Πρόκες στη φωλιά του «Κούκου»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΠΑΚΗΣ*

Ένα κριτικό σημειωμα στην ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου «Κούκος»

«Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου.» «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Αυτές τα λόγια του Wittgenstein και του Αναγνωστάκη ήρθαν στο νου μου διαβάζοντας την ποιητική συλλογή «Κούκος» (Εκδόσεις Θράκα, 2016), με την οποία η Πελαγία Φυτοπούλου εμφανίζεται για πρώτη φορά στα ποιητικά πράγματα. Η Φυτοπούλου έχει ήδη στις αποσκευές της ένα πολιτικό παραμύθι και μια διόλου ευκαταφρόνητη πορεία στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Με τον «Κούκο» δοκιμάζεται στην ποίηση φτάνοντας τη γλώσσα και την έκφραση σε αληθινά αχαρτογράφητες περιοχές.

Αν κάτι χαρακτηρίζει την ποίηση της Πελαγίας Φυτοπούλου αυτό είναι μια φυσική απέχθεια -ή μάλλον χλεύη- για κάθε τι συμβατικό, όπως για παράδειγμα, η «εργολαβία της ενηλικίωσης», οι «γιάπηδες που ξοδεύουν χιλιόμετρα στο διάδρομο του γυμναστηρίου» ή ο πατέρας που σπάει το χέρι του γιου (το άλλο ήδη σπασμένο) για «να μάθει να μην ταπεινώνεται μπροστά σε γυναίκα». Η δυσανεξία αυτή, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στο «κατεστημένο» αλλά και στους αρνητές του, όπως ο Λένιν, ο Κροπότκιν και ο Μπονιουέλ.
Η ποιητική αυτή περσόνα πραγματικά φαίνεται να μην «χωρά πουθενά» κατά τη ρήση του Γιάννη Αγγελάκα. Η μοναξιά της περιχαρακώνεται αυστηρά σε τόπους ζοφερούς˙ σε κελιά, σε φυλακές ανηλίκων, σε τάφους ομαδικούς και ατομικούς. Η συχνά απαντώμενη αίσθηση εγκλεισμού («τα παράθυρα / είναι κλειστά / και οι μεντεσέδες / πάνοπλοι») και η συνακόλουθη έκφραση αγωνίας θυμίζουν τον τρόπο της Κατερίνας Γώγου. Ο ουρανός και τις τρεις φορές που εμφανίζεται φέρει τον εφιαλτικό απόηχο του ουρανού της «Αποκριάς» του Σαχτούρη. Στον «Κούκο» το «γυάλινο χαρτοπόλεμο» αντικαθιστά το σχήμα «Πυρ και θάνατος» («Ο Βιολιστής», «Σύμπτωση», «Το πορτοφόλι του πεθαμένου»). Τα γήινα πάλι δεν προσφέρουν απαντοχή («όταν δε σε βοηθούν / οι ζωντανοί σε βοηθούν / οι νεκροί») ενώ η έξοδος από την ανθρώπινη κατάσταση ταυτίζεται αποκλειστικά με το θάνατο, ο οποίος κρατά δύο υποστάσεις, του αμετάκλητου τέλους αλλά και της λύτρωσης («Κάνει ψύχρα / Σκέπασέ με / Χώμα θα βρεις στο ψυγείο»). Πρόκειται -υπό μία έννοια- για μια ποίηση Καβαφική˙ η αισιόδοξη νότα απουσιάζει.

Η ποίηση της Φυτοπούλου είναι μια ποίηση αξιοπρόσεχτη.
Από άποψη τεχνικής υπάρχουν όντως ενδιαφέροντα στοιχεία, όπως η ταυτότητα του αφηγητή, που δεν γίνεται εξ αρχής γνωστή (π.χ. «Το μάθημα») ή η ύπαρξη περισσότερων του ενός αφηγητών και άρα εστιάσεων˙ στο αριστουργηματικό “Puerto Libre” η αφηγηματική πράξη μοιράζεται ανάμεσα στο τότε («όταν ήμουν παιδί») και το τώρα («σήμερα είμαι»), με τον αφηγητή – παιδί και τον αφηγητή – μη παιδί (απροσδιόριστη η ακριβής ηλικία) να συμφύρονται σε ένα εσωτερικό διάλογο, τα πρότυπα του οποίου ανιχνεύονται στο «Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού (η διάκριση εκεί ανάμεσα στην αφήγηση του μικρού και του ενήλικα Γιωργή). Χαρακτηριστική είναι και η παρουσία παραδοσιακών τεχνικών, δουλεμένων όμως με εντελώς ξεχωριστό τρόπο, όπως π.χ. οι επαναλήψεις («Και ονειρεύομαι», «Ο Βιολιστής», «Κανονικότητα» «Απολογία»). Σε ό,τι αφορά το ύφος, η Φυτοπούλου κάνει χρήση μιας εντελώς ιδιότυπης πεζολογίας, που ωστόσο παράγει στιγμιότυπα με αμιγώς ποιητικό αποτέλεσμα (ξεχωρίζουν το «στα κελιά / χωρίς ρήμα ο πόνος / τρέχει» και το άφταστο «απόψε τοποθετούν στον ουρανό / παιδικά καθίσματα»). Μια τελευταία παρατήρηση στα ζητήματα τεχνικής: η πορεία της Πελαγίας Φυτοπούλου στα θεατρικά πράγματα έχει σαφώς επηρεάσει και την ποιητική της˙ όλα τα ποιήματα του «Κούκου» μπορούν με κάποιον τρόπο να παρασταθούν.
Δεν είναι όμως μόνο ούτε κυρίως η τεχνική που κάνει τον «Κούκο» μια αξιοανάγνωστη ποιητική συλλογή˙ είναι η θεματολογία και ο χειρισμός της. Η Φυτοπούλου με την τόσο συχνή αναφορά στα πιστόλια, τους σκοτωμούς και τα συμπαρομαρτούντα (σχήμα «Πυρ και Θάνατος») δεν εκτελεί μόνο τους ήρωες των ποιημάτων της˙ κυρίως εκτελεί τις άχρηστες παθογένειες και συμβάσεις. Ο μικροαστισμός με τα σύμβολά του (τηλεόραση, πολυθρόνα, ροζ βρακάκια, σώβρακα πολυτελείας, στριπτιτζάδικα στην εθνική…), η δυναστική παρουσία του πατέρα («Νύφη», «Ήταν ντροπαλός») και της μάνας («Το Πορτοφόλι του Πεθαμένου», «Μιμόζα», «Αναρχία»), τα κλισέ του αριστερού χώρου που αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «ταξική φλεγμονή» («Libera Μαντόνα», «Αναρχία», «Ποιητικός Αντιρρησίας»), η βία στην εκπαίδευση («Το Μάθημα»), η ατομική ιδιοκτησία που προβάλλεται ως αίτημα ακόμη και μετά θάνατον και μάλιστα σε έναν τάφο ομαδικό («Οι δώδεκα»), η εκπόρνευση κάθε είδους («Τα Λυπημένα Κορίτσια»), όλα μπαίνουν στο αδυσώπητο ποιητικό στόχαστρο˙ ακόμη και η ίδια η ποίηση εκτελείται και εμπαίζεται και ο ποιητής αυτοαναιρείται, όταν η ποιητική πράξη γίνεται μανιέρα και χυλός («γράφω ποιήματα / για ένα βυζί / να το, να το / τρέχει, τρέχει / πάνω σ’ ένα / κυπαρίσσι»).

Η ειλικρίνεια, η παντελής έλλειψη εξωραϊσμού, η ευθεία βολή. Αυτή ίσως είναι τελικά η μεγαλύτερη αρετή του «Κούκου». Ξέρει η Πελαγία Φυτοπούλου -όταν πρέπει- να πιάνει τους άλλους από το λαιμό και να μη χαρίζει ηλίθιες συχωρέσεις, κατά πώς έγραφε κάποτε ο Τάσος Λειβαδίτης.

*Ο Κώστας Κουτρουμπάκης ειναι φιλόλογος και το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ: http://www.thraca.gr/2017/09/blog-post_29.html

Άρης Αλεξάνδρου – Έξω απ’ τα δόντια. Δοκίμια 1937 – 1975

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Αλεξάνδρου

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να…

View original post 889 more words

8 και 05

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Η ώρα είναι 7 και 20.
Αν αποφασίσω να γράψω κάτι
Θα χρειαστώ ίσως μια καλή ιδέα
Ή έστω ένα γερό συναίσθημα
Ή ακόμη θα μπορούσα να βρω δυο τρεις έξυπνες λέξεις
Και να τις ζαλίσω μέχρι να λιποθυμήσουν
Ή απλά να αποφασίσω πως σήμερα δεν έχω τίποτε να πω
Για όλα αυτά που συμβαίνουν
Ακόμη κι αυτή τη στιγμή ( 7 και 39 )
Και που ίσως αξίζει να μνημονεύσω
Για πολλοστή φορά
Όπως συνηθίζεται να κάνει κάποιος που γράφει
Ή κάποιος που θέλει κάτι να πει
Ακριβώς όπως συνηθίζεται πια
Μα θα αρκεστώ στο ότι πήγε 7 και 44
Με τη νύχτα να έχει έρθει
Και την ελπίδα πως αύριο θα υπάρξει αυτό
Που δεν θα αναβάλλεται
Που θα πρέπει να ειπωθεί
Και που θα καταφέρω να πω
Κι εσύ να το διαβάσεις
Και να πεις η ώρα είναι 7 και 51
Κι αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία

View original post 12 more words

Νο 123 (δύσκολα το λέω με βεβαιότητα)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

αυτό
που με κάνει
να κοιτώ
τι παραμονεύει πίσω μου,
το υπόσχομαι,
θα το
δω μαζί με τη ψυχή μου,
δεν
την υποπτεύομαι,
ειδικά όταν σηκώνει τους ώμους ο διαχειριστήςτης πολυκατοικίας
όταν δεν έχω τα κοινόχρηστα
και τον βρίζω
ανάλογα,
αλλά ερωτεύεται εύκολα,
ειδικά όταν αδιαφορεί για τις συνέπειες
κι αυτό,
με κάνει
να έχω κοινά μυστικά με το
υπερπέραν
έτσι
όπως μου τα έμαθε
ο άσωτος
παππούς μου,
ίσως αυτός είναι και ο λόγος
που δεν έχω καθρέπτη και φοβάμαι τα νώτα μου:
αυτό που με τραγουδά
και δεν το
βλέπω.
~
(alexmil)

View original post

Andre Breton, Τα γραπτά μένουν

Το ατλάζι των φύλλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει
μια γυναίκα τόσο ωραία
που όταν δεν διαβάζει κανείς την ατενίζει με λύπη
χωρίς να τολμά να της μιλήσει χωρίς να τολμά να της πει πως
είναι τόσο ωραία
που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόισμα λουλουδιών
καμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κοιτάζει τα κοσμήματα
κατάματα
όπως δεν κάνουν τ’ αληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια
του αέρος
ένα σχίσμα στην θέση της καρδιάς
Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει
το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
και καμιά φορά οι βραδινές αφήνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα
κοριτσάκια που οδηγούν θηρία αλυσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ορισμένων
γραμμάτων
όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι
αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών
για να βρέχει πάντοτε

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να
σμίξουν
Χέρια απ’ όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα
των λιβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω
από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον
εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου νια τον έρωτα
του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από
θάμνους γιομάτους πέπλους
και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη
αλήθεια των ελκήθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης
εκτάσεως
αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
εξαιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου
που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

*Μετάφραση: Ανδρέας Εμπειρίκος (1901-1975)

ατλάζι: μεταξωτό ύφασμα.

Κατερίνα Αγυιώτη, Ποιήματα

Δεν έχω άλλο μισό
είμαι ο ειδικός φρουρός της λύπης μου.

*

Χρειαζεται στο ποίημα μια θεοσκότεινη περιοχή
για κείνον που το έγραφε.
Οταν παιδί ψηνόμουνα στον πυρετό,
έλεγα μέσα μου ομοιοκαταληξίες.

*

Οι αληθινοί τύραννοι σε αποσιωπούν την ώρα που μιλούν μαζί σου.

*

Αν πρέπει να αποχαιρετησεις κάτι, θα το αποχαιρετήσεις τη
στιγμή που θα ξέρεις σωματικά
τί απ’ αυτό δεν αποχωρίζεσαι
Αντίο, μάτια μου / πατρίδα μου / πουλί μου.

*

Η σπάνια δικαιοσύνη που ασκούσα θριαμβευτικά σε
όλη μου τη νεότητα πονώντας ασυγχρόνιστη με τη
φαντασία των άλλων και φεύγοντας από δήθεν
γλίστρημα στον τρομερό γκρεμό, δεν ήταν παρά η
εφαρμογή πάνω μου των μεθόδων του εχθρού.

*

Δε φτάνει η ζωή για ελαφρότητα και αφοσίωση, μ αρέσουν
και τα δύο, έχω έναν χαλασμένο θερμοστάτη στο λαιμό.

*

Και τι με νοιάζει η αιτία, αγαπητέ μου; Αυτή μπορείς να
κάθεται στο σπίτι της πενήντα χρόνια. Η αφορμή είναι
που τινάζει τα μισοστεγνωμένα μαλλιά της και περνάει
σεινάμενη κουνάμενη μπροστά απ’ το καφενείο.

*

Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.
Θα υπομένω το χάος.

*Από τη συλλογή “Φρουρός”, εκδόσεις Φαρφουλάς, Αθήνα 2016.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Κάθε μέρα

Τακτοποιούσε συχνά.
Κάθε μέρα
με τον ίδιο τρόπο
την ίδια ώρα.

Έπλενε το πρωί τα πιάτα.
Έψηνε τον καφέ της.
Έστρωνε το ρεβάτι της.
Καθόταν στο γραφείο της.

Τα πράγματα, έλεγε, τα πράγματα
να μη χάσουμε τα πράγματα.
Τις λέξεις, να μη χάσουμε τις λέξεις.
Μην ξεχαστούμε στον καιρό.

Δεν ξέρω, έλεγε, οι άνθρωποι,
να μη χάσουμε τους ανθρώπους.
Τη ζωή μας να μη χάσουμε.
Τη χάσαμε*

Ο πόνος, έλεγε, ο πόνος
ο πόνος σφυρηλατεί την αγάη.
να μη χάσουμε την αγάπη.
Τη χάσαμε*

* Πόσο σας παρακαλεί,
να ξέρατε, η ποιήτρια.
Βάλτε ένα δεν.
Εκείνη τώρα δεν μπορεί.
Θέλει, μα δεν μπορεί.
Ίσως αργότερα.

***

Η νέα Πυθία

Μια μέρα
τα γυαλιστερά κοστούμια θα γίνουν κρεμάμενα ράκη
τα ψηλά τακούνια θα σπάσουν σε κομμάτια
οι ρήτορες θα πάψουν να ανακατεύονται στη σκέψη μας.

Μια μέρα
θα σε κοιτάω στα μάτια και θα σε βλέπω
κι ο γείτονας θα με σηκώνει όταν πέφτω.

Μια μέρα μασώντας τα φύλλα της δάφνης που μου χάρισες
θα κάνω εμετό τις ωραίες μου προσδοκίες
και θα αναληφθώ ήσυχα στην ολοκαίνουργια ελευθερία μου…

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδοσεις των άλλων, Απρίλης 2016.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ο ξεριζωμός / The Uprooting

Οι ματιές είναι διάφανες λίμνες
κοντά στο άρρωστο των πηγών.
Η παρουσία μας μυρωδιά
από φρεσκοβρεμένο χώμα
κι απλωμένα σεντόνια
αχνιστών ασπρόρουχων
που βγήκαν στις βεράντες
μετά την πρωινή ομίχλη.
Τ’ απλώσαμε όλα στον ήλιο
κι είναι σαν να γιορτάζουμε
τις μνήμες των προγόνων μας
που ξεχάστηκαν σε παρόδους
πολυκαιρισμένων θανάτων
και σε βρώμικα στενά.
Βάσανα, πόνοι,
γενναιόδωρες υποδοχές,
αποτελούν συμβάντα στη ζωή μας
καθώς λικνίζουμε τις αισθήσεις μας
πάνω στις άβολες τάβλες
των αραμπάδων,
με τα βλέμματα στυλωμένα
σ’ αιώνιες επικλήσεις
δρόμων άδειων από ζωή.
Τι είναι αυτό που κρύβουμε
πάντα στο βίο μας;
Μήπως το κομμένο κεφάλι
ενός αντάρτη,
ενός εξεγερμένου πόνου
που επιζητούσε μετά μανίας
ν’ ανυψωθεί απ’ τ’ αναχώματα
των ακατάλυτων εμμονών μας;
Μήπως τα φρούτα της εποχής
ξεχασμένα στο τραπεζάκι της κουζίνας
σαν φλόγα παραμυθιού
που σβήνει μετά από κάθε αφύπνιση,
όπου οι άντρες της οικογένειας
ακούν αποχαυνωμένοι
σαν μικρά παιδιά;

The Uprooting

Glances are transparent lakes
near the sickness of springs.
Our presence a scent
of freshly damp earth
and hung sheets
steaming whites
placed on verandas
after the morning fog.
We hung everything in the sun
and it’s as if we are celebrating
the memories of our ancestors
forgotten in the byways
of stale deaths
and in the dirty alleyways.
Troubles, pains,
generous receptions,
constitute events in our lives
as we cradle our feelings
on the uncomfortable planks
of carts
with our glances fixated
on eternal invocations
of roads devoid of life.
What is it we’re always hiding
in our lives?
Is it the decapitated head
of a rebel,
a revolting pain
insistently seeking
to rouse itself from the mounds
of our imperishable obsessions?
Is it the fruits of the season
forgotten on the kitchen table
like the flame of a fairy tale
extinguished after each awakening,
when the men of the family
listen drowsily
like small children?

*Από τη δίγλωσση συλλογή “Tightrope Walking / Ακροβασίες”, Owl Publishing, Melbourne, 2017.

Γιώργος Αναγνώστου, Ποιήματα

Της Μετάφρασης

1.

Spring Break: Χαλασμένο ελατήριο (ρολοιού)

2. Ικαριώτικος στην Αμερική

Τρίπλα στον ατομικισμό

Της Διγλωσσίας

1.

Δυnasty!

2. Μνήμη Δραπέτευσης Ενός – Άλλου Απώλεια

τραίνο ραίνω αινώ ράγιες άγιες yes
απομένω πιωμένο οϊμέ κενό ενώ no

3.

Μα πώς το έπιασες ότι είμαι Ελληνοαμερικανός?

4.

εγγραφή γραφή ραφή αφή
αφή ταφή εκταφή
αφή βαφή
αφή σαφή
αφή ραφή

εγγραφή αφή εκταφή βαφή σαφή ραφή

εγγραφή κετ βσρ

εγγραφή ket VCR

5. Έλεος πια με τις Θεωρίες Συμωμοσίας!

Θαυμάcia…

6. Facebook Λυκοφιλίας

Like-ος
Λύκου
Leak-ov
Lick-ε

7.

βέρος eros
χορταstickόs

8. Greek Time, Προτεσταντικά

καθυστεrrηση

9. Μετανάστης

σύνορα
onerous όνειρα

10. Αγγελία

γλυκός@lycos.com

11. Έλξη

άπλα απαλή
apple πάλη
leap appeal
peel lips
έλα!

12. Language Leaps

πύλη στάζει
λύπη ήπιε
να λείπει, πάλη!

ύλη τάζει
λίπη είπε πάλι,
να λείπει.

13.

Τροχαίο στην εθνική οδό
ΤρΟχάιο στην Εθνική οδό

14. Υπεροψία

το κάλλος
του callous

15. Languages Flirt

Γλώσσες φλιρτ

φι λι ρο ταυ
φιλιού αρτ

Γλώσσες φιλιού τέχνη

16. Χάρος

πλωτό plot

17. Πυροβολισμός (φεμινιστικό)

Πολιτική ντε-colt-έ·
θεάτρου υπόκλιση
σφετερίστηκε

18.

Λήξη σεμέστερ
liksi semester
lise me ke
tssir
kai
zito
zoi kait

λύσε με
ζωή,
χαρταετός!

19. Οικειοποίηση

Κάπου στις υποσημειώσεις
αναγνωρίζει ο Κανόνας
τον ελάσσονα ποιητή,
μετριάζει τον τόνο
«έλα son»,
άντε κι εσύ
της «ελλάς όν»
…

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής Επιστολές εξ Αμερικής», εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα 2016.