Rainer Maria Rilke, Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

Οι μεγάλες πόλεις σκέφτονται μονάχα τον εαυτό τους

και παρασέρνουν τα πάντα στην αδηφάγα τους βιάση·

θραύουν τη ζωή των ζώων σαν ξύλο ξερό

αναλώνουν λαούς ολόκληρους στη βάσανό τους.

Κι οι άνθρωποι υποδουλωμένοι σε μιαν επιστήμη κίβδηλη

πλανιούνται, έχοντας χάσει το ρυθμό της ζωής
κι επειδή ρίχνονται σε θορύβους το ίδιο μάταιους

αποκαλούν πρόοδο το χνάρι που αφήνουν σαν το γυμνοσάλιαγκα.

Επιδείχνουν την αναίδεια τους σαν εταίρες

και ζαλίζονται μες στο θόρυβο του μετάλλου και του γυαλιού.

Προχωρούν αδιάκοπα κυριευμένοι από μια πλάνη που τους ωθεί εκτός εαυτού.

Ο χρυσός κυβερνά τυραννικά και φθείρει όλες τις δυνάμεις τους…
Και μόνο με το μαστίγιο του αλκοόλ και άλλα δηλητήρια

εμμένουν στη στείρα ταραχή τους.

Οι φτωχοί υποφέρουν κι αυτοί, υπόδουλοι σε τούτο το ζυγό

κι όλα όσα βλέπουν τους καταπονούν.

Αισθάνονται στο πετσί τους τα ρίγη του πυρετού

και τριγυρνούν τη νύχτα σαν ψυχές κατάδικες·

είναι απόβλητοι μαζί με όλη τη φύρα της πόλης

και γεννούν την απέχθεια σαν το ψοφίμι το αφημένο στον ήλιο.

*Από τη συλλογή «Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου». Επειδή το ποίημα μας άρεσε, το πήραμε από τη σελίδα του φίλου Αλέξανδρου Μικρού στο facebook, όπου δεν αναγραφόταν μεταφραστής ή άλλα στοιχεία.

Ομάδα Από Ποίηση, Τρία ποιήματα

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟ

Το πρωί θα ξυπνάς το μεσημέρι
Θα πλένεις το μοναδικό σου πιάτο
Δεν θα σε ευχαριστούν τα λόγια
Θα κατουράς
δύο με τρεις ώρες ή και παραπάνω
Θα φοράς τις παντόφλες σου
ένα βρόμικο μπλουζάκι
χωρίς βρακί
Δεν θα σε νοιάζει
Θα γεμίζεις αργά τα δοχεία με νερό
Κι ας βρέχει
Εσύ θα τα ποτίζεις
Έπειτα θα ’ρχεται η νύχτα
Θα χτυπά επίμονα το τζάμι
Θα γρατζουνάει με τα νύχια της
Δεν θα της ανοίγεις
Θα της βγάζεις στο μπαλκόνι
το μοναδικό σου πιάτο να φάει
και νερό
Καλόμαθε τώρα και σου ’ρχεται κάθε βράδυ
να την κοιμίζεις στο κρεβάτι σου Ορίστε μας!

***

Μ’ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕΣ

Μύριζα το φεγγάρι, καιγόταν
δεν γύριζα το κεφάλι, ψήλωνε η σκια σου
κάτι έτριξε, δεν έτρεξα
δεν θ’ αφήσω το φεγγάρι να βγει
Αν είσαι λύκος
βγάλ’ το με το ουρλιαχτό σου

Μια νύχτα μ’ έσυρες στη σπηλιά
δεν το ’χω μετανιώσει
Ακόμα μ’ ανατριχιάζει η δαγκωματιά σου

Το πρωί σε είδα, φυλούσες πρόβατα

***

ΕΜΕΙΣ ΤΑ ΞΩΤΙΚΑ

Τα όπλα μας από χαρτί κι οι λέξεις μας λεμόνι
Οι νύχτες μας κατάσαρκες ενδοφλέβιοι οι έρωτές μας
Πράσινοι είμαστε, όλο αγκάθια
Τρίποδα σκυλιά, γάτες-Κύκλωπες
σπίτια-θανατηφόρα μανιτάρια:
Έλα για καφέ! ,
Τρέχουμε πάνω κάτω για το μεροκάματο
κι ας έχουμε κάσες με λίρες χρυσές
θαμμένες στις αυλές
Μας συναντάς κυρίως στο μέτρο
δεν μπαίνουμε στους συρμους, περιμένουμε.
Αυτή είναι η βασική μας δουλειά
γι’ αυτό μένουμε πάντοτε «ετών δεκαέξι»

Γελάμε κρυφά όταν μας ρίχνετε ψίχουλα
τ’ αφήνουμε για τα πουλιά
Γιατί, φίλοι μου, εσείς κατοικείτε στον κόσμο μας
όχι εμείς στον δικό σας

*Από το βιβλίο “Υπέρ Ονειρίας ΙΙ”, της Ομάδας Από Ποίηση, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012. Στον τόμο αυτό συμμετείχαν οι ποιητές Αντιόπη Αθανασιάδου, Αγγέλα Γαβρίλη, Λένα Καλλέργη, Μαρία Κατσοπούλου, Λία Μέξα, Πέννυ Μηλιά και Ηλίας Σεφερλής.

ΕΧΩ ΠΟΘΗΣΕΙ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

IMG_7662

Έχω ποθήσει να ξεφύγω

απ’ τη μανία του τετριμμένου ψέματος

και των παλιών τρόμων το αδιάκοπο κλάμα

γερνώντας πλέον φοβερά καθώς η μέρα

πάνω απ’ το λόφο τραβά για το πέλαο το βαθύ.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω

απ’ των χαιρετισμών τη συνεχή επαναφορά,

γιατί στοιχειά ο άνεμος είναι γεμάτος

και στοιχειωμένος αντίλαλους το χαρτί,

σημάδια και καλέσματα η βροντή.

Έχω ποθήσει να ξεφύγω μα φοβούμαι

λίγη ζωή περισωμένη αν ξεπηδούσε

απ΄το παλιό το ψέμα που ανάβει καταγής,

ανάερα σκάζοντας, θα μπορούσε μισότυφλο να με αφήσει.

Μήτε απ΄τον τρόμο τον αρχαίο της νυκτός,

το βγάλσιμο του καπέλου,

τα χείλη τα σμιγμένα στο ακουστικό.

Θα πέσω στα χέρια του θανάτου.

Από τούτα δεν με νοιάζει να πεθάνω:

Μισά ψέματα, μισά συμβάσεις

DYLAN THOMAS

«ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΠΙΑ ΕΞΟΥΣΙΑ.» 1988
Εκδότης ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ
Μετάφραση Μπλάνας Γιώργος.

View original post

Nikanor Parra, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Μέτριου αναστήματος
με μια φωνή ούτε λιανή ούτε χοντρή,
ποωτότοκος γιος ενός δασκάλου
και μιας μοδίστρας μαγαζιού συνοικιακού
αδύνατος εκ γενετής
μόλο που εκτιμάει το καλό τραπέζι
με μπασμένα μάγουλα
και μάλλον μακριά αυτιά·
με τετράγωνο πρόσωπο
που σ’ αυτό μόλις και ξεχωρίζουν τα μάτια,
και μια μύτη πλακουτσωτή κρεολού πυγμάχου
σμίγει το στόμα ειδώλου των Αζτέκας
-όλα αυτά λουσμένα
από ένα φως δυσπιστίας και ειρωνικό-
ούτε πολύ έξυπνος αλλά ούτε και τελείως βλάκας
ήμουν αυτό που ήμουν: ένα μίγμα
από ξύδι και λάδι φαγητού,
ένα αλαντικό από άγγελο και ζώο!

***

ΓΑΛΑΝΤΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ

-Πάει μια ώρα που είμαστε εδώ
Αλλά πάντα απαντάς το ίδιο·
Πας να με παλαβώσεις με τ’ αστεία σου
Αλλά τα ξέρω απ’ έξω.
Δεν σου αρέσουν τα μάτια μου, το στόμα μου;
-Ασφαλώς και μου αρέσουν τα μάτια σου.
-Αλλά γιατί δεν τα φιλάς τότε;
-Ασφαλώς και θα τα φιλήσω.
-Δεν σου αρέσουν το στήθη μου, τα μπούτια μου;
-Πώς είναι δυνατό να μη μου αρέσουν!
-Τότε γιατί δεν κάνεις κάτι;
Άγγιξέ τα, επωφελήσου.
-Δε μου αρέσει να τ’ αγγίξω με το ζορι.
-Τότε γιατί μ’ έκαμες να γδυθώ;
-Εγώ δεν σου είπα να γδυθείς.
Μονάχη σου γυμνώθηκες:
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.
Άφησε τις κουβέντες
Ντύσου, πριν έρθει ο άντρας σου.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και αντιποιήματα”. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος. Εκδόσεις Εκάτη, 2002.

Brianna Bullen reviews Nikos Nomikos’s Noted Transparencies

Noted Transparencies
by Nikos Nomikos
Trans. George Mouratidis
Owl Publishing, 2016

These events told by, the pen of my life, are personal transparencies
that note, the deep voice of the heart, as the years roll by, beneath the
light of divine economy.

Honest and intimate, transparency is the term and practice giving Nikos Nomikos’s Noted Transparency (or Σημειωμένες Διαφάνειες, pronounced ‘Simiomenes Diafaneies’) its immediate impact. Born in Alexandria, Egypt in 1934, Nomikos has published nine poetry collections, with Noted Transparencies the later work of a mature artist. The maturity invoked creates a sense of life lived, of a past haunting a present. The collection contains 30 poetic vignettes, all, with one exception, revealed and written ‘in the mute hours’ of a single night. Out of these night surges the remembrance of a formative childhood moment on the edge of the Nile. Published bilingually by Owl Publishing, its original Greek has been placed parallel to its translated English, marking the first time Nomikos’s work has been available in English, while emphasising that what is being read is a mediated reconstruction of Nomikos’s vision. It has been collaboratively translated by George Mouratidis to convey storytelling over the rhythm.

It moves between dualisms, revealing them to be encompassing each other in paradox: youth and age, liminality and transcendence, memory and reality, creation and destruction, a lifetime held within a single night. The simplicity of Nomikos’s language opens up to a religious enrichment and complex worldly knowledge. Mysticism is contained within the corporeal world. Absence becomes a presence, nostalgia for an imagined past a pleasurable punishment. The ‘rosy coloured springtime’ carries ‘the winter of Persephone’: life and its end mutually constituting forces, not discrete entities.

Nomikos’s work is one of return: to childhood, to that moment on the Nile, to faraway times, teachers, possibilities and homelands he has never experienced, and ultimately to God. Nomikos belongs to two prominent writing traditions: Alexandrian-Greek poetry, and ‘first-generation’ Greek-Australian migrant writing. The experience of migration and diaspora is integral to his ultimate concept of return, written as a fragmentary and self-alienating process that needs to be addressed and reconciled.

In any case, no matter whom I asked, nobody knew to tell me, why
they invited us, to this different land.

One process Nomikos offers for reconciliation is through religion. Figures, practices and symbols from Greek Orthodoxy suture the fragments. Central to Nomikos’s vision is the figure of a ‘towering lord-like man, with a parchment spread across his chest.’ Although this figure makes him feel like an ‘ant,’ bringing with him the unknown sublime and ungraspable ‘old, happy world to which (Nomikos) once belonged,’ this figure is not intrinsically negative. This ambivalent figure promises finitude, connection, reassurance and an end to material desire. In this vision, all are moving towards an apocalypse. But even this apocalypse becomes a potential point of return and shared connection between humankind.

While faith is integral to Nomikos’s experience of the world, he acknowledges that the self shifts with time, the world, and chance:

It might have been different, my days’
journey, and subsequently my life might also have been, at
a different course, but due to the war of
1940, and its tragic events, I had put to great trouble
my personal lifeguard, bless him.

Here, religion, myth, and memory create and centre a very personal world, inventing and interpreting both the past and present. While some use these narratives to console and protect, others, as shown in one of his more striking fragments, use them to excuse and conceal:

With the unjustifiable War, for commonplace morality, against
the former Paradise, of Mesopotamia, Iraq,
I felt the same pain, which blackens the hearts of
people, as they run to hide, from the salvational
bombings, and of course in the name of God, as
the great criminals usually tell us.

One way of overcoming selfish inhumanity is offered through self-renunciation. Quoting Nikos Karouzos, another Greek poet Nomikos chanced to meet, ‘I have nothing and I am free,’ Nomikos’s highlights his practice of worldly asceticism, which permeates the pieces. Contemplating ‘at which height is a human being able to / reach his stature, amidst the blows lovingly proffered to him by his good / fortune,’ perhaps Nomikos speculates that it is only with self-imposed limitations on the self that ‘self’ can truly be revealed and given the space to roam free in ‘the decency of spiritual light.’ This is encapsulated in the physicality of his study-room: ‘three by three, / but with vast ascetic dimensions, / full of fires and passions.’

Protagoras’s ‘Man is the measure of all things,’ a humanist standpoint of individual, not absolute truth, is the second tenet of Nomikos’s poetry and worldview. Nomikos is respectful of the ‘permanent binoculars’ (29) through which life is viewed, ‘everywhere and always, within the boundaries of my own/world.’ This leads to accountability and the ethical ability to read the self. The wisdom and classically refined lines of Nomikos make for a beautiful reading experience. Efforts such as these of Owl Press should be made to retain Nomikos’s original Greek, but it would be a welcome joy to see more of this poet’s experiential work become available to a wider audience through translation.

*Brianna Bullen is a 2017 Deakin University creative writing PhD candidate planning on writing a thesis involving posthumanism, science-fiction, neural implants, memory and materiality. Works of a speculative nature imagining possible futures, and those focusing on the body, greatly appeal to her. Her honours thesis focused on clones, robots and art. She has had fiction and poetry published in Wordly, Imagine Journal, LiNQ, NoiseMedium, Verandah, Voiceworks, with arts criticism in Buzzcuts.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

2 ποιήματα, Dennis Nurkse | μτφρ. Σοφία Γιοβάνογλου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

DNurkse.png

Μια Νύχτα στο Μπρούκλιν

Ξεκουμπώσαμε ένα κουμπί,
σβήσαμε το φως,
και σε κείνο το στενό κρεβάτι
κτίσαμε την τέλεια πόλη —
πύργους νερού, υδροδεξαμενές,
στέγες από ζεστή άσφαλτο, πάρκα,
σηπτικές δεξαμενές, οδικές αρτηρίες,
το Κανάρσι, περίπλοκα κανάλια,
την ακτή, υποθαλάσσια όρη,
ακρωτήρια, νησιά, την επόμενη ήπειρο,
μόνο με τις παλάμες των χεριών μας
και τις άκρες των γλωσσών μας, μετά
φτιάξαμε το ίδιο το σκοτάδι, και τότε
ήρθε η ώρα της αυγής
και κλείσαμε τα μάτια
και μετρήσαμε από μέσα μας
μέχρι που ανέτειλε ο ήλιος
κι έπρεπε όλα να τα κάνουμε κομμάτια
γιατί μονάχα ένα Μπρούκλιν μπορούσε να υπάρχει.

View original post 639 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, Είναι ώρα…

Όταν το γκρίζο της καταχνιάς
πασχίζει να χρυσίσει στον ήλιο
όταν το μαύρο των καπνοδόχων
αγωνίζεται να πείσει για το αντίθετο
όταν οι απομιμήσεις χλωροφύλλης
επιδίδονται σε άνισο ανταγωνισμό

είναι ώρα να ξαναβρώ την πίστη μου στον έρωτα
να μην στροβιλίζομαι σε ποταπούς διαδρόμους
οι ειρμοί της σκέψης μου να κηρύξουν εξέγερση
να σταθώ εναγώνια κόντρα στο ρεύμα
να αρχίσω πόλεμο ενάντια στην αγυρτεία
να προσβλέπω στην ανάσταση των άστρων.

Στρατής Παρέλης, Τέσσερα ποιήματα

είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;

δρουν σύγχρονες αγχόνες
σε μια άκαιρη εποχή
φλεγματικά φερέφωνα σπέρνουν ειδήσεις παθιασμένες
περί του δίκαιου των προδοτών-
κι η πατρίδα χωλαίνει·
τί να ξέρω από φυλές που σπαράσσονται όταν
μες την ρουλέτα τρέχει κατά πως θέλουνε οι κρατούντες, η μπίλια;
είναι οι ηθικές που μας σώζουν, είναι οι ηθικές;
προσκολλούμαστε στα βαθιά σύνορα
των δίκαιων ονείρων..

******

νέα μουσική…

το πιάνο σβήνει στην κουζίνα,
διασκελισμούς αντήχησης κάνει η μουσική,
νότες συντάσσονται σε τάγματα και νικούν
την μοναξιά
κατά κράτος,
καταλαμβάνονται οι επαρχίες
του βορά,
ανατινάξεις χαρούμενες τρέπουν τα χρώματα σε ωφέλιμα,
ζωγραφική και των λεπτομερειών,
όπως κι η ποίηση που έγινε
βραδύκαυστη
και κομίζει νέα ουσία
στο βαλτωμένο εγωιστικό βασανάκι μας
που πάλιωσε και πια
συγκινεί γέροντες λόγιους και κυρίες
που έμειναν σαν απολιθωμένες να αναπολούν
στιχάκια αβρά και μες το μέλι τους
μπαγιάτικα.

****

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή

κι η σκέψη αποδεικνύεται ταξίδι κι η σιωπή
και το να μένεις άφωνος ανάμεσα σε κείνα που σε αγαπούνε
πράγματα βουβά, αγαλματένια, μέγας πηγαιμός.
ύστερα ξημερώνει και βραδιάζει· παίρνουν τον δρόμο τους τα γεγονότα·
είσαι επάνω στον πλανήτη ονειροπόλος, θέλοντας
να σμίξεις όλα τα φωνήεντα, τις φρυκτωρίες
των ματιών, καθώς ο έρωτας σε πλησιάζει για να δοκιμάσει
στην καρδιά σου την γλυκιά υποταγή
σε ένα όνειρο που βγαίνει πάντα ποιο θλιμμένο μιας
και όλες οι προσδοκίες σου θα βγούνε λανθασμένες- πικρά
σε πάει ο χειμώνας..

***

γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο το επιφώνημα

χωρά τί σε τί- είναι
αστεία αυτά τα περισκόπια: χωρούν
τον θάνατο αλλά
δεν χωρούν την όμορφη ζωή·
λέγοντας τα ωραία μας κυλάει
κάποτε ο χρόνος- μια αισιοδοξία
ανθισμένη
σ’ έναν κήπο αισθημάτων, μια
ατέρμονη χαρά, φέγγος
μες την συνείδηση, σε βρίσκω
πίσω από πράγματα που φθείρονται, σε έχω
εικόνα στο μυαλό, την ώρα
που γερνάω αφήνοντας εκτεθειμένο
το επιφώνημα
φωτίζεται ο δρόμος που θα πάρεις
στον μέλλοντα όπως και να ‘χει θα συναντηθούμε
ξυπνώντας μαζί σε μία κάμαρα που απ’ το μπαλκόνι της
τον μέγα ήλιο αντικρίζεις
που σου γελά.

*Τα ποιήματα και η φωτογραφίa της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://stratisparelis.blogspot.com

Μαρικάνα | Αριστείδης Σήτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (3)

[* Το ποίημα γράφτηκε δύο εβδομάδες μετά τη σφαγή στη Μαρικάνα και αφού ο ποιητής είδε το γλυπτό «Ο Μεταλλωρύχος» του Pitika Ntuli με την πράσινη κυματοειδή σιδερένια κουβέρτα. Στις 16 Αυγούστου του 2012 κατά τη διάρκεια μιας απεργίας από τους εργαζόμενους σε ορυχείο πλατίνας στη Marikana, βόρειο-δυτικά του Γιοχάνεσμπουργκ, η αστυνομία σκότωσε εν ψυχρώ 34 μεταλλωρύχους και τραυμάτισε πέρα από 70 άλλους. Πρόκειται για τη χειρότερη αστυνομική βία στη Νότια Αφρική από το τέλος του απαρτχάιντ] [i]


Κλείνουνε οι ψηφιακές εικόνες,
μας κούρασαν οι οθόνες.
Με σφαλισμένα τα τουφέκια τους
μετά την τρίτη μπύρα
πέφτουνε στο κρεβάτι οι πολισμάνοι.
Ήσυχη η νύχτα, το μεταλλείο κλειστό.
Μοναδικό τραγούδι αυτό του ανέμου
καθώς ορμάει στο συρματόπλεγμα .
Κλειστά τ’ αυτιά μας στο προγονικό
κτύπημα του ταμπούρλου
Στη Μαρικάνα έχει πεθάνει, λες,
η ανθρωπότητα
Το τι είπε ποιος σε ποιόν, ασήμαντη είναι λεπτομέρεια.

View original post 1,407 more words

Γρηγόριος Σακαλής, Χαραυγή

Μελαγχολικές
δεν είναι μονάχα οι Κυριακές
είναι κάθε μέρα
που είναι γεμάτη σύννεφα
κι ο ήλιος έχει χαθεί
απ΄ τη ζωή των ανθρώπων
μελαγχολικές είναι οι μέρες
που βρέχει απελπισία
και η ελπίδα έχει κρυφτεί
τόσο τέλεια
που λες και δεν υπάρχει
είναι βαριές οι μέρες
του καιρού μας
σαν να συνωμότησαν οι μοίρες
και η τύχη
χθόνιες δυνάμεις επικράτησαν
πάνω στις πολιτείες
αγγελικοί δαίμονες
τα σώματά μας λύγισαν
οι ψυχές μας πληγώθηκαν
κι όλοι μας περιμένουμε
μια νέα χαραυγή
μα δεν θα ΄ρθει μόνη της.