Άτιτλο, Σωτήρης Παστάκας | μτφρ. από αγγλική Mitko Gogov

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (3)

Сотириус Пастакас
(Грција)

Редица за храна
Ја поставив масата за еден.
За мене. Го вклучив тевето.
Седнав. За да се спаси капитализмот
потребно е да се жртвува секој од нас.
Телефонот заѕвони. Ти праша
дали може да дојдеш.
Можеш. Го исклучив тевето.
Станав. Капитализмот
крвари и умира. Реков.
Го сменив чаршавот.
Ја поставив масата за двајца.

***

Έστρωσα το τραπέζι για έναν.
Για μένα. Άναψα την τιβί.
Κάθισα. Για να σωθεί ο καπιταλισμός
απαιτούνται θυσίες απ’ όλους μας.
Χτύπησε το τηλέφωνο. Ρωτούσες
αν μπορούσες να περάσεις.
Μπορούσες. Έσβησα την τιβί.
Σηκώθηκα. Ο καπιταλισμός
αιμορραγεί και πεθαίνει. Είπα.
Άλλαξα τραπεζομάντιλο.
Έστρωσα το τραπέζι για δύο.

View original post

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Για κάθε ποίημα που γράφεται
ένα άλλο ποίημα παραμένει άγραφο.
Με λίγη προσπάθεια
αυτό θεωρείται ποίημα.
Είναι, καλώς η κακώς, ένα ποίημα
που αποτρέπει την σύλληψη
ενός άλλου ποιήματος.

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Πρόσφυγες στην άμμο

Νύχτωσε στην Ελ Μίνα και πυκνή
σιωπή ανέβαινε απ’ τη μεριά της θάλασσας
κι αντάμωνε το κάστρο∙ ολημερίς
ξαπλώνονταν αμίλητο και σκυθρωπό
σα μουδιασμένο ζώο

Τότε ξεχώρισα ήχο πνιχτό καθώς το φύλλο
που τσαλακώνεται μέσα σε χέρια ανάρμοστα
γρατσούνισμα σε σώμα ακάθαρτο, αρρωστημένο

Κι είδα έναν Άραβα μικρό, σημαδεμένο
έφεγγαν χέρια, πρόσωπο, μάτια κι ήταν όλος
χιλιάδες που άφηναν τη γη τους κι επιστρέφανε
μέσα στην άμμο, σε σκηνές, στο άσπρο φως.
Κι όταν μιλούσε δάκρυζε η φωνή και όλο ικέτευε
για κάποια θέση στη ζωή ή έστω αντίσταση
στο θάνατο που ερχότανε αργά και τον ρουφούσε

Μα εγώ έπλενα τα χέρια μου. Άγρια μοναξιά
τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει

*Από τη συλλογή ‘Ο θάνατος του Μύρωνα’, 1960.

Ντίνος Σιώτης, 
Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε

λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα

δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη

γλώσσα των καταφρονεμένων που να

μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη

χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια

άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν

άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς

ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες

να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού

που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω

στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο

κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να

μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα

λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

*Από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Αντονέν Αρτώ (Tρεις επιστολές και άλλα τραγικά) | Νίκος Λέκκας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

nlek

Στην κ. Λία
Αγάπη αγνή

Αφορμή του κειμένου στάθηκε το βιβλίο του Αντωνέν Αρτώ, Η χώρα των Μάγων από τις εκδόσεις «Αιγόκερως».

«Όποιος τολμά να μιλά για τον Αρτώ χωρίς να παίρνει τα όπλα ενάντια στην γαμημένη φάρα των σταυρωτών του, είναι ή μπάτσος ή παππάς». Από αδέσποτη λεζάντα φωτογραφίας.

Αυτό το κομμάτι του φθαρτού ήταν κάποτε ο Αντωνέν Αρτώ. Ένας άνθρωπος που είχε σκοπό ζωής την αποκαθήλωση κάθε (γαμημένου) ιδανικού. Ερωτεύτηκε σαν άντρας και υπήρξε πότης, σαν άντρας. Κομπάρσα ηθοποιό ελληνικής καταγωγής για έρωτα μοιραίο, έγραψε μοιραία, τόσο όσο να αλλάξει την ρώτα του ευρωπαϊκού (και όχι μόνο) θεάτρου, μαστουρώθηκε μονήρης και με μάγους, άκουσε «το γιατί της δόνησής του». Έκανε ακριβώς αυτό: έγραψε και έσκισε γραπτά, είπε «στ’ αρχίδια μου» όταν του είπαν ότι έπασχε από καρκινικό όγκο και πέθανε στην σημαδιακή ηλικία των 53 ετών στα πόδια ενός κρεβατιού κάποιου ψυχικού σανατορίου της Γαλλίας. Όσο ακριβώς και…

View original post 688 more words

Νίκος Βουτυρόπουλος, Από την “Ίδια όψη των πραγμάτων”

Έργο: Jörg Heidenberger

Όταν στις φυλακές των λέξεων βρούμε το ξοδεμένο
μας πρόσωπο. Όταν μουσκέψουν οι μουσικές
κι απλώσουμε τα χέρια στην προοπτική του ήλιου.
Όταν όλα τα μονοπάτια μας οδηγήσουν
εκεί που θα ’ναι άχρηστες οι εξηγήσεις.
Τότε θα συμβεί το άπαν και μεμιάς θα σβήσει.
Με την ανάσα δίφθογγη θα χαϊδέψουμε
το παρόν της θάλασσας και μοίρα θα γίνει η ύλη μας
χωρίς προσχήματα δικαιολογίες
μορφασμούς και ημίφωτα δάκρυα.

Μια περιπέτεια ξεκινά τώρα που τελειώνουν
οι χθεσινές μυρωδιές και τ’ αποδημητικά μας χέρια
ανακατέψουνε μνήμες. Στο νέο φτάνουμε σενάριο
της μέρας βουβοί μέχρι τα ψιλιά μας νηστικοί
ως τα σύννεφα. Σ’ αρχαία ψάχνουμε αμπέλια
σε κείνα τα κοχΰλια των παιδιών
σχήματα και συνθήματα.
Όσο ένα χαμόγελο διαρκεί η άνοιξη που χάνεται
στην ερημιά του κόσμου και τ’ αστέρια θαμμένα
στης αγωνίας την κάθοδο.
Μαγεμένοι λες από χάδια νεκρών τριγυρνάμε
στη βροχή που μας είναι αδιάφορη.
Γοητευτήκαμε φόβους. Μηρυκάζει η γλώσσα μας.
Καλοκαιριάσαμε πάλι μιλώντας
για τα ένδοξα άλφα όλα κείνα της απουσίας.
Κοιμόμαστε δίπλα στα σπλάχνα μας
προφέροντας λέξεις πελασγικές.

Παράλογες που ‘ναι αυτό το σκοτάδι
και τα μάτια αινίγματα στην απέραντη
καμπύλη του χρόνου. Μια μικρή Αμφιτρίτη
ζαλισμένη απ’ του φεγγαριού την απόστροφο
σε ποσειδώνιο βράδυ ετοιμάζει τον έξοδο ύπνο.
Η αυγή θανατώνεται στης διάρκειας το πάθος
και να ’μαι τώρα δω της μνήμης διώκτης καταστρώνω
αλχημείες για τους πόνους του μέλλοντος.

Τα μεσημέρια ο ήλιος τσιμπά σαν τη μέλισσα
και περιστέρια οργώνουν πεζόδρομους.
Γλυκά αινίγματα που ’ναι τα μάτια.
Ανέξοδα που ’ναι τα λόγια.

Προικισμένοι με της συνείδησης τις μάσκες
και φώτα πυκνά παραμένουν τα πράγματα ίδια
στου πεπρωμένου τη στάχτη.
Τδια παραμένει η όψη των πραγμάτων.
Ας αγαπήσουμε αυτή την περιπλάνηση.

*“Η ίδια όψη των πραγμάτων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Λεωνίδας Γαλάζης, Δύο ποιήματα

ΚΥΜΒΑΛΑ ΧΡΥΣΑ

Με σταγόνες ύμνων την υγειά μας, είπαν, θα βρίσκαμε.
Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους.
Τι δόξα κι αυτή!
Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες.

Δείχναμε τις πληγές μας στους ρήτορες
που βυθισμένοι σε θρόνους
τα λόγια των σειρήνων καμάρωναν.

Κι ούτε κουβέντα για τα σαπιοκάραβα των ναυαγών.

«Αφήστε πια τους πληρωμένους υμνωδούς και τα μπαλόνια,
κοιτάξτε τους ναυαγούς,
δείτε τους σπασμένους αρμούς του φρονήματός τους,
τα κουφάρια των παιδιών τους».

Μα κείνοι κύμβαλα τρελά,
ενώ σειρήνες ύμνους έμμισθες ανέπεμπαν…
Μέχρι την άβυσσο του νου κύμβαλα,
κύμβαλα χρυσά
κύμβαλα, κύμβαλα, κύμβαλα!

***

ΒΑΣΙΛΕΙΣ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

Χιλιάδες πέτρες σφηνωμένες
ανάμεσα στους ογκόλιθους
σχεδόν αδιόρατες
ως τη στιγμή που διολίσθησαν
απελπισμένες στο κενό.

Και πίσω τους οι πέτρες του σκανδάλου.

Κι όλοι ξαγρυπνούσαμε
και σπάζαμε τα κεφάλια μας
με τι δυνάμεις θα χτίσουμε πάλι το τείχος
με τι ψυχή θα σηκώσουμε στους ώμους τέτοιο βάρος

ξορκίζοντας το κακό που μας βρήκε
μ’ ονόματα σπανίων πετρωμάτων.

*Από τη συλλογη “Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.

No 124 (φτερά σε σωρό δοντιών)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Αφού
βουρτσίσεις τα δόντια σου,
σκεπτόμενος πόσα βουρτσίσματα σου μένουν ακόμη
και αφού δεν
είσαι κανονικός,
αφού
εκείνα τα τσογλανάκια του 5ου
σε φωνάζουν
κωλόγερο,
έχοντας και την πίεση,
ποίηση θέλεις να πεις,
να σου βγάζει όσα ξέμειναν στο στομάχι,
~
(πρέπει να βάλεις πλυντήριο τέλειωσαν τα εσώρουχα)
~
με τα
χάπια στη τσέπη,
έτσι σκέπτεσαι ευδοκιμεί η αρρώστια,
καλοπερνά,
ειδικά μ’ εκείνο το κίτρινο που το καταπίνεις πάντα σαν το τελευταίο σου,
έκλεισες τη εξώπορτα,
αισθανόσουν
νύχια
να φυτρώνουν στο μυαλό,
έβγαινε σε πλειστηριασμό το πατρικό σου,
στο ειρηνοδικείο
της πόλης.
~
(
alexmil)

View original post

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ποιήματα

ο Φραντς Κάφκα. στα Γιάννενα, στο Μέσα Συναγώγι. φορά λεπτό σακάκι, γύρω στα δέκα -τα μάτια του δυο λίμνες, κρατά σουγιά, σκαλίζει το μπροστινό στασίδι, έχει κάνει γούβα -τρεις οι λίμνες, έρχεται ο ραβίνος. ξυλοκέρατο, τον αρπάζει απ’ τ’ αυτί -πέντε οι λίμνες, ο Φραντς μπήγει τον σουγιά στο γόνατο του ραβίνου. τον στρίβει -έξι οι λίμνες, ο ραβίνος στο πάτωμα, ο Φραντς σηκώνεται, βγάζει μια μικρή αλεπού, απ’ το σακάκι -οκτώ οι λίμνες, την ξεσαρ-κώνει. φορά το δέρμα της. φεύγει στα τέσσερα, για Πράγα, όχι στη Βιέννη. είναι η σειρά του Πατέρα -δέκα οι λίμνες

υπήρχε κάποτε ασθενοφόρο
με το όνομα “Λακάν”

Eduard Hopper, Summer evening

ο Έντουαρντ Χόπερ και ο Ρέιμοντ Κάρβερ. στο αεροδρόμιο του’Ορεγκον. μεθυσμένοι, ο Ρέιμοντ κατηγορεί τονΈντουαρντ πως του ζωγραφίζει τα διηγήματα. οΈντουαρντ τον κατηγορεί για το αντίθετο, ο Ρέιμοντ βγάζει ένα μολύβι. οΈντουαρντ ένα πινέλο, τα καρφώνουν ο ένας στο συκώτι του άλλου. οΈντουαρντ πέφτει πρώτος -ένα αεροπλάνο απογειώνεται, ο Ρέιμοντ ακολουθεί -ένα αεροπλάνο προσγειώνεται, οι καθαρίστριες της πρώτης βάρδιας
-αναλαμβάνουν

*Από τη συλλογή “Στο σπίτι του κρεμασμένου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015.

Τάκης Κατσαμπάνης: Αυτοεξόριστος στον πλανήτη Γη

Τάκης Κατσαμπάνης
Walkabout
Εκδ. Εξάρχεια, 
σελ. 144
Τιμή: 11 ευρώ

Στο πρώτο του πεζογράφημα ο συγγραφέας ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και τη μυθοπλασία, καταφέρνοντας να μας ταξιδέψει όχι μόνο στην ενδοχώρα της Αυστραλίας, αλλά και στις υπαρξιακές αναζητήσεις ενός οιονεί πλάνητα

ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΙΜΠΛΗΣ*

Ο Τάκης Κατσαμπάνης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή. Το «Walkabout» είναι το πρώτο του βιβλίο και το ημερολογιακό του μέρος γράφτηκε στην Αυστραλία, όπου έζησε τέσσερα χρόνια

Ενα ολιγοσέλιδο βιβλίο που ξανοίγεται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, αγκαλιάζοντας όλους όσοι βρίσκονται σε ποικίλων μορφών μετακινήσεις. Ολους όσοι έχουν αναρωτηθεί, έστω και μία φορά στη ζωή τους, γιατί εδώ και όχι εκεί και το αντίθετο. Μια νουβέλα που στριφογυρίζει στον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ εξομολόγησης και μυθιστορίας. Πάνω σ’ αυτή την αφηγηματική πλατφόρμα ο συγγραφέας πασχίζει να συγκροτήσει τον δικό του αυτόνομο σφυγμό.

Μακριά από τους Νιου Εϊτζ προνομιούχους της ενέργειας και το νέο ιερατείο, όπως διαβάζουμε εντός, ο Κατσαμπάνης έχει για ήρωα ένα περίπου alter ego. Ο οποίος, όπως περιγράφεται αρχικά, έπεσε σχεδόν από τον ουρανό σ’ έναν ηλιοφαγωμένο λόφο του «Μπάιρον Σάιρ» της Αυστραλίας. Με υπερβολική δόση τζετ λανγκ, ψάχνει να βρει τον δρόμο του στην αχανή ήπειρο. Εκείνη με τη σειρά της έχει σκουπίσει το παρελθόν των αποίκων κατοίκων της και εγγράφει τις νέες ταυτότητές τους σε μια συνεχώς ανανεούμενη λευκή σελίδα. Εκτός από τον γηγενή πληθυσμό των Αβορίγινων.

Πορεία μέσα στον κόσμο

Ο ήρωάς μας, που τον βλέπουμε να ασχολείται με διάφορα ευκαιριακά επαγγέλματα, θα συναντήσει έναν παράξενο έλληνα καθηγητή, τον Βρασίδα ή Βρας εν συντομία, ο οποίος θα λάβει τρόπον τινά τη θέση του μέντορα. Οι δυο χαρακτήρες έχουν διαφορετικές κοσμοθεωρίες, αλλά δημιουργούν έναν γόνιμο διάλογο πάνω στη γλώσσα, το μητρικό σώμα, τον ξεριζωμό, τον αντίλαλο των συμβόλων. Καθώς ο ήρωας εξερευνά από διάφορες οπτικές γωνίες τόσο την ψυχική όσο και τη φυσική γεωγραφία του κοντινού περιβάλλοντος, που όσο περνά ο καιρός απομακρύνεται από το αίσθημα του απτού, γεννάται η επιθυμία της επιστροφής. Θα ανακατευτεί με αυτόχθονους πληθυσμούς όπως και με εγκατεστημένους μετανάστες. Συναντά στον δρόμο του μεικτά ζευγάρια, σαλούς, απογόνους φυγάδων, σαμάνους υπό προστασία φυλών, με λίγα λόγια ξένους. Μια μικρογραφία της διαχρονικής κοσμικής έκρηξης των ανθρώπων που καβαλούν το άγνωστο και κρατούν αναμμένη μέσα τους τη φωτιά της μικρόχαρης Ιθάκης τους.

Αν και η νουβέλα περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, το αφηγηματικό της σώμα δεν βασίζεται εκεί. Η γραφή του Κατσαμπάνη σχηματίζει τη μορφή ενός επινοημένου ημερολογίου. Τα πάντα μοιάζουν τόσο αληθινά μέσα από το βιωματικό άχθος και συνάμα απατηλά. Στο καθαρά πεζό κείμενο παρεμβάλλονται συχνά – πυκνά οι εσώτερες σκέψεις του ήρωα – αφηγητή που έχουν ποιητικό ύφος. Παράλληλα ξεδιπλώνονται στίχοι του Ντίνου Χριστιανόπουλου, του Ν.Γ. Πεντζίκη, ενώ υπάρχουν αναφορές στον Ντέιβιντ Κάρεϊ και στο βιβλίο του «Οσκαρ και Λουσίντα», στην Εύα Χόφμαν και στο πολύ γνωστό της «Χαμένοι στη μετάφραση», που έγινε και ταινία σε σκηνοθεσία Σοφία Κόπολα, όπως και σε πολλά άλλα. Οι αναφορές αποτελούν οργανικό μέρος του βιβλίου και έχουν να κάνουν με την ψυχική ενατένιση του ήρωα και όχι με παράθεση γνώσεων.

Αναζήτηση χωρίς όρια

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες γίνεται αισθητή η επιρροή του εξαίρετου ταξιδευτή Μπρους Τσάτουιν. Ενός συγγραφέα – εφευρέτη νέων ορισμών, που άνοιγε ορύγματα στο ανάγλυφο των τοπίων. Σε παρόμοιο τέμπο και ο Κατσαμπάνης, αγωνιά να ονοματοδοτήσει πράγματα και καταστάσεις που διακρίνονται μέσα στη σύγχυση του ήρωα. Αναρωτιέται: Ποια μπορεί να είναι η αρχή του τρομερού που μόλις μπορούμε ν’ αντέξουμε; Τι είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ωραίο και μας απελπίζει πολύ σύντομα; Τελικά γιατί παγώνει το συναρπαστικό;

Οπως ορίζει και ο τίτλος του βιβλίου, το «Walkabout» είναι μια σύνθετη έννοια των Αβορίγινων και όχι μόνο, που με τα χρόνια πέρασε και στη λευκή δυτική κουλτούρα, ελαφρώς αλλοιωμένη. Είναι η συνθήκη κάτω από την οποία το άτομο πορεύεται μέσα στον κόσμο. Μια αναζήτηση που δεν έχει όρια ή τελικές γραμμές. Διερευνώνται η θέληση του νου, ο εγκιβωτισμός του παρελθόντος και οι διαφοροποιήσεις του καθηλωτικού παρόντος. Στο «Walkabout» ο άνθρωπος συλλέγει κομμάτια μιας νέας προς εξέταση ταυτότητας, μαστορεύοντας παράλληλα ό,τι μπορεί να σωθεί από τα συντρίμμια του πρότερου εαυτού του.

Ο διάλογος που αναπτύσσεται γύρω από το αίσθημα της επιστροφής σ’ ένα ανήκειν συνταυτίζεται στο βιβλίο με την ανάγκη αναζήτησης νοήματος. Μιας πάλης της οποίας, μέχρι την ύστατη στιγμή, δεν γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα. Στο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο πρωταγωνιστής ανταλλάσσει την ταυτότητά του και οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Ακολουθώντας το «πεπρωμένο» του αντονιονικού ρεπόρτερ, ο ήρωας του Κατσαμπάνη βρίσκεται στο χείλος της πνευματικής διάλυσης. Ταυτόχρονα του είναι δύσκολο να αντιληφθεί πώς μια νέα σχετικά εθνότητα (οι Αυστραλοί) αποφεύγει τα μονοπάτια που οδηγούν στην καταστροφή. Ισως να φταίει το ενδιαφέρον τους για τα «ασήμαντα» καθημερινά γεγονότα και όχι για τις μεγάλες δραματοποιημένες απώλειες όπως οι Μεσογειακοί και ιδιαίτερα οι Ελληνες. Ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα του Τσέχοφ παρά του Ομήρου.

Σ’ αυτή τη νουβέλα, η οδύνη παντρεύεται το μαύρο χιούμορ με σκοπό την ανακάλυψη του οντολογικού καθρέφτη μας. Ο Κατσαμπάνης δεν φοβάται την επίπονη εργασία για την ανακάλυψη της ρίζας του και σκύβει πάνω από το φέρον σώμα της γλώσσας. Ερευνά την άρθρωση των λέξεων μέχρι να διαμορφωθούν σε λόγο. Σε μια νέα χώρα οι λέξεις μπερδεύονται μέσα στο στόμα, κρέμονται σαν σταφύλια χάριν επικοινωνίας. Κάποτε αυτό δεν φτάνει. Διότι μοιάζει με φασματική απεικόνιση του άλλου. Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι βρίσκεται σε μια ενδιάμεση κατάσταση και διαμορφώνει έτσι το κειμενικό του οπλοστάσιο ούτως ώστε να προσεγγιστεί ένας νέος λόγος, δηλαδή μια νέα συνείδηση. Εξάλλου όταν ο δρόμος σε καλεί, ρισκάρεις τα πάντα. 

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.tanea.gr/old-page-categories/books/article/5464704/aytoeksoristos-ston-planhth-gh/