν καταστρέψει, σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ακόμα
και την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν την αληθινή ποίηση, την αληθινή τέχνη κάθε είδους…

Πρόκειται πράγματι για εκείνο το απαιτητικό ξεδιάλεγμα, που αν ίσχυε στις μέρες μας, πολλοί περισσότεροι, ασφαλώς, θα είχαν την τύχη και τη συγκίνηση να ανακαλύψουν έργα, όπως αυτό του πρωτοπόρου ποιητή Τάσου Δενέγρη (1934-2009).

Ο Δενέγρης, με τη “δημιουργική αφομοίωση του προγονικού διδάγματος” (2), καταφέρνει να συνομιλεί με την ποίηση του Καρυωτάκη, ουσιαστικά και χωρίς μιμητισμό, εκφράζοντας όμως το πνεύμα της εποχής του, μέσα από ποιήματα με εξαιρετική δύναμη εικόνων, όπως π.χ. “Ο θάνατος στην πλατεία” ή “Το παράδειγμα του Λεονάρδου”, όπου κυριαρχεί μια πικρή ειρωνεία που ανακαλεί στη μνήμη τα “Ελεγεία και Σάτιρες”. Κάτι τέτοιο όχι μόνον δεν φοβίζει τον ποιητή, αλλά αντίθετα του δίνει δύναμη, του προσφέρει ένα καθοριστικό σημείο αναφοράς, έναν μπούσουλα, ώστε να πορευτεί και να μιλήσει απελευθερωμένος, από δική του γωνία θέασης, για όσα επιτακτικά τον βασανίζουν.

Θέλω να κλείσω τη μικρή μου αυτή αναφορά με μία σκέψη: πόσο σπουδαίο -και επίκαιρο!- μάθημα θα μπορούσε κανείς να κάνει στα νέα παιδιά, τι νοσηρές καταστάσεις και πόσα κακώς κείμενα θα είχε τη δυνατότητα να θίξει, διαβάζοντας σωστά εκείνο το περίφημο ποίημα του Δενέγρη, από τα Κ.Ν.Λ. της Γ’ Λυκείου, “Οι κατάσκοποι”:

Δεν φοβάμαι το ρεύμα των ποταμών την αγρύπνια και το λεπίδι
Μόνον τους κλητήρες
Και τις κυρίες που πίσω από καρότσια νηπίων κατασκοπεύουν
στο διάβα σου.

Όσο για τις αράχνες τρομάζω το σιωπηλό τους περπάτημα
Κι εκείνη τη μεταφυσική ικανότητα να στέκονται στο ταβάνι
Παρακολουθώντας με σκοτεινό μάτι τη σκέψη σου
Δίχως να βγάζουν τον παραμικρό ήχο φωνής.

Σημειώσεις
1.Leo Lowenthal, Για μια κριτική θεωρία της λογοτεχνίας, Ρόπτρον, Αθήνα, 1990.
2.Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, Τάσος Δενέγρης: οι “γενεαλογικοί” άξονες της ποίησής του, Ε-poema.eu

*Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://www.vakxikon.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%BF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CF%81%CE%B7/

Constantine Cavafy//A discussion

vequinox's avatarManolis

CONSTANTINE  P. CAVAFY a discussion

Constantine P. Cavafy, along with a few other twentieth century Greek poets such as George Seferis, Odysseus Elytis, Yiannis Ritsos, Kostis Palamas and Andreas Kalvos, established the revival of Greek poetry both in Greece and abroad. They emerged as the new era of contemporary Greek poets at a time when the use of the Greek language was swept by the conflict between the old, “καθαρεύουσα—katharevoussa” traditional form of language and the more common “δημοτική—demotiki”, plebian or demotic as it was called.

Cavafy used both the traditional and the demotic modes although mostly the latter; he spent most of his life in Alexandria under the influence of the almighty Greek Orthodox Church and the day before his death he took communion as if to declare that he was ready; as if he was prepared for his transformation, from the modern poet, Konstantinos Petrou Kavafis of Greece…

View original post 2,503 more words

Δώρα Κασκάλη, Ανάνηψη

Έλα, βγες από τις λέξεις.

Λάβε δέρμα, νεύρα, φλέβες και οστά.

Δραπέτευσε απ’ το μυαλό μου

τα κάγκελα είναι χάρτινα.

Πήγαινε, ψάξε το γνήσιό σου.

Εκείνο αναπνέει τη ζωή. Ξεχνάει. Γερνάει.

Μην κατοικείς στην αθανασία.

Είν’ άχαρη η αιώνια μοναξιά.

Σε σκοτώνω εντός. Χαρίζω αμοιβαίο γλιτωμό.

Δωροδοκώ με φιλί ζωής.

Απαγκιστρώνω τη μικρή μου πεταλούδα

απ’ το βελούδινο φέρετρό της.


Πάνω στο κορμί μου θα κατοικείς.

Λάζαρε αρνητή. Θαύμα τραύμα.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Αλληλεγγύη
την ψάχνω στις μέρες μας.
Άγνωστη λέξη.

*

Άσπλαχνη σκόνη.
Σκεπάζεις τα έπιπλα
και τη μορφή της.

*

Όμορφες σκέψεις.
Πάλεψε όσο μπορείς
να γίνουν πράξεις.

*

Κρασί δυνατό.
Στο άγγιγμα ζαλίζει
με τα χείλη της.

*

Είπα στην πληγή
να μείνουμε δύο φίλοι.
Την παντρεύτηκα.

*

Σβήνουν τα φώτα.
Σε δρομάκια σκοτεινά.
Ζωής αυλαία.

*

Κολοκαιράκι
μα δεν ψάχνω για δροσιά.
Μέσα μου βρέχει.

*
Εμπιστοσύνη.
Πότε τη συνάντησα;
Έχω ξεχάσει.

*

Θα το τολμήσει.
Για λίγο το σκέφτηκε
κι έκανε πίσω.

*

Έξυπνες βόμβες
μ’ ακρίβεια ευστοχούν.
Τρεις μόνο στίχοι.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, εκδ. Μανδραγόρας, 2016.

Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ρους και ροή

Θα ’θελα να ’μαι ένα πουλί στην κουπαστή του χάους
σώμα από λάμψεις που ψαύει
ανείπωτες εκδοχές
μια γλώσσα εντός μου ορφανή
λέξεις που θραύονται
αναζητά την οδό για το απρόσμενο
μια διαδρομή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή της
και δεν αναρωτιέται
όπως οι βράχοι απολιθωμένη ηχώ των ακτών
ακίνητοι πορεύονται χωρίς να ρωτάνε

Πλάι μου κάποιος μιλάει στη γλώσσα του ωκεανού
φεύγοντας να δει την ετοιμόγεννη αθωότητα
περιπλάνηση στο συμπαγές κενό
σκαρί σκουριασμένο επιμένει
στη σελίδα που τέλειωσε και δεν λέει να γυρίσει
ένας αγέρας ανώνυμος σηκώνεται μέσα του
ρους του βυθού αδιόρατος ερχομός
συντρίβεται η στιγμή και παίρνει
όλους τους δρόμους που οδηγούν στο θαύμα
ολόκληρη η ζωή του άγρυπνη χίμαιρα
να πει μια μόνο λέξη θέλει
βαθιά και αδυσώπητη
για να πιστέψει

Πίσω απ’ το γενεαλογικό δέντρο της αιωνιότητας
αποτραβιέται το χρυσόμαλλο δέρας
η τραγωδία του μακρινού σινιάλου
στο αόρατο κέντρο του ανεξήγητου
η…

View original post 226 more words

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Δύο ποιήματα

Artwork: Kamil Vojnar

ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Βρέφος της Άρνισσας κόρη αντάρτη 

Χαμένο νήπιο σε οικοτροφείο της Πράγας 

Μαθήτρια στο χωριό του Μπελογιάννη 

Έφηβη φυγάς στην Ιταλία 

Παράνομη πρόσφυγας σε στρατόπεδο στη Ρώμη

Άπατρις δίχως ιθαγένεια στο Μάλμε 

Πολίτης του κόσμου πλέον στη Στοκχόλμη

Ζωή εφτά φορές κομματιασμένη

θρυμματισμοί θαμπού καθρέφτη

Εφτά θρυμματισμένα προσωπεία 

Με τόσα θρύψαλα 
θαμπά γυαλιά καρφιά

πού φως κουράγιο πού

να δέσεις την κοτσίδα μ’ ηλιαχτίδα

Καθρέφτες καθρεφτίσματα 

λάμψεις φωταγωγίες 

χαμένη υπόθεση 

άγνωστες λέξεις

***

KÄRLEKSLÅS*

Στον βραδινό περίπατο
διέσχιζε ανελλιπώς τη Västerbron*
Κάθε φορά στεκόταν μ’ έκσταση σχεδόν
μπρος στα κλείθρα του έρωτα
αραδιασμένα στο κιγκλίδωμα
Τελετουργικά τα μέτραγε ένα ένα
απότομα σταμάταγε το μέτρημα
έτρεμε σύγκορμη
ανατρίχιαζε
Πάνω απ’ το κιγκλίδωμα
κοιτούσε τα εβένινα νερά
να την καλούνε με σαγήνη
– στον ύπνο πάλι κείνο το βρέφος
ζητούσε τη μανούλα του
τσίριζε την καλούσε με θυμό
μ’ απόγνωση
κι ύστερα πέτρωνε-
Κλειδί δεν είχε αυτή να ρίξει στα νερά
χωρίς το άλλο χέρι πώς
Αυτή κλειδί και κλειδωνιά μαζί
και τ’ άλλο χέρι πάλι αυτή
Αυτή να ρίχνονταν
στα σκοτεινά νερά
Έρωτα ανεπίδοτο
αγάπη Πρώτη βρεφική
βίαιο ξεριζωμό
να κλείδωνε

*Kärlekslås = κλείθρο του έρωτα
**Västerbron = Δυτική γέφυρα στο κέντρο της Στοκχόλμης

***Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδόσεις «Μελάνι».

Μανόλης Κουμαντάκης, Το πολεμικό σινεμά

Μπήκα στο στρατό ξέροντας ότι θα παίξω σ’ ένα σινεμά
κι έπειτα θα βγώ να πω στην γκόμαινά μου πιά παραμύθια χοντρά.
Ακόμα και νεκρός όταν πέφτεις
κάποια εικόνα του σινεμά και μουσική μελαγχολική θα μπορείς να συνθέτεις. Συνθέτης και σκηνοθέτης.
Μα της φρίκης του στρατού έγινα ένας ικέτης.

Στο σινεμά ο Ράμπο Πι.Χι.
μπορεί και ποζάρει και σκοτώνει κάθε τρομοκράτη και κομμουνιστή.
Έτσι και εγώ θα καμαρώνω που μοντέρνα όπλα θάχω να βιδώνω
και σεξουαλικά θα τα χερουκλώνω.
Ακόμα κι αν θα πέσω σαν ένα κλώνο
δέκα δισεκατομμύρια μάτια θα με δούν σε σινεμά φανταστικά στον ντουνιά.
Είναι ωραίο να σκοτώνεις σκεφτόμουνα
και παρ’ όλο που το στρατό λόγω φασισμού εχθρευόμουνα
από το μιλιταρισμό γοητευόμουνα
ξεχωρίζοντας τους μιλιταριστές από τα φασιστόμουνα.
Η ταξική κοινωνία τη φρίκη έχει μελοποιήσει
το θάνατο θα σου σκηνοθετήσει
έτσι που και ο θάνατος θα σε ευχαριστήσει
όταν ο καταπιεστής την σκανδάλη σε σένα πατήσει.
Αφού είδα ότι ο στρατός εξαφανίζει κάθε είδους ποιητική συμφιλίωση με τη φρίκη
και ο σινεμάς του μυαλού αποδείχτηκε φρικιαστικό χαλαμπαλίκι
φοβάμαι ακόμα κι ένα παιδάκι που κρατά στα χέρια ψεύτικο πιστόλι.
Έχουμε το διάολο του φασισμού και του πολέμου μέσα μας όλοι.
Χουφτώνω το κρανίο μ’ ανελεύθερα χέρια
σ’ αυτά τα φρικτά ελληνικά μιλιταριστικά τούτ’ ασκέρια
και βγάζω εικόνες ωμές με νηστέρια
την ψυχή ματωμένη εναέρια
της απελπισίας θητεία κι ιέρεια
κάτω απ’ του φασιστικού κέντρου τα αστέρια.

Ονειρεύομαι μια καλύβα στην άκρη της ζούγκλας ζεστή
πλάι σε μια θάλασσα ηδονιστική
όπου καμμιά ντουφεκιά δεν θ’ ακουστεί
και δεν θα υπάρχουν όπλα και οπλοβαστοί.
Και δεν θάμαστε δεμένοι μ’ ένα όπλο
και την πλακέτα αναγνωρίσεως πτωμάτων σε κάποιο λόχο.
Όπου κοιμόμαστε φέροντας μονίμως στο λαιμό το ασιμί μας
γουρούνια στην μοντέρνα εποχή μας,
μήπως και πεθάνουμε κάποια μέρα και ξεκολλήσουν απ’ το γυμνό λαιμό
του ασιμί τον νεκρό τον αριθμό…

Εγώ είμαι κρέας για τα κανόνια
είμαι κρέας για σωφρονιστικά καψόνια
όχι σινεμάς και πρωταγωνιστής στο σινεμά με γοητρόνια.
Γαμώ τα γαλόνια
πούναι πάνω από τάφους αηδόνια.
Στο σινεμά σταμάτησα να πηγαίνω
γιατί είναι σαν τον στρατό όταν μπαίνω
και βλέπω στην οθόνη κάποιο φασιστρόνι
γοητευτικά να σκοτώνει.
Μεγάλο ψυχολογικό καψόνι.
Για να με εθίσουν στο φρικτό θέαμα το κοινωνικό.
Στο πυροβολικό
τα βλήμματα των 90 κιλών τα λένε μπέμπηδες
κομματιάζουν σπίτια, νταλίκες νταλικιέρηδες
μπουλντόζες μπουλντοζιέρηδες
ζαρτινιέρες ζαρτινιέρηδες
εκπυρσοκροτούν τα μέλη τους στους φρικτούς αέρηδες
κι είναι ωραία εικόνα για του σινεμά τις έριδες,
για του θεατή τα υποσυνείδητα κενά
και για τα αισθήματά του τα νεκρά
και αφήνουνε και κέρδη εμπορικά
κι όλα πάνε καλά
αλλοιώς τα ανθρωπάκια που πηγαίνουν σκλαβωμένα σπίτι δουλειά
δεν θα καθόντουσαν στης αθλιότητας τ’ αυγά.
Φρικάρω από τρομώδη συγκίνηση
όταν βλέπω ένα βλήμα σε κίνηση
προτιμώ να κάτσω γύρω από μια φωτιά
να την κυττώ στα μάτια ζεστά να χτυπά
και να μην υπάρχει ούτε υποσυνείδητη μνήμη
από βόμβες στρατόπεδα, θανατοέτοιμα κτήνη.
Ας πιάσουμε πια το φάντασμα της λευθερίας απ’ την κνήμη,
έτσι που το τέλος του θάνατου χαρτί θα μας απονείμει.
Στη μνήμη
όλων των νεκρών συντρόφων που σκοτώθηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των νεκρών στο ‘ Αουσβιτσ και το Νταχάου που κάηκαν χωρίς φιλμ.
Στη μνήμη των παγκόσμιων πόλεμων.
Τέλος, στο τέλος του φιλμ των εμπόλεμων.
Δεν έχει τέλος τούτη η στροφή
ούτε και το θρίλερ του πολέμου τελειώνει πάνω στο χαρτί.
Κι η μάχιμη θητεία διαρκεί
στη Ρόδο την κοσμοπολιτική κοντά στην πρώτη γραμμή.
Ξανθές τουρίστριες χαζές
μας ζητάνε να τους πούμε ωραίες ιστορίες όμορφες μιλιταριστικές
και μείς για να τις βγάλουμε γκόμαινες αυτές
τους λέμε πως είμαστε αλεξιπτωτιστές.
Παρ’ όλο που έχουμε κοιλιές.
Δεν τις προσέχουν αυτές.
Και φθιάχνουν γενναίους ήρωες με τις φάτσες μας τις κωμικές.
Γυρνώντας στην Αυστρία
λένε μια ιστορία.
Στη Ρόδο που πήγα
γνώρισα ένα μεσογειακό γορίλλα
μ’ έσφιγγε με τα πρωτόγονα χέρια του
έτσι όπως σφίγγει ο αλεξιπτωτιστής τα ταίρια του
κι εκεί στην ντισκοτέκ
μούπιασε τον κώλο για ένα φλέρτ.
Και με ξέσκισε με το κτηνώδη σώμα του
έτσι όπως αφήνει ένας έμπειρος πολεμιστής νεκρό το πτώμα του.

1986

*Από τη συλλογή “Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα – Αναμνήσεις από στρατόπεδα συγκέντρωσης της κοσμοπολίτκης Ρόδου”, Εκδόσεις Επόμενη Επανάσταση, Ηράκλειο 1988. Ευχαριστώ τον Θεόδωρο Μπασιάκο που μου έστειλε το βιβλίο.

Ξορκίζοντας φόβους – Δημήτρης Τρωαδίτης «Με μια κόκκινη ανάταση», εκδ. Στοχαστής

Γράφει ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος*

Στις μέρες μας, εκδίδονται αρκετά ποιητικά βιβλία, τα οποία μιλάνε για σύγκρουση με το κατεστημένο, στηλιτεύουν την σύγχρονη κοινωνία και ζητούν την αλλαγή της, ενώ αρκετά από αυτά αναφέρονται σε επαναστατικές ανατροπές. Όμως, οι περισσότεροι ποιητές, στην προσπάθειά τους να γράψουν ένα είδος επαναστατικής ποίησης, ξεχνούν την ποιητικότητα και καταλήγουν να γράφουν επαναστατικά μανιφέστα, που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ενδιαφέρον για τις ιδέες, που προωθούν, όμως, δεν είναι ποίηση. Υπάρχουν και λίγες ποιητικές συλλογές, που καταφέρνουν, χρησιμοποιώντας ανατρεπτικό στίχο να γράψουν ποίηση, δίχως να χάσουν την ποιητικότητά τους.

Είχαμε, λοιπόν, την ευκαιρία να διαβάσουμε την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Με μια κόκκινη ανάταση», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής» και διαπιστώσαμε, ότι είναι ποίηση.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, εξάλλου ο ποιητής απορρίπτει την παραδοσιακή ρίμα χαρακτηρίζοντας τους ποιητές, που την χρησιμοποιούν αποκλειστικά «δίποδα κολεόπτερα», όμως, παρά την απουσία ρίμας και μέτρου, υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός, που διατηρεί μια μουσικότητα σε κάθε ποίημα, έτσι, που να διαβάζεται αβίαστα χωρίς να κουράζει και αυτό είναι μεγάλη αρετή στη σύγχρονη ποίηση.

Ο Δημήτρης Τρωαδίτης στην ποιητική του συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» γράφει απλά, λιτά και κατανοητά. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Η ποίησή του γίνεται κραυγή διαμαρτυρίας, αγανάκτησης και οργής. Μια ποίηση, που δεν φιλοδοξεί τίποτα άλλο, από το να γίνει σύνθημα στα χείλη του κάθε καταπιεσμένου της σύγχρονης κοινωνίας.

Σε αρκετά σημεία, ο ποιητής γίνεται ειρωνικός, ειδικότερα, όταν αναφέρεται σε εκπρόσωπους της αστικής τάξης, όπως, οι κυρίες των τιμών: «που επιδεικνύουν τα αστραφτερά δόντια τους / γιατί δεν έχουν τι άλλο να κάνουν». Ο Δημήτρης Τρωαδίτης δεν διστάζει να χτυπήσει και το κρατικοδίαιτο εκδοτομιντιακό κατεστημένο, που διαφημίζει ορισμένα ευπώλητα βιβλία θεσπίζοντας βραβεία του συρμού: «Μυθιστορήματα ανάγκης / επί παραγγελία / υποψήφια για βραβεία αοριστίας». Όσον αφορά το γιατί γράφουμε ποίηση, ο Δημήτρης Τρωαδίτης είναι κατηγορηματικός: «Όταν γράφουμε ποίηση / το κάνουμε για να ξορκίσουμε / τους πρότερους εφιάλτες μας.»

Σε κάποια ποιήματα της συλλογής «Με μια κόκκινη ανάταση» συναντάμε αρκετά απαισιόδοξες διαπιστώσεις, όπως, ότι «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», ή ότι «ξεμάκρυνε η φύση», ενώ σε άλλο ποίημα αναφέρεται ο ταχυδρόμος, που φέρνει: «μόνο τραπεζικά χρεόγραφα/ λογαριασμούς / αλληλογραφία», που ο ποιητής χαρακτηρίζει: «ασήμαντη χαρτική ύλη / ανίκανη ν’ ανατινάξει / την επαναστατική του φαντασία» και πιο κάτω συναντάμε τις ερημιές που, «κυριαρχούν παντού». Που καταλήγουμε, λοιπόν; Σε μια διαπίστωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει; Σε μια κραυγή, που απευθύνεται σε ώτα μη ακουόντων; Ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν απελπίζεται. «Το σύμπαν είναι άναρχο / κι εμείς επαναστάτες» θα γράψει, φέρνοντάς μας μπροστά στην διαλεκτική μαρξιστική φιλοσοφία, ενώ σε άλλο ποίημα θα αναφέρει ότι μια «κόκκινη ανάταση… δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» και αλλού θα προτρέψει: «να τραβήξουμε απότομα / το δηλητηριασμένο στιλέτο / που μας χτυπά πισώπλατα.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη «Με μια κόκκινη ανάταση» είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή, που έρχεται να κοιτάξει στα μάτια τον αναγνώστη και να αγγίξει την καρδιά του. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει: «Η μόνη αληθινή κίνηση / είναι αυτή των ματιών / όταν αντικαθιστούν / το άγγιγμα της παλάμης.»

* Ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1978. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα βουλγάρικα, στα αγγλικά, στα αλβανικά και στα πακιστανικά. Διατηρεί μόνιμη στήλη κριτικής βιβλίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό http://www.vakxikon.gr. Διαχειρίζεται τα blogs: http://www.poihtikostayrodromi.blogspot.gr http://www.theoharispapadopoulos.blogspot.com

**Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύεται από εδώ: http://fractalart.gr/me-mia-kokkini-anatasi/