Κώστας Ρεούσης, Έξι ποιήματα

THE GUARDIAN GARDEN

Πρωινό του Ορφέα πλέον
Κάθε έξοδος γυρίζει αθόρυβα
Έως πανηγυρικά την πτήση
Καθώς το σκεύος χαλκεύεται
Σ’ ανίερες συμμαχίες τ’ ασήμι.

EL ESTOMAGO

Άτσαλα κουρεύτηκε η μέρα
Πετσοκόβοντας την ψυχή
Με την οκά στα παζάρια του
Νότου διακονεύει το σούρουπο.

SAMBA CANTINA

Ν’ αρχίζει με λικνίσματα
Της αιώρησης που κρύβεται
Το ζήτα χρώματα πολλά
Χρώματα.

ΣΚΟΤΟΔΟΤΗΣ

Ταραγμένος από έμβρυο
Τις πέτρες αιώνων
Θαλάσσης
Γλειμμένων
Μετέχω.

Η ΚΑΜΗΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΓΚΟΥΡΟ

Ο δρόμος φαντάζει μπάσταρδος
Ώστε ο καταρράκτης πλήρης νερών
Να συνοδεύει το δερβίση στις πηγές του
Νείλου
Ορατά των ανθρώπων τεκμήρια
Τόνοι παπύρων βρεγμένοι.

27.07.2000

Σάστισα με τον καιρό
Ο αχαρακτήριστος
Μεστός αριθμών αν
Όχι νερών
Όντας πνιγμένος
Πλέοντας.

*Από τη συλλογή “Ενα τσεκούρι κάθεται στο λαιμό χαρτοκόπτη γυναίκας”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2015.

For Immediate Release by Colin Dardis

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

For immediate release(blackout poem based on

https://www.whitehouse.gov/the-press-office/2017/05/09/statement-press-secretary-1)

..

Colin Dardis is a poet, editor and freelance arts facilitator from Northern Ireland.  He co-runs Poetry NI, and is editor for Lagan Online. One of Eyewear Publishing’s Best New British and Irish Poets 2016, a collection with Eyewear, ‘the x of y’, is forthcoming in 2018. His work has been widely published throughout Ireland, UK and USA.
——————————————————————-
www.colindardispoet.co.uk
www.poetryni.com

View original post

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πέντε ποιήματα

ΚΑΤΑΣΑΡΚΑ

Φορώ κατάσαρκα
χειμώνα καλοκαίρι
φύλλα μπασμά από χέρσα χωράφια
κλαδιά που τα πελέκησε η πάχνη

κι άγρια κύματα καμπυλωτά
που φωλιάζουν
και μπολιάζουν τη ζωή μου.

***

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

Κυλάει μέσα μου ποτάμι ορμητικό

κατεβάζοντας ρίζες βαθιές
παλιά σεντούκια
και μεγάλα δάκρυα λαμπερά

λόγια που ανατινάχτηκαν απ’ τη φοβέρα

χρώματα κι αρώματα που λησμονήθηκαν
μες στη μεγάλη λάμψη.

***

ΓΥΡΩ ΚΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΜΕΣΑ

Τρέχω
σκοντάφτω
γυρίζω
γύρω κι ανάμεσα και μέσα

-τίποτα-

τρέλα διάχυτη απλωμένη παντού
αντηχήσεις μέσα σε παλιοσίδερα
και πλεξιγκλάς.

***

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΥ ΣΠΙΤΙ

Το παλιό μου σπίτι γέρνει τις νύχτες

αφουγκράζεται ψιθύρους φτερουγισμάτων
θυμάται φτώχεια και ξεριζωμούς
ξυπνά πρόσωπα που τα παγίδεψε η αντάρα

κι ολοένα προσπαθώ να κρατηθώ
καταγράφοντας ανέμους και θύελλες
που με πνίγουν.

***

ΜΑΚΑΡΙΟΙ

Αμνήμονες

χωρίς μούσα
χωρίς ιστία

μακάριοι αρμενίζουν

σέρνοντας γενεές
επαναλαμβάνοντας το όντως τίποτα.

Η Ιστορία γυμνή
πάντα ωραία
τους οικτίρει.

*Από τη συλλογή “Το αίμα μένει”, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016.

Ας αναλάβει η ποίηση τις ευθύνες της | ΣΥΝΑΥΛΙΑ Ms Ratter 19/5/17, Θεσσαλονίκη

Ας αναλάβει η ποίηση τις ευθύνες της | ΣΥΝΑΥΛΙΑ Ms Ratter 19/5/17, Θεσσαλονίκη

ΘΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ
Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ
Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΑ ΕΜΠΟΡΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ
Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ
ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΛΟΓΙΑ ΞΕΚΑΘΑΡΑ
ΑΣ ΑΝΑΛΑΒΕΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΗΣ

Συναυλια Ms Ratter, πανω στα ποιήματα της Serratia Marcescens.

Παρασκευή 19/5/17, 10:00 μμ, στη Φάμπρικα Υφανέτ,
Ομήρου & Περδίκα, Κάτω Τούμπα, Θεσσαλονίκη

Τα ποιήματα : http://syntexnia.net/serratia

Η μουσική : http://msratter.wordpress.com

+τεχνια- (θεσσαλονικης)

Λεωφορεία από κέντρο προς Φάμπρικα – Υφανέτ:
νο2, νο58 στάση Θεαγένειο (επί της Εγνατίας)
νο12 στάση Υφανέτ (επί της Παπάφη)
νο10 στο Θεαγένειο (επί της Παπαναστασίου)

Υ.Γ. Στο χώρο δεν θα λειτουργεί μπαρ. Αν το θεωρείτε απαραίτητο, φέρτε το ποτό σας.

Το θέατρο στην ποίηση: 55 σύγχρονοι ποιητές

«Το θέατρο στην ποίηση. 55 σύγχρονοι ποιητές», Ποιητική Ανθολογία, Ανθολόγηση-Εισαγωγή: Ασημίνα Ξηρογιάννη Επιμέλεια: Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αγγέλα Γαβρίλη, Εξώφυλλο: Κυριάκος Γουνελάς, Εκδόσεις Momentum 2017

(Υπό έκδοση)

Η ποιήτρια και θεατρολόγος Ασημίνα Ξηρογιάννη ανθολογεί 55 σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες σε έναν τόμο όπου συνομιλούν διαφορετικές γενιές Ελλήνων δημιουργών. Είναι η πρώτη φορά που μια ανάλογη ανθολογία εκδίδεται στην Ελλάδα και αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο για κάθε ποιητή, για κάθε άνθρωπο του θεάτρου, για κάθε φιλόλογο και για όσους αγαπούν την ποίηση και το θέατρο.

«Πώς ανιχνεύεται οτιδήποτε θεατρικό μέσα σε αυτά τα ποιήματα; Ποιες συνδέσεις με έργα, δημιουργούς και διαδικασίες; Μπορούν το θέατρο και η ιστορία του να χωρέσουν στην ποίηση; Πώς συνδιαλέγονται οι δύο τέχνες;»
(Από το εισαγωγικό σημείωμα της ανθολόγου)

Στην ανθολογία συμμετέχουν με ποιήματά τους:
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Αντιόπη Αθανασιάδου, Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Βασίλης Αμανατίδης, Νάσος Βαγενάς, Νάνος Βαλαωρίτης, Καίτη Βασιλάκου, Γιώργος Βέης, Ιωσήφ Βεντούρας, Χάρης Βλαβιανός, Στέλλα Βοσκαρίδου, Σπύρος Λ. Βρεττός, Αγγέλα Γαβρίλη, Γιώργος Γκανέλης, Εσμεράλδα Γκέκα, Ελένη Γκίκα, Άννα Γρίβα, Γιώργος Γώτης, Ελένη Δημητριάδου Εφραιμίδου, Νίκος Ερηνάκης, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Μαρία Κουλούρη, Θανάσης Κριτσινιώτης, Φροσούλα Κολοσιάτου, Χάρις Κοντού, Κατερίνα Κούσουλα, Χλόη Κουτσουμπέλη, Στάθης Κουτσούνης, Ελευθερία Κυρίτση, Γιάννης Β. Κωβαίος, Νίκος Λάζαρης, Γιώργος Λίλλης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αλέξιος Μάινας, Χάρης Μελιτάς, Νεκταρία Μενδρινού, Γιώργος Μοράρης, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Γιώργος Μπλάνας, Κωνσταντίνος Μπούρας, Άγης Μπράτσος, Χαρίλαος Νικολαΐδης, Ασημίνα Ξηρογιάννη, Έκτωρ Πανταζής, Όλγα Παπακώστα, Ειρήνη Παραδεισανού, Τίτος Πατρίκιος, Γιολάντα Πέγκλη, Σταμάτης Πολενάκης, Κώστας Θ. Ριζάκης, Νίκος Σκούφος, Αλέξης Σταυράτης, Γιάννης Στίγκας, Γιώργος Τζιας, Θωμάς Τσαλαπάτης.

Νικόλαος Κάλας, Ενθάδε κείται η καρδιά

Artwork: Simone Held

Σάν ένα αγρίμι παγιδευμένο
Ένα καράβι που κινδυνεύει
Ένα παιδί μονάχο μες στή νύχτα
Μιά πλανημένη ώρα
Περιμένω

Ένιωσα ήδη τά κύματα της επιστροφής
Πού γκρέμισα τη ζωή μου;
Στο περιθώριο καθε ρυθμού δυνάμεις διασταυρώνονται
Ποτέ πιά καυτοί ή παγωμένοι πόνοι
Δε θά ζήσετε άποτυπώματα τέτοιων μεταμορφώσεων
Τίποτα πλέον απ’ δ,τι φτιάχνουν τά χέρια δέν άφήνει ίχνη
Οί σκιές πού έρχονται ποιός ξέρει από πού
Συνοδεύουν έπειτα αντικαθιστούν τίς μορφές από άμμο
Σ’ έναν κόσμο δίχως επιστροφή
Η διάταξη τών αριθμών καί τών άστρων
Μιά παρτίδα σκακιοϋ
Ξετυλίγεται χωρίς εκπλήξεις
Αλλά ή καρδιά ή ίδια μετριέται μέ τή μονάδα τού τυχαίου
Δίπλα μας μπροστά καί πίσω
Οί πνιγμοί διαδέχονται ό ένας τόν άλλον
Η αγάπη δέν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από αγωνίες ‘
Όπως ό κόσμος ή δπως εσύ
Αναπαύεται καμιά φορά πανω σέ κάποια βεβαιότητα
Ή έναν θρόμβο αίματος
Πηγαίνοντας πρός εσένα πρίν τά μάτια
Τό στόμα είναι ήδη ανήσυχο
Οι πύλες τού ναού τού φόβου μένουν ανοιχτές
Κατόπιν άλλες συναντήσεις απρόσμενες
Προστίθενται καί μεταστρέφουν τά σημεία πού μού ήταν εύνοϊκά
(Παρίσι 1939 – Λισσαβώνα 1940)

*Από το βιβλίο Νικόλαος Κάλας, “Δεκαέξι γαλλικά ποιήματα και Αλληλογραφία με τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς”, σε μετάφραση Σπήλιου Αργυρόπουλου-Βασιλικής Κολοκοτρώνη, εκδόσεις Ύψιλον/Βιβλία, 2002.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Παχιά ζέστη στο πρόσωπο

Φθορά ήλιου στα μαλλιά
Μάτια που επιμένουν ν΄ ανοίγουν
Τεντώνεται η αργοπορία
Στα πέλματα
Νερό δεν υπήρξε
Τις υπνώτισε καταμεσής του δρόμου
Φύγανε ολάκεροι αφήνοντας
Μια παρτίδα ακροδάχτυλα
Κομμένα φάλαγγα- φάλαγγα
Πάνω στο δέρμα ενός άρρωστου δρόμου
Ιδρώτας
Και μια αίσθηση για ακόμη νερό
Σφίχτηκαν ο ένας πάνω στον άλλον
Απ τους αγκώνες
Ήρθε η νύχτα και μια αίσθηση
Κερατίνης από νύχια
Που έμειναν πάνω στη ζεστή
Άσφαλτο

***

Να ραφτώ κάτω από το δέρμα σου

Μικρόβιο ξενιστής
Να σε βλέπω να μεγαλώνεις από μέσα
Να διαστέλλεσαι
Να παχαίνεις
Να ακούω τους τριγμούς των σκέψεων
Τα αποσπασματικά παιχνίδια
Όταν σου δίνω ένα δίσκο λέξεις-τραγούδια
Και την κλειτορίδα μου επί πίνακι
Υπερτροφική σαν το εγκεφαλικό μας παρέγχυμα
Την άρνηση- την αντίδραση- την επιστροφή
Να νιώθω νεροχύτης που στάζει καιρό
Κι έχει μουλιάσει τα χρονοντούλαπα της ιστορίας
Μέσα σε ένα χώρο που το φως κάθε μέρα δημιουργεί αποχρώσεις
Φυλακίσεις του δέρματος
Και σε μια σελίδα κάθε βράδυ η σιωπή
Να μετατοπιζεί το κέντρο βάρους
Σε μια απόσταση γεμισμένη τσιμέντο
Και πουά ομιλίες
Σπασμωδικά να ενώνονται με κλιματσίδες δέντρων και περικοκλάδες
Και κάθε σπασμένο πρωί
Να δημιουργούν τη ρίζα
Μιας φαντασίωσης
Που δεν
Που δεν ακουμπάει στο πραγματικό
Και στα σφαλισμένα παντζούρια

*Τα σχέδια της ανάρτησης είναι έργα της ποιήτριας.

Δώρα Κασκάλη, Δύο ποιήματα

Ο εικονοκλάστης

Την εύκρατή σου καλλιέπεια λατρεύω.

Το ψάρι αυτοκτονεί στη γυάλα σου

επιτυχώς κρεμιέται απ’ τη μανόλια το πουλί.

Κρατάς ημερολόγιο απωλειών.

Το θάνατο πολεμάς να ορίσεις,

το επέκεινα. Ανεπιτυχώς.

Ζω για τη θρηνωδία

του ευάλωτου ψυχισμού σου.

Δεν με ρωτάς ποτέ για τη μαρμαρυγή

που εκτρέφω δέκα χρόνια.

Αναρωτιέσαι. Θάβεις την αγάπη.

Με κατηγορείς για ανιστόρητο λυρισμό.

Εγκαλείς απ’ το καταφύγιο του γραφείου σου.

Δεν θέλω να σου δείχνω 

τα χέρια που μου μάδησε
το άλγος της συνήθειας:

νερά, χαρτιά, πιατικά. Η ασχήμια.

Μικρά μου τέμπλα.

Φιλοτεχνώ.

Ιερουργώ.

Κι όταν ’ρθει η ώρα


μ’ όλα σας τα στολίσματα

ψυχρή θα σας ξυλεύσω.

***

Πατέρα σου ταΐζω
με μνήμη το εικόνισμα,
το ξεσκονίζω από τους ρύπους
της ζωής μου.
Μικρέ ήρωα,
οι φίλες μου είναι πουλιά
με σκοτωμένα φτερά.
Τη μια λένε σκλήρυνση κατά πλάκας,
χορεύει κλακέτες με το μπαστούνι της·
η άλλη ρίχνει ιώδιο
στη χαράδρα του λαιμού.
Τα παραδείσια πετούμενα
γίνανε οικόσιτα και
τους ατομικούς αγίους τους δοξολογούν.

Είμαι η κόρη σου
που έχασε από το δράκο
και τον φυλάκισε στο εφήβαιο
υπνωτικό του δίνει
μ’ ονόματα όπως
συστολή, άρνηση και λήθη.
Πατέρα της Κατοχής,
της Μεταπολίτευσης, της Ανάγκης
έπεσα στο κενό των εποχών,
θέλω να βγάλω τα παιδιά
απ’ τη σκιά στον άκτιστο ήλιο.

Τα χέρια θέλω να πετάξω
γιατί δεν τα ‘μαθες πώς να αγγίζουν.
Με προδίδουν αυτό το βράδυ
που προσπαθώ να δώσω σχήμα
στο πρόσωπό του
να ημερέψω τα μάτια του
που στρώνουν το μονοπάτι μιας φυγής.
Πατέρα, έριξα μενεξελί πανί απάνω σου
να μην βλέπεις που τον φίλησα
τρεις φορές στο πρόσωπο
σα να τον φιλούσα
τρεις χειμώνες στο στόμα.

Είναι μισοφαγωμένα τα κορμιά μας
εκείνου από την πλησμονή
το δικό μου από την στέρηση.
Και πεινούν ακόμη την ίδια πείνα.
Πέταξα στο σιντριβάνι
τα κέρματα που έγραφαν “για πάντα”,
τα κεφάλαια έψιλον του έρωτα·
ξεχνώ τα λόγια των ευχών.
Έριξα στη μαύρη σακούλα
τα παιδικά μας παραμύθια
με σένα θριαμβευτή.

Αναπαύσου στα όνειρα της μαμάς.
Εγώ χαράζω ένα οδόσημο,
μια λέξη υβριδική
που συνθλίβει τ’ όνομά μου,
τη στολή του άσπρου ιππότη του,
την εγκαρτέρησή μου, τη λαγνεία του
και μας εφευρίσκει ξανά.

© Δώρα Κασκάλη

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τώρα που στήσαν τον χορό

Καθόταν με τον πατέρα της της στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη. Σούρουπο ήταν, μάλλον κάποιας Κυριακής. Σιωπηλοί κι δυο τους. Μια σιωπή που έβραζε. Ποτέ δεν ήταν εύκολη η κουβέντα μαζί του, τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μικρές τις χάιδευε, τις έλεγε γλυκόλογα, τις φιλούσε. Αφότου άρχισαν να διαμορφώνονται γυναίκες, τις κρατούσε σε απόσταση, ενδεχομένως για να μπορεί να τις ελέγχει. Ήθελε να κερδίσει το σεβασμό κι αυτές ένιωθαν δέος και φόβο μπροστά του. Το ίδιο και τ’ αγόρια του χωριού. Τα κορίτσια του Διγενή έλεγαν και δεν τολμούσαν να τις πλησιάσουν.

Τώρα όμως η σιωπή ήταν αλλιώτικη, εκκωφαντική. Στα τελευταία καθίσματα καθόταν μια παρέα νέων αγοριών. Επέστρεφαν μάλλον στη Θεσσαλονίκη για το μεροκάματο. Αγροτόπαιδα από τα χωριά της Νιγρίτας. Το σαββατόβραδο κατέβαιναν στα χωριά τους και επέστρεφαν βραδάκι Κυριακής. Αυτή με τον μπαμπά δίπλα της έπνιγαν τις σκέψεις και τις έγνοιες τους στη σιωπή. Θα την πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό να πάρει το τρένο για Σουηδία. Μόνη της. Κοπελίτσα στα δεκαοχτώ.

Έφευγε να βρει το δρόμο της. Πρώτη φορά θ’ ανέβαινε σε τρένο. Θα την περίμενε η αδελφή της στο σταθμό της Στοκχόλμης. Της είχε γράψει ότι εκεί θα μπορούσε να πάρει φοιτητικό δάνειο για σπουδές. Τ’ αγόρια μιλούσαν ζωηρά φώναζαν σχεδόν. Μπορεί να ήταν και παρέα νέων που έφευγαν από το χωριό για να καταταχθούν στο στρατό.

Άρχισαν να τραγουδούν. Σπαρακτικά. «Τώρα που στη Μαρία μου/τώρα που στήσαν το χορό/ όλες οι βέργες είναι δω/δική μου η βέργα δε είναι δω»* Άρχισε να κλαίει. Χείμαρρος χύθηκε από μέσα της ένας παρατεταμένος γόος. Αδύνατο να τον ελέγξει. Έκλαιγε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Ο μπαμπάς σιωπηλός, δεν έβγαλε κουβέντα, δεν της είπε τίποτε.

Ποιος ξέρει μπορεί κι αυτός να έκλαιγε από μέσα του. Δε θυμόταν τίποτε άλλο απ’ τη διαδρομή. Τον αποχαιρετισμό, την επιβίβαση στο τρένο. Για χρόνια ένοιωθε ενοχή. Πίστευε ότι τον είχε πονέσει βαθιά με το ανεξέλεγκτο κλάμα της. Πολύ αργότερα όταν πια κι αυτή βρέθηκε στην θέση του, απορούσε και θαύμαζε το κουράγιο του.

*«Τώρα που στήσαν τον χορό», Παραδοσιακό τραγούδι Μακεδονίας

**Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα».