Ι
σ’ αυτή τη ζωή, έχουμε κι άγκυρες:
πχ
το φως της μάνας μας,
δεν επιταχύνεται
για κανένα
αδρανειακό παρατηρητή/
ΙΙ
λειτουργείς και δίχως όρια/
πως δεν το ξέρεις,
όταν νηολογείσαι στο Πορτ-ο-Πρενς
βαρκούλα εσύ,
καρυδότσουφλο των τροπικών/
ΙΙΙ
στην κοίλη κολυμβήθρα,
πώς να γλιτώσω από του χρόνου
την αρκούδα;
από τα χέρια μου αρπάζεται
– να μη γλιστρήσει-
και τα δαγκώνει,
όπου βρει/
IV
Όσο ξεφορτώνομαι την ποίηση,
βυθίζονται οι αποβάθρες
όπου ακουμπούσαν,
τα άρρητα φτερά τους οι Αρχάγγελοι/
άπτεροι ερίζουν πλέον
στον ύπνο μου,
για μια μπουκιά Θεό/
V
το δράμα της νύχτας,
αυτό το δρολάπι
από ασημένια κόκκαλα/
και το γαλάζιο κύμα των λύκων μες στο χιόνι/
VI
Νύχτα,
το αγαθό σου πέπλο
είναι ο θάνατος/
της λέω,
καθώς εκείνη με τραβά
στα τάρταρα,
με τη φαρέτρα της εξοπλισμένη,
νεράιδες των λιμνών/
VII
Θαυμάζουμε τους ανθρώπους για όσο διαρκεί, έπειτα πάλι εκπίπτουν μέσα μας, όπως το φως…
Περιμένουν να τους ονοματίσεις
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Που περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά, ω πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
***
Των ημερών μου
Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου
Στη φωτογραφία ο Άρης Αλεξάνδρου αναζητώντας τη νύμφη Αβαρβαρέη στο δάσος της Κομπιένης 84χλμ από το Παρίσι
Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μέσα στις πέτρες.
Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη
Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκους που ‘ καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι η μυρουδίά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τά μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο
παιδί που ξυπνάει.
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας: το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.
Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο
εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.
Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιο ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.
Τότε που ο θάνατς πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος,
είναι η ειρήνη.
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακές σ’ όλη της γης,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη
Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη
Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόμσος με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ ναι η ειρήνη.”
Κοιτάζω το Τέρας που γλείφεται
Για να μπερδευτεί όσο μπορεί με ό,τι είναι γύρω του
Τα μάτια του χρώμα φουρτούνας
Ξάφνου είναι βαλτονέρια που σκεπάζονται με βρώμικα
ρούχα με σκουπίδια.
Βαλτονέρια που πάντα σταματάνε τον άνθρωπο
Βαλτονέρια με μια μικρή πλατεία Όπερας μες την κοιλιά
τους
Ο φωσφορισμός είναι το κλειδί για τα μάτια του Κτήνους
Που γλείφεται
Κι η γλώσσα του
Τοξεμένη ποιος ξέρει από πριν πού
Είναι ένα σταυροδρόμι από καμίνια
Από κάτω ατενίζω τον ουρανίσκο του
Σαν από λάμπες μέσα σε σάκους
Και κάτω απ’ το θόλο σε γαλάζιο βασιλικό χρώμα
Τόξα χρυσαφιά ξεφτισμένα προοπτικά το ‘να μέσα στ’ άλλο
Ενώ τρέχει η πνοή της γενίκευσης στο άπειρο εκείνου του πανάθλιου
γυμνόστηθου παλιάτσου σαν κι αυτούς που βγαίνουν
στις πλατείες καταπίνοντας δαυλιά αναμμένα με πετρέλαιο
κάτω από μια ψιλή βροχή πεντάρες.
Τα σπυριά του Κτήνους λάμπουν εκατόμβες παλικαριών για να
χορτάσει ο Αριθμός
Με τα πλευρά να τα φυλάνε αστραφτερά λέπια στρατοί
Φουσκωτοί κι ο καθένας τους περιστρέφεται μια χαρά πάνω στη
στρόφιγγά του
Μ’ όλη τους την αλληλεξάρτηση σαν τα κοκόρια που βρίζονται
την αυγή από κοπρώνα σε κοπρώνα
Αγγίζουμε τη ρωγμή της συνείδησης κι όμως μερικοί συνεχίζουν
να λένε πως η μέρα θ’ ανατείλει
Η πόρτα ήθελα να πω το Τέρας γλείφεται κάτω απ’ τη
φτερούγα
Και βλέπεις τάχα από γέλιο να χτυπιούνται από σπασμούς
κλέ φτες βαθιά σε μια ταβέρνα
Ο αντικατοπτρισμός που μ’ αυτόν είχαν φτιάξει την καλοσύνη
διαλογίζεται
Είναι ένα κοίτασμα υδραργύρου
Θα μπορούσες να το γλύψεις μονομιάς
Νόμισα πως το Κτήνος στρεφόταν σε μένα είδα ξανά τη βρωμιά
της αστραπής
Πόσο είναι άσπρο στις μεμβράνες του μες στην σβελτάδα των δα σών
από σημύδες όπου στήνεται η ενέδρα
Μες στα ξάρτια των καραβιών του που στην πλώρα τους βουτά μια
γυναίκα με την κούραση του έρωτα να τη στολίζει πράσινη
μάσκα
Μάταιος συναγερμός το Κτήνος κρατά τα νύχια του διεγερτική
στεφάνη γύρω από τα στήθη
Προσπαθώ να μην παραπατώ φανερά όταν κουνά την ουρά του
Που είναι σημαδεμένη άμαξα και καμτσικιά
Μες στην πνιγερή οσμή της κικινδέλης
Απ’ το φορείο το βρωμισμένο με μαύρο αίμα και με χρυσάφι προς
το φεγγάρι
Ακονίζει ένα του κέρατο στο ενθουσιασμένο δέντρο των αιτιάσεων
κουλουριάζεται με φοβερή νωχέλια κολακευμένο
Το Κτήνος γλύφει το όργανό του δεν είπα τίποτα
*Πηγή: Γιώργος Σπανός (επιμ.), André Breton, εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1983, σ. 142-143.
Είναι μια τρύπα χλωρασιάς όπου ένα ρυάκι ψάλλει
Στα χόρτα μπλέκοντας τρελά κουρέλια ασημωμένα
Και λάμπει απ’ το το περήφανο βουνό του πέρα ο ήλιος.
Είναι μια ρεματιά μικρή που αφρίζει απ’ τις αχτίδες.
Ένας στρατιώτης μ’ ανοιχτό στόμα, γυμνό κεφάλι
Και με το σβέρκο στο νωπό τον κάρδαμο χωμένο
Κοιμάται΄κι είναι ξαπλωτός στη χλόη κάτω απ’ τα νέφη,
Ωχρός , σε κλίνη πράσινη όπου χρυσόφως βρέχει.
Με τα ποδάρια στα πλατιά σπαθόχορτα κοιμάται
Κάνει έναν ύπνο ως άρρωστο παιδί χαμογελώντας,
Φύση, νανούριζέ τονε θερμά πολύ. Κρυώνει.
Δε φέρνουν στα ρουθούνια του τρεμούλιασμα τα μύρα.
Κοιμάται με το χέρι στο στήθος μες στον ήλιο,
Ατάραχος. Και στο δεξί πλευρό του έχει δύο τρύπες.