Κωστής Τριανταφύλλου, από το βιβλίο “Κατεδαφιστής”

II .

πέφτουν σταγόνες αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
όποιος τα θελήσει
μπήγονται στο στόμα του
έτοιμος νεκρός
κηλίδες
κάγκελα ιδρωμένα
κατρακυλάει αβέρτα
σκάλες σκαλιά όλη μέρα
γυρεύονται
αλαφιασμένα

περιμένει
πάντα απ’ έξω
λουκετωμένος
ανεβοκατεβαίνει στάζει
η διαφήμιση
φημίζει
τι θυμίζει;
παζαρεύει το χρόνο πέρα δώθε
λεηλασία λεβέντης όποιος προλάβει
ανάσα
κάγκελα
κιγκλίδωμα
καγκελόπορτα κλειστή

ανάβει το παιχνίδι
πλαταγίζουνε οι σημαίες
χαστουκίζονται
δυνατές παλάμες κολυμβητή
δυνατές αποφάσεις
άναψα

κοκκινισμένος
κι ο συμπαθών
ύφος περίφημο και πόζα

το στιλέτο
αετός περήφανος
πατάει την κραυγή η φωτιά
πέφτει το αίμα
τάχρηστα νομίσματα κυλάνε
τσακίζουν δόντια
στρατιές
κηλίδες

λαμπαδιάζουν

III .

ενώ ανοίγει
γλιστράει πέφτει το χερούλι
χοροπηδάει με πάταγο
παρουσιάστε άρμ !
έξω παίζουν
κλωτσάει με δύναμη
πιάνει το κεφάλι του
θαυμάζει
δικελλώνει με προοπτική
παράθυρα
διπλανά παράθυρα
δίνουν τα χέρια
δεν παίζουν έτσι βρέ!
τον στήνουν
κλωτσάει
του δένουν τα μάτια παρουσιάστε

αφήνει μισάνοιχτα
κρέμασε η αγκαλιά του
σε ποιόν νανοιχτεί
βαριά τα στήθια της
παίζει εγκεφαλικά
γκαρίζει το λιβάδι
κλείνει τη φασαρία
πέφτει το χερούλι
υπογράφει τη συμφωνία
σταματάει το παιχνίδι

ακυρώνεται

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Ο ποιητής πήρε το μαχαίρι του, το έβαλε στο λαιμό του κι άρχισε να γράφει.

Έτσι, κατάφερνε να τηρεί την παλινδρόμηση του χρόνου, την ασάφεια του έρωτα και την ακρίβεια του θανάτου. Μπορούσε, με την πίεση της λεπίδας, να δει καθαρότερα τα σχήματα που προορίζονταν για τον ίδιο και τους αναγνώστες του. Η αγωνία του είχε μια αίσθηση κι ένα ξεκάθαρο σώμα να την εκκινεί και να την φέρει. Στην κόψη του μαχαιριού άνθιζαν τα ουσιαστικά και τα ρήματα κι οι λύσεις κάθε λογισμού του.

Έπειτα, όταν ο ποιητής αναγνώριζε πως το αίμα που ξανά δεν κύλησε μπορούσε να θεωρηθεί αρκετό και πως σαν δικό του μπορούσε πια να το τιμά, σταματούσε τις λέξεις, τραβούσε το μαχαίρι απ’ το λαιμό του, το καθάριζε ευλαβικά και το τοποθετούσε στην ιδιαίτερη θήκη του, δίπλα στα χαρτιά του.


View original post

Βασίλης Βασιλειάδης, για την κατασταλτική υφή του Βυζαντίου

Τό Βυζάντιο,στά χίλια καί περισσότερα χρόνια εξουσιαστικής καί κατασταλτικής του λειτουργίας στόν ελλαδικό χώρο, υπήρξε ή περισσότερο α-αισθητική, α- πολιτισμική, ανθρωποφάγα, καί χυδαία ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ, τήν οποία βίωσε ώς τραγική ασυνέχεια του καί ώς βάρβαρο καί συστηματικό προγκρόμ αφανισμού του, ό ελληνικός πολιτισμός, από τήν εμφάνιση του σέ αυτόν τόν τόπο, έχοντας προκαλέσει βλάβες ανήκεστες καί οπισθοδρομήσεις εγκληματικές καί στρεβλώσεις ασυνάρτητες στήν εξελεκτική του διαμόρφωση, ριζωμένες καί εμφανείς ακόμη καί σήμερα, στή νεοελληνική του υπόσταση, που κύριαρχα στοιχεία είναι ή τραγελαφικότητα,ή γελοιότητα,ή άθλια μιμηση, ή α-παιδεια, καί ή αθάνατη καί ανίκητη πορνογραφία όλων τών φασμάτων, εκφάνσεων καί εκφράσεων τής ζωής…

(τό κομμάτι είναι από τό ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ long poem εκδοσεις Σαιξπηρικόν)
…………….
Φύγανε γιά τήν ἀνατολική πλευρά τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας
τό μερτικό τοῦ ρωμαίου Κωνσταντίνου,
στό ἅγιο καί τῶν ἀχράντων μυστηρίων
στό ἀπέραντο πολυεθνικό καί πολυπολιτισμικό
Βυζάντιο τό ρωμέικο.
᾽Απέραντη ἀλάνα
σκουπιδότοπος βιοπορισμῶν ἀνέραστων
γιά χίλια καί περισσότερα χρόνια ὑπό κατοχή τυραννίας ἐκκλησιαστικῆς
πού κυβερνᾶ μέ τά διατάγματα τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς
γεμάτη
ἀπό χτισμένη θρησκευτικότητα καχύποπτη
κυρίαρχη καί ἀδίστακτη
πού ἀναπνέει θυμιατό
καί βρωμάει ἀλαϕιασμένο σωϕρονισμό καί θεραπεία μέ τό στανιό.
Στήν εἴσοδο τῆς Πόλης στό τεράστιο πανώ
γραμμένες οἱ προγραϕές τῆς ζωῆς μέ χρῶμα πορϕυρό
ἐπάνω ἐπάνω ἡ διευκρίνιση
«dura lex sed lex»,
σκληρός ὁ νόμος ἀλλά εἶναι νόμος.
῞Ομως ὅλα ὅσα γράϕονται, κανόνες ζωῆς, τά μή καί οἱ τιμωρίες
ἰσχύουν μόνο γιά τό λαό, τούς δούλους, τούς ἀδέσποτους καί τούς πα-
ρίες
κανένας νόμος, κανόνας καί καμία τιμωρία, κανένας ἐξευτελισμός, 
κανένα βασανιστήριο δέν ἰσχύει γιά τήν τάξη τῶν ἀπό καταγωγή καί ἀξίωμα «ἐντίμων»
οὔτε γιά τήν αὐτοκρατορική αὐλή, τούς ἄρχοντες, τούς εὐγενεῖς.
᾽Απαγορεύονται ὁ ἔρωτας καί ἡ ἀγάπη μεταξύ ἄνδρα καί γυναίκας
ἀπαγορεύεται στήν ἀνθρώπινη ϕύση νά ἐρωτεύεται
τό ἐρωτικό πάθος εἶναι δαίμονας τῆς ϕιληδονίας
ἀπαγορεύεται κάθε πρόθεση τοῦ ἔρωτα νά ἐκϕραστεῖ καί νά ἐκδηλωθεῖ
ἡ μαγεία τοῦ ἔρωτα εἶναι ὁ δαίμονας τῆς πορνείας
ἀπαγορεύεται ἡ ἐρωτική ματιά
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό ἄγγιγμα καί ἡ ἐρωτική ἀγκαλιά
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό χάδι
ἀπαγορεύεται τό ἐρωτικό ϕιλίαὐτές οἱ ἀνθρώπινες ἀσχήμιες θεωροῦνται τοῦ μυαλοῦ ἀνταρσία
καί πατάσσονται μέ αὐστηρή τιμωρία.
Οἱ χορευτές
οἱ θεατρίνοι
οἱ μουσικοί
οἱ τραγουδιστές
ἀρσενικοί καί θηλυκοί
εἶναι κατά τεκμήριο πουτάνες.
Οἱ μή παρθένες, οἱ βιασμένες, οἱ διαζευγμένες καί οἱ χῆρες εἶναι ἐν δυνάμει πουτάνες.
Κάθε γυναίκα μπορεῖ νά ἐρωτευτεῖ καί μέ τό μυαλό της τό Χριστό νά παντρευτεῖ
καί ἄν θέλει γι’ αὐτό τό σύζυγο καί τά παιδιά νά παρατήσει εἶναι νόμιμο καί θεμιτό.
Ἡ γυναίκα πρέπει νά μείνει ἀμόλυντη ἀπό τόν ἔρωτα καί τό σέξ ἀκόμη κι ἄν ὑποϕέρει
ἀσκῶντας τήν ὕψιστη γυναικεία ἀρετή
νά παραμένει στό γυναικωνίτη σιωπηλή.
Ὁ γάμος μεταξύ ἀρσενικοῦ καί θηλυκοῦ εἶναι μισητός
ἀλλά ἄν τύχει καί συμβεῖ, γίνεται μέ μισή καρδιά ἀποδεκτός.
Ὁ σύζυγος δέν πρέπει νά εἶναι ἐρωτευμένος καί στή σύζυγο προσηλωμένος.
Οἱ σύζυγοι νά ζοῦν μεταξύ τους μέ τρόπο σάν νά μήν εἶναι σύζυγοι
καί οἱ δύο πρέπει νά εἶναι ἐρωτευμένοι μέ τό θεό κι ὄχι μεταξύ τους
δέν εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή διατήρηση τῆς σχέσης τοῦ κορμιοῦ ἡ ἡδονή
οἱ σύζυγοι πρέπει νά συγκρατοῦν τίς καῦλες τους καί νά γαμιοῦνται
κατά προτίμηση μόνο γιά τῶν παιδιῶν τήν παραγωγή
ἀπαγορεύεται νά γαμιοῦνται στίς μέρες τῆς νηστείας Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο καί Κυριακή
ὅσες μέρες διαρκεῖ ἡ ἔμμηνος ροή, Χριστούγεννα, Πάσχα καί τή Σαρακοστή.
῎Αν ὁ σύζυγος εἶναι μπερμπάντης καί γαμιᾶς
εἶναι μάγκας καί λεβεντιά·
ἡ σύζυγος πρέπει νά ὑπομένει τά ξενογαμήσια τοῦ συζύγου της ἄτρωτη καί σιωπηρή
ἀκόμη κι ὅταν ἀπό αὐτόν τρώει ξύλο καί βιάζεται, ἄν τύχει καί διαμαρτυρηθεῖ.
῎Αν ἡ σύζυγος εἶναι μερακλού καί ξενογαμιέται
εἶναι πουτάνα.
᾽Απαγορεύονται τά κοινά γεύματα ἀνδρῶν καί γυναικῶν εἰδικά ὅταν συνοδεύονται ἀπό ἐρωτικά τραγούδια καί τσιϕτετέλια·
ἐπιτρέπεται ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα νά συμϕάγουν σάν οἰκογένεια
μόνον ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ γεύματος ψέλνουν προσευχές καί ὕμνους πρός τό θεό.
Ἐπιβάλλεται ἐχθρότητα ὁλική καί ϕανατική πρός τό ἀνθρώπινο σῶμα.
Ἡ κόμμωση καί κάθε μορϕῆς σωματική περιποίηση εἶναι ἁμαρτία βαριά
ὅμοια μέ τήν πουτανιά
Απαγορεύονται οἱ γιορτές, τά γλέντια, ὁ ἱππόδρομος καί τά συμπόσια τά ἑλληνικά.
῞Οσοι παρεκκλίνουν ἀπό τούς κανόνες τῶν ἁγίων σοϕῶν
σερνόμενοι στό χῶμα σάν σκουλήκια σιχαμερά μέ κλάματα τό θεό γιά συγχώρεση θά παρακαλοῦν
καί τούς ἀνθρώπους θά ἱκετεύουν νά τούς ϕτύνουν γιά τήν ἁμαρτία τους, 
νά τούς κατουροῦν καί νά τούς ποδοπατοῦν
θά κάθονται ἔξω ἀπό τούς ναούς καί τό κήρυγμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας μέ εὐλάβεια θ’ ἀκοῦν
μετά θά πρέπει μέσα στό ναό γονατιστοί κλαίγοντας τό θεό καί τούς
ἐπίγειους διαχειριστές του γιά συγχώρεση νά παρακαλοῦν.
Τέλος μέσα στό ναό τους δίνεται ἄϕεση ἁμαρτιῶν καί μεταλαμβάνουν
τή θεία κοινωνία
κι ἄν ἡ παρέκκλιση εἶναι βαριά καί οἱ ἅγιοι πατέρες ἐξαγριωμένοι
μουλαρώσουν γιά τά καλά
ντυμένοι στά μαῦρα μέσα στήν ἐκκλησία τούς ἀϕορίζουν ὀνομάζοντάς
τους καταραμένους, γεννήματα τοῦ σατανᾶ
καί μετά συνεχίζεται τό ξεπάστρεμα, τό χέρι τῆς κρατικῆς ἐξουσίας λερώνεται, 
πιάνει τή μόνη δουλειά πού ξέρει καλά
τόν πόνο νά ἐπιστρατεύει καί νά τόν στέλνει σέ ἀποστολή
νά σέ κάνει νά καταλάβεις αὐτό πού ἔκανες εἶναι ἐνάντια στή δική του ἐντολή,
σάν οἱ γύϕτοι τίς ἀρκοῦδες, τούς τρυπάει τή μύτη καί τούς περνάει χαλκᾶ
τούς μαδάει τά γένια, τά ϕρύδια καί τούς ξεριζώνει τά μαλλιά,
τούς σπάζει μέ σϕυρί τά δόντια ἕνα ἕνα
στό πρόσωπό τούς γρονθοκοπᾶ
τούς ξεγυμνώνει,
μετρᾶνε τά ἐγκλήματα τά σεξουαλικά
κι ἄν τά βροῦν πολλά
μέ μιά σιδερένια τανάλια τούς βγάζουν τό μάτι τραβηχτά καί σιγά-σιγά
ἀπό τήν ἀδειανή κόγχη βγαίνουν σκουλήκια χορτασμένα ἀπό τοῦ σαπισμένου ἱστοῦ τή βρωμιά
τούς τρυπάει τήν οὐρήθρα μέ λεπτά καλάμια μυτερά
κόβει τό παραβατικό καυλί στά ἀρσενικά
ξυλοδαρμένους μέ σιδερένια ραβδιά καί χαρακωμένους ἀπό μαστίγια
μέ πετσιά πού στήν ἄκρη τους ἔχουν καρϕιά
ἀνεβασμένους ξανάστροϕα σέ γάιδαρο κουτσό βάζοντάς τους νά κρατᾶνε τήν οὐρά 
τούς ϕουντάρει στήν κακία τοῦ πλήθους στήν ἀγορά
πού τούς ἀκούει νά βογγοῦν σάν βόδια ἀπό τόν πόνο κι ἀϕρίζει χαρά
κάνει μεγάλο σταυρό, μουρμουρίζει «ἥμαρτον», κοιτῶντας ψηλά στό θεό
καί μετά τούς ϕτύνει καί τούς κλωτσάει
θέλει νά πιεῖ αἷμα ζεστό κι ἁμαρτωλό
γι’ αὐτό μέ σίδερα μυτερά τούς τρυπάει
καί κατάμουτρα βοϊδοκοιλιές καί σκατά τούς πετάει.
Τσοῦρμο τό παπαδαριό ϕρεσκοκωλοπαρμένο καί μανιακό
οὐρλιάζει ἀβέρτα κατάρες κουνῶντας τό θυμιατό
κι ἄλλους τούς ντύνει μέ κομπινεζόν, τούς ἀλείϕει τά χείλη μέ κραγιόν,
τούς ϕοράει μεταξωτό καλτσόν
καί τούς ἐκθέτει βασανισμένους μέσα στήν ῾Αγιά-Σοϕιά
οἱ ἀρχιερεῖς, δοξολογοῦν μέ «ἀπεταξάμην τόν σατανᾶ» καί «κύριε ἐλέησον», ντυμένοι στά χρυσά
καί οἱ πιστοί στό Θεό τόν ϕτύνουν ροχάλες ὀργισμένες καί τόν χτυποῦν
δολοϕονικά.
Τίς καλοσώρισε ἡ πουτάνα ἡ Θεοδώρα καί τίς ὀδήγησε σέ γλέντι αὐτοσχέδιο σέ χῶρο μεγάλο κι ἀνοιχτό.
Κόσμος καί κοσμάκης καταποντισμένος στό τραγούδι, στό χορό, στό σεβντά, στήν ἡδονή τή λάγνα καί στό ποτό
δίχως ἄλλοθι, χωρίς ἀντιστάσεις καί μηδενισμένες ἀποστάσεις
μέ κέϕια διαστροϕικά καί ἀκραῖα
ἡ ἀνεπεξέργαστη ἀντίδραση τοῦ ϕουκαρᾶ στήν καριόλα τήν καταστολή τοῦ τρελαμένου ϕουκαρᾶ
πού διαισθάνεται πώς οἱ ἀπαγορεύσεις καί τά μή
θέλουν τό σῶμα ἀρχεῖο δεδομένων τῆς ἠθικῆς ἰδεολογίας
κατασκευασμένη μέ τρόπο νά προστατεύει τήν ἐξουσία
καί καταλαβαίνει κάθε τοῦ σώματος αὐτονόμηση σάν ἀμϕισβήτηση στή δική της κυριαρχία.
Σέ κατάσταση κατατονίας μουρμουρίζει ὁμολογητικά ἡ εξουσία
αὐτή νά μήν ὑπῆρχε
ἡ ἀνυπακοή τοῦ σώματος
αὐτός νά μήν ἦταν
ὁ ἀστάθμητος ἐχθρός
αὐτά πρέπει νά ὑπάρχουν
τά βασανιστήρια τά θανατηϕόρα γιά τό σῶμα
γιά νά ζήσω ἐγώ,
μά ὁ ϕουκαρᾶς
μέ σύνθημα «Καύλα ἀνίκατε» κι ἄν εἶναι νά γίνει τό μοιραῖο ἄς συμβεῖ
κάθε ἀναστολή καταργεῖ.
Δέν τόν νοιάζει τῆς ρουϕιάνας τῆς τιμωρίας ἡ ἀπειλή
ἔτσι κι ἀλλιῶς τήν ἐξαργυρώνει τήν ἁμαρτία μέ νηστεία, καμιά ἑκατοστή μετάνοιες καί γιά μία ἑβδομάδα παρουσία στήν ἐκκλησία μέ επιδεικτικά μεγαλόσταυρη προσευχή
καί μετά τήν κάθαρση
τό σῶμα ἀνυπάκουο καί αὐτοδιάθετο
κυλάει τή ϕυσιολογία του τήν ἀπερίσκεπτη
ϕτού κι ἀπ’ τήν ἀρχή στήν ἡδονή.
Ἀκράτητη ἡ Θεοδώρα ἡ ὀμορϕονιά
ἀπό ἑπτά χρονῶν μέ περγαμηνές στήν πουτανιά
ἀνεβαίνει στή σκηνή τοῦ ὑπαίθριου κωμικοῦ θεάτρου μέ τσαχπινιά
ἀρχίζει νά μαλακίζεται τρίβοντας τήν κλειτορίδα της σιγά-σιγά
γλείϕει τίς ρῶγες της καί χαϊδεύει τήν κωλοτρυπίδα της νωχελικά
αἰσχρολογεῖ προβοκατόρικα ἐνάντια στή ϕύση πού δέν εἶχε κάνει τρύπες καί στά βυζιά
βογγάει ἀπό καύλα δυνατά
τό ἀρσενικό κοινό στή σκηνή ν’ ἀνεβεῖ προκαλεῖ
ἀμέσως βρίσκονται δεκαπέντε ζαλισμένοι τολμηροί
τή γαμοῦν ὅλοι μαζί
ἀλλά θέλει κι ἄλλη καύλα νά αἰσθανθεῖ
γι’ αὐτό ρίχνουν σπόρους σταριοῦ μέσα στά μουνόχειλά της τά ἀνοιχτά
καί βάζουν τίς χῆνες τίς ἐξασκημένες σ’ αὐτό τό σπόρ
νά τρῶνε μέ χουζούρι ἕνα ἕνα τά σπυριά
χώνοντας τό ράμϕος τους στό ἀχόρταγο μουνί της βαθειά
τσιγκλίζοντας τήν κλειτορίδα της ρυθμικά
κυλοῦν στά μποῦτια της ρυάκια ἀπό ὀργασμικά χύσια ζεστά
ἔξαλλο τό κοινό τήν παράσταση χειροκροτεῖ
κι ἡ Θεοδώρα παίρνει πόζα στά τέσσερα ἀναζητῶντας κι ἄλλη ἡδονή
στήνονται σέ κύκλο οἱ γαμιᾶδες ξανά στή σκηνή
καί χώνουν ἕνας ἕνας στόν κῶλο της τό καυλί
ἐνῶ αὐτή, γλείϕοντας τίς κωλοτρυπίδες τῶν ὑπολοίπων πού μαλακίζονται ὅσο εἶναι στήν ἀναμονή, ϕωνάζει ἀλαϕιασμένη
«παληκάρια μου ὑπομονή, ὑπάρχει γιά ὅλους τσάμπα ϕαΐ»
στό τέλος νά τήν κατουρήσουν στό πρόσωπο καί στό σῶμα της τούς παρακαλεῖ
καί νά τήν κλωτσοῦν δυνατά, γιά τόν τελευταῖο τῆς παράστασης ὀργασμό θέλει τόν πόνο στό μεδοῦλι της νά αἰσθανθεῖ.
Μετά τίς πηγαίνει σέ συμπόσιο ἀριστοκρατικό.
Φίλος τῆς Αὐλῆς ὁ οἰκοδεσπότης καί εὐσεβής χριστιανός.
Διακοσμημένο τό μέγαρο μέ ϕρέσκα ἁγιογραϕικά
ὅλοι οἱ ἅγιοι μέ τό ϕωτοστέϕανο ἀπεικονισμένοι πολύχρωμα κι ἐκϕραστικά
ἡ Θεοδώρα καί ὁ οἰκοδεσπότης προσκυνοῦν καί κάνουν τό σταυρό τους εὐλαβικά
δίπλα σέ τόση ἁγιοσύνη ζωγραϕισμένη, ἀραδιασμένες στή σειρά μεγάλες τοιχογραϕίες μέ τῶν ἡρώων τῆς μυθολογίας πορνό ἱστορίες
ἡ Θεοδώρα καυλωμένη, μέ γυρισμένη τήν πλάτη της ἀπό σεμνοτυϕία
στό βλέμμα τῶν ἁγίων, μαλακίζει τόν οἰκοδεσπότη στά κρυϕά
κι ἔχοντας χώσει τά δάχτυλα τοῦ χεριοῦ του στό στόμα της βαθειά
τά γλείϕει καί τά ρουϕάει ἐκστασιακά.
Συνεχίζεται ἡ περιήγηση στό μέγαρο
ὁ οἰκοδεσπότης ἀθόρυβα χύνει στήν παλάμη της τόν ὀργασμό
κι ἐκείνη μέ τό σπέρμα κάνει λίϕτινγκ προσώπου γιά τίς πανάδες της
θεραπευτικό
οἱ ὀρχηστρίδες καί οἱ μουσικοί ἀναγγέλλουν μέ κέϕι καί χορό τήν ἔναρξη τοῦ συμποσιακοῦ ὀργίου
ὁ τελετάρχης ὁρίζει τή διάρκεια τοῦ γλεντιοῦ ὡς τή δύση τοῦ ἡλίου
γιατί τότε οἱ συμποσιαζόμενοι, πρέπει νά μεταλλαχτοῦν πάραυτα σέ ποίμνιο πιστό καί ἠθικό, στίς ἐκκλησίες νά τρέξουν γιά τόν ἑσπερινό
τήν ὑποταγή τους στό θεό νά δηλώσουν δίνοντάς του ἀσπασμό εὐσεβικό
οἱ προσκεκλημένοι στό ὄργιο πολλοί
ἄρχοντες, κυρίες, ἑταῖρες κι ἕνα τσοῦρμο μοναχοί
οἱ νάνοι γλείϕουν τίς κλειτορίδες τῶν γυναικῶν μέ πάθος
κι ἡ Θεοδώρα ἀχόρταγη ἔπιασε δουλειά στή μεγάλη αἴθουσα, στό βάθος
τή γαμοῦν δέκα βαρβᾶτοι ἔϕηβοι καί ἄνδρες νεαροί
καί γιά νά χορτάσει τήν πείνα της τήν ὁρμονική
μέ διαταγή της τή γαμοῦν τριάντα δοῦλοι νηστικοί
τίς ἀνακοίνωσε πώς εἶναι βιαστική, πρέπει νά πάει στό παλάτι γιά νά τελειώσει μία ὑπόθεση σημαντική
οἱ δοῦλοι τή ντύνουν μέ τή στολή τήν αὐτοκρατορική
μία δωδεκάδα ἐπίσκοποι τήν προσκυνοῦν, τή μεγαλειότητά της εὐλογοῦν
καί τό θεό νά τήν προστατεύει μέ δεήσεις παρακαλοῦν
γονυπετής μπροστά στόν Ἰουστινιανό ϕιλῶντας τό χέρι τό αὐτοκρατορικό τή συζυγική της πίστη δηλώνει καί τήν εὔνοιά του ζητεῖ
μαζί μέ τό στρατηγό Βελισσάριο καί τόν ἔμπιστό της τό Ναρσῆ
τριάνταπέντε χιλιάδες στασιαστές στόν Ἱππόδρομο νά σϕάξουν γιά
τοῦ θρόνου καί τή δική της προστασία καί τιμή
μέ χαρά ἔξαλλη γιά τή σϕαγή « ἐν τούτῳ νίκα» ἀναϕωνεῖ.
᾽Αμέσως τίς παίρνει καί στό γλέντι ξανά τίς ὁδηγεῖ
περνοῦν μπροστά ἀπό τό ἅγιο μπορδέλο
τῆς Θανιάτισσας τῆς μοναχῆς
γεμᾶτο ἀπό κορίτσια ϕτωχά πού δέν ἔχουν προῖκα γιά παντρειά
χῆρες, διαζευγμένες, πρώην σύζυγοι δεσποτάδων, γυναῖκες ἐγκαταλειμένες
ὅλες εὐσεβεῖς μοναχές κι ἀπό ἀνάγκη πουτάνες λαχταριστές
πελάτες στό μπορδέλο εὐγενεῖς, λαϊκοί, δεσποτάδες, ἱερεῖς καί μοναχοί
πελάτες καί πουτάνες μαζί, πρίν καί μετά τό γαμήσι, κάνουν εὐλαβικά στό θεό τήν προσευχή
σ’ ἕναν ἱερό ναό, ὁ πατριάρχης Θεοϕύλακτος, τζογαδόρος καί γαμιᾶς σϕριγηλός
γλεντάει τίς ἀδυναμίες του εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός…
Στό μέγαρο δύο ἐπίσκοποι, ὁ Ἡσαΐας κι ὁ Α᾽ λέξανδρος συνεταῖροι παιδεραστές
τό ἑπτάχρονο ἀγοράκι, αὐθαίρετα κίναιδο τό ὀνοματίζουν, οἱ ἁγιοσύνες
τους τό βιάζουν μαζί καθισμένο στά τέσσερα σάν τό σκυλί, ἀναγκάζοντάς το σέ πεολειχίες καί πρωκτικές εἰσβολές.
Στό ὄργιο πρωταγωνιστής ὁ αὐτοκράτορας ὁ Κωνσταντίνος ὁ Ε ΄ ὁ σαδομαζοχιστής
στόν Ἡσαΐα δίνει πίπα καί τόν ᾽Αλέξανδρο ἀπό τόν κῶλο γαμεῖ
δίπλα στήν κλίνη τήν ἁγιασμένη τήν ἐπισκοπική ἡ καλόγρια τήν κλειτορίδα τῆς χήρας γλείϕει
κι ἡ χήρα ἀνταποδίδει γευόμενη τήν κωλοτρυπίδα τῆς καλόγριας
ὅλοι βαριανασαίνουν ἀπό ἐκστασιασμό καί βογγοῦν ἀπό ἡδονή
ὁ ἕνας τόν ἄλλον κατουροῦν καί ἐπιδίδονται σέ κοπρολαγνεία χορταστική
ὁ εὐνοῦχος πατριάρχης Νικήτας τό ὄργιο συντονίζει καί μέ ψαλμωδίες εὐλογεῖ
τό ζευγάρι λαθραῖο καί παράνομο
τά πάθη του ἀπελευθερώνει μέσα σέ χῶρο ἱερό καί ἄμωμο
σέ ναό λαμπρό
ἀπάνω στά στασίδια
τά βίτσια του ϕιλήδονα ἀπολαμβάνουν τῆς σάρκας τά παιχνίδια.
Παίζει τό ζευγάρι μέ τό νόμο κρυϕτό
γιατί ἀπαγορεύεται στό σύζυγο τῆς κυρίας
ἄν τόν κάνει μέσα σέ ἐκκλησία τσακωτό
νά δολοϕονήσει τόν ἐραστή της ἐν ψυχρῷ.
Μερακλῆς τῆς ἡδονῆς κι ὁ διάδοχος Κωνσταντίνος ὁ Β΄ γυιός τοῦ μπαμπᾶ του, τοῦ Ανδρόνικου Β΄
πού ζεῖ μέ τή γυναίκα του τήν οὐγγαρέζα καί τήν ὑπηρέτριά του τήν Καθαρά σέ τρίγωνο καυλωτικό στά ϕανερά
μή δίνοντας ἕναν παρᾶ γιά τίς ϕαντασιώσεις τῶν ὑπηκόων καί τά κουτσομπολιά
καί σκίζει τή μήτρα τῆς αὐτοκράτειρας Εὐδοκίας Παλαιολογίνας, τῆςπανέμορϕης γυναίκας τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, στά κρυϕά
τίς συστήνει στήν ἀδίστακτη πουτάνα τήν αὐτοκράτειρα Ζωή τήν Πορϕυρογέννητη
μέ ὀμορϕιά ἐπιβλητική καί ἐρωτομανῆ
τή στιγμή πού λάδωνε μέ πολλά κιλά χρυσάϕι τόν κοπρίτη πατριάρχη
᾽Αλέξιο καί τούς ἀρχιερεῖς γιά νά τήν προσκυνήσουν
τό γάμο της μέ τόν παρακατιανό ἐραστή της τό Μιχαήλ τόν ἐπιληπτικό σάν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Δ΄ Παϕλαγῶν νά εὐλογήσουν
γιά τή δολοϕονία τοῦ ἄνδρα της τοῦ Ρωμανού Γ΄ μέ δηλητήριο δυνατό
νά τήν συγχωρήσουν
καί τό ἔγκλημά της σάν ἑπτασϕράγιστο μυστικό τῆς αὐτοκρατορίας
νά ἀποσιωπήσουν
ἀϕοῦ τόν ξεπάστρεψε κι αὐτόν
καί μετά τό μούλικο τόν ἀνιψιό του
κι ὅλο του τό σόι
στά ἑξήντατέσσερά της χρόνια, γριά ἀλλά ἀξιέραστη
βγάζει γκόμενο εὐπαρουσίαστο τεκνό, τόν Κωνσταντῖνο, ἔμπειρο γαμιᾶ καί ζιγκολό
καί τόν στέϕει αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ΄ τόν Μονομάχο
πού σάν ἡδυπαθής, ἡδονιστής, αὐθεντικός καί αἰσθησιακός
χτίζει θέρετρο στό Μαγγανᾶ τό «Κυνήγιον»
καί σπιτώνει σέ συγκατοίκηση ἰσότιμη καί ἀϕροδισιακή
γυναίκα καί γκόμενα, τή Σκλήραινα τήν ἀνιψιά του, μαζί
στήν αἴθουσα τή διπλανή
παπᾶδες στήν ἱεραρχία παρακατιανοί
μιᾶς ἀνώνυμης παντρεμένης γυναίκας πού ξενοπηδιόταν διαλύουν τή
ζωή
κόβοντας μέ ψαλίδι τή μύτη και τ’ αὐτιά
καί κουρεύοντάς της τά μαλλιά.
Σέ μπορδέλο ἀπόμερο καί κρυϕό
οἱ αὐτοκράτορες ᾽Ανδρόνικος ὁ Α΄ καί ᾽Ανδρόνικος ὁ Γ΄
κι οἱ δύο διαγνωσμένοι πουτσοκατατονικοί
ϕροντίζουν τῆς ψωλῆς τους τήν εὐρωστία μέ ἀϕροδισιακά βότανα καί ἀλοιϕές
γιά ν’ ἀντέξει ντοῦρος σέ ὄργιο μέ τριάντα «κοῦρβες» δεκάχρονες πουτανίτσες τρυϕερές.
Σέ δρομάκι σκοτεινό καί βρώμικο τό αἱμομικτικό γλέντι τῆς περίϕημης ᾽Οσροηνῆς
καλά κρατεῖ
μεγάλη σέ αἱμομῖκτες ἡ συμμετοχή
Α῎ρχοντες καί λαϊκοί ἀπολαμβάνουν τή διαδεδομένη στήν αὐτοκρατορία διαστροϕή
πορνό σκληρό ἡ ζωή στήν ἐπικράτεια τή χριστιανική καί τήν αὐστηρά ἠθική
σέ ἐξέδρα πού δέν τήν πιάνει κανένας νόμος κοσμικός οὔτε ἐκκλησιαστικός, καμιά τιμωρία
αὐτοκράτορες καί αὐλικοί ἀνενόχλητοι ἀσκοῦν αἱμομιξία.
Ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος γαμάει τήν παιδούλα ἀνιψιά του κόρη τῆς ἀδελϕῆς του, τήν ὀμορϕούλα τή Μαρτίνα,
ὁ Μανουήλ Α΄ ὁ Κομνηνός ἀϕήνει ἔγκυο τήν ἐϕηβεία τῆς ἀνιψιᾶς του,
κι ὁ ἐξάδελϕός του ὁ ᾽Ανδρόνικος γαμάει κι αὐτός τήν ἀνιψιά του πού ἔχει κλέψει ἀπό καυλωμένο νταλκᾶ.
Κάτω καί γύρω ἀπό τήν ἐξέδρα.
οἱ ἀνώνυμοι ᾽Οσροηνοί ἀκόμη καί μέ τό σημάδι τῆς τιμωρίας, τή ρινοτομή,
αἱμομῖκτες ἀμετανόητοι, ξανά καί ξανά ἀπό τούς παπᾶδες καταραμνοι, κουρεμένοι κι ἀϕορισμένοι, ἀπολαμβάνουν τή διαστροϕή
λεβέντες γαμπροί γαμοῦν τίς δεκάχρονες γυναῖκες τους καί τίς πεθερές τους μαζί
πατεράδες γαμοῦν τίς κόρες τους μέ ζωώδικη ὁρμή
μητέρες μαθαίνουν στούς γυιούς τους τή σεξουαλική ἀγωγή μέ αἰσθησιασμό καί στοργή
μητριές γαμοῦν τούς ἄντρες τους καί τούς γυιούς τους μαζί
ἀδελϕός γαμάει τή μαμά καί τήν αδελϕή
ἡ κόρη γεννάει τοῦ μπαμπᾶ της τό ἀγοράκι κι ἡ μαμά γεννάει τοῦ γυιοῦ της τό κοριτσάκι
ἐκδηλώνεται μέ συνδυασμούς πολλούς ἡ ϕαντασία ἡ αἱμομικτική.
Συνεχίζουν τήν ξενάγηση στήν εὐσεβῆ χριστιανική καθημερινότητα
στά δημόσια λουτρά γιά πάθη καί γιά ἡδονές τῆς σάρκας ὕποπτα
γεμᾶτα παρουσίες πού πεθύμησαν συναπαντήματα ἀναμμένα καί ἀναστεναγμούς στή ζούλα
νευρασθενικές ἀπό τήν ἀνία τῆς ἠθικῆς καί τῆς σιωπῆς
γυναῖκες παντρεμένες καί περιωπῆς
τά κάνουν χάζι πρίν τά ξετινάξουν τά θηράματα
μοναχούς μασκαρᾶδες, παπᾶδες γαμιᾶδες καί παιδιά ἀνύποπτα
τά γυμνά σώματα σέ κατάσταση ἐρωτισμοῦ χαλαροῦ καί στά ἀγγίγματα εὐαίσθητα
ϕαντασιώνουν ἐρωτοτροπίες ὀργιαστικές
σέ ἀπόσταση μηδενική ἀπό τήν ὀργιαστική παρεκτροπή τά ἱδρωμένα ἔνστικτα.
Στούς δρόμους τά μπουλοῦκια μεθυσμένα
γιορτάζουν τίς Κάλανδες σέ ζῶα καί σέ γυναῖκες μεταμϕιεσμένα
στά μέλια, στή χαρά, στά τραγούδια καί στά γέλια παραδομένα.
Τή βρήκανε σέ δουλειά σπουδαία καί βαριά τήν αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ
κόρη ταβερνιάρη ἀπό τή Σπάρτη ἡ ᾽Αναστασία ἤ ᾽Αναστασώ
νά δολοϕονεῖ τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τόν Ι΄ μέ τή βοήθεια τοῦ γυιοῦ του καί ἐραστῆ της, τό διάδοχο Ρωμανό
ἡ ἀκραία ϕιλοδοξία της δολοϕονεῖ τόν ἄντρα της αὐτοκράτορα Ρωμανό
καί τή στέϕει τήν ἴδια, αὐτοκράτειρα, τό ἀρχιερατεῖο καί τό παπαδαριό
μετά παντρεύεται τό διεκδικητή τοῦ θρόνου, τό Νικηϕόρο Φωκᾶ χωρίς δισταγμό
ἡδονήστρια ξακουστή ἀποκτᾶ δυναμικό ἐραστή τό στρατηγό Τσιμισκῆ
καί μαζί δολοϕονοῦν τό Νικηϕόρο Φωκᾶ μέ ἀπόϕασιστικότητα ὑπολογισμένη καί ψυχρή
τρεῖς ϕορές δολοϕόνος στυγερός κι ἄλλες τρεῖς μοιχός ἡ ᾽Αναστασώ,
τόν δῆθεν ἔρωτα, ϕύκια γιά μεταξωτές κορδέλες, πουλάει ἀκριβά ἐδῶ
κι ἐκεῖ ἡ αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ.
Κι ἡ ἐκκλησία μέ ἄτεγκτη ἠθική καί γενναιόδωρη συνενοχή
τῆς δωρίζει ἡ ἀνθρωποϕάγα σέ ἔνδειξη συναδελϕικῆς ἀλληλεγγύης
τήν ἐκ Θεοῦ αἴγλη χωρίς δεύτερη ϕορά νά τό σκεϕθεῖ.
Ὁ τρελός μέ τά σάπια δόντια καί το πράσινο σκουϕί
χοροπηδάει καί γελάει
χά χά χά χί χ χί χί
οὐρλιάζει μέ ϕωνή δυνατή
«ἄκουσε κόσμε, ἄκουσε κοσμάκη,
ἀκοῦστε με ὅλοι ἐσεῖς
τά παιδιά τά χαζά πού εἶστε γεμᾶτα χαρά
ποιός θά τό πιστέψει ποιός θά τό δεῖ
χίλια διακόσια χρόνια πέρασαν
κι ἄλλα πέντε χιλιάδες πρίν
καί δέν ξέρουν τόν ἔρωτα οἱ ἄνθρωποι στήν ἐπικράτεια αὐτή
κι ἄν κάπου ὁ μάγκας παράνομα ἐμϕανιστεῖ
ὁ πολιτισμός τους με ϕρικτά βασανιστήρια τόν τιμωρεῖ
οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ εἶναι πολύ συμμορϕωμένοι μέ τῆς αὐτοκρατορίας τήν
ἀ-νοησία
τόν ἔρωτα τόν εὔτολμο, αὐτή τήν ἀνθρώπινη αὐτονόητη αὐθορμησία,
ὀμορϕιά καταντημένη στούς καιρούς μου σέ δυσχέρεια καί ἀδυναμία,
τή μετάλλαξαν μέσα τους σέ κοινωνικότητας διεργασία
με τακτικές προσέγγισης καί κανόνες ἐρωτικῆς συμπεριϕορᾶς
χά χά χά χί χ χί χί
τί σκατά πολιτισμός ἀνθρώπινος εἶναι αὐτός
πού τρώει τόν ἄνθρωπο ὅποτε θελήσει νά ἐρωτευτεῖ
τή γυναίκα μέ τόσα «μή» ἐν ψυχρῷ δολοϕονεῖ
δέν μπορεῖ νά τόν ἔϕτιαξαν ἄνθρωποι ἀνθρώπινοι αὐτό τόν πολιτισμό
παρά μονάχα ντυμένα τήν ἀνθρώπινη μορϕή θηλαστικά
πάει καί τέλειωσε, δέν μπορεῖ
εἶναι κατάντια καί ντροπή
αὐτός ὁ ἀπανθρωπισμός ὑπηκόους του νά σᾶς πολιτογραϕεῖ
μόρϕωμα τερατογένεσης βάρβαρο στά ἔνστικτα καί στίς προθέσεις σκοτεινό
πού δέν μπορεῖ, δέ γίνεται, ἄνθρωποι ἀνθρώπινοι νά τό ὀνομάζουν πολιτισμό
πού δίχως ἔρωτα
ϕυλακισμένο στή γαμημένη διπλοπρόσωπη ἅγια ἠθικολογία
μπορεῖ καί ζεῖ
χά χά χά χί χ χί χί …»
Τό πλῆθος τρέχει ϕρενιασμένο τά θεάματα νά προλάβει
τόν τρελό ποδοπατεῖ
χάνεται ἡ τρελή ϕωνή.
Τίς πηγαίνει ἡ Θεοδώρα σέ σταύλους μεγάλους καί μικρούς
μέ ἄλογα ἀράβικα, μουλάρια καλοθρεμμένα καί γαϊδάρους κουτσούς
δημοϕιλής ἡ ἐκκεντρικότητα τῆς κτηνοβασίας
βογγάει δυνατά τό πάθος.
Στό παλάτι γίνεται γάμος αὐτοκρατορικός
ὁ ᾽Ανδρόνικος ὁ Β΄ πουλάει τήν πεντάχρονη Σιμωνίδα στόν Μιλούτιν
σαρανταπεντάρης ὁ βασιλιᾶς τῶν Σέρβων
ἀπό τήν πρώτη κιόλας νύχτα
προκαλεῖ ρωγμή στήν παιδική τή μήτρα
καί καταστρέϕει τοῦ κοριτσιοῦ τήν ἀρτιμέλεια.
Σώθηκε ἡ αὐτοκρατορία ἀπό τή συντέλεια
ὁμόϕωνα ἡ κρατική ὁλομέλεια
βραβεύει μέ τό παράσημο τῆς ἐξαιρετικής ἀνδρείας
καί ἀνακηρύσσει πατριωτική τή μήτρα τῆς πεντάχρονης Σιμωνίδας.
Στήν ἄκρη τῆς Πόλης ὁμάδες πεινασμένων μοναχῶν
ἅγιοι μέ συνείδηση ταπεινή στήν καλοκαιρινή σαιζόν
τό χειμῶνα ληστές καί βιαστές
γιά ἕνα κομμάτι ψωμί
κάνουν στά χωριά ἐπιδρομές.
Τό συμβούλιο τοῦ ἱερατείου ἐπιδίδεται σέ ῾Αγίων κατασκευές
προτείνει γιά τόν τίτλο
τή Θωμαΐδα τή Λεσβία
γιατί πίστευε πώς εἶχε παντρευτεῖ τό Χριστό
κι ἀποκαλοῦσε τόν ἄνδρα της παράνομο σύζυγο κι ἁμαρτωλό
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Θωμαΐδα ἡ Λεσβία.
Τή Μαρία τή Νέα
πού παρέμεινε πιστή στό γάμο της
παρ’ ὅτι ὁ ἄνδρας της ἀσύστολα τήν ἀπατοῦσε καί βάρβαρα τή χτυποῦσε
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Μαρία ἡ Νέα.
Τήν αὐτοκράτειρα Θεοϕανώ
πού ὑπέμενε μέ στωική ὑπομονή καί ἀπόλυτη σιωπή
τοῦ ἄνδρα της, τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ ΣΤ΄ τήν ὀργιακή ζωή
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξια γιά τόν τίτλο
῾Αγία ἡ Θεοϕανώ.
Τό ϕημισμένο μάγο καί ἱκανό βασκανιστή Κυπριανό
πού ἀσκοῦσε τή μαγεία τῶν δαιμόνων
ἐπικαλούμενος ἀνάλογα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ πελάτη
ἄλλοτε τούς ἀγγέλους Κυρίου κι ἄλλοτε τούς ἀγγέλους τοῦ Σατανᾶ
ἀλλά στήν προσπάθειά του νά κάνει σέ μία γυναίκα μάγια προκειμένου τόν πελάτη του νά ἐρωτευτεῖ
ἀπέτυχε ὁ ἔρμος
κι ἔμεινε ἀπλήρωτος καί ξεϕτιλισμένος
τότε τό ἀπέδωσε τό γεγονός
σέ παρέμβαση πού ἔκανε ὁ Θεός
κι ἀπό τή στιγμή αὐτή
ἔγινε κήρυκας τῆς πίστης καί εὐσεβής χριστιανός
ὁμόϕωνα τό συμβούλιο ἀναϕωνεῖ
ἄξιος γιά τόν τίτλο
῞Αγιος ὁ Κυπριανός.
Τήν ἔπιασε τό ξημέρωμα τήν ὁλομέλεια
μέ τῶν σκόπιμων καί χρήσιμων γιά τά συμϕέροντά της, ἁγίων συμβόλων τήν κατασκευή.
Τίς χαιρέτισε μέ ϕιλί ἐγκάρδιο ἡ Θεοδώρα
καί τίς εὐχήθηκε δρόμο καλό νά ἔχουν καί ἀσϕαλῆ.

Poetic inspirations @ Emerald – Saturday 3 June 2017

Poetic inspirations @ Emerald

Saturday 3 June 2017

11.45am-1.45pm

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

with

Western Union poets
Helen Cerne
Richard Dove
Margaret Campbell
Jonathan Griffiths
Rory Hudson

plus open mic

195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month

Reading dates through out 2017 are as follows:

5 August
7 October 
2 December
(always 11.45am -1.45pm)

For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
 – Emerald Library and Heritage Centre

Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Still

Από τα μικρά πράγματα. Απ’ αυτά το καταλαβαίνεις.
Μοιράζεται το ποτήρι της μαζί σου
και είναι ξεκάθαρο: Το γούστο της στο κρασί, ακόμα φριχτό

μα εσύ το αρπάζεις λαίμαργα·
μπορείς να τη γευτείς ξανά, για λίγο,
στην άκρη του γυαλιού.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Μάρκος Μέσκος, Δύο ποιήματα

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Όλα τα πολλά και μεγάλα.
Θροΐζει η χλόη, τʼ αστέρια της γης διαμάντια σπασμένα και πάχνη

πρόσεχε τα βήματά σου με θάμπος κομπιάζουν και λοξοδρομούν

συχνά. Ποια, καλή μου, η επόμενη σκέψη, θριαμβικές αψίδες
μονοπάτια και θάμνοι ανώνυμοι, μην τάχα σαλέψουν οί αρμονίες

η γαλήνη, η ευδία στους ουρανούς, η μοίρα η γαλανή που τυφλά θροΐζει.
Μα νύχτωσε. Σβήνουν τα κάλλη της ημέρας τα ψεύδη τέλος.

Ο ίσκιος με τον ίσκιο αναμετράται (αρουραίος μικρός

στην αντίπερα όχθη λακίζει) σωσίες του σκοταδιού τα μαύρα

ερέβη την επιστροφή νοσταλγούν τίς πρώτες περπατησιές

εκεί πού γεννήθηκαν εκεί νʼ αποθάνουν. Στα φίλια κυπαρίσσια
τα μαγικά της νύχτας σε μια πλαγιά του λόφου Προφήτης Ηλίας

έστω λησμονημένοι έστω πηλός και σκόνη και πέτρα του τόπου

κόκαλα πού πέρασαν τη λίμνη καθώς πρέπει τιμητικά

με σεβασμό με ρούχα καθαρά όχι σαν αδέσποτα σκυλιά στο αμπέλι.

(Δεν ξεύρω ψυχή μου τί θα μας σώσει) — αν έχεις πανσέληνο πληρώνεις.

***

ΟΝΕΙΡΑ
(Ελπίζεις σαλπίζεις νύσταξες πάλι).


Του γλύπτη Δημήτρη Καλαμάρα

Ξεστράτιζαν πάντα ασύλληπτοι ιππότες στο δάσος χαράματα κελαηδημένα

και σπαρταρούσε η βροχή πάνω στα νερά σκορπώντας τα σημάδια

τίποτε δεν στέριωνε, γκρεμισμένα βάσκανα προδομένα, καπνός και πάνε

με άλλο πρόσωπο άλλων τον ύπνο να χτυπήσουν, πλούτη να ρημάξουν

και να πλανέψουν φωτεινά γαλάζια μάτια οδηγώντας τα στα σκοτάδια.
Ανήσυχα τα κυπαρίσσια στον αέρα — διάβασέ τα• σκιές του παρελθόντος

σαν ήλιος λάμπουν μα τώρα η ανοησία της σκουριάς αρχή ποιας

αγάπης; Κρύα τα χέρια της αγαπημένης από καιρό κι αυτήν που

φιλούσες είναι ήδη νεκρή. Σαν το σκυλί που όλη νύχτα συλλαβίζει

στα βάραθρα πεταμένο. Λοιπόν; Χρείαν έχεις ονείρων.
Το κενό (πάλι) του έφιππου αναβάτη να περάσει τα ψηλά βουνά

χάδια στη φεγγερή σελήνη σύντροφοι παλιοί να κλείσουν τα βλέφαρά του•

πλησίον οί γαλαξίες πλησίον οι συντριβές μάντεψε την υπόσχεσή τους

την άγραφη αν μπορείς• με τον υβίσκο συντάξου πού έχει μιας μέρας ζωή

ο ανθός του, άχαρες πέτρες πού επιζούν στο χώμα, τίποτε άλλο.
Σε γυροφέρνουν ξανά κι αν βαλτώνεις χωρίς όνειρα ελπίζουν εκείνα

για σένα — άγνωστα τραγούδια ενθύμια όσων σκέπασεν η λήθη η τυφλή

σκοποί αλλοτινοί σα να μην χάνονται στα τρίστρατα του κόσμου. Εσύ τώρα

βάλε μυαλό, καλού κακού μην κόβεις λουλούδια τη νύχτα — πονάνε. Σαν

κατάρα, συνήθεια παλιά, επιστρέφουν και τα όνειρα πίσω.

*Από τη συλλογή “Χαιρετισμοί” (1995).

No 113 (όλα αρχίζουν με τέλος)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

αντηχώ
στο κέντρο της πέτρας
μου,
έπεσα,
στο πλήκτρο μιας περαστικής,
στο
λιβάδι
του δακτύλου
μου,
ψεύτικος άνεμος στη γλώσσα
και το υγρό στο τρία να πέρνει το χρώμα του αληθινού,
σκέπτομαι τσόντες από πείρα
και
ιδρώνω
στη φαντασία,
τραβώ τη ψυχή από τα μάτια μου
να μη βλέπω
τη μνήμη,
τότε,
ηδονίζομαι με το πένθος της σιωπής:
~
ο έρωτας
και ο θάνατος μαζί,
στα χέρια
της.
~
(alexmil)

View original post

Γιώργος Β. Μακρής, Συμβάντα

Σήμερα κυμαίνομαι πάλι, δίχως να παίρνω μια απόφαση
κυμαίνομαι και σήμερα
δεν μας ενδιαφέρει ανάμεσα σε τι κυμαίνομαι.
Είμαι ένα γυαλιστερό εκκρεμές.
Ίσως μονάχα αυτή η κύμανση να υπάρχει.
Μια κυρία με στόμα σοβαρό σηκώνεται από τον πάγκο
και λέει στα άνθη με την κλειστή της ομπρελίτσα.
Μα εγώ προχωρώ λυπημένος
χωρίς να ξέρω τι να λέει ακριβώς.
Θυμάμαι διάφορα πρόσωπα σε καταστρώματα σκαφών.
Ούτε κι αυτό εντελώς δε θυμάμαι…

(1944)

Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873), Γλαύκη (Διήγημα έμμετρον)

Τῇ Κυρίᾳ * * *
Τῳόντι, φίλη μου, ἡ ἀκηδία,
Ἀπό τινος τὸ πνεῦμά μου μαραίνει·
Οὐδὲ ἡ ποίησις αὐτὴ μ’ εὐφραίνει
Ἡ μόνη μου τὸ πάλαι εὐτυχία.

Χασμῶμαι· τί πρὸς τοῦτο; δὲν χασμᾶται
Ἡ οἰκουμένη πᾶσα σιωπῶσα;
Ἡ ἐπιστήμ’ εἰς τρόπαιά της τόσα
Τὸν ὕπνον τοῦ δικαίου δὲν κοιμᾶται;

Τίς οἶδεν ἂν ὁ Ζεὺς ἰδὼν ὡς μυῖαν
Συλλαμβανόμενον τὸν κεραυνόν του,
Κατὰ τῆς ἐπιστήμης τὸν θυμόν του
Ἐξέχυσε, κρατῶν αὐτὴν δεσμίαν.

Τίς οἶδεν· ἀληθῶς τὸ πᾶν κοιμᾶται,
Ἔρως, χαρά, ἐλπίς, αὐτὴ ἡ λύπη,
Ὁ ὀργασμὸς ἀπὸ τοῦ κόσμου λείπει,
Λανθάνων θάνατος περιπλανᾶται.

Ψυχοῤῥαγεῖ αὐτὴ ἡ οἰκουμένη·
Συσπᾶται, ῥέγχει, ὠχριᾷ, δακρύζει,
Τοὺς νεκρικοὺς ψαλμούς της ψιθυρίζει,
Εἰς κλίνην νεκρικὴν κατακειμένη.

Ἄλλως τε, φίλη μου, ἡ ἀκηδία
Τοῦ ἔρωτος ὁ δορυφόρος εἶναι,
Καὶ τότ’ αἱ αἰτιάσεις σου ἐκεῖναι
Κατέπεσαν, σὺ εἶσαι ἡ αἰτία.

Τί πταίω ἂν τὸ εὔγλωττόν σου ὄμμα,
Ἡ νὺξ ἡ δίδυμος τῶν ὀφθαλμῶν σου,
Καὶ ἡ δειλὴ αὐγὴ τῶν παρειῶν σου,
Κ’ ἡ κόμ’ ἡ ἔχουσα τοῦ ᾍδου χρῶμα

Τὸν νοῦν μου ὅλον δέσμιον κρατοῦσι
Ζητοῦντα μίαν ἔρωτος ἀκτῖνα
Εἰς τὰ μαγίσσης βλέμματα ἐκεῖνα;
Οἱ ἀγαπῶντες ὀνειροπολοῦσι.

Τὰ ὄνειρα εἶν’ εὐτελὴς βεβαίως
Καὶ αὐχμηρὰ τροφή· ἐὰν σὲ τέρπῃ,
Παρὰ τοὺς ῥεμβασμοὺς ὁ Χάρων ἕρπει
Τὸν βίον ὑποσκάπτων θαῤῥαλέως.

Εὐρὼς τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας
Ὁ ῥεμβασμὸς τὴν ὕπαρξιν σκιάζει,
Τὴν φθίσιν τοῦ νοὸς παρασκευάζει
Ἁπλούμενος ἐπὶ τῆς διανοίας.

Καὶ τότε δίδουν κόσμους δι’ ἓν βλέμμα.
Κ’ ἐγώ, ἀφ’ οὗ οἱ ποιηταὶ δωροῦσιν
Ὅ,τι νὰ δώσωσιν ἀδυνατοῦσιν,
Νὰ σοὶ προσφέρω ἐπεθύμουν στέμμα.

Ἀλλ’ ὄχι συνταγματικὸν βεβαίως·
Τῆς πάλαι τραγῳδίας, κωμῳδία
Δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη βασιλεία;
Ὁ γίγας ἔπεσε χαμαὶ πυγμαῖος.

Νευρόσπαστον, τὰ πετεινὰ φοβίζει·
Ἐκ τῆς ρινὸς τὸ σύνταγμα τὸν σύρει,
Καὶ ἡ πομπώδης Ῥώμη τὸν οἰκτείρει.
Σφυρηλατεῖ τοὺς ὑπουργούς· φροντίζει

Κομψὰς ὑπογραφὰς νὰ θέτῃ μόνον,
Ἱππεύει, χάσκει καὶ διασκεδάζει
Καὶ διαδόχους του παρασκευάζει,
Εἰς οὓς ἀντὶ πλαγγῶνος δίδει θρόνον.

Ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ τὸ ὑπόδημά μου
Νὰ πράξῃ τοῦτο ἐν ἀνέσει πάσῃ·
Οὐδὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ χαράσσει
Ἐπὶ τῆς σαλευούσης ταύτης ἄμμου

Ἣν ὀνομάζουν, δόξαν, κλέος, φήμην.
Πρῶτος ἢ δεύτερος ἀποκαλεῖται,
Καὶ ἀποθνήσκων εἰς ἡμᾶς δωρεῖται
Τὸν τοῦ σιγάρου του καπνὸν εἰς μνήμην.

Νὰ σοὶ προσφέρω κὰν ἂν ἠδυνάμην
Τὴν ἔνδοξον προρφύραν τῶν Καισάρων,
Ἣν ἤδη περιβάλλεται ὁ Χάρων,
Κρατῶν τὴν κόνιν των εἰς τὴν παλάμην!

Ἀλλ’ ἐλησμόνησα· σὲ ὑπεσχέθην,
Λακτίσας τὴν θεόν μου ἀκηδίαν,
Ἀρχαίαν νὰ συνθέσω ἱστορίαν
Καὶ εἰς ἀκαίρους στοχασμοὺς ἀφέθην.

Ὁπόταν σκέπτωμαι περὶ ἀρχαίων
Λαμβάνω τι ἐκ τῆς φαιδρᾶς ζωῆς των,
Μὲ περιπτύσσει αἴφνης ἡ ἐλπὶς των
Καὶ φρόνημα αἰσθάνομαι ἀκμαῖον.

Ὤ πόσον μὲ ἀρέσκ’ ἡ ἀρχαιότης!
Καὶ ἂν σχολαστική, ψυχρὰ σοφία
Εἰς λίθους τὴν εὑρίσκῃ κ’ εἰς ἀγγεῖα,
Τὴν Κύπριδα λατρεύει ἡ νεότης.

Τῆς ἀνθρωπότητος τὸ ἔαρ ἦτο,
Καὶ ἤδη ἔχομεν βαρὺν χειμῶνα,
Εἰς χαῦνον ἐγεννήθημεν αἰῶνα
Καὶ ὀνειροπολεῖς σύ, ἐγὼ πλήττω.

Ἡ Γλαύκη πρὸς τὴν Λάμιαν βαδίζει
Τὸ πλῆθος σχίζουσα τῶν Ἀθηναίων·
Ὁ ἥλιος, ὡς ναῦς πυρίνη, πλέων,
Λάμψεις ἀποχαιρετισμοῦ σκορπίζει.

Δὲν περιγράφω τὴν μορφὴν τῆς νέας·
Περιγραφῶν ὑπάρχει ἀπειρία,
Ἀπέκαμον τὰ ῥόδα καὶ τὰ ἴα
Παραβαλλόμενα πρὸς τὰς ὡραίας.

Ἀφίνω νὰ τὴν πλάσῃς θαυμασίαν·
Τὸ ἄγνωστον αἱ ἀρεταὶ κοσμοῦσι,
Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς θεοὺς δωροῦσι
Προτερημάτων τόσην ἀφθονίαν.

Πρὸς τῆς οἰκίας φθάνει τῆς Λαμίας
Καὶ σταματᾷ ἐξαίφνης ὠχριῶσα·
-Ἑταίρας οἶκος- τῶν σεμνῶν ἡ γλῶσσα
Αὐτὸν προφέρει μετὰ βδελυγμίας.

Καὶ ὅμως ἡ ἑταίρα αὕτη ἦτο
Τοῦ πολιορκητοῦ ἡ ἐρωμένη,
Καὶ ἄνασσα προσαγορευομένη
Ὑπὸ κολάκων ἐθεοποιεῖτο.

Τὰ ὄργια μετὰ τοῦ Δημητρίου
Ἐν τῷ ναῷ τελεῖ τοῦ Παρθενῶνος,
Εἰς δόξαν δὲ αὐτῆς μαρμαίρων θρόνος
Ὑψώθη ἔμπροσθεν τοῦ Ἐρεχθείου.

Ὑπόπτερος ὁ οἶκος τῆς Λαμίας,
Μ’ ἀγάλματα ἡρώων ἐκοσμεῖτο,
Ναοῦ κομψὴ μικρογραφία ἦτο·
Ἡ Γλαύκ’ εἰσῆλθεν ἔνδον τῆς οἰκίας.

Πόσον ἡ Λάμια ὡραῖα βαίνει
Ἐκεῖ ἐν μέσῳ τῶν στηλῶν ὀρθία,
Ἐνῷ τῆς αὔρας ἡ δειλὴ θωπεία
Σκορπᾷ τὴν κόμην της ἀσπαζομένη!

Οἱ εὔσαρκοί της ὦμοι καὶ τὸ στῆθος
Ἡμίγυμνα ἰδὲ ἐρυθριῶσι·
Τὰ χείλη προκαλοῦντα μειδιῶσι·
Ἔχει θρασὺ καὶ νωχελὲς τὸ ἦθος.

Ἰδέ! ἡ κεφαλή της κράνος φέρει·
Κοσμεῖ τὸ κράνος σφίγξ, εἰκὼν γνήσια
Τῆς γυναικός· ἡ χεὶρ ὁριζοντία
Δόρυ κρατεῖ· ἡ ἄλλη πάλιν αἴρει

Τὸ ἄγαλμα τῆς νίκης χαῦνον βλέμμα
Πρὸς τὸν ὁρίζοντα μακρὰν εὐθύνει,
Καὶ ὡς ἡ ἀδελφὴ αὐτῆς, ἡ Φρύνη,
Ὠχρὸν τὸ μέτωπόν της φέρει στέμμα.

Ἠχοῦσιν ἐπὶ τῶν περιστυλίων
Δειλὰ τὰ βήματα τῆς Γλαύκης· ποία
Γυνὴ τοσοῦτον ἄκαιρος, θρασεῖα
Τὸν στολισμὸν ταράσσει τῶν ὀργίων;

ΓΛΑΥΚΗ.
Τῆς Ἀθηνᾶς, ὦ Λάμια, μιμεῖσαι
Τὴν μεγαλοπρεπῆ ἐνδυμασίαν·
Ἀλλ’ ἐλησμόνησές τι -τὴν καρδίαν,
Καὶ ἡ στολὴ μεθ’ ἧς περικοσμεῖσαι

Δεικνύει τὴν καρδίαν μελαντέραν.
Ἡ Ἀφροδίτη ἔγινε παρθένος·
Ἀλλ’ ὁ μανδύας ὁ κεχρυσωμένος
Ἐρυθριᾷ καλύπτων τὴν ἑταίραν.

ΛΑΜΙΑ.
Ἑταίραν εἶπες, Γλαύκη; ἀλλ’ ὀφείλει
Ἑταίρα πᾶσα καλλονὴ νὰ ἦναι·
Αἱ ἀληθεῖς γυναῖκες εἶν’ ἐκεῖναι
Καὶ σύζυγος καλὴ σὺ μόνον, φίλη.

Τὸ κάλλος δὲν ἐπλάσθη, Γλαύκη, μόνον
Ἵνα κρατῆται ἔνδον τῆς οἰκίας
Ὑπεῖκον εἰς τὰς ἰδιοτροπίας
Ἑνὸς ἀνδρός· ὑψοῦσ’ εἰς τοῦτο θρόνον,

Καὶ σύμπασαν κοσμεῖ τὴν οἰκουμένην.

ΓΛΑΥΚΗ.
Καὶ ἡ αἰδὼς ἐν τούτοις λησμονεῖται.

ΛΑΜΙΑ.
Αἰδώς; ἡ ἐχεμύθεια καλεῖται·
Κακίαν λέγε ὑποκρυπτομένην.

ΓΛΑΥΚΗ.
Ληρεῖς, ἀλλ’ ἔστω· ἀγαπῶ, φιλτάτη.

ΛΑΜΙΑ.
Ἐμέ, ὦ Γλαύκη; ἐκ τῆς Λέσβου εἶσαι;

ΓΛΑΥΚΗ.
Ἀλλὰ δικαίως πρέπει νὰ φοβῆσαι·
Ὁ ἔρως μου τόσον διαταράττει.
Λατρεύω τὸν Δημήτριον.

ΛΑΜΙΑ.
Ἐκεῖνον;
Λεαίνας, Γλαύκη, ἀγαπᾷ ὁ λέων.
Δὲν θέλει ἐρωτίδιόν τι κλαῖον·
Ἑταίραν μόνον, πόλεμον καὶ οἶνον.

ΓΛΑΥΚΗ.
Ναί! τὸ γνωρίζω, φίλη μακάρια,
Ἀλλὰ τὸ ἄντρον πέραν τὸ μονῆρες,
Τὸ εὐτυχίας καὶ ἐρώτων πλῆρες,
Ἐν ᾧ, ὁπόταν ἔλθῃ ἡ σκοτία,
Εὑρίσκεις τὸν Δημήτριον εὐδαίμων,
Ἀντὶ ταλάντου δι’ ἑσπέραν μίαν
Μὲ δίδεις, Λάμια;

ΛΑΜΙΑ.
Ὤ τὴν ἀστείαν.
Ἀλλόκοτος τοῦ ἔρωτος ὁ δαίμων
Καὶ δι’ αὐτὸ παιδίον ζωγραφεῖται.
Πωλεῖται, Γλαύκη, ἡ ἐλευθερία,
Ἡ ἀρετή, τὸ κάλλος, ἡ παιδεία,
Ἀλλ’ ἡ εὐδαιμονία δὲν πωλεῖται.

ΓΛΑΥΚΗ.
Βεβαίως· πλὴν ἕν φάσμᾳ εὐτυχίας,
Τὸ ἴνδαλμα αὐτῆς πωλεῖται, φίλη·
Παρέχει ἀμυδρὸν τὸ φῶς ἡ δείλη
Ἀλλὰ γλυκύτερον τοῦ τῆς πρωίας.

Ἡ εὐτυχία εἶναι τυφλοτέρα
Ὑπὸ τὸν μαῦρον πέπλον τῆς σκοτίας·
Ἐνδύομαι τὴν μοῖραν τῆς Λαμίας
Καὶ νύκτα μίαν γίνομαι ἑταίρα.

Εἰς τὴν ἀγκάλην του τὸ πῦρ θὰ σβέσω
Τοῦ ἔρωτός μου, καὶ ἡ νὺξ ἡ μία
Θὰ τρέφῃ τὴν ψυχήν μου αἰωνία·
Ἀφοῦ δὲν ἀνεγείρεται θὰ πέσω.

ΛΑΜΙΑ.
Ἀνέγερσιν τὸν ἔρωτά σου λέγεις;
Κατέστρεψεν ὁ Πλάτων τὰς καρδίας
Μὲ τὰς τοῦ ἔρωτός του θεωρίας·
Ἐὰν σύ, Γλαύκη, τὴν ἑταίραν ψέγῃς,

Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ κενὴ ἀγάπη,
Ὁ σκελετὸς τοῦ ἔρωτος, ἡ κρύα
Ἀπράγμονος ὀδύνης φιλαυτία,
Πρὸς ἣν ἡ νέα γενεὰ ἐτράπη;

Ὡραῖος ἔρως μὲ νεκρὸν τὸ ὄμμα,
Μὲ σάβανον ὠχρὸν εὐαισθησίας,
Καὶ ὄντως ἄξιος τῆς βασιλείας
Του Πλούτωνος· σεσαθρωμένον πτῶμα.

Ὅταν μᾶς τέρπῃ ὁ καρπός, ὦ Πλάτων,
Ἡ χεὶρ αὐτὴ περιχαρῶς τὸν δρέπει,
Καὶ τὴν ζωὴν εἰς θάνατον δὲν τρέπει
Φαντασιώδεις κόσμους ἀναπλάττων.

Τοῦ φθινοπώρου ὁ ἀὴρ μαραίνων
Τὰ ἄνθη τῆς ἀνοίξεως σαρόνει,
Καὶ αὕτη ἡ λατρεία θανατόνει·
Εὐνούχων εἶναι καὶ ἐξηντλημένων.

Ἢ μᾶλλον εἶναι πρόσχημα ἀχρείων,
Ὑπόκρισις, ἢ πλάνη, ἢ μανία,
Φθίσις τοῦ ἔρωτος, ὠχρὰ λαγνεία,
Περικαλλὲς τῆς ὕλης προσωπεῖον.

Χαμαὶ τὸ προσωπεῖον! ἡ ἑταίρα
Ἀγέρωχον τὸ μέτωπόν της αἴρει,
Δὲν τήκεται εἰς στόνους, σπαίρει,
Θνήσκει καὶ ἀναζῇ ὡραιοτέρα.

Καὶ ἀδελφὴ τῆς ἡδονῆς ἐκχέει
Μεθύουσαν ἐρώτων ἀτμοσφαῖραν·
Τὴν εἶδες εἰς χειμερινὴν ἑσπέραν
Πῶς ὑπὸ ἔρωτος γελᾷ καὶ κλαίει;

Παιδίον, ὕπαγε· ἡ εὐτυχία
Κενὰς σκιὰς οὐδέποτε θηρεύει,
Καὶ τὸν Θεὸν εἰς μάρμαρον λατρεύει
Ἡ τοῦ ἀνθρώπου ὑλικὴ καρδία.

Τὸ ἄντρον εἶναι σόν, καὶ ἡ σκοτία
Καθὼς ὁ θάνατος μᾶς ἐξισόνει·
Ὕπαγε, Γλαύκη φίλη, εὐδαιμόνει,
Ἂν ἡ κλοπὴ καλεῖτ’ εὐδαιμονία.

Ἤδη ἡ νύξ, προστάτις τῶν ἐρώτων,
Ἀνὰ τὴν γῆν ἁπλοῦται βαθυτάτη,
Οὐδὲ ἡ αὔρα τὴν σιγὴν ταράττει·
Ὁ οὐρανὸς προσμειδιᾷ ὑπνώττων.

Ἡ Γλαύκη εἰς τὸ ἄντρον ἀναμένει·
Ἐφόρει τὴν καλύπτραν τῆς σκοτίας·
Ῥιγᾷ ὑπὸ ἀνυπομονησίας,
Ἐκεῖ, ὡς Λάμια εὑρισκομένη.

Ὁ χρόνος, ἀπηνής, βραδέως βαίνει·
Μὲ συμφορὰν πολλάκις εἶν’ ὁμοία
Ἡ ἀναμενομένη εὐτυχία
Καὶ δι’ αὐτὸ ὠχρὰ ἡ Γλαύκη στένει.

Ἀκούεται βημάτων πέραν κρότος.
Εἶναι αὐτός· τῆς Γλαύκης ἡ καρδία
Μετρεῖ τὰ βήματα ἐν ἀγωνίᾳ·
Τίς εἰς τὸ ἄντρον βαίνει λεληθότως;

Ἰδοὺ ὁ Πολιορκητής· μυθῶδες
Ἀγώνων κρᾶμα, μέθης καὶ ἐρώτων·
Εἰς τὴν ἀγκάλην γυναικὸς ὑπνώττων
Ἠγείρετο μὲ βλέμμα ἐρεβῶδες.

Ἐξ εὐωχίας αἴφνης καὶ ὀργίων
Πρὸς τὰς μεγίστας ἔβαινε στρατείας,
Ἠσπάζετο τὰ χείλη τῆς Λαμίας
Πρὸς γρόνθον πάλιν τὴν πυγμήν του κλείων.

Εἶχε τῆς φύσεως τὸ μεγαλεῖον·
Νῦν μειδιῶν καὶ εὐσταλὴς καὶ χαίρων
Μετὰ μικρὸν τὸ μέτωπόν του αἴρων
Νεφῶδες καὶ τὸν κεραυνὸν ἐγκλεῖον.

Πλὴν σιωπή! συμπτύξεις πυρετώδεις,
Φιλήματα μακρά, γριφώδεις φράσεις,
Πειρπλοκὰς καὶ μέθην καὶ ἐκστάσεις
Ἡ νὺξ περιλαμβάνει ἡ ζοφώδης.

Τὴν γλῶσσαν τῆς ἀγάπης ὁμιλοῦσι·
Καὶ λέξεις μύχιαι, παλμοὶ καρδίας,
Πνοαὶ θερμαὶ βαθείας συμπαθείας
Ὡς ἁρμονία τῆς ψυχῆς ἠχοῦσι.

Τὰ μόνα ἄνθη τοῦ περῶντος βίου,
Δρεπόμενα ὑπὸ τοῦ διαβάτου
Ἀπὸ τῆς ὄχθης τοῦ ὠχροῦ θανάτου
Πρὶν ἐντὸς σκότους κοιμηθῇ στυγίου.

Ἡ φύσις ἡ θνητὴ ἀθανασίαν
Ἐπὶ τὰ χείλη ἐρευνῶσα ἤδη
Φεῦ! τὴν ἀρὰν τὴν πάλαι αἰωνίαν
Ἐπὶ τὴν οἰκουμένην παραδίδει.

Μακρὰ στιγμὴ ἀῤῥήτου συμπαθείας·
Τὸ σύμπαν περικλείει ὁ βραχίων,
Τὸ ἄπειρον εἰς φίλημα εἰσδύον,
Ἡ ἕκτ’ ἡμέρα τῆς δημιουργίας.

Τοῦ παγκοσμίου βίου αἱ ἐκφράσεις,
Καὶ κόσμου σκοτεινὴ δημιουργία.
Στιγμὴ καὶ τοῦ θανάτου ἀντάξια,
Ἐνσάρκωσις τοῦ ἔρωτος· ἡ πλάσις.

Ἡ νὺξ ὑπὸ τὸν οὐρανὸν ῥεμβάζει,
Εἰς τὴν ἀκτὴν τὸ κύμα ψιθυρίζει,
Ἀστὴρ διᾴττων τὴν σκοτίαν σχίζει,
Καὶ εἰς τὰ δάση ὁ ἀὴρ στενάζει.

– Γηράσκουσα, ὦ Λάμια, ἀνδροῦσαι,
Καὶ φαίνεται διαμαρτυρομένη
Ἡ παρειά σου μᾶλλον φλεγομένη,
Καθόσον ἐκ τοῦ χρόνου ῥυτιδοῦσαι.

Ἡ δὰς ἐκπέμπει φλόγαν λαμπροτέραν
Πρὶν εἰς ζοφώδη κοιμηθῇ σκοτίαν·
Ὁ ἔρως, φαίνεται, ἀκμὴν ὁμοίαν
Εἰς τῆς ζωῆς λαμβάνει τὴν ἑσπέραν.

Αἰσθάνομαι τὸν τύπον τῶν χειλέων,
Εἰς νέαν ὅμως βαίνω ἐκστρατείαν,
Θὰ ἀσπασθῶ ἐνόπλως τὴν πρωΐαν·
Δός μοι ἓν φίλημα· τὸ τελευταῖον.

– Ἡ λύκη ἠρεμεῖ μακρὰν βαθέως.
Ὤ! μὴ ἀναχωρεῖς ἀκόμη, μεῖνε,
Νὰ ἀσπασθῶ τὸ μέτωπόν σου κλίνε,
Ἡ Γλαύκη ἐψιθύρισε λαθραίως.

– Ἀλλ’ ἡ στοὰ ἡ μαύρη της σκοτίας
Ἐπὶ μακρὸν τὸν ἔρωτα τηροῦσα
Ἓν πτῶμα αἴφνης δείκνυται κρατοῦσα
Εἰς τὰς δειλὰς ἀκτῖνας τῆς πρωίας.

Ὡς τῆς ψυχῆς τὸ φῶς, καὶ τοῦ ἡλίου
Ἂν ἡ ἀκτὶς τὸν ἔρωτα προσβάλῃ
Ἀπέρχεται αὐτὸς καὶ ἡ ἀγκάλη
Σιγᾷ τὴν σιωπὴν κοιμητηρίου.

– Ὁ ἥλιος ἂν αἴφνης ἐλησμόνει
Τὸ ἅρμα του νὰ ζεύξῃ! ἀτυχία!
Ἡ νὺξ βραχεῖα ἔληξε, βραχεῖα·
Μετὰ μικρὸν θὰ ἀπομείνω μόνη!

Ἠγέρθη ὁ Δημήτριος· – Βραχεῖα;
Τὸ χεῖλός σου βεβαίως ἠπατήθη
Καὶ ἔκφρασιν ἐπροφέρεν ἀήθη·
Σὺ εἶσαι, Λάμια, σὺ ἡ μισθία;

Τὴν κεφαλήν της κλίνει σιωπῶσα
Ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ ἀνδρὸς καὶ μένει
Ἐκεῖ εἰς σκέψεις μαύρας βυθισμένη,
Θρηνοῦσα ἅμα καὶ προσμειδιῶσα.

– Δός μοι τὴν χεῖρά σου· ἐκ Σικελίας
Στρεπτὸν ταλάντου σὲ δωρῶ, φιλτάτη.
– Ὤ! κράτει τὸν στρεπτόν σου, κράτει·
Ἐψέλλισεν αὐτὴ μετὰ δειλίας.
Τὰ δῶρά σου δὲν θέλω· ἠγαπήθην·
Ὁ ἥλιος πρὸς τί ὁ ἀνατέλλων;
Ἡ αὔριον; Θὰ ἐπαιτῶ τὴν λήθην·
Ἡ εὐτυχία ταύτην ἔχει μέλλον.

– Ἀλλ’ ἡ ἑταίρα, κόρη τῶν ὀργίων,
Ἂν δάκνῃ, δὲν φιλεῖ· ῥοφῶσα
Τὸ αἷμα, τὴν καρδίαν καὶ τὸν βίον,
Φαιδρὰ προκύπτει καὶ προσμειδιῶσα.
Τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς αἰδοῦς τὸ πτῶμα,
Ἑρμῆς γενόμενος ὁ ἔρως, βαίνει
Φέρων τὸ πελιδνόν τοῦ αἴσχους χρῶμα·
Ἰδοὺ τὴν σήμερον ἡ ἐρωμένη.
Βδέλλα τὸν μυελὸν ῥοφῶσα τῶν ὀστέων
Ὅπου ἡ μνᾶ προσέρχεται κ’ αἱ κνῖσσαι,
Ἐξαπατῶσα τὴν ψυχὴν τῶν νέων.·
Ἡ Λάμια, ἡ Λάμια δὲν εἶσαι.

Ἡ φθίνουσα σελήνη ἀνατέλλει
Ἐπαίρουσα τὸν πέπλον τῆς σκοτίας·
Ἀλλὰ τὸ φῶς αὐτῆς διστάζον στέλλει·
Τί ἐρευνᾷ μετὰ μελαγχολίας;

Τὸν Ἐνδυμίωνα ζητεῖ καὶ κύπτει
Καὶ ἀπαντᾷ τὴν φύσιν τὴν σιγῶσαν·
Ἀκτὶς λαθραία εἰς τὴν ὄψιν πίπτει
Τῆς Γλαύκης τὴν ὠχρὰν καὶ μειδιῶσαν.

Ἰδοὺ ὁ μῦθος· ἴσως ἐπεθύμεις
Μὲ στόμφον πάντα ταῦτα νὰ ἐκθέσω·
Φερόμενος ἐπὶ πομπώδους ῥύμης
Ταρτάρους εἰς ὠκεανοὺς νὰ σβέσω.

Ἂν ἀγαπῶ τὸν Βύρωνα, συγχρόνως
Μισῶ τοὺς παρασίτους ὅσοι ζῶσι
Τὴν τράπεζάν του λείχοντες· ὁ πόνος
Σιγᾷ ὡς τάφος, οἱ ψυχροὶ βοῶσι.

Θὰ μ’ εἴπῃς ἄτεχνον· δικαίως ἴσως·
Δὲν λεπτουργῶ τοὺς στίχους ὅπως ἄλλοι,
Πρὸς τὴν βλακίαν τρέφω μέγα μῖσος
Καὶ εἰς τὴν ῥίνην ἡ βλακία θάλλει.

Τὰς παραλυτικὰς αὐτῶν ποιήσεις
Μὲ ἄνθη καὶ ψιμμύθιον κοσμοῦσιν,
Ἐνδύουσι κομψῶς καὶ σαβανοῦσιν
Εἰς πλείστας καὶ ψυχρὰς μεταῤῥυθμίσεις.

Θὰ μ’ εἴπῃς ὑλιστήν· δεκτὸν καὶ τοῦτο.
Ἀφοῦ προβαίνῃ ψηλαφῶν ὁ βίος,
Προσκρούων εἰς τὴν ὕλην αἰωνίως,
Τί ἄλλο νὰ δεχθῇ ἐδικαιοῦτο;

Ἡ ὕλη πάσχει, χαίρει, ζῇ καὶ θνήσκει·
Ἐκτὸς αὐτῆς τί εἶναι; τίς γνωρίζει;
Ὁ ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς βαδίζει
Αἰῶνας καὶ παντοῦ αὐτὴν εὑρίσκει.

Λιμώττει καὶ ἡ μεγαλοφυΐα·
Τὸ στέμμα της πρὸ δείπνου καταθέτει,
Ὀλίγην κόνιν εἰς τὴν γῆν προσθέτει·
Τί μηχανὴ ὁ ἄνθρωπος τελεία!

Θὰ μ’ εἴπῃς βωμολόχον· ἐνθυμεῖσαι
Ἡ Εὔα πάλαι πότε ἐνεδύθη;
Ὁπόταν ἔπεσε· ναί, μὴ φοβεῖσαι
Ἢ τὸν καυχώμενον ὡς χρηστοήθη.

Εἰπέ· πλὴν φείσθητι ἐκείνης μόνον·
Τῆς Γλαύκης· εἶχεν ὄντως εὐφυΐαν
Ἀξίαν τῶν καλῶν ἐκείνων χρόνων·
Ὑπέκλεψεν αὐτὴν τὴν εὐτυχίαν.

Ἂν διὰ τῆς ἀπάτης νύκτα μίαν
ᾘσθάνθη μέθην μαγικὴν ἐρώτων,
Κατακριτέα εἶναι; εὐτυχίαν
Ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκει ὀνειρώττων,

Καὶ τ’ ὄναρ εἶναι καθαρὰ ἀπάτη·
Ὁ ἔρως εἶναι πλάνη· ἡ ἀγκάλη
Σκιὰν τῆς ἐρωμένης περιβάλλει
Ἐκείνης, ἣν ἡ φαντασία πλάττει.

*Από το βιβλίο “Ποιήσεις υπό Δ. Παπαρρηγοπούλου, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Νικήτα Πάσσαρη, 1867, σσ. 57-72.