σου ταχυδρόμησα
τα τελευταία γραπτά μου
επέλεξα την γραφή των κεφαλαίων
σε περίπτωση που αυξήθηκε η μυωπική σου ευδιαθεσία
για της αποδοκιμασίας το απόκομμα
δεν βρήκα κάτι ακόμα,
έχεις μουλιάσει στο
κρασί και την ανορεξία,
στείλε μου δυο αντιφιλιά
συγγραφικά
ένα στα χείλη, κι ένα
στο μέτωπο
γραμματόσημο αλληλογραφίας
*
στέκει μια μικρή
φιγούρα τώρα πλάι μου
ενορχηστρώνει τους φόβους σε παιδικό νανούρισμα
και με περιφρουρεί στον μυστικό της κήπο
με χάρτινα λουλούδια και πτήσεις χελιδονιών
στης νερομπογιάς το όραμα
μ’ αγαπάει με τα πρωινά φιλιά κι ας
με ψαλιδίζει στου χαρτονιού της την βροχή,
με καθησυχάζει ότι
θα βάλει όλα τα χρώματα στου τόξου την φαρέτρα
*
ζεστός ο αποψινός χειμώνας
με τρυφερές βροχές
και απομιμήσεις κρύου
έξω από το παράθυρο
ξελόγιασε τα άνθη
του φλεβάρη
Πες μου,
γιατί να γράφεις ποιήματα
όταν δεν υπάρχουν αναγνώστες;
Οι άνθρωποι απελπίστηκαν
και βγήκαν στους δρόμους.
Κι η ποίηση μοιάζει τώρα μακρινή ανάμνηση,
μια τέχνη γραφική….
Εδώ υπάρχει η ζωή που πρέπει να διασωθεί.
Υπάρχουν τα παιδιά
και τα παιδιά δεν μεγαλώνουν με λέξεις
Εδώ χρειάζονται χέρια και σώματα
και περίστροφα
που θα δολοφονούν τους δισταγμούς και τις αναβολές.
2.
Οι δρόμοι της πόλης είναι πιο όμορφοι τη νύχτα.
Περπατάς μονάχος
Ακούς τους ήχους των βημάτων σου
Το ποίημα σού έρχεται στο στόμα
Αβίαστα σχεδόν
Και συ αναρωτιέσαι
αν αύριο θα υπάρχουν δρόμοι.
Αν αύριο θα υπάρχει πόλη.
3.
Οι καιροί μάς σπρώχουν σε δράμα
που δεν υπάρχουν λέξεις να εκφραστεί.
Μέσα σε αυτούς τους καιρούς
σκηνοθετώ την πορεία μου
και αξιώνω κόσμο ομορφιάς.
Άλλοτε ο κόσμος μου ήταν τα ποιήματα
μα δε αρκούν πια.
Δεν παλεύεται η πραγματικότητα
με όμορφα συνσυασμένους τρόπους
και έντεχνη αθωότητα.
‘Εχουν αρχίσει να με ενοχλούν οι αμαρτίες μου.
4.
Κάθε τοίχος και ένα σύνθημα.
Αυτή είναι η Ποίηση που διαθέτουμε σήμερα.
«..Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»
Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.
Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ…»
*Από το βιβλίο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014.
Η μοναξιά μου για σένα διπλώνει το χρόνο ξανά και ξανά ωσότου σταθεί στην άκρη της γλώσσας μου. Αγνάντι παρατίθενται τα αποσπάσματα ενός οποιουδήποτε λόγου ήσουν εδώ. Οι λευκοί τοίχοι αφυπνίζουν τις αποστάσεις από χιλιάδες απύθμενα τώρα στο φιλί της εισόδου σου. Ο ήχος ενός και μόνο κλειδιού συνταιριάζει ολόκληρη την πόλη. Καμία εξίσωση δεν σώζεται, δεν γλιτώνει το θείο σύστημα της εκκόλαψης μας στην απουσία μας. Απλά διευρύνω τα μάτια σε αυτό κι αυτό σε κοιτά. Ένας ενδότερος κόσμος πληθαίνει με ιώδης ταχύτητα για να αφανιστεί μεμιάς και η παραμικρή επιλογή προϋπόθεση ενός σάλτου σε ότι απομένει εκεί δίχως εσένα. Ενέχω τη σίγουρη καρδιά της μίας σάρκας.
Σε χορό αγρίων θα πάμε
Θα δαμάσουμε τη φωτιά
Και με ολόκληρα τοτέμ
Θα ξεθυμένουμε τα ταμπού μας
Ξυλόγλυπτες αφηγήσεις
στην τρύπα του αυτιού
ένας ξαναζωντανεμένος σαμάνος
φοράει νυχτικό
και κάνει ευχές
δυτικού τροπαρίου
θα ανακαλύψουμε την ιθαγένεια
του έρωτα
με
κουλουριασμένες αφρικάνικες μάσκες
και κατεβασμένα από τη βαρύτητα
στήθη
έντονος βρυχηθμός βουντού
η αποφυγή του μοιράσματος
μην κλαις
κι έπειτα πάλι
αυστραλιανό θετικό
το συναίσθημα
μα κρίμα
καθόλου να μην ξέρεις
πώς παίζουν ντιτζιριντού
οι αβορίγινες
και όλοι να σου λένε
να γίνεις πιο μίνιμαλ
αλλά εσύ συνεχίζεις να βλέπεις
το εμπριμέ στην ταπετσαρία του τοίχου
το σκαλιστό στον ώμο της καρέκλας
το ανάγλυφο στη αγριάδα του βράχου
τα χρώματα στη φούστα μιας τσιγγάνας
τις ραφές στις άκρες του βιβλίου
και δεν θες καμιά απλοποίηση φόρμας
που δεν έχει ούλές
και συνεχίζεις
να συμπυκνώνεις σιωπές
όπως οι Εσκιμώοι στα ιγκλού
ολόκληρη ιστορία χιονιού
και αποκόλλησης από βάθος
διά -Κοσμος
να εφαρμόζει σε δύο τρία λεπτά
τούβλα λευκά
τοιχοδομία αφήγησης
στη μέση γούνα και φωτιά
ολόγυρα πάγος
περίγυρος θάλασσα
λιτή και δαντελοπλεγμένη
απόκεντρα
κόσμος
Ανακατεμένα φτερά με σκέψεις
τρελά πάθη ερωτευμένα με
αγριεμένες θάλασσες
σαλεμένα μυαλά αχόρταγα
για λέξεις
και μια ειρήνη ανταριασμένη
στου γερακιού το μάτι
που όλα τα θωρεί
όλα τα βλέπει
αλλά ουδείς πόθησε νύχτες έρωτα
να της χαρίσει
φεύγει στεγνή, απότιστη
ολοένα και πιο μακριά…
***
Βραχονησίδα
κι έψαχνα
κι έψαχνα
το αντάμωμα των ωκεανών
στ’ ανάσκελα
μικρής
βραχονησίδας
που πήρε
μπροστάρη τον καημό
κι από τα χθες
ένα κομμάτι οργασμός
μ’ αντάρα
πληγή στο αίμα
ένα πλουμί
ξελιγωμού
ιδιαιτέρως τραγικό
πως τρέμει
-δέκα λαλούν
ένας μονάχα λέγει-
Πιο παλιός από ένα δένδρο
της φαντασίας
ο δρόμος
ο άμοιρος
πηλός
στεγνός
ανερμήνευτος και μόνος.
***
Γη
Πρόσεχε γλάρε, στα ταξίδια της λύρας μου
φτερά δικά σου, είναι εμπόδιο
και όλο το βάρος του αλλοιωμένου θάρρους σου
κομίζει στα βλέφαρά μου της ανόδου σου τους φόβους.
Πέρασαν πολλά χρόνια ν’ αντιληφθείς
πόση αντίθεση κρύβει η χαρά.
Μεγάλη δυστυχία να φθονείς τον φορέα της δύναμης
και από τις αισθήσεις να αντλείς συμφορά.
Μένω μετέωρος θωρώντας σε κάτω,
χωμένο στα χώματα,
αντί στα ιερά
να θαυμάζεις την εικόνα του Κόσμου
εσύ, να τραντάζεις τα ουράνια.
Η αντάρα σου κατακλύζει το φώς
αυγατίζοντας κύματα σκότους,
για το σώμα
που τα πόδια σου πίστεψες πως δέσμια κρατά.
Κράτα τα πόδια στα σπλάχνα της βάσης, σταθερά.
Προσάναμμα
Το σώμα σου γίνεται αντικείμενο
και ενώ τα γεγονότα ξεκάθαρα δείχνουν
πως τίποτα, τίποτα
δεν υπερισχύει της σάρκας
εγώ ξυπνώ πνιγμένος από το πνεύμα σου
να με κοιτώ, καθώς ορκίζομαι στη γλύκα της ζωής.
Νίκος Κυπουργός & Αφροδίτη Μάνου, Τέλος δεν υπάρχει εδώ
(τραγούδι: Ελευθερία Αρβανιτάκη / δίσκος: Οξυγόνο (2003))
Αντικατοπτρισμοί
Υπάρχει ακόμα μια γη…
Κάπου αλλού, ίσως πολύ μακριά
Όπου και εκεί εξίσου, υπάρχει θάλασσα
ποτάμια και βουνά
Μια γη, όπου ο ήλιος φέρνει το ξημέρωμα
και το φεγγάρι αλυχτάει στην εκκωφαντική
σιωπή της νύχτας
Υπάρχει ακόμα μια γη…
Όπου ίσως εκεί τα μάτια δεν μένουν γυμνά
Και οι σκέψεις δεν είναι απλώς
μια πληροφορία μεταξύ άλλων…
Μια γη, όπου η αβεβαιότητα,
δεν είναι προϋπόθεση ύπαρξης
και οι ποιητές, κοιμούνται ήσυχοι
μέσα στο μπλε των ποιημάτων τους.
Υπάρχει μία γη, όπου τα όνειρα
δεν είναι εγκλωβισμένα στη σκιά του ύπνου
Και οι άνθρωποι πάντα στέκονται στην ίδια θέση
Σαν απολιθωμένα ταξίδια, γυρεύοντας
μια καλύτερη γη…!
Από τη συλλογή Άηχες κραυγές (2001) του Γιώργου Αλισάνογλου
Θα γράψω σήμερα άσπρο στο άσπρο
θα φορώ μόνο άσπρο
θα πίνω μόνο άσπρο
θα τρώω μόνο άσπρο
Και θα γίνω εκείνο το θαλάσσιο πλάσμα
που τρώει φως
στραγγίζοντας τον ωκεανό από το φώσφορό του –
Προς το παρόν
είμαι μια «άσπρη κουκκίδα» στο διάστημα
κι η άμμος στην κλεψύδρα
που κυλάει
είναι κι αυτή άσπρη.
Λευκοί αμμόλοφοι της Αφρικής
κυλάνε μέσα της
Χιόνια από τη Σιβηρία
γλυστράνε μέσα της
Οι θάλασσες λευκές γεμάτες σπέρμα
κάτω από το λευκό φεγγάρι
όπου αστέρια από αλουμίνιο περιστρέφονται αθόρυβα
γύρω απ’ τη γη που τρεμουλιάζει
με τις λευκές φάλαινές της
τα λευκά φαγοκύτταρα
τα λευκά ξασπρισμένα κρανία
και τους αλβίνους της
(Μήπως οι μαύροι ξάσπρισαν
κι έγιναν οι λευκοί;)
Να ονειρεύομαι μια λευκή χορδή
σύμβολο αθωότητας
Αν και το άσπρο είναι το χρώμα του θανάτου
Κι ο κόσμος είναι σα σκάκι του θανάτου
άσπρο στο μαύρο και μαύρο στο άσπρο
«άφωνα πιόνια
σε ασπρόμαυρα βασίλεια».
Ένας άγγελος στέκει στο σταθμό
κουνώντας ελαφρά τις αραχνοΰφαντες φτερούγες του
Ένα άσπρο άλογο
έρχεται μονάχο από ένα ρημαγμένο χωριό
Σε κάθε γωνιά της γης στους σταθμούς
βάζουνε πινακίδες
No pasaran
Γυρίστε πίσω Λάθος κατεύθυνση
Άσπροι προβολείς
εξερευνούν τον ουρανό
Οι πύργοι των αρμάτων στρέφονται
πάνω στα παλιά Τείχη.
Ο άγγελος κουνά σιγανά τα φτερά του
ανασαίνοντας τον ελαφρύ λευκό αέρα
Η γη ανασαίνει και τρέμει μαζί του
Αυτοί που κυβερνιούνται
θα συνεχίσουν να κυβερνιούνται
Η απόλυτη ελευθερία δεν είναι ελευθερία
Έρως εναντίον Πολιτισμού
Αδιέξοδο
Χιονίζει λευκά ντοκουμέντα
Οι πολύ πλούσιοι
γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι
Ένα λευκό γαντοφορεμένο χέρι
βγαίνει από το παράθυρο
μ’ ένα καπέλο για να του ρίξουν χρήματα
Η ασυδοσία δεν είναι δωρεάν
Ο άγγελος
στέκει στην άκρη
της πλατφόρμας
κουνά απαλά τα μεγάλα άσπρα φτερά του
που μάλλον είναι πολύ εύθραυστα
για να μπορέσουν να σηκώσουν το κορμί της ύπαρξης
που συνεχίζει ν’ ανασαίνει αναρχικό αέρα
Και το τραίνο
το τραίνο που ’ναι φτιαγμένο μονάχα από βαγόνια
που έχει μέσα στριμωγμένους τρία δισεκατομμυρια ανθρώπους
στέκεται ακόμα στο σταθμό και τρέμει
και λευκοί φοίνικες σηκώνονται
μεσ’ από τους καπνούς του pinon
Και η «λευκή σφίγγα της τύχης»
κρατά το στόμα της κλειστό
στους ερημικούς δρόμους του μέλλοντος.
*Από τη συλλογή «Τοπία ζωντανών και πεθαμένων» (1979). Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ferlinghetti Ποιήματα», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1989. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.
Λοξές ματιές
στα κιτρινισμένα δάχτυλα
φοβισμένες
αινιγματικές
σαν λυχναράκι του λαδιού
που αργοσβύνει
σαν τον οριστικό χαμό
που έρχεται στα χείλη
σαν την μαύρη νύχτα
την αφώτιστη
που αλώνεται
στο απέραντο της σιγαλιάς
σκιές μεσίστιες σημαίες
αρώματα φυτών που ξεστρατίζουν
ρωγμές σε φόντο καταχνιάς
μέσα της κουρνιάζουν
ερπετά
πτηνά
όνειρα
αχτίδες σεληνόφωτος
κραυγές που παρακαλούν
λυγμοί που οικτίρουν
παράταιρα κεραμίδια
σε τριμμένες σκεπές
σκούρα χαμόγελα
σε υποτιθέμενες
θωπευτικές δονήσεις.