Τάσος Λειβαδίτης, Μοιρολόι για ένα νεκρό

Φεγγάρι, ερημοφέγγαρο/ κριθάρινο φεγγάρι των φτωχών
αγέρα, πικραγέρα/ πολύλαλε αγέρα των μουγγών
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
σταυρώσανε το νιο,/ μήνα Μάη
σταυρώσαν το ροδόσταμο και το λεμονανθό –
ροδιά, δος του το αίμα σου
δος του το φέγγος σου, στερνό του ηλιοβασίλεμα,
μήνα Μάη, σταυρώσαν τον αυγερινό
αχ, το πρωί ήταν ήλιος και δροσιά
το μεσημέρι λάμψη κι όνειρα
το βράδυ ήρθε πικρό κι ολόμαυρο,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το Μάη
ύστερα πλύναν τα μαχαίρια και σκοτώσαν το νερό,
ύστερα κάναν να κοιτάξουν και σκοτώσανε το δειλινό
αστροφεγγιά/ χρυσάφι στο ταγάρι των τυφλών
α, σκύλα αστροφεγγιά, όπυ τους έφεγγες,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
Μεγάλη Παρασκευή των φτωχών
κι ολόρθες οι γυναίκες στα κατώφλια
με τα μεγάλα μάτια τους τον σαβανώνουν,
τα δεντρολίβανα σκύβουν και τον μυρώνουν,
οι άντρες πέρα μες στα καπηλιά
μ’ ένα πικρό τραγούδι τον κατευοδώνουν
τα χελιδόνια έρχονται και τον ανασηκώνουν,
αχ, το πρωί ήταν άνοιξη
το βράδυ μαύρη συννεφιά
το βράδυ ήρθε με δώδεκα καρφιά
το βράδυ γαύγιζε με δώδεκα σκυλιά
το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά
σύγνεφο, πικροσύγνεφο/ γιατί δεν έμπαινες μπροστά
κι από την κοντινή την εκκλησιά
γιατί δεν έσκουζες παρθένα Παναγιά,
α, κάτω απ’ τον άδειο ουρανό,
σ’ ένα σταυροδρόμι απόψε/ μήνα Μάη
μήνα Μάη/ σταυρώσανε το νιο.”

*Από το “Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1”, εκδ. Κέδρος.

1η Μάη..

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_9895

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε

             σου είναι γραφτός ο δρόμος

                                               της συντριβής…

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ.

View original post

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΘΕΑΤΡΙΚΟΙ ΡΟΛΟΙ

Ο άσχημος γελωτοποιός
Περίμενε τη βροχή
Για ν’ αρχίσει να κλαίει.
Μετά έβγαλε τα παπούτσια του
Καβάλησε ένα μηχανάκι
Και με ταχύτητα ανέβαινε στον ουρανό.

Στο μεταξύ, έξω απ’ το θέατρο
Ένας φωτογράφος αποθανάτιζε τη σκηνή
Οι λασπωμένοι δρόμοι ζητούσαν αυτόγραφο
Το βρέφος που γεννήθηκε σήμερα
Έμαθε να παίζει πιάνο.

Δεν είναι δικό μου το παιδί
Δεν ήμουν ποτέ παιδί
Αφήστε για λίγο τους ηθοποιούς
Να εκφραστούν ελεύθερα
Γιατί αν σταματήσει να βρέχει
Τους ρόλους τους
Θα τους υποδυθείτε εσείς.

***

Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα έτρωγε χωρίς πιρούνι
Τους καλούς τρόπους ευγενείας
Τους είχε μόνο για τον πόλεμο.

Ο καλός στρατιώτης
Τις εντολές εκτελούσε σιωπηλός
Αλλά τις νύχτες στη σκοπιά του
Έπιανε κουβέντα με το φεγγάρι.

Ο καλός στρατιώτης
Πάντα πυροβολούσε τις λέξεις
Όταν όμως έπεφτε σιωπητήριο
Ξέθαβε νεκρά ποιήματα.

Ο καλός στρατιώτης
Μάθαινε το ρυθμό του βηματισμού
Μα σαν έμπαινε η άνοιξη
Παραπατούσε από έρωτα.

Ο καλός στρατιώτης
Σκότωνε κάθε μέρα το χρόνο
Και τη στιγμή που απολύθηκε
Νόμιζε πως είχε πεθάνει.

*Από τη συλλογή “Εκτός εαυτού”, εκδόσεις Στοχαστής.

Ο υπερρεαλισμός και η ποιητική της ελευθερίας

N.T.'s avatarΠαιδείας Εγκώμιον

Ο υπερρεαλισμός και η ποιητική της ελευθερίας

Η ομάδα των υπερρεαλιστών σε φωτογραφία του 1933. Από αριστερά προς τα δεξιά: Τριστάν Τζαρά, Πολ Ελιάρ, Αντρέ Μπρετόν, Χανς Αρπ, Σαλβαντόρ Νταλί, Ιβ Τανγκί, Μαξ Ερνστ, Ρενέ Κρεβέλ και Μαν Ρέι

Με επικεφαλής τον Αντρέ Μπρετόν, οι υπερρεαλιστές μετέτρεψαν το ελευθερία – ισότητα – αδελφότητα της Γαλλικής Επανάστασης στο δικό τους τρίπτυχο: ελευθερία – αγάπη – ποίηση

Βιστωνίτης Α., ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/08/2014

View original post 1,732 more words

Τέσσερα ποιήματα του Ηλία Λάγιου – In memoriam

04:49΄ Η ΔΗΩ ΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ

Αυτό το ποίημα είναι η Δηώ, με προεξάρχουσα
την υπόσταση της Δηούς.
Σ’ αυτό το ποίημα η Δηώ μια βάναυση είναι λυκοθυγατέρα
που φωνάζει.
Κόρη μου, σ’ ευγνωμονώ που μου έδωσες τόση από έλλαμψη πολλή•
στο άλλο ποίημα η Δηώ θρυμμάτιζε το φως καθώς λυκάκι.

Λυκάκι λοιπόν. Έτσι είπα σε κάποιο άλλο ποίημα
(ποτέ δεν το ’γραψα• προς τι; Επί ματαίω).
Κάτι τις αν τα ’παιρνα στα σοβαρά• θα θύμιζε ίδρυση της Ρώμης.
Πού να βρεις λεφτά για ν’ αναθρέψεις δίδυμα;

Ρώμος, Ρωμύλος• το λυκάκι ουρλιάζει•
δεν έχω αίμα και ψυχή, δεν έχω πρόσωπο•
δεν μπορεί να εκδώσει τίποτε από εμένα παρά,
ένα στοιχείο από αλατισμένο δάκρυ.
Η λύκαινα η κυρά μου τρέχει αναζητώντας τον χαμό•

χαμού χαμός, χαμότατος, δικός μου ή δικός της,
για μας αδιάφορο.

[Από τη συλλογή Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, 1998.]

***

[από τις Επιστολές στην Δηώ]

Ευδαίμων είμαι, το ξέρω τώρα, μα δεν θα πεθάνουμε ποτέ.
Η ακριβής στιγμή αυτή είναι κορυδαλλός, νερό σγουρό και πικραμύγδαλο,
το κάθε κίνημα του χεριού μου αφηγείται μια υπόσχεση:
στην Κλεομένους 34 που σου μιλώ, συλλάβισέ με.

Δεν έχω μετακινηθεί, όλα σε με προφτάσανε•
Πλούσια μου αφιερώθηκαν καθώς το θερινό φως.
Κάμαρή μου, να μεταμορφώνεσαι σε απεριόριστο τοπείο,
τηλέφωνο, κόκκινο κρασί, έλλειμα ανάμνησης.

Μόνο το ν’ αγαπάς δεν είναι τίποτε.
Εύκολα ο ένας διαχέεται στον άλλο.
Πρέπει να έχης την αγάπη προσδιορίσει,
Σε τόπο και καιρό, με τρόπο, μέχρι τέλους.

***

[από την ενότητα Μillenium]

Στον ευλογημένο τόπο Λεβόν οι λέξεις ήρθαν, εγκαταστάθηκαν
και, για πάντα, εδώ θα κατοικήσουν
Οι λέξεις, πράες και νοικοκύρισσες
Η λέξη διάρκεια, η λέξη αποθυμιά, η ρυθμική λέξη ανάσα
Γεμάτη μ’ όλη την ευωδία του ξημερώματος η λέξη καφές
Καλός εδιάβηκε ο καιρός τους, δοξασμένα τα έργα τους σταθήκανε
Πλημμυρισμένη στάχυα χρυσά η λέξη δρεπάνι
Πριν να σε συναντήσω αγαπημένη κι όμως σ’ ήξερα
Η ευγενική λέξη καλησπέρα, η λέξη επίκληση, η λέξη ερωτηματικό;
Ίσως χαιρέτησα τον άνθρωπο που κάθε βράδυ αφηγείται στις
λέξεις παραμύθια
Η λέξη χερουβείμ, η λέξη ελεβούσιον
Πόσον λαμπρά τα δώρα του Αγαπητού μου και Θεού, πες μου,
πώς να το ξέρω
Όλων των λέξεων τα σπιτικά κατοικημένα από τα μάτια σου
Η λέξη αύριο, η λέξη ονομασία

***

του Χρήστου, παραμονή των Χριστουγέννων

Άρχοντά μου, σβησμένη σάρκα, μάτια χωρίς τα μάτια σου,
σβώλε από χώμα, αχερουσία, μεσάνυχτα του κανενός,
μα πώς βαστάς την τόση απουσία;
Δεν σ’ το ’πανε, ψυχούλα μου, που ο θάνατος νικήθηκε για πάντα;

Σφαλισμένη η πόρτα μου• κλειστά τα παραθυρόφυλλα• μπορείς
να μπης.
Παλιέ μου και μονώτατε, έλα να με γιορτάσης,
ν’ ανάψη η μια στιγμή χαράς, δικιά σου και δικιά μου,
κι αχ, μου δίνεις το χέρι σου κι αχ, μου λες τ’ όνομά σου.

Απόψε οι πεθαμένοι ξαγρυπνούν μες στων κεριών τις φλόγες,
Και μοναχή παρηγοριά τα παιδικά της χρόνια στην Αθήνα•
γίνε αγερίτσα του Θεού και πέταξε εδώ πάνω.
Δεν το ’νιωσες, κορμάκι μου, που ο θάνατος μας κέρδισε για πάντα;

[Από τη συλλογή Πράξη υποταγής (2000).]

http://frear.gr/?p=6539
Η φωτογραφία είναι του Βασίλη Γόνη.

Γρηγόριος Σακαλής, Αγριάδα

Έγινες πολιτικός ρε μπαγάσα
έμαθες καλά τις κινήσεις των χεριών
όταν μιλάς
για να τονίσεις ή να κρύψεις κάτι
το ντύσιμό σου σένιο
θυμάμαι είχες ένα καλό παντελόνι
το βράδυ το έπλενες να είναι καθαρό
για την άλλη μέρα
έμαθες το θέατρο κι ανέβηκες ψηλά
έχεις βίλα στο Πανόραμα
θυμάσαι που μέναμε στην Εστία
σε κείνα τα μικροσκοπικά δωμάτια
όμως μη μου στεναχωριέσαι
που σε μαλώνω
δεν είσαι ο μόνος
υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένανε
όμως αν έχω κάτι να θυμάμαι
από σένα
είναι εκείνο το παιδί στα δεκαεννιά
την αγριάδα της νιότης
που ήθελε ν΄αλλάξει τον κόσμο
αυτό θυμάμαι
αυτό θυμάμαι.

Ποιήματα | Γιάννης Τόλιας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Χορός ΙΙ

Δαιμονικό
το στροβίλισμα
του κορμιού σου

Προσηλυτίζει το βλέμμα

Στην ακόλαστη
θρησκεία
του σώματος

Διψασμένη για λατρεία
Θεά
του σάρκινου κυματισμού

Ματαιώνεις
κάθε απόδραση της όρασης
από το αβάσταχτο

Αδυσώπητη
εισβάλλεις βαθιά
στις κρύπτες των στίχων

Επιβάλλοντας το επιτίμιο

Της λυσσασμένης λαχτάρας.

View original post 243 more words

Επάγγελμα υψίστης δυσκολίας | Χρήστος Κάρτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kartas

Μες στο δωμάτιο υπάρχει ένα παιδί που κλαίει
κάπου το έχω ξαναδεί
αλλά δεν έχω χρόνο να σκεφτώ.

Η θλίψη ξεδιπλώνει τα μαύρα της φτερά.

Ο φανοστάτης τρεμοσβήνει κάτω απ’ το μπαλκόνι μου
σαν βλέμμα ατροφικό.
Κάποιος περαστικός ψελλίζει ένα τραγούδι
που ακούγαμε στην ταβέρνα του κυρ Τάκη στο Περτούλι.

Κανείς δε μένει πια εδώ.
Ζω σε ένα τραίνο που δεν πάει πουθενά
όχι και τόσο ποιητής
για να κατέβω.

View original post 46 more words

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Τρία ποιήματα


Ηλιόχαρις

Και από τον ήλιο δεν καιγόσουν πια
έτσι που σε ασπίδωσαν τα αντιηλιακά κύτταρα
εσύ που έφαγες περίτρανα
κι απέβαλες στημένους όλους τους χυμούς σου
εσύ που ανέβαινες να πιάνεις ηλιαχτίδες
κι ακόνιζες στις ρόδες τους χρυσά μαλλιά
τα βλέφαρά τους

***

Δεσμώτες

Και θα τη χάραζα αγάπη μου στον ήλιο την αυλαία
από καιρό ξεκίνησα
το τέθριππόν μου κουβαλώντας
με λυσσαλέα δύναμη τα γκέμια του χτυπώντας
καλπάζοντας στα ύψη

μόνο σε αυτά τα υψόμετρα
συνθλίβονται τα κρίματα, τα πάθη, τα εγκλήματα
και όλα σου τα σφάλματα

η πίστη και οι όρκοι σου
οι όρκοι σου που τίμησες
που νόμισα πως τήρησες
στέκουν ακέραια εκεί

για τις πίστες όλες
και τους όρκους όλους
όλων ημών των σκυθρωπών
των δεσμωτών του χρόνου.

***

Το τριαντάφυλλο του Ανδρέα

αποφώνηση

Και ήταν ωραίο
το ξημέρωμα που ανέτειλε
μετά από βάθη σκότων χρόνων
που σε αφέντευαν
και η δροσιά που το συντρόφευε
πουλιών κελάηδισμα
φτερούγισμα ψυχής πια σου προσέδιδαν
και μια τέρψη
παρολίγον τόσο δα λυπημένη

Με δύο φτερά αγγέλων κατηφόριζες
τα ίδια μονοπάτια
τις ίδιες σκέψεις τώρα έκανες
του φθινοπώρου χείλη που έκλεινες
περίσσεια η συγκίνηση
που σαν παιδούλα εναγκάλιαζες
της άνοιξης τα χνώτα
σαν και πρώτα

Και ήταν τόσο ωραίο το κύμα
που σε έλουζε
ολόγυρα τριγύρω
και όχι επί τούτου
που έμαθες να περπατάς
και η αύρα που σε δρόσιζε

Με μια πτερύγια καρδιά
τώφρα τα διέσχιζες
με χέρια και με πόδια
ολούθε γύρω πιτσιλώντας
ολούθε γύρω δεν ξεστράτιζε
η αντένα από τη ρότα
σαν και πρώτα

*Από τη συλλογή “Η δίεση των όντων”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2012.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

Παρατυπίες

Μια κάποια μέρα θα ξυπνήσουν
οι θεατές και στην υποθαλάσσια σκηνή
ένα τεράστιο στόμα
πλημμυρισμένο συγκίνηση
από το χιλιοτυπωμένο δέρμα του
εκσφενδονίζοντας τον ίλιγγο

θα πει:

Το εσώτερο μιλά δυνατά
σε όσους έχουν την ικανότητα να ακούν
όσα ο ψίθυρος διηγείται
Πετράδι κόκκινο εισχωρεί στα πελάγη
και η συγκομιδή ξεκινά
Ο πετεινός πάντα την ίδια ώρα καλεί
Η φασολιά την ίδια ώρα γεννά
και η ψυχή κάθε στιγμή και ώρα εγκαλεί
Η προσήλωση στον εαυτό από το σώμα ξεκινά

Μ’ αγαπάς; ρωτά
Είσαι έτοιμος;
και αν ναι
τότε, πόσα κλωνάρια η αφή προσκυνά;
Την όσφρηση ποιου οργασμού η νότα ξεγελά
και η καρδιά πότε χτυπά δυνατά;

Μαγεμένοι όλου του κόσμου στοιχηθείτε.

***

Στην πόλη των Αθηνών

Η σονάτα του ακανόνιστου
του απειροελάχιστου
αυτό,
τ’ αγρίμι
που τριγυρίζει το μυαλό
διαλύοντας τη σάρκα
και προσπερνά
δήθεν αθόρυβα
απ’ τους κροτάφους
διεισδύει στα εξαπτέρυγα
σύμπαντος κόσμου σου,
ανακατεύοντας εξόχως
αίμα,
αρχέτυπα,
φωτόδεντρα και φτέρες
βυθίζοντας Ναύπλιο και φλέβες

και εμείς έκπτωτοι αστοί
μαγεμένοι, πηγαίνουμε στα κλαδιά του να πνιγούμε.