Γρηγόριος Σακαλής, Κληρονομιά

Στον Κέννεθ Ρέξροθ

Είναι πρωί
κάθομαι τώρα και σκέφτομαι
τι είναι αυτό
που μας άφησες κληρονομιά
ο ντανταϊσμός σου
η παρουσίαση των μπητ
τα δοκίμια
οι κριτικές σου
ο ήλιος βγήκε εδώ και ώρα
φωτίζει όλη την πλάση
δίνει δικαίωμα και αφορμή
για ατέλειωτο αγώνα
για νέα ζωή
και λέω εν τέλει
να! αυτό μας άφησες
τον αγώνα για την ελευθερία
και την ομορφιά
στην τέχνη
στη ζωή
στον έρωτα.

2 ποιήματα, Kerana Angelova | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis

Πέρασμα / Брод

Ξυπόλυτη μέσα απ’ τη σκόνη να βαδίζεις
απ’ το ταπεινό σου σπιτάκι το καλοκαιρινό ως το ποτάμι και πίσω
το βαθύ πέρασμα δίχως να το διαβαίνεις
να περπατάς με μπότες λασπωμένες γενικώς να βαδίζεις
μιας και στης ζωής το πλάνο νομάς μικρούλα είσαι
μιας και δεν έχεις ρίζες απ’ τα φυτά για να διαφέρεις
σου ’δωσε ο θεός τον τόπο αυτό για να τον βαδίζεις
τη σύντομη αυτή απόσταση να μην τελειώνει
απ’ το σπιτάκι σου το φτωχικό
μέχρι του ποταμιού την όχθη και πίσω
εκατοντάδες φορές και να μη τελειώνει

View original post 224 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, δείκτες

λυγμοί και οδυρμοί
σύννεφα αλαφιασμένα
τρεμοπαίζουν στις σχισμές
των ανέμων των χορτασμένων
στις εντάσεις των εαυτών
κινούνται με δείκτες
οδοδείκτες
λεπτοδείκτες
δείκτες χρέους
δείκτες ανάπτυξης
δείκτες ευημερίας
τρομοδείκτες ζόφου
σελιδοδείκτες αλλοπαρμένους
σε λεωφόρους σκαμμένες
συγγράμματα αφιλόξενα
χιλιετίες μακριά
αιωρούνται σε διαστήματα συμφορών
ανύποπτα
αμέριμνα
αμέτοχα
σφυρίζοντας στο κενό
με ίλιγγο
κι ανέμους που μετουσιώνονται
σε σεισμούς
και κατακρημνίσεις

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Από τα “χαρτάκια”

τι ειρωνεία χρόνε κι αυτή

εμείς να είμαστε ελάχιστοι
κι Εσύ
να λιγοστεύεις

*

“πρέπει να προγραμματίσουμε την επόμενη
αντεπίθεση”

σκέφτηκε η ουρά
πριν να χωθεί στα σκέλια

*

απορώ με το κουράγιο των ζευγαριών
το ίδιο
και με το σθένος των μόνων

*

όποιον και να ρωτήσω
μου απαντά
άσκοπα ρωτάω

*
τι κι αν οι λίμνες αποξηράνθηκαν
εμείς συνεχίζουμε το κουπί μας

*

οφείλουμε μια συννενόηση στο πρωτότυπο
ωστόσο λογαριάζουμε
δίχως τα γούστα του μεταφραστή

*

κι είναι ο χρόνος που μεταφράζει τα κορμάκια μας
[στα σανσκριτικά κυρίως]

*

για ό,τι έγινα ευθύνομαι εγώ

για ό,τι απέγινα
θα πρέπει να ευθύνονται
και κάποιοι άλλοι

*

τόσοι και τόσοι ουρανοί
κυκλωτοί αγύρτες

[δεν τελειώσαμε}

*

με πούλησες – σε πούλησα
θέλαμε
δεν θέλαμε

σπουδάσαμε τον καπιταλισμό
απ’ τα μέσα

*

πάντοτε οι σταθμοί αναχωρούν

(αρκετά κράτησε το αστείο αυτό με τα τρένα)

*

ο χρόνος καθώς λέγαμε

αυτός που τα πάντα κληρονομεί
κι έπειτα
προσβάλλει τη διαθήκη

*

πυγμάχος που μετά τον αγώνα
σωριάζει στ’ αποδυτήρια
τον αφοσιωμένο του φροντιστή

*”χαρτάκια”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2016.

Ειρήνη Παραδεισανού, Στο βύθισμα της άμμου

Elmer Bischolft, Figurative art

Μακραίναν τα φτερά στο μαύρο του ματιού σου
αγάπη μου.
Να το’ ξερες.
Στα χέρια σου το κρύο δέρμα
του φύλλου που δεν έπεσε.
Φλέβα χυμός να στάξει στο χώμα
να δέσει το αχνό χνούδι στις άκριες των δαχτύλων
και τα πέπλα να χορεύουν γερτά
στον κοχλία του στέρνου σου.
Ψυχή μου.
Πόσο βύθισμα αντέχει ο πόνος;
Σφυρί σ’ αμόνι γυάλινο η ανάσα σου
και τα πλεγμένα δίχτυα των χεριών σου
τυφλά κουτάβια αδέσποτα από μάνα
ψάχνουν στον κόρφο μου
μια νέα γη.
Να’ ξερες μάτια μου
πόση βοή κυλά στα νερά του ύπνου που με γδύνει
νύχτα που με φυλάκισε στα δάχτυλα της πέτρας.
Έλα στο βύθισμα της άμμου
να χορέψουμε ξανά
μια τελευταία φορά
πριν κοιμηθούμε.
..

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της ποιήτριας στον σύνδεσμο http://wwwpareisakth.blogspot.com.au/2017/09/blog-post.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/StyHR+(%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%AF%CF%83%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7)

Ολιγόστιχα | Βασιλική Λόη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

loi

το “γνωρίζω”
έχει μια άλλη αφετηρία
μια αφηρημένη σύνθεση γραμμάτων
ούτε μια χειραψία
ούτε ένα συγγενή βλέμμα
ωριμάζουν τα ποιήματα
με τη θέρμη της έννοιας
κόβονται από το βάρος του εαυτού μας

***

ένα βρασμένο λάχανο
στο νεροχύτη
ισόβια κάθειρξη στη
διαφυγή και τη λεπτομέρεια
χρειάζεται μαρτυρίες χεριών
κι όχι αναγνώσματα
και δοξασίες

***

με ξύδι και ζάχαρη
ξελογιάζω τη σκόνη στις γρίλιες
με μέλι και βανίλια
πλαγιάζω τ’ όνειρο
στα αθώα ερωτηματικά του

***

μάης και ξημερώνει φως,
ξημερώνει συνήθειες
κι εργολαβίες πράξεων

View original post

Βασίλης Βασιλειάδης, Ποιήματα

ανοικονόμητα κι αταξινόμητα
ό πόθος καί τό πάθος
εκκεντρικότητες αυθεντικές
ολότελα ανάρμοστες
έχοντας φτύσει ή θυμηδία τους τά χρηστά ήθη καί τίς ηθικές
είδα
νά τούς δυναστεύουν απολαυστικά,
νά βιώνουν στιγμές τελείως καθαρές
πού απουσιάζουν οί κοστολογήσεις
καί οί αυτόχειρες μεταμέλειες
είδα
μέ τόλμη αφελή τά συναισθήματα
καί τρόπους ακραίους τίς επιθυμίες
τίς καυλωμένες αλήθειες τους
λιωμένες από τίς φλόγες τής ηδονής
τούς είδα 
καί σκέφθηκα
πώς είναι μεγαλοσύνη ανίκητη
νά βιώνονται ομορφιές καί αξίες μέγιστες
μόνο μέ τά ελάχιστα
αυτά τά τόσο δυσεύρετα
σχεδόν αφανισμένα από τά προγκρόμ τών δικτατοριών τής λογικοβλάβειας,
τόν πόθο,τό πάθος,
τό συναίσθημα,τή φαντασία
καί τό όνειρο,
αυτές τίς λίγες παλαβομάρες
πού σέ κάνουν νά μήν θέλεις ποτέ πιά
νά γυρίσεις πίσω στόν εαυτό σου 
καί στή ζωή πού έζησες 
χωρίς αυτές
τίς ελάχιστες καί τίς δυσεύρετες……

…………….
Όπως έζησα
όπως ζώ
ό,τι θά ζήσω 
σάν μικροσυνέχεια μέσα στή συνέχεια
καί σάν μικρόκοσμος κοινωνικοποιημένος 
μέσα στόν κόσμο τής τυχαιότητας καί τής αναγκαιότητας,
σάν  χρονική στιγμή ή ζωή μου
τής συγκυρίας τής ιστορικής καί κοινωνικής
όπως έζησα 
όπως ζώ
ό.τι θά ζήσω 
στόν κάθε τόπο 
τόν γεμάτο από τά κραταιά κομμάτια τής προύπαρξης του 
καί από τίς ταριχευμένες μυθοπλασίες του
πού ξεπιτούτου ή υστερία του μού επιβάλλει νά τίς δεχτώ σάν αξίες μου,
μέσα στήν απίστευτα μεγάλη φιλοσοφική βλακεία 
πού ή θεωρία τών ορισμών της προσπαθεί νά μέ περικυκλώσει 
μέ υποδείξεις διανοητικές 
γιά τό 
ποιά είναι ή ευτυχία μου
ή ελευθερία μου
τό δικό μου ευ ζείν 
όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά ζήσω 
σάν ερωτόσπερμα τού χάους 
τελείως άπιστο στίς βεβαιότητες 
ακροβατώντας στή σύρραξη μέ όλα αυτά 
πού μέ θέλουν ανάσκελο κανακάρη τους
ασκημένο στήν αποδοχή τών  νύν καί αείν στοιχίσεων 
τόσο πολύ βραχυκυκλωμένο 
πού νά μήν μπορεί τό “έτσι γουστάρω” μου
νά στουκάρει επάνω στήν αναμάρτητη ευγένεια τής Άννας 
αφήνοντας την νά αιμορραγεί σαστιμάρα 
γιά τήν ερωτοχαρή αναίδεια 

όπως έζησα 
όπως ζώ 
ό,τι θά  ζήσω 
έχει σκοπό τελικό 
νά κουβαλάω κάθε φορά 
μέρα μέ τή μέρα 
λίγο μεγαλύτερο βάρος ερωτευμένο μέ τήν αταξία μου καί τήν ελευθερία μου,
αυτό είναι τό δικό μου, τό καθημερινό, τό μικρό 
καί τό τόσο πεισματάρικο 
ευ ζείν
μέ αυτό σκοπεύω νά τελειώσω 
χαμογελώντας 
σάν μείγμα αντιθέσεων 
καί επιλογών ανεξήγητα αντιφατικών 
χωρίς νά ανακαλέσω τίποτε από αυτή μου τή σηματοδότηση 
μέχρι πού καί τό τελευταίο τών κυττάρων μου
θά ψελλίσει 
τό αντίο 

*Προδημοσίευση από τη αναμενόμενη συλλογή “FUCK OFF long poem” από τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ

Είδε το άλυκο τριντάφυλλο,
στη μέση του κήπου ανθισμένο.
τόσο τον θάμπωσε η ομορφιά του
που χαϊδευοντάς το
τσιμπήθηκε.
Τ’ αγκάθια χώθηκαν στο δέρμα του.
Πέρασαν χρόνια.
Το τριαντάφυλλο το ξέχασε.
Τ’ αγκάθια ακόμα τριβελίζουν το μυαλό του.
Έξυπνος πια και προνοητικός,
φοράει γάντια όταν θέλει να τα χαιδέψει.

***

ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ

Άδειες καρέκλες,
η μια δίπλα στην άλλη,
η μια ίδια με την άλλη,
Μέσα τους κρύβουν τόσες ιστορίες.
Στη μια κάθισε μυριόπλουτος εφοπλιστής,
στην άλλη βρώμικος αλήτης.
Να έχουν τάχα διαφορά;
Αφού, σαν έρχεται το σούρουπο
-το σούρουπο που πάντα φτάνει-
αδειάζουν, κάθονται βουβές
και μένουν ίδιες.

***

ΦΩΤΑ

Γύρω μου φώτα,
φώτα μεγάλα,
λάμπουν εκτυφλωτικά,
μάταια προσπαθώντας
να φωτίσουν το διάβα μου.
μα εγώ βαδίζω τρεκλίζοντας
στης μοναξιάς μου τα σκοτάδια.

***

ΟΝΕΙΡΟ

Ανοίγεις τα παράθυρα του νου
να μπει αέρας καθαρός,
να μπει το φως της μέρας.
Βγαίνεις στην αυλή.
Ο ηλιος σε φωτίζει λαμπερός.
Δεκάδες δέντρα απλώνονται στο βάθος,
μύρισε ο άνεμος πεύκο και θυμάρι.
Ξυπνάς, ο ουρανός θολός,
τσιμέντο γύρω σου και σκόνη.

***

ΝΥΣΤΑ

Τις μέρες
τα μάτια σου κλείνουν
εκπιλαρώντας τ’ όνειρο
κι ας τρέμεις τη φωνή του διευθυντή.
Μια και τις νύχτες
ο ύπνος δεν έρχεται
κι η θύμησή της
το νου σου αγκυλώνει.

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόσεις Ρέω, Αθήνα 2010.

Στέφανος Παντελίδης, Πάω γυρεύοντας, Εκδόσεις vakxikon.gr

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, Από το «…ύστερα θα καούν τα σάλια»

Ι
Θα ζύγωνε να μ’ απαντήσει στ’ αντίφως μεθυσμένος μάρτυρας

ξεσπώντας: κι ο ερχόμενός μου στην αναρχία της γείωσης
και η θηλή στην αναστημένη θηλή
κι η θάλασσα ξανανιωσμένη στη θάλασσα καταμεσής…
σώπα…

στο βάζο
τα λουλούδια
προσμένουν την ασπιρίνη
οίκοι
λευκοί
μαίνονται
τα ψηφία
οι ομοιόμορφες σάλπιγγες

«έκσταση»

αγαλλιάζουν οι μήτρες:
καταβολάδες σε παιγμένα χέρια:
της όρθιας γραφής

κράτη και ήρωες
και κειμένων
ιερείς καταφτάνουν
με την ελπίδα
και την ελπίδα
φτάνουν
τρεχούμενα
τα σάλια
πέρα τους — σώνονται κει μεταμοντέρνα

στη διψασμένη γης. Ο παιάνας φυσικά
ολούθε παιάνας
ξεχύνεται
με χαρτιά διψασμένα

πληγωμένα — θα ζύγωνε (αντράλα στη φωνή) τραγουδώντας:
σαν του πλανώμενου μουσκεύει το γεφύρι
φουσκονεριά το είναι είσαι κύρη

κι ένα νερό να μη ρωτιέται…

στη θάλασσα
σώπα…

θα ζύγωνε
κοίτα…

πανήγυρος της νίκης ποιος άραγε
παίκτης διαιτητεύει;
Ο ήρωας συμφωνεί ξεσπώντας: «ωραίος καθρέφτης»
κι αψίδες με χάρη σηκωμένες με τον τρόπο του τέλους
φυσικά
να περάσει
να μην περάσει δικέ μου

πού ο Augustus κεντρικώτερα στου αφηγητή του το νόμισμα;
στου τόπου του την άφεση
(στο Πένθος του)
«αχ τόσο μη αρσενικό — ά
χα στον έρωτα»

κι η υπόληψη της άνοιξης θεσμοθετημένη

έχοντας όλα τα δικαιώματα των άντρων του
(και της μαδημένης μαργαρίτας το όνειρο)

ζόρια στα χέρια εκεί
μα εδώ κοντά

στα χέρια
απόμακρα σαλεύουν
γραπώνουν και σαλεύουν δίνοντας ψυχή
«μπόλικη ψυχή»

σε γραπωμένο μάγο

*Από τη συλλογή «…ύστερα θα καούν τα σάλια», Εκδόσεις Ηριδανός, Μάης 2010.