Βαγγέλης Αλεξόπουλος, O ποιητής

Ἐν ἀρχῆ ἦν ὁ λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός

Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση

Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων

Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου

Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκηβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου

Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους

Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: πό το http://pause-it-now.blogspot.com.au/2017/06/o_23.html

Hans Magnus Enzensberger, Τρία ποιήματα

ΤΙ ΚΡΙΜΑ

Ω, πάντοτε έδειχνες τη δέουσα προσοχή,
αναλάμβανες δράση εγκαίρως. Τα κόλπα
που σκάρωνες, αξέχαστα,
τρομακτική η διορατικότητά σου,
η όσφρησή σου δε, αλάνθαστη.
Μόνο που δεν είχες δράμι υπομονής
για να ατενίσεις τον ανώφελο κυματισμό της λίμνης,
ή να περιμένεις υπομονετικά καθώς σκοτείνιαζε ολοένα.

Είχες απλώς άλλες έγνοιες
και καθόλου χρόνο για το ρίγος
των ακροδάχτυλων στα μαλλιά.
Δεν πήρε το μάτι σου
τον γκρίζο σκίουρο, έτσι καθώς ξεστράτιζε
στον υπόγειο.
‘Οπως επίσης δεν έδωσες σημασία
στην οσμή της αγάπης
που εξαπλώνεται ολόγυρα σιγά-σιγά,
κι ούτε κουβέντα
για το τρεμόσβησμα των αστερισμών
και την άνοια
που ύπουλα βάδιζε στις μύτες των ποδιών της.

Απλώς δεν έδωσες τη δέουσα προσοχή.
Δεν πήρες από τίποτα χαμπάρι.

***

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

Ειλικρινείς ευχαριστίες για τη διακοπή της μετάδοσης,
το διάλειμμα για δεκατιανό, την τεχνητή παύση-
Ησυχία παρακαλώ! – κατά τη διάρκεια της οποίας η τέχνη
συνήθως κάθεται στον λαιμό του καλλιτέχνη.

Εύθραυστη σιωπή, πριν ν’ αρχίσει ο αιώνας
ασταμάτητα να βροντά.
Δυσθεώρητα δευτερόλεπτα
της αιωνιότητας!

Στο ημίχρονο,
μεταξύ δύο πολέμων,
πριν από την τρίτη πράξη,
λίγο μετά την τελευταία προειδοποίηση-

ας είναι ευλογημένη αυτή
η μικρή παύση για ανάσα,
ανάμεσα
στη ζωή και το θάνατο.

***

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΫΠΝΙΑΣ

Η τάξη αυτών των ανεπίλυτων προβλημάτων
είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι νομίζεις.
Αναμφίβολα, αυξάνεται μέρα με την ημέρα.
Καλύτερα να μην τα σκέφτεσαι
εκτός κι εάν είσαι κοσμολόγος,
ασθενής, φιλόσοφος
ή σύμβουλος οικογενειών.
Ίσως πάλι θα ήθελες να αποτρέψεις
την αλληλοεξόντωση ολόκληρων λαών
ή απλούστατα να λαχταράς
μια «Θεωρία των Πάντων». Αλλά αυτό
είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Σε κάθε περίπτωση
σου ευχόμαστε κάθε καλό
και πότε-πότε
να παίρνεις
και κανέναν υπνάκο.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Hans Magnus Enzensberger, “Η Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη, 2016.

Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα



Λες;

Ακούω να μ’ αγαπάς σαν πέτρα που μόλις
Ξεσκάλισες από την άκρη μιας γης
Κι άλλοτε να με διώχνεις χέρι χέρι
Με δυο τρία φυλλώματα λουλουδιών
Που πάνω τους διάβαζες ,λες, τη μοίρα
Ήξερες να την επιβεβαιώνεις
Με λιγοστές λανθασμένες προφητείες
και τους καταραμένους αγίους μας,
γίναμε ,λες, ο απόηχος
του πιο λίγου ανέμου

***

Ένας- ΈναςΔύο

Να ήμουν χωρισμένη στα δύο
Να είχα δυο εαυτούς
Ένα να κοιμάται, ο άλλος να δουλεύει
Ένας να προνοεί, ο άλλος να παθιάζεται
Ο ένας να παίζει, ο άλλος να μένει σοβαρός
Ο ένας να μαγειρεύει, ο άλλος να γεύεται
Ο ένας να βάζει πλυντήριο , ο άλλος
Να λερώνει τις νόρμες

Να μην γνωρίζει ο ένας για τον άλλον
Κάποια στιγμή να συναντιούνται στο χωλ
Να συστήνονται
Και κάποτε να φτιάχνουν τη «Συνεργατική.Α.Ε»
Μετά από καιρό να της δίνουν και όνομα
«Συνεργατική ¨Ενας & ¨ΕναςΔύο»

Εγώ κάπου ενδιάμεσα να τους παρατήρω
Κι αυτοί να μην με παίρνουν χαμπάρι
Να μαθαίνω απ’ αυτούς
Μια να συγκροτώ
Μια ν’ αφήνομαι

Στον καθρέφτη να με βλέπω πάντα μαζί τους
Ο ένας ν’ αντανακλάται στο ένα μου μάτι,
Ο ένας δύο να τρεμοπαίζει στο δεύτερο
Κάποιες φορές να ξεγελώ μοναξιά
Και κούραση
Αν είχα και ένα- δύο –τρία, θα παίζαμε κάτι
Έτσι, να ‘χαμε κάτι να μοιραστούμε ανώδυνα

Μια παρτίδα αληθινής ζωης,
Θα μας εξουδετέρωνε

Κάποτε νομίζω θα με κούραζαν
Θα τους έβαζα στην ντουλάπα τη δίφυλλη
Και θα τους φορούσα όταν γούσταρα
Δεν θα καταλάβαιναν τη συγχώνευση
Αυτοί
Θα είχαν μάθει
Αφομοίωση και ανάγκη δεν θα τους φόβιζαν

Μπαλαντζάρω σ’ αλήθεια και ψέμμα
Μια συμληρωματική αντίφαση
Πάντα να ολοκληρώνει το αυτονόητο
Ένας: αγάπα με
Ένας Δύο: Το έκανα. Φύγε.

*Τα σχέδια της ανάρτησης είναι της Γεωγίας Τρούλη.

Νίκος Μπαλής, Δεν Αρκεί Ένα Φιλί Για Να Σβήσει Ένα Χαστούκι

Ξετιναγμένοι απ’ τις ταχύτητες, με σάρκες πλαδαρές σταλάζουσες
Ουρλιάζοντας αλήτες μέσα στα μποστάνια
Στο ρυθμό του ροκ-εν-ρολ THE FOUR FUCKING BASTARDS
Καβατζάρουμε ψιλά για το μεγάλο ταξίδι
Ξερνάμε τον εαυτό μας παρέα
Παντελόνι καμπάνα από γκρίζα φανέλα και μπουφάν από σουέτ
Σκαστοί σε ένα καράβι με GENERAL για το Περού
Φορτοεκφορτωτές παιδιά για τα θελήματα
Σ’ ένα παλιό φωτογραφείο
Κλέβουμε τα ναύλα μας για Αμερική
Και τα πνίγουμε στην πρέζα
Νυχτερινή υπηρεσία σ’ ένα μπαρ της σκοτεινιάς
THE FAT YANKEE
Λαθραία σ’ ένα βαπόρι για τη Μεσόγειο
Ξεμπαρκάρουμε Μασσαλία με τα μαλλιά μας μιζαμπλί
Ντυμένοι πάντα με καρώ να μαθαίνουμε ισπανικά
BAYON και διάθεση για δράση
Γράφουμε νούμερα σ’ ένα καμπαρέ
Σβήνουμε μέσα στους θολούς καπνούς του μυαλού μας.

Θέλουμε να φύγουμε και πονάμε
Θέλουμε να σας μιλήσουμε και κοιμάστε
Θέλουμε να σας φιλήσουμε και φτύνετε λέξεις
σιχαμένοι φιλισταίοι
οι υβριστές μας πεθαίνουν
Το DADA πάνω στη Βόρειο Ήπειρο
Αξιοποιεί το φιλί μας στο μάρμαρο
Προσβάλλει τη δημόσια αιδώ των αχρείων
Μολύνει την πατρίδα
Που αγαπάτε εσείς
Που κοιμάστε τις νύχτες
Σάπιοι
Εσείς που μας σκοτώνετε
Γιατί είμαστε εχθροί του ύπνου σας
Γιατί είμαστε μόνοι μέσα στη νύχτα
Σα γάτες που ψάχνουν τους σκουπιδοτενεκέδες των πόλεων
Μόνοι σαν ατμόπλοια
Γιατί αγκομαχούμε στα δελτία των ποταμών
Μόνοι μέσα στη νύχτα
Σαν ποδηλάτες που χάνονται
Ποδηλατώντας επίμονα στην άμμο της ερήμου
Σα βαγόνια των τραίνων που αλλάζουν συρμούς
Σ’ απόμερους σταθμούς απόμερων τόπων
Σαν μεθυσμένοι
Γιατί ψαχουλεύουμε τους παχουλούς
Και ιδρωμένους τοίχους των σπιτιών
Μόνοι μέσα στη νύχτα
Με τους καπνούς των τσιγάρων μας
Με τα μάτια μας να τσουρουφλίζονται άγονα
Με τα χείλη μας να σκάζουν σε σέπια
Να ποθούν τον πυρετό
Σα λιμάνια δίχως πλεούμενα
Σαν ξεχασμένα αποτσίγαρα
μέσα σ’ ένα κλειστό δωμάτιο γεμάτο καπνούς
Βαθιά εντός.
Μας ενοχλείτε που κοπιάζετε!
Η “πραγματικότητα” περιγράφεται “το γεγονός”
κατασκευάζεται συμβαίνει αναπαρίσταται αναλύεται
ολοκληρώνεται ως ένα όλον τα σπασμένα κομμάτια του
αποτελούν την εικόνα
το όραμα κατοικεί μόνο στην πτέρυγα των ψυχιατρείων.

Ε! λοιπόν δεν ιδρώνει τ’ αφτί μας
το όραμα κατοικεί παντού όπου φεύγουμε
η περιγραφή είναι ένα τοπίο
το τοπίο είναι ο χώρος των βανδάλων
οι βάνδαλοι είναι δημιουργικοί
η Αφροδίτη της Μήλου είναι μνημείο των σκλάβων
το DADA πάνω στο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου.
Για μια λογοτεχνία των βανδάλων
Για μια λογοτεχνία των δημιουργικών λεξιτοπίων
Τα μουσεία να φτύνουμε περνώντας.

Αυτό που έχουμε να πούμε είμαστε εμείς
ταπεινοί κυνηγοί του οράματος
μέσα στην έρημο της φυλακής
που είσαστε εσείς που κοιμάστε τις νύχτες
Είμαστε οι εχθροί του ύπνου σας.

*Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τρύπα», τεύχος 1, 1980 – χωρίς όνομα συγγραφέα μάλλον κατά
λάθος αλλά μπορεί και εξεπίτηδες. Εμείς το πήραμεαπό εδώ: http://www.bibliotheque.gr/article/64498
Τα artworks της ανάρτησης είναι της Annalynn Hammond.

Premiere: Poet and rapper Luka Lesson delivers a vital cultural message with The Medics’ Kahl Wallis

Brandon John

Today we’re more than thrilled to bring you ‘Living Artefact’, the new track by one of the country’s foremost slam poets, writers and hip-hop artists Luka Lesson, and featuring vocals from Kahl Wallis of The Medics.

As made clear by the title, the track boasts a clear, determined message about carrying on with cultural songlines, respecting heritage and wearing it proudly. Wallis brings his Indigenous perspective to the discussion, pairing it with Luka’s Greek-Australian upbringing to fight against cultural whitewashing.

“Looking at how to break free from racist stereotypes and represent a narrative of ancient cultures in contemporary words and music that challenge and inspire audiences gave birth to Living Artefact,” Luka explains.

“It is a statement to combat the sterilisation of both of our cultures, where difference is celebrated as a part of our lineage which has brought both of us to our contemporary experiences.”

Kahl adds that, from his perspective, the song “poetically and artistically touches on the displacement and continued forced assimilation of First Nations people around the world.

“For me it’s a personal, spiritual journey which has deep connection to ancestors and country. I’m a living continuation of my ancestors and we are living proof of how to maintain resilience and strength, respecting and acknowledging those who have come before us, who have shaped and inspired our voice.”

In approaching this track, and their music as a whole, Luka and Kahl are simply picking up the mantle of the the storyteller held by their ancestors, and using it to draw attention to new stories that need to be told. Together, they hope to help reignite a passion for “understanding and awareness around cultural and racial issues.”

“We’re having a great resurgence in orating one’s own story to large crowds,” Luka says. “However, where we used to be called story-tellers or bards and the venues amphitheaters, caves and under trees; we are now rappers, singers and slam poets and our venues big stages, bars and YouTube.

“In order to keep our cultures alive, especially for Indigenous peoples whose stories are so often repressed, we find voice again in oral traditions through these new mediums. The need to speak out and be heard is essentially irrepressible.

“It’s an exciting time to be a poet and hip-hop artist. And, it’s as important as ever to bring these issues into the mainstream conscience so we can break down cultural barriers for a more cohesive world where everyone’s heritage is truly celebrated and valued.”

Fellow rapper L-Fresh the Lion also has plenty of kind words for the new track, giving Luka and Kahl an effusive shoutout.

“Luka Lesson shines on Living Artefact,” he says, “sharing with us a much-needed dose of culture, ancestry and heritage. His flow is hypnotic and his delivery radiates strength. Kahl Wallis’ voice uplifts. The two together make this song truly hit home.”

The pair will have their chance to bring the message to the people directly when they head off on a national tour in August, covering regional centres as well as big cities. It’ll be the latest live expedition for Luka in a career that’s already seen him tour with socially conscious icons like Nahko and Medicine for the People (US), Akala (UK) and Tiki Taane (NZ).

Check out the new track above, and some of Luka’s brilliant spoken word below.

*For more from Luka go here: https://www.facebook.com/pg/lukalesson/videos/

Cloe Koutsoubelis/translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Υπάρχουν ποιήματα φάλαινες

που κυνηγάς για πάντα στην ομίχλη

κι άλλα παιχνιδιάρικα ρακούν

που εμφανίζονται τυχαία

μια μέρα στην αυλή σου.

Άλλα πάλι είναι ζέμπρες

με ρίγες λευκού που διαδέχεται το μαύρο

και άλλα λιβελούλες με εύθραυστα φτερά

που μπορείς να τα διαβάζεις μόνον στη σιωπή.

Κάποια είναι τυφλοπόντικες

σκάβουν μέσα σου αθόρυβα λαγούμια

και μερικά πύρινες τίγρεις

που καίνε τα πάντα καθώς τρέχουν.

Διάβαζε τα ποιήματα αναγνώστη

χαιδεψέ τα αν θέλεις στοργικά,

ποτέ όμως μην νιώσεις ασφαλής μαζί τους.

Γιατί πίσω από τα κόκαλα

την σάρκα τα φτερά

κρύβεται πάντα ένα στόμα ανοιχτό

που κάποια στιγμή θα σε προδώσει

POEMS

Some poems are whales

you forever chase in the fog

others are playful racoons

one day by chance they appear

in your backyard.

Others are zebras

with bands of white followed by black and

other poems libels with tender wings

you can only read in silence.

Others are moles…

View original post 53 more words

Γιάζρα, Ο θάνατος ενός εργάτη

Σκουντουφλάνε στον ίσκιο τους
και βράζουν τους καημούς τους σε τσουκάλια.
Είναι άνθρωποι, μια πιθαμή κοντότεροι απ’ την αλήθεια,
έχουν πρησμένη την κοιλιά και τροχισμένη τη γλώσσα.
Το πρωί κλωτσάνε σα σκυλιά,
το βράδυ σκορπίζουν σα βελόνες
στρώνουν χάμω τα πετσιά τους,
στοιβάζουν τις συμφορές τους,
τις μετράνε πόντο πόντο,
ύστερα τις λησμονούνε.
Ένα αλφαβητάρι κρύβουν κάτω απ το μαξιλάρι
για να μη τους βρει ο θάνατος.

Στο στήθος μου ψάχνουν για σφαίρες
βρίσκουν μία, χτυπάνε τις καμπάνες,
βρίσκουν δύο, λύνονται στα γέλια,
βρίσκουν τρεις, διαπράττουν το τέλειο έγκλημα.
Το σώμα μου ξηλώνουν λες και ψάχνουν για ζεστασιά’
μ’ αγκαλιάζουν, όχι από αγάπη αλλά από πείνα.
Είναι τόσοι πολλοί! Είναι τόσες πολλές!
Σιωπηλοί ξενυχτάνε τα θεωρητικά τους ερείπια.

Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της τα έσκασε το κρύο,
γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί.
Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,
γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,
γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες.
Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες,
γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.
Μακάριος αυτός που έπεσε γιατί σκόνταψε σε μια πέτρα,
αυτή που σκουπίζει τα δάκρυά της μέσα στο πλήθος,
αυτός που έκοψε ένα δάχτυλο στη μηχανή,
γιατί αυτές θα μας φέρουν νερό και κρασί.
Μακάριος ο φούρναρης, μακάρια η μαγείρισσα,
γιατί αυτές θα ταΐσουν τα παιδιά μας.
Μακάρια η μοδίστρα, μακάρια η ράφτρα,
γιατί αυτές θα ζεστάνουν τα κορμιά μας.
Μακάρια η κλέφτρα, μακάριος ο ληστής,
γιατί αυτές θα μοιράσουν δίκαια τον χρόνο.
Μακάρια η γυναίκα που κάνει ορθογραφικά λάθη
γιατί αυτή θα επινοήσει τη νέα γραμματική.
Μακάρια η ποιήτρια που διαβάζει Καίσαρα Βαλιένο,
γιατί αυτή θα γράψει ανθρωπινά ποιήματα.

Κοίτα με, σκόνταψα ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους,
έστυψα τις γροθιές μου στο θάνατο ενός εργάτη.

*Από την συλλογή “Γκρόζνι”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.

Το μητρικό στοιχείο στις «Μητρίδες» του Κωνσταντίνου Καλυμνιού

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ*

Οι «Μητρίδες» είναι η πιο πρόσφατη και ίσως η πιο πολύσημη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Καλυμνιού. Όπως όλα τα έργα του, οι «Μητρίδες» είναι πολύπτυχες, διφορούμενες και συχνά, αντιφατικές. Ως αποτέλεσμα, πλαισιώνουν έναν κύκλο αφήγησης, συνεχίζοντας από τις παλαιότερες συλλογές του, που προέρχονται κυρίως από τις ρήξεις και τις ρωγμές της ιστορικής διαχρονικότητας και την συνύπαρξη διάφορων εποχών. Αυτό το καλειδοσκόπιο εποχών και γλωσσών αποτελεί σημαντικό τμήμα της ποιητικής πραγματικότητάς του.


Ο τίτλος της συλλογής εγείρει προβληματισμούς. Ουσιαστικά, δεν μπορεί κανείς να έχει περισσότερες από μία πατρίδα, όπως δεν μπορεί κανείς να έχει παρά μόνο μία μητέρα. Η «μητρίδα» βέβαια εδώ είναι η θηλυκή εκδοχή της πατρίδας.

Σχεδόν όλα τα ποιήματα της συλλογής αναφέρονται σε μέρη της Ηπείρου, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του ποιητή, όμως ούτε η μητέρα του ούτε ο ίδιος ποιητής έχουν κάποια απτή σχέση με τα περισσότερα από τα αναφερόμενα μέρη, με μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, η πρωταρχική (για να μην πούμε «μητρική») γλώσσα του ποιητή είναι η σαμιακή διάλεκτος της ελληνικής, η οποία καθιστά τη χρήση της ιδιωματικής Ηπειρωτικής στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Ενθύμιον» και στο τελευταίο «Θαυμαστά Φύλα», αξιοσημείωτη.

Επιπλέον, ο όρος «Μητρίδες» είναι παρωχημένος. Αναφέρεται στην Πολιτεία του Πλάτωνος και στα έργα του Ηρόδοτου και του Ιάμβλιχου, αλλά έχει πλέον πέσει εκτός χρήσης. Έτσι, η αναζωογόνηση του όρου συμβαδίζει με τη διαχρονική αντίληψη της ελληνικής γλώσσας που διατηρεί ο Καλυμνιός, ο οποίος προσδίδει σε ολόκληρο το φάσμα ενός λεξιλογίου 3.000 ετών μια αξιοσημείωτη συγχρονικότητα, ανάλογη με τον Ιταλό ποιητή Gabriele D’Annunzio, που αποδίδει μεσαιωνικούς ιταλικούς όρους στη δική του σύγχρονη ιταλική ποίηση. Είναι λοιπόν ο Καλυμνιός κατασκευαστής δικού του γλωσσικού ιδιώματος, με την οποία αρθρώνει μια ελληνο-αυστραλιανή πραγματικότητα;


Αξίζει να ερευνήσουμε και άλλες υποδηλώσεις του όρου, ιδιαίτερα ότι οι «μητρίδες» προέρχονται από τη λέξη «μήτρα». Αντί για μια συλλογή μητρίδων, μήπως αυτό που μας υποχρεώνει ο ποιητής να εξετάσουμε σε αυτή τη συλλογή είναι, μάλλον, μια συλλογή μήτρων ως την απόλυτη αλήθεια; Στο ποίημα «Μητρικό», το οποίο θα μπορούσε να εννοηθεί όχι μόνον ως κάτι που αφορά την μητέρα αλλά και ως κάτι που αφορά τη μήτρα, ο Καλυμνιός βλέπει τη μήτρα ως τόπο όπου οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους: «Λίγο πρίν από τήν πόρτα σου/ ψοφούν οι ανείπωτες λέξεις/πού απουσιάζουν/από τά μεγάλα λεξικά». Επιδιώκει λοιπόν ο Καλυμιός να αποικοδομήσει τη δική του ποιητική, μέσα σε ένα χωνευτήρι που δεν είναι δικό του, αλλά που αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργήσει τη δική του αυτοσυναίσθηση;


Ο Καλυμνιός επιστρέφει στο μοτίβο της μήτρας επανειλημμένως στην ποίησή του, ειδικά σε εκείνα τα (πολλά) ποιήματά του, που έχουν να κάνουν με τη λίμνη Παμβώτιδα των Ιωαννίνων, ένας τόπος που φαίνεται να ασκεί μια παράξενη γοητεία πάνω του και αναλαμβάνει στο έργο του το αρχέτυπο της καθολικής και αρχέγονης μήτρα. Στη «Λίμνη» συγχωνεύει το τοπικό μύθο με τη βιβλική παράδοση, συσχετίζοντας την Κυρά Φροσύνη, την ατυχή παλλακίδα του Αλή Πασά που πνίγηκε στην Παμβώτιδα, με το περπάτημα στην επιφάνειά του, υποστηριζόμενη από τις μαρμάρινες παλάμες των πνιγμένων μαρτύρων.

Ωστόσο, αυτή η απειλητική μητέρα ζαλώνεται «σαβατωμένους πάγους» (μια αναφορά στην παραδοσιακή τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας για την οποία είναι γνωστά τα Ιωάννινα), στον τόπο όπου θα κρατούσε ένα παιδί. Επιπλέον, είναι τα κινητά μας τηλέφωνα που αυτή η αρχέτυπη μητέρα φασκιώνει, και όχι εμάς, όταν μας καλεί δυσοίωνα κοντά της.

Στο ποίημα «Παμβώτις Δ΄», ο Καλυμνιός περιγράφει τη λίμνη Παμβώτιδα ως τραπεζομάντιλο φορτωμένο με γεωμετρικά σχήματα συμβολικά της μήτρας, όπως ένα ισοσκελές τρίγωνο, εξισώνοντας αυτό το «στενό/ σάν τή λήθη,/ αδίστακτο ηφαίστειο,/ μέ τό παράστημα/ του θανάτου». Στα «Κατακάθια,» τοποθετεί τον εαυτό του και τον αναγνώστη, εντός αυτής της μήτρας: «Ανάμεσα/ στά κατακάθια/ της Λίμνης/ κρυβόμαστε κι εμείς…» Εδώ λοιπόν, το αμνιακό υγρό είναι σκοτεινό και θανατηφόρο και ο Καλυμνιός σχολιάζει εύστοχα τον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε (δυσλειτουργικά) να συνδεόμαστε με τη μητρική μας κουλτούρα.
Άλλα υδάτινα σώματα επίσης δίνουν σημαντικό παρόν στη συλλογή.

Η Λαψίστα, είναι ο αντίποδας της Παμβώτιδος-μήτρας, ή ίσως η τελική μορφή της δεύτερης, εφόσον είναι αποξηραμένη. Η Σαγιάδα, στο δυτικότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου ο ποταμός Θύαμις εισρέει στο Ιόνιο Πέλαγος, δεν είναι μόνο ακριτική, αλλά και «μητρίδα», δεδομένου του ότι ο ποταμός Θύαμις δίνει το όνομά του στον χορό Τσάμικο, που οριοθετεί την ηπειρωτική και ελληνική παραδοσιακή ταυτότητα γενικότερα. Επίσης, το στενό της κανάλι είναι επίσης ένας τόπος θνησιγενής. Έτσι, στη «Σάγιαδα», αφαιρούνται όλες οι μορφές παρηγοριάς και στη θέση τους προσφέρονται στον αναγνώστη: «πρόχειρες/ και ιδιοτελείς δικαιολογίες,/ ότι αυτά απαιτούν/ οι πνιγμένες νεραΐδες/του βάλτου».

Αντιθέτως, το θαλασσογραφικό τοπίο του Sorrento, στο ομώνυμο ποίημα, δεν είναι φορτωμένο με κινδύνους, καθιστώντας κάθε προσπάθεια εξορθολογισμού του κόσμου γύρω μας φαινομενική και ηδονιστική, ανεξάρτητα από το αν αναφερόμαστε στις παραδόσεις μας ή στον τόπο των προγόνων μας κατά τη διαδικασία. Μήπως μας χλευάζει ο ποιητής, τον εαυτό του και ολόκληρο τον ποιητικό του κόσμο; Η αξιοσημείωτη απουσία οποιασδήποτε μητρικής εικόνας στο ποίημα αυτό, που μοναδικά τοποθετείται στην Αυστραλία, υπαινίσσεται πολλά.
Οι φροϋδικές πτυχές της ποίησης του Καλυμνιού (οι οποίες είναι γενικά υποσυνείδητες και ενώ είναι εγγενείς σε μια πλήρη κατανόηση της ποιητικής του, δεν έχουν εξεταστεί από μελετητές σε βάθος), προσδίδουν μεγαλύτερη προβολή στη συλλογή αυτή και αξίζουν περισσότερη έρευνα, εφόσον αυτές προσφέρουν μια νέα και σημαντική προοπτική σε οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τη σύγχρονη ελληνο-αυστραλιανή ταυτότητα και την κατασκευή της. Είναι στη μοναδική αντιμετώπιση των φροϋδικών πτυχών του αγώνα οριοθέτησης μιας προσωπικής ταυτότητας για τον καθένα μας, μία διαδικασία που εντείνεται στους Αντίποδες και στην ανάλυση και κατανόηση του καθοριστικού ρόλου που παίζει η συρροή προαιώνιων πολιτιστικών στοιχείων που κληροδοτήθηκαν σε εμάς από εκείνους που μας έφεραν στη ζωή όπου κείτεται η αληθινή αξία και η μοναδικότητα των «Μητρίδων».


Σύμφωνα με το κεντρικό μοτίβο, ο κόσμος των «Μητρίδων» είναι μητριαρχικός, αν όχι φεμινιστικός. Εκτός από λίγες αναφορές σε ορισμένες ιστορικές μορφές που αφορούν την Ήπειρο, οι «Μητρίδες» του Καλυμνιού είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατοικημένες από γυναίκες, από ισχυρές γυναικείες μορφές όπως η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (γράφει στο ποίημα «Ολυμπιάς: «η σκιά σου/ κι ο σκύλος/ των μολοσσών,/ είναι/ οι πιό τραγικές συντροφιές μου…. οι πληγές σου χάνονται/ μαζί μέ τούς κυνόδοντες,/ φωσφορίζοντας/ τα σπήλαια του ύπνου,» η βασίλισσα του μεσαιωνικού Δεσποτάτου της Ηπείρου Θεοδώρα Κομνηνή, η οποία, στο ποίημα «Θεοδώρα Κομνηνή» «ταπεινά κι αγόγγυστα,/ υπηρετ[εί] τ[ήν] θητεί[α] της/ στό κιονόκρανο του θείου», η προγιαγιά του ποιητή Παναγιώ, όπου: «Σέ πήλινους σαρκοφάγους/ ψιθυρίζει/ τήν συζευγμένη της ορφάνια,/ η ενότητα των κύκλων/ πού μαρτυρούν/ τήν ηλικία των πετρωμένων», σε πιο αρχέγονες μορφές όπως η ηπειρωτική Μητέρα Θεά Διώνη, «τίς πιο απόκρυφες/καί ηττημένες ηδονές», της οποίας, «ασβεστώνουν οι ιερομάντεις/ στο εκχύλισμα των θόλων», στο ποίημα, «Μπιζάνι», μυθολογικές μορφές όπως η Κίρκη, οι διαστάσεις της λεκάνης της οποίας μας καλεί ο ποιητής να χρονομετρήσουμε στο ποίημα «Ζαβάλι», η άτυχη Ιώ που προσμένει στο ποίημα «Τελευταίος Ασπασμός»: «Μέσα στό στρίφωμα των σάβανων,/ μέ τά αποφόρια των κατσάβραχων,/ τήν άρνηση της στερήσεως,/ του φουστανελοφόρου νεομάρτυρος Γεωργίου», και σε μια έξυπνη παρεμβολή αντιμαχόμενων θεοτήτων, η Λεβαντίνα θεά Αστάρτη, όπου στο ποίημα «Κυρά Βασιλική»: «Κανένας μοναχός δέν μπορεί/ νά διακρίνει τίς πινακίδες/ στόν χώρο στάθμευσης/ των αντικατεστημένων εγκωμίων/ της Αστάρτης,/ κι ας οσμίζονται αντίστροφά/ οι πέστροφες,/ τήν ανυπακοή τους».

Το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πρόκειται για μια νοθευμένη μητριαρχία που θα πρέπει να αποφύγουμε, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ποιητής τοποθετεί ως επικεφαλής της λατρείας της Αστάρτης, μια ανδροπρεπή Δαλιδά με περούκα, πιθανώς από τα μαλλιά του Σαμψώντος. Αντίθετα, στο ποίημα «Πωγωνιανή», η θηλυκότητα και η μητρότητα, όπως τις αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, τοποθετούνται σε πιο γνώριμο πλαίσιο: «Στά χνούδια/ των σκωροφαγωμένων σεγκουνιών/ ζύγιαζε λοιπόν τά λόγια:/ θυγατέρα, αδελφή, γυναίκα./ Τό βαρύτερο: Μάνα». Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι παραδόσεις, οι μνήμες και τα πολιτισμικά πρότυπα που ο ποιητής επιχειρεί να αιτιολογήσει μεταδίδονται συνήθως μέσω της μητριαρχίας.
Οι «Μητρίδες» είναι ένα περίπλοκο, λαβυρινθώδες έργο που περιβάλλει τον αναγνώστη απαλά και δελεαστικά, αρχικά, μόνο για να εξελιχθεί σε μια περιπέτεια με συγκινήσεις, φοβίες και αβεβαιότητες τύπου Κάφκα, απειλώντας ανά πάσα στιγμή να εκτροχιάσει τόσο τον αναγνώστη όσο και τον ποιητή τον ίδιο, κάθε φορά που η συλλογή συστρέφεται ή αντιστρέφεται στον εαυτό της. Αλλά ποτέ δεν το κάνει, διότι το έργο είναι συγκροτημένο και η περιπέτεια άψογα σκηνοθετημένη. Είτε ο αναγνώστης έχει επιλέξει να αποκωδικοποιήσει τη σημασία του τεράστιου αριθμού των διακειμενικών παραπομπών στην Ηπειρωτική μυθολογία, την ιστορία και τη λογοτεχνία, ή να ανακαλύψει στους στίχους των ποιημάτων, αναφορές στο δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή μουσική παράδοση είτε παραδοθεί τελείως στην ειρωνεία και στα λογοπαίγνια του ποιητή, ο έξυπνος τρόπος με τον οποίο κάθε ποίημα έχει δημιουργηθεί και επίσης έχει τοποθετηθεί στο σύνολο του έργου, επιτρέπει στον αναγνώστη να ρυθμίσει τον διείσδυση του σε αυτό, λαμβάνοντας υπόψη του τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ταυτότητας που τίθενται σε αυτό το άκρως προσωπικό έργο.


Στο τελικό ποίημα, κάποια επίλυση των ζητημάτων που απασχολούν το έργο επιτυγχάνεται μέσω του ποιητή που συλλαμβάνει τους φόβους μας για τη ρευστότητα, υπονοώντας ότι ολόκληρη η κληρονομιά των προγόνων μας μπορεί να πετρωθεί από τους απογόνους τους. Ίσως να έχει δίκιο. Όμως, όπως δηλώνει, δεν γνωρίζουμε πού βρίσκονται τα πετρώματα αυτά. Η έμμεση αναφορά εδώ στη γέννηση του Δία και την απάτη του Κρόνου, από τη μητριάρχη Ρέα έχει σημασία….


*Ο Γιώργος Μουρατίδης είναι φιλόλογος στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης.


**Η ποιητική συλλογή «Μητρίδες» του Κωνσταντίνου Καλυμνιού θα παρουσιαστεί την Κυριακή, 9 Ιουλίου και ώρα 3μμ, στον ημιώροφο του Ελληνικού Κέντρου, 168 Lonsdale Street, Melbourne, από τον καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Σίδνεϊ, Βρασίδα Καραλή.

Χρίστος Λάσκαρης, Αντίσταση

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μάριος Τόκας & Φώντας Λάδης, Το φεγγάρι
(τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Άρες, μάρες, κουκουνάρες (παιδικά τραγούδια, 1978))

Αντίσταση

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.

Τη μέρα αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.

Και τα μεσάνυχτα,
που εξαντλείται ο θάνατος,
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό

για λίγο παιδικό φεγγάρι.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χρίστος Λάσκαρης: Ποιήματα, 1965-1978 (1979)

Πηγή: ανθολογία Η δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά (1950-1970) του Ανέστη Ευαγγέλου (εκδ. Παρατηρητής, 1994)

View original post

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Αντίσταση

Μη μας πάρουν την ψυχή
οι οθόνες
οι υποσχέσεις για ευδαιμονία
οι άδειες ειδήσεις
τα περιτυλίγματα
οι γνωστές διαδρομές.
Μην αλώσουν την ψυχή μας
οι στρατιές
οι κατασκευασμένοι εχθροί
οι μονόλογοι των αρπακτικών
ο φόβος του άλλου
η ασφάλεια της παραίτησης.

***

Μονόλογος

Σιωπηλός παρέα μ’ ένα ποτήρι κρασί.
Μεσημέρι,
στα διπλανά τραπέζια
απορροφημένοι οι θαμώνες
στις κουβέντες τους.
Μονολόγησες:
“Μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν.
Μου αρνήθηκαν την αγάπη.
Ξέρεις τι είναι να μην έχεις ένα χέρι να σ’ αγγίξει
να νιώσεις τη ζεστασιά;”
Σ’ έπιασε το παράπονο
ήπιες λίγο και ξαναείπες:
“μ’ έκλεισαν στην αντίπερα όχθη χωρίς να με ρωτήσουν”.

***

Το βρέφος

Κρατώ
ένα βρέφος στο δεξί μου χέρι.
Ξαφνικά
σαν αέρας
σαν χέλι μου γλιστρά
κατά κάτω
προς το βάραθρο.
Πετρωμένη η μητερα
με κοιτάζει
από το χάσμα.
Προτού με πλημμυρίσουν
οι κραυγές
απλώνω το άλλο μου χέρι
δένω το βρέφος στο κορμί μου.
Η ψυχή μου γαληνεύει.

***

Μονοπάτι

Φορτίο βαρύ.
Πόσο θ’ αντέξω;
Ανοίγω μονοπάτι
για την πόλη των ιδεών.
Θα τα καταφέρω;
Ωστόσο η προσπάθεια
δίνει νόημα στο παρόν.

***

Δραπέτης

Και θα σβήσω
σαν τα ίχνη κιμωλίας στον πίνακα.
Με περιτριγυρίζουν σκιές.
Θ’ αφεθώ στης φαντασίας το κάλεσμα
δραπέτης
πολιτείας αιχμάλωτης.

*Από τη συλλογή “μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.