Το
οικοδομικό τετράγωνο της
φαντασίας,
μια σταγόνα ψυχής
και ο φακός να διαθλά τον αρχιτέκτονα.
Γλίστρησα στο υλικό
αρχείου,
μια βιντεοκλήση
και τα
κρεμασμένα μάτια μου,
να σιωπούν στο κενό εκεί που αλλάζει γεύση το φως
καιγίνεται ασήμαντος
θάνατος.
~
Το φαλαινοθηρικό μου,
όπου είμαι,
είμαι και εχθρός μου,
η ευτυχία αλλιώςστο αμπάρι της
πόλης,
μια άδικη δίκη σε κάθε γουλιά:
να,
η ζωή μετά;
ως έρωτας ανεκπλήρωτος.
~
(alexmil)
Άρης Αλεξάνδρου, Διαύγεια πνεύματος
Τό ποίημα κύλαγε
φυσικότατα
οί συλλαβές χτυπάγαν
σταγόνες τής βροχής στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος στίχος
κατακόρυφος άηχος
τίποτα.
Δέν καταλαβαίνω.
Ποιός ό λόγος; πρός τί;
Ξαναδοκίμασε.
Σταγόνες φυσικότατα στόν τσίγκο
μά ό τελευταίος
πρός τί;
Άνασήκωσε τά μάτια, κατάλαβε:
Εμπρός του,
παραβιασμένη
ή έξώπορτα
κι ό διαρρήκτης
νά προχωράει άργά
μέ τίς αιχμές τού όρθάνοιχτου διαβήτη
σημαδεύοντας
ταυτόχρονα
τά δυό του μάτια.
*Από το βιβλίο “Άρης Αλεξάνδρου Ποιήματα (1941-1974)”, εκδόσεις Ύψιλον/βιβλία 1991.
Άμαρτζιτ Τσάνταν, Το τραγούδι των εξορίστων
Το κοράκι κούρνιασε αθόρυβα στις ασβεστωμένες στέγες,
ούτε καν θα μας γνωρίσει σαν επιστρέφουμε
ο ανεμοστρόβιλος θα μας πάρει μακριά απ’ την αυλή
και κανείς δεν θα το ξέρει.
Σε ποιον θ’ ανοίξουμε τις καρδιές μας
όταν η μητέρα που κοιμάται από καιρό δεν ανοίγει τα μάτια της,
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;
Άδεια χέρια, δακρυσμένα μάτια, αυτή ’ναι η ανταμοιβή της ζωής μας
χάσαμε το παιχνίδι
κι ας κυριεύσαμε τον κόσμο ολόκληρο.
Με τη λιακάδα στα μέλη μας διασχίσαμε αποστάσεις πέρα μακριά
η ημέρα έφυγε και η νύχτα φθάνει
τρομάξαμε σαν το παιδί που τρομάζει απ’ τη θύελλα έξω
δεν θέλουμε να μείνουμε καθόλου πια εδώ σ’ αυτή τη φυλακή.
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;
Οι δρόμοι που μας δίδαξαν πώς να περπατάμε τέλειωσαν.
Τα ποτάμια που μας έδειξαν πώς να ξεχυνόμαστε ξεράθηκαν.
Πού να κρύβονται μες στο παιχνίδι των αναμνήσεων
αυτά που πάντοτε ήταν μαζί μας μες στις σκέψεις μας;
Κανείς δεν έριξε ένα βλέμμα σε μας τους περιπλανώμενους τροβαδούρους.
Κανείς δεν πρόσφερε μια μπουκιά στις πεινασμένες μας ψυχές.
Πού να πάμε τώρα
εμείς που χάσαμε τον δρόμο μας τις πρωινές ώρες της ημέρας;
*Από τη συλλογή «Song of the exiles»
Δεν λες ότι κάποιος χάθηκε, αν επιστρέφει στο σπίτι κατά το σούρουπο, έστω κι αν είχε χάσει τον δρόμο ίου τις πρωινές ώρες της ημέρας. (Ρητό των Πανιζάμπι)
**Από το βιβλίο “Φόρεσέ με”, σε επιλογή και μετάφραση Χριστίνας Λιναρδάκη, εκδόσεις Μανδραγόρας, Δεκέμβρης 2014.
Κυκλοφορεί – Ζ.Δ. Αϊναλής, Τα παραμύθια της έρημος
Κυκλοφορεί το 43ο “Ένεκεν” – Αφιέρωμα στην κυπριακή ποίηση
Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα
Το βιβλιοπωλείο στην οδό Αγίου Ανδρέου
Δεν υπάρχει πια…
ταμπέλες ψηλές γράφουν μετακομίστηκε
κάποια πράγματα δεν κομίζονται αμέσως ή μετά
όπως οι διπλωμένες στην άκρη σελίδες για ανάμνηση κειμένων
και λιγότερο γι’ ανάγνωση
όπως η ουρά μπροστά από το ταμείο
όπως οι ραχοκοκαλιές των Aγίων…
γυρεύω το βιβλιοπωλείο στην Αγίου Ανδρέου
άρρωστη βαριά από την έλλειψή του
εκεί άλλωστε περνούσαν οι ώρες
τις ώρες μαζί μου, κι οι ώρες γυρεύουν επίμονα
κάποια πράγματα που δεν μετακομίζονται και δεν μεταναστεύουν
δυναστεύουν, αναστέλλουν γενιές
…ξέρω πως τα παιδιά μεγάλωσαν
μα εγώ το ίδιο έμεινα
τώρα πια δεν αλλάζω χαμόγελο, ούτε κλάμα
καμιά συζήτηση ν’ αλλάξω βιβλιοπωλείο
εκεί οι πλημμύρες της νιότης σώθηκαν
οι σεισμοί των ονείρων στάθηκαν
εκεί, που είχα κρεμάσει τις ελπίδες, καλώδια χωρίς μονωτικά
από το…ό,τι μετακόμισε δεν χάθηκε
σαν έρωτας, βιβλίο, πόλη ο χρόνος
σαν πονιέρης κι ας μην έμαθα ποτέ τι σημαίνει η λέξη πονιέρης
κι αν δεν υπάρχει τι;
Θ’ αλλάξει πώς νιώθω αυτήν
ταύτην την Κυπριακήν μου
ώρα ή aura;
*Από το Βιβλίο πέμπτο, Φωτεινές Λίμνες, Τόμος Νηρηίδες (2016).
***
Οι γλάροι
Περιμένουν να τους ονοματίσεις,
Σαν άσπρα γεμάτα βαρέλια με οίνο
Περνούν με τους πλανήτες
Περιμένουν να φωνάξεις τον κάπελα του ανέμου
Και της γνώσης να κατέβουν
Κι όταν αυτός θα ‘ρθει
Ανοίγουν τα φτερά τους στο μεθύσι
Σαν κάνουλες χαράς, φωνές ξεφαντώματος
Γυμνάζουν τα πόδια στο μεγάλο ταξίδι
Ανοίγουν τα μάτια στις ασύγκριτες μέρες
Μένουν δεμένοι στο ζωνάρι της λεηλασίας του ήλιου
του Νότου
Γιατί… για να φύγουν…μακριά
Πρέπει να δώσουν όλα όσα μαζεύονται στο ράμφος τους
Και είναι πολλά
Είναι ό,τι τους έβαλες να φαν
Για να σταθούν στο είδος τους
Όσα τους έδωσες κι εσύ, για να σε πάρουν μαζί τους!
*Από τη Συλλογή Αγίου Ηλίου του Νοτίου, 2016.
Ανδρέας Καρακόκκινος, Τυφώνες
Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά
βουλιάζουν καράβια
Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.
*Από τη νέα ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό¨που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.
Ειρήνη Παραδεισανού, Άτιτλο
ΑΤΙΤΛΟ
Μην πασχίζετε άλλο. Σας άκουσα
Όλοι εσείς που με κοιτάτε με γνήσια λύπηση
Όλοι εσείς που φτύνετε πάνω μου τα γνωστικά και μετρημένα
λόγια σας
Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;
Νιώσατε έστω για ένα λεπτό
πόσο βαθιά ραμμένη κάτω απ’ το δέρμα σας
βουίζει η κοινή μοίρα;
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
Κι αν ντύνομαι φορές μανδύα αφέλειας
μέσα μου γελώ με την τύφλα σας.
Τροφή μου δίνετε για ποιήματα.
(Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, εκδόσεις Βακχικόν 2016 )
Έψαχνα ένα ποίημα να ταιριάζει με το πνεύμα των ημερών, αυτόν τον πολτό από εικόνες και λόγια άψυχα δίχως ειρμό και προπαντός δίχως τη μοναδική ουσία που έχει ακόμη και η μικρή πεταλούδα με την εύθραυστη ύπαρξή της, ακόμη και το κύμα της θάλασσας που υψώνεται αιτιολογημένα και σκάει στα βράχια σε απόλυτη αρμονία με τη γύρω του αταξία.
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
Να μπορούσα να το φωνάξω αυτό
σε όλους αυτούς που αγορεύουν με υψωμένο το δάχτυλο και την όψη τους παραμορφωμένη από το μίσος
τους γλωσσαμύντορες
τους οπαδούς της ορθότητας
τους ημιμαθείς αυτάρεσκους αγορητές του κενού
τους χορτάτους
αυτούς που ποτέ δεν ένιωσαν τη δίψα στο στέρνο
αυτούς που γεννήθηκαν σίγουροι
αυτούς που εγώ αποκαλώ “άκαπνους”
γιατί ποτέ δεν καταδέχτηκαν να λερωθούν.
Μην πασχίζετε άλλο.
Σας άκουσα.
*Πρώτη δημοσίευση εδώ http://www.artinews.gr/%CE%BC%CE%B7%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CF%83%CF%87%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF.-%CF%82%CE%B1%CF%82-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%B1
Νίκος Καρούζος, Δύο ποιήματα
Λαλώντας απ’ το μέλλον
Δεν έχει stop η ποίηση.
Να προκαλείς αχόρταγες φωτιές
τραγουδώντας τους άχραντους πάγους.
Είμ’ εγώ που σου λέω· που συγκατοικώ
σε υπόγεια υγρασία
με αόρατο τέτανο που καιροφυλαχτεί
και μ’ ανόσιες αράχνες.
***
Χρησμός και Πράγμα
Τι χαίρεσαι; την αθαμβία;
Μα ο θεός νοσεί
σε φρικαλέες αναγκαιότητες
τίκτοντας ελευθερία
πέρκα τραγουδιστή και ηδύχρωμη
στην επιούσια θάλασσα λησμονήσου.
Κωστής Τριανταφύλλου, από το βιβλίο “Κατεδαφιστής”
II .
πέφτουν σταγόνες αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
όποιος τα θελήσει
μπήγονται στο στόμα του
έτοιμος νεκρός
κηλίδες
κάγκελα ιδρωμένα
κατρακυλάει αβέρτα
σκάλες σκαλιά όλη μέρα
γυρεύονται
αλαφιασμένα
περιμένει
πάντα απ’ έξω
λουκετωμένος
ανεβοκατεβαίνει στάζει
η διαφήμιση
φημίζει
τι θυμίζει;
παζαρεύει το χρόνο πέρα δώθε
λεηλασία λεβέντης όποιος προλάβει
ανάσα
κάγκελα
κιγκλίδωμα
καγκελόπορτα κλειστή
ανάβει το παιχνίδι
πλαταγίζουνε οι σημαίες
χαστουκίζονται
δυνατές παλάμες κολυμβητή
δυνατές αποφάσεις
άναψα
κοκκινισμένος
κι ο συμπαθών
ύφος περίφημο και πόζα
το στιλέτο
αετός περήφανος
πατάει την κραυγή η φωτιά
πέφτει το αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
τσακίζουν δόντια
στρατιές
κηλίδες
λαμπαδιάζουν
III .
ενώ ανοίγει
γλιστράει πέφτει το χερούλι
χοροπηδάει με πάταγο
παρουσιάστε άρμ !
έξω παίζουν
κλωτσάει με δύναμη
πιάνει το κεφάλι του
θαυμάζει
δικελλώνει με προοπτική
παράθυρα
διπλανά παράθυρα
δίνουν τα χέρια
δεν παίζουν έτσι βρέ!
τον στήνουν
κλωτσάει
του δένουν τα μάτια παρουσιάστε
αφήνει μισάνοιχτα
κρέμασε η αγκαλιά του
σε ποιόν νανοιχτεί
βαριά τα στήθια της
παίζει εγκεφαλικά
γκαρίζει το λιβάδι
κλείνει τη φασαρία
πέφτει το χερούλι
υπογράφει τη συμφωνία
σταματάει το παιχνίδι
ακυρώνεται










