Χρήστος Μαρτίνης, Από το “ξένο φως”

1.

τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα
τρίζω τα δόντια μου φτύνω σκουριά
έχω δυο χέρια στο στρώμα ριγμένα
δυο τσακισμένα κομμένα σκοινιά
σώπασε κι έτσι κοιμήσου

τώρα τις σκέψεις η άμμος σκεπάζει
μέσα στα μάτια εισβάλλει βυθός
σώπασε’ ησύχασε κι έτσι κοιμήσου
καλό μου ναυάγιο
πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως

2.

τα σκαλιά κατεβαίνω με τον ήλιο στην πλάτη μου
μία άκρη του σέρνεται σαν κουβέρτα στο χώμα

το αλάτι στα χείλη μου η αδίστακτη θάλασσα
και το φως που ξοδεύεται στο λευκό αλουμίνιο

κατεβαίνω τυφλά τα σκαλιά με έναν ήλιο παράλυτο
οι στραβές του ακτίνες σκαλώνουν στα σύρματα

ένα βράχο —τον ήλιο— κουβαλάω στις πλάτες μου
κι ο καργιόλης γελάει ο ζεστός ουρανός

τον λευκό τον βαρύτατο ήλιο κουβαλάω στην πλάτη μου
να θαφτούμε βαθιά” στο σκοτάδι

*”το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Οδός ονείρου

Ο δρόμος που πήρες
είναι μακρύς, δύσκολος
μη κοιτάξεις πίσω να δεις
στο χθες μην κοιτάξεις
δεν θα βρεις τίποτα καλό
που να σου ταιριάζει
αλλιώς δεν θα ΄παιρνες
αυτό το δρόμο
που τον ανοίγεις εσύ
με τα δικά σου χέρια
όσα αγκάθια κι αν έχει
λακκούβες και παγίδες
μπορείς να τον βαδίσεις
φτάνει να μη φοβηθείς
φτάνει να είναι
το φρόνημα σου υψηλό.
Θα σε στοχεύσουν
θα σε πληγώσουν
μη σταματήσεις
συνέχισε αλύγιστος
έως το τέρμα.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

ΑΚΟΜΑ κι όταν το βάρος
της φθοράς δεν μπορούσε να αποκρυβεί,
αυτή ήξερε να αιφνιδιάζει τον χρόνο
μ’ ένα αδιόρατα λεπτό ειρωνικό χαμόγελο,
που σε τίποτα δεν υπολειπόταν
από το κρυφό εκείνο μειδίαμα
που άνθιζε, πριν δεκαετίες,
στο πλήρες ομορφιάς νεανικό πρόσωπό της.
Ανεξήγητο ερώτημα παραμένει
πώς αποτυπώνεται η ομορφιά
πέρα από την πραγματικότητα και τον χρόνο.
Πώς ο καθρέφτης αυτοδιαψεύδεται
από μιαν όλο χάρη, κίνηση ή ματιά,
τέτοια που,
έστω και για λίγο,
τον αποσπά
από τα απαρέγκλιτα
καθήκοντά του,
κλείνοντας στιγμιαίο ραντεβού
με την αιωνιότητα.

Παρνασσός, Αύγουστος 2010

***

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΣΧΗΜΑ

Στην Δάφνη

ΤΟΣΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ανάμεσά μας
χωρίς ένα όνομα να έχει πλήρως διασωθεί.
Γράμματα φαγωμένα·
κενά αιώνων
που άφησαν ως ίχνη τους
τρύπιες λέξεις
να βυθίζονται
στην σκόνη και τον χρόνο.
Κι όμως εκεί,
μες στα χαλάσματα,
εις πείσμα των επιδρομέων,
πληγωμένο επιζεί
το θραύσμα ενός γυναικείου προσώπου,
με την επιθυμία παρούσα
να διαπερνά
το φλογερό του μάγουλο.

Πώς, άραγε, επιβιώνει η ομορφιά
δίνοντας άλλο περιεχόμενο
στο εύθραυστο σχήμα του μύθου;

Σχοινούσα, Αύγουστος 2005

*Από τη συλλογή “Τελευταία πατρίδα”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα, Χειμώνας 2013-2014.

αλήθεια είναι

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Αλήθεια είναι πως δεν ψηλώνουμε με τον καιρό
μα μάλλον μαζεύουμε,
ενώ μαζεύει κι η φύση τα σχοινιά της
προς ένα απαλό φθινόπωρο που μας κυκλώνει διακριτικά,
μα επίμονα. 
Αλήθεια είναι πως δεν περισσεύουν τα λεφτά,
και πως ο χρόνος τα απαιτεί
όλο και περισσότερο,
σημαδεύοντας προς
το αυστηρό
-και αξιοπρεπές- τέλος.
Και πως οι άνθρωποι τελειώνουν αναίτια
προτού να αποσώσουν μια μπουκιά,
άλλος ζωγραφίζοντας έναν πίνακα
που δεν προλαβαίνει να γίνει η Πρωινή Περίπολος,
άλλος τραγουδώντας ένα απτάλικο, όπως το λεγε ο πατέρας του,
χτυπώντας τα μέτρα τέσσερα τέσσερα,
άλλος ζητιανεύοντας στα τέσσερα,
έξω απ’ το σουπερμάρκετ.
Αλήθεια είναι και πώς η ζωή δεν ολοκληρώνεται
δίχως ήλιο,
δίχως την τρεχάλα στη βροχή
και δίχως τα όνειρα/
ακόμη κι αν τα όνειρα,
σκάνε σαν μπαλόνια ένα ένα,
στον ύπνο μας το βράδυ._
ΚΛ – 05/10/2017

photo: Nils Strindberg

Örnen efter landningen. Ur serien Ingenjör Andrées luftfärd, 14/7 1897
14/7 1897…

View original post 17 more words

Jack Kerouac, Χαϊκού

Να πω όχι;
Η μύγα τρίβει
τα πίσω πόδια.

Κόντρα στο λουκέτο
οι γκαραζόπορτες
το μεσημέρι.

Δείλι: το πουλί
στο φράχτη
σύγχρονός μου.

Το φεγγάρι
είχε μουστάκια γάτας
για μια στιγμή.

Οι πάτοι μου
μούσκεμα απ’ τη
βόλτα στη βροχή.

Κανένα σήμα —
ξέρω ακριβώς
πού βρίσκομαι.

Τρίτη — μια σταγόνα
βροχής ακόμα
από τη στέγη.

Τηλεγράφημα
κανένα — μόνο κι άλλα
φύλλα πέφτουν.

Άστοχη η
κλωτσιά μα το
ψυγείο έκλεισε.

Η βροχή σχεδόν
έφτασε να πλυθεί
το πουλί.

Θα τα χάσεις αν
μάθεις πόσα λίγα
γνώριζα μόλις χθες.

Τα πεύκα
προχωρούν
μες στην ομίχλη.

Βραδιάζει —
δεν είναι το κενό
που αλλάζει.

Άλλος ένας μόνος
σαν εμένα στο
κενό σόμπαν.

Δείλι — αγόρι
τσακίζει πικραλίδες
μ’ ένα ραβδί.

Όλη μέρα πάνω
στο κεφάλι μου καπέλο
Που δεν φορούσα.

Το σκηνικό της χώρας
— δειλινός ήλιος
Σ’ εκείνα τα δέντρα.

Το νέο φεγγάρι
είναι του Θεού
Το νύχι.

Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Γι’ αυτό.

Το όνειρο του Θεού
δεν είναι παρά
Ένα όνειρο.

*Από το βιβλίο ‘Τζακ Κέρουακ Ποιήματα”, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, Εκδόσεις Ηριδανός, Σεπτέμβρης 2007.

Αναστάσιος Γκόγκος, Σημειώσεις από έναν όμορφο αγώνα ενάντια στην ασχήμια του κόσμου

Άτιτλο
Σας είδα
αγοράζατε τις κυριακές
και αφήσατε πάνω μου
το βάρος μιας προσωρινής γλώσσας
Σαούλ όχι Παύλος
με ψεύτικες βλεφαρίδες, κροσέ και ρεβυθάλευρο
Η σπουδή μου
λειαίνει τη σκληρότητα της γης
με κρεμαστές φτέρες και αστρόφυτα
τρέχουν τα πληκτρολόγια
σ’ ένα βαρύ τσιμεντέρνιο ακρωτήρι
μέχρι το αύριο.

Άτιτλο
Τρέχουμε πιο γρήγορα
με τα παλιά μας κράνη φορεμένα
από τις μηχανές που επιμένουν σ αυτό τον κόσμο

Άτιτλο
Ζεσταίνω τη σάλτσα στην κατσαρόλα
και σκέφτομαι
τις αλυκές του αυγούστου
τους οργανωτικούς ηδονιστές
με εφεδρείες και ανάπαυση
καρφώθηκαν ναυτικές τα χρέη
βιοπορισμός – πλούτος – ενδοχώρα

*Απο την ποιητική συλλογή «Δρομολόγια».

**Αναδημοσίευση από εδώ: http://nowakult.blogspot.com.au/2017/09/nowa-kultura-6.html

Ηλίας, Tης Oυτοπίας το σκίρτημα

Σε όλες τις εποχές ήταν εκεί
μαζί με τους υπόλοιπους
ήταν εκεί ακόμα και μονάχος.

Συντρόφεψε τους Εσσαίους, μα και τους πρώτους χριστιανούς
σήκωσε το βλέμμα του προς τον Αριστόνικο και τον Σπάρτακο
Μακεδόνες και Ρωμαίους αψήφησε
τον Μεσαίωνα διαπέρασε με πύρινο βήμα
δρόσισε τις πυρωμένες μάγισσες
φτωχούς χωρικούς εξέγειρε με τον Χριστό στα όπλα τους.
Και πάλι αλλού βρέθηκε
λαχανιασμένος να προλάβει τους αιώνες
που στην εναλλαγή τους συνέτριβαν τα χτυπημένα πόδια του
μα τα χέρια του ολοένα δυνάμωναν
στα μιρ και των παλιών τα σοβιέτ
στην Άνδρο και τη Θεσσαλονίκη
στα παρισινά οδοφράγματα και το Μεξικό
όταν χτυπούσε η καρδιά της Ιταλίας
εκεί που η Γερμανία έπνεε πια τα λοίσθια
στην Ισπανία υψώνοντας σημαίες μαυροκόκκινες
έτρεχε ακόμα πιο γρήγορα να προλάβει, να δει, να νιώσει
πολεμώντας τον εαυτό του πάνω από όλα.
Παντού…

Ο τόπος του, ου-τόπος
δύσκολος και τραχύς
και σήμερα, εδώ είναι ακόμα
εκεί που τα πόδια πετούν και το βλέμμα ανοίγεται
όταν οι ορίζοντες ξεθαρρεύουν
και ξάφνου τα μερόνυχτα τιθασεύονται στο ανθρώπινο καρδιοχτύπι.
Ο ύπνος του λιγοστός
το ίδιο και το φαγητό του
μα τα ποδοβολητά των συντρόφων του
στους αιώνες θα αντηχούνε
τις αλυσίδες που σπάνε
το νερό που παγώνει.

Όλη εκείνη η τεθλασμένη γραμμή
υπέροχα καμωμένη από ανθρώπινα χέρια
στις ιστορίας τις παρυφές
της ουτοπίας το σκίρτημα είναι.

*Αναδημοσίευση απο εδώ: http://skotadikaifws.blogspot.com.au/2017/10/t-o-t_3.html

Κώστας Μπραβάκης, Ποιήματα

Αδικαιολογήτως παρών

Σ’ ακούω και γράφω
με το ’να χέρι ανήμπορο και τ’ άλλο πεινασμένο
μ’ ένα σωρό τρελούς να με σηκώνουν στα χέρια
από αγάπη ή οργή πράγμα αδιάφορο
σ’ ένα σώμα δαρμένο και χιλιοφιλημένο η κατοικία μου
με τα πολλά μικρά παράθυρα απουσίας
και τη φθαρμένη σκεπή

θα μπορούσα να ζω αναπνέοντας τα συνήθη
ή να πεθαίνω κάθε φορά που απελευθερώνω πελαργούς
μα πώς να ζεις με ελάσσονα βαθμό δυσκολίας
στη νυχτερινή αναφορά των φαντασμάτων
αδικαιολογήτως παρών;

και το κορμί μου κρεμασμένο στο κενό
πώς να χρεωθεί τόση ανάγκη σε μια στιγμή ανυπαρξίας
αυτή η αδιαπραγμάτευτη εξουσία των ειδώλων
οι άλλοι μέσα μου οι ορεσίβιοι αντάρτες
να διαμαρτύρονται
για μια εξέγερση που πνίγηκε σε αφρώδη οίνο
και στων βουβώνων τους ιριδισμούς

σ’ ακούω κι αντιγράφω απ’ τους τοίχους
τα ωραία ασήμαντα
με κρυφακούς εντοπίζω τις ιδιοφωνίες
αναπνέω τα συνήθη
σ’ ακούω και γράφω λες και δε χόρτασα
λευκές σημαίες
με γλωσσικούς ερματισμούς και ξέφτια ηλιογραφίας
προσανάμματα κατάλληλα
για θαλπωρή οικογενειακής εστίας
ομολογώ το ανειδίκευτο θάρρος
σε έργα υψηλής οδύνης
και πέφτω σαλπιγκτής στο πεδίο της μάχης
ανέραστος του αίματος

σ’ ακούω και ζωγραφίζω την κλίμακα του λευκού
με πορφυρές επισημάνσεις
από μια μύτη μολυβιού
που δε χωρατεύει όταν πληγώνει
αναγνώστης εμπύρετων στίχων
απρόσκλητος επισκέπτης σε δείπνο ασκητικής
και μαύρο ασυμβίβαστο μελάνι

σ’ ακούω και ξοδεύω
τους κόκκινους σηματοδότες
αδέσποτη σφαίρα με λυμένο χειρόφρενο
και την κατάρα της χοντρής περιπτερούς
κουβαλώ μαζί μου τον τροχονόμο
μια υστερική σπίντο σοπράνο
ένα βουλευτή με το σωφέρ του
και ίσως μια ροδακινιά

σ’ ακούω και υπογράφω βεβαιότητες
έχασα όλες τις μικρές εμπειρίες θανάτου
αν μπορείς να αναποδογυρίσεις μια χελώνα
ή να δώσεις σ’ ένα ζητιάνο
είναι και τα δυο μικρές στιγμιαίες
αναστολές της αναπνοής

γέμισε ο κόσμος κυνηγότοπους
κάποιος θα σημαδέψει και σένα
μαζί με τον τροχονόμο
την υστερική σπίντο σοπράνο
το βουλευτή και το σωφέρ του
και ίσως τη ροδακινιά

***

Το όνειρο

Ακόμα αλυχτούν τα σκυλιά
ο δασονόμος ήρθε στην ώρα του
μέτρησε ένα-ένα τα κομμένα ποδάρια
και σημείωσε στο μπλοκάκι
εννέα στρατιώτες, δώδεκα αξιωματικοί
και τρία άγνωστα ποδάρια χαμηλών ανθρώπων

η ορχήστρα των Ανέμων έπαιζε την Ηρωική

Ακούστηκαν φτερουγίσματα
θ’ απογειώθηκαν τα περιστέρια να μοιράσουν
τηλεγραφήματα θανάτου

έξω ο παπάς άρχισε ν’ απαγγέλλει Ρεμπώ

ύστερα βρήκα τη μάνα μου στο κατώι
να μαδάει έναν κόκορα

όπως με κοιτούσε θυμήθηκα ότι βρέχει

***

Η καρδιά του ποιητή

Έχω ένα φίλο απ’ τον καιρό των ελαφιών
Γεμάτο το πηγάδι του μ’ ανέμους
Γεμάτη η ψυχή του μ’ αφρισμένα κύματα
Κι η κατηφόρα του απότομη
Κι η ανηφόρα του ολόδρωτη
Μα η καρδιά του λίμνη
Γεμάτη φεγγάρια
Έχω ένα φίλο ακριβό σαν φύλλο
Που αιωρείται
Ψάχνοντας επί ματαίω
Τοποθεσία προσεδάφισης
Έτσι θαρρώ κι οι ποιητές
Χαμηλώνουν για μια γουλιά νερό
Κι ύστερα αποφεύγουν
Έχω ένα φίλο
Σαν καλαμιά που καίει
Και σαν κερί

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, Μάης 2009.