Ιδού ένας μακρύς και σιωπηλός δρόμος.
Περπατώ μέσα στη μαυρίλα και σκοντάφτω και πέφτω
και σηκώνομαι, και περπατώ στα τυφλά, τα πόδια μου
τσαλαπατούν τις σιωπηλές πέτρες και τα ξερά φύλλα.
Κάποιος πίσω μου επίσης τσαλαπατά, πέτρες, φύλλα:
εάν επιβραδύνω, επιβραδύνει κι αυτός
εάν τρέξω, τρέχει γυρνάω: κανένας.
Τα πάντα σκοτεινά και άθυρα,
μόνο τα βήματά μου με αναγνωρίζουν,
Στρίβω και στρίβω μέσα απ’ τις γωνίες
που οδηγούν παντοτινά στον δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, κανένας δεν μ’ ακολουθεί,
όπου κυνηγώ έναν άντρα που σκοντάφτει
και σηκώνεται και λέει όταν με βλέπει: κανένας.
*Μετάφραση: Κώστας Δρουγαλάς. Από το περιοδικό “Ένεκεν”.
Θα βάλω τη μάνα μου
να μου σιδερώσει
το μαύρο μπουφάν,
εκείνο που φορούσες
ένα διάστημα
όταν πήγαινες στη δουλειά
(τότε σε ήθελαν στην τρίχα,
τώρα δε σε θέλουν καθόλου),
θα φορέσω από μέσα μια κουκούλα
«ΑΣΙΞ ΤΖΕΛΕΒΕΪΤΟΡ»,
θα πάρω και το σιδηρολοστό
(άχρηστο πια για την κιθάρα…)
και στο Τέννις, στη Λεωφόρο
Αλεξάνδρας, στα οδοφράγματα
θα τρέξω,
έτσι, χωρίς ιδεολογία,
χωρίς εχθρό,
με σκέτη οργή,
με μια εικόνα μόνο
στο κεφάλι μου,
αυτή που με στοιχειώνει
απ’ όταν έφυγα
για τελευταία φορά
απ’ το σταθμό του Η.,
το κοριτσάκι
που θα έχει τα μαλλιά της
και θα κλαίει απ’ τα μάτια μας
(ναι, τα μάτια μας),
μέσα από τους καμένους
κάδους και τις πέτρες,
μέσα από τα σπασμένα τζάμια
του Α.Τ. Σαρόκου
και τα πυρπολημένα αυτοκίνητα,
μέσα στα δακρυγόνα
και τις μολότωφ,
θα ζωγραφίζει με τη στάχτη
και τα δάκρυα
τα ΜΑΤ να με χτυπάνε
στο κεφάλι
χωρίς οίκτο
και θα φωνάζει τ’ όνομά μου
(ούτε «μπαμπά», ούτε «δάσκαλε»),
την ώρα που θ’ αφήνω την πνοή μου
πάνω στα πεζοδρόμια
που -έφηβος-
μέσα από τα μάτια σου
αγάπησα.
9.12.08
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.
Κοινωνική, πολιτική αποσύνθεση
αφού βλέπω αυτό που βλέπεις
και αναπνέω αυτό που αναπνέεις
γιατί να είμαι εγώ ο σκλάβος και ’συ ο αφέντης;
Νικοτίνη, ναρκωτικά, κινούμενα θέατρα του παραλόγου
χαμένες ελπίδες, χαμένα όνειρα της Κατερίνας Γώγου
ειρωνικά χαμόγελα πίσω από μάσκες οξυγόνου
συγκρούσεις, πολιτικά σκάνδαλα είναι χάσιμο χρόνου.
Μην γίνεσαι αυτό που δεν σ’ εκφράζει
η ζωγραφιά της μάχης δεν αλλάζει.
ΕΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ, ΤΟΤΕ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΕΞΟΥΣΙΑΣΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ;
Δεν γνωρίζω πόσα πολλά ζευγάρια μάτια
που κοίταζαν προς τον ουρανό
ένα αυγουστιάτικο πρωινό της εναέριας υπεροχής των ΗΠΑ
σήκωσαν το βλέμμα τους
σε κείνο το σημείο
όπου η ιστορία άλλαξε στην πυρηνική εποχή
Το να βλέπεις την ιστορία
με μια τύφλα
ίδια μ’ αυτή του Αϊνστάιν και των πολιτικών
είναι κάτι που πρέπει να σε απασχολήσει…
Κάποιοι με τα νώτα τους στραμμένα στη ΒΟΜΒΑ
άφησαν τις σκιές τους πάνω
στο μπετόν που τους προστάτευε από
τις λάμψεις του μυαλού του Αϊνστάιν.
Και τόσοι πολλοί τουρίστες,
αν και βλέπουν εκείνες τις σκιές ν’ αχρηστεύουν το μέλλον τους,
δεν ριζοσπαστικοποιούνται
καταστρέφοντας τη ρίζα της Κυβέρνησης,
αρνούμενοι να πληρώσουν φόρους και
μεταδίδοντας ότι
με τη μη-βία καταστρέφεται
ο πατριωτισμός
και ότι ο εθνικισμός είναι
ακόμα περισσότερο ανήμπορος για
κείνους που έζησαν τη
Χιροσίμα να θρηνεί στο σκοτάδι…
ΩΣ ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ ΔΕΝ ΕΣΤΕΙΛΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ…
Η Δημοκρατία είναι μαζοχιστική
μιας και η Κυβέρνηση είναι περιττή
Απαλλαγείτε από το περιπό
και είστε ελεύθεροι απ’ αυτό που
σας ζορίζει να ψηφίσετε
… είτε το θέλετε είτε όχι
… Απαλλαγείτε από την Κυβέρνηση
και θα ξεφύγετε απ’ τους τραπεζίτες
και το έλλειμμα θα καταστραφεί,
αντί να κυνηγάτε μια δουλειά…
Ίσως
οι μαύροι είναι περισσότερο κερδισμένοι(;):
δεν είναι αναγκασμένοι να υπομένουν
μια αστυνομική προστασία
που ποτέ δεν έχουν…
*Γεννημένος στο Σικάγο (1925), ο Joffre Stewart αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ποιητική σκηνή των ΗΠΑ, καθώς με τον αδάμαστο χαρακτήρα και την ελεύθερη φωνή του αποτέλεσε σημαντική επιρροή για πολλούς νεώτερούς του ποιητές. Με έντονη δράση στα κοινωνικά πράγματα, ενεργός στο αντιπολεμικό κίνημα, άθεος, ο Stewart είναι γνωστός για την πολυσήμαντη συμμετοχή του στο αναρχικό κίνημα της βορείου Αμερικής και την ενεργοποίησή του με τους IWW. Αποποιούμενος την υπηκοότητά του το 1950, ο Stewart έχει συλληφθεί κυριολεκτικά δεκάδες φορές, για το χρώμα του, για παραβάσεις των νόμων περί στράτευσης, για τη δράση του στα πλαίσια του κινήματος ειρήνης και υπέρ των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
**Από το βιβλίο του Γιώργου Μπουρλή “Αμερικανοί ποιητέες και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια. Οκτώβρης 2013.
Απαγόρευσαν τα παιδιά να τραγουδούν
Τους πεθαμένους να χαμογελούν
Απαγόρευσαν τα πληγωμένα άλογα
Να ερωτεύονται τη σελήνη
Τους σακάτηδες να έχουν δεκανίκια
Με τ’ αναμμένα μάτια τους
Πυρπόλησαν και το μικρότερο χορτάρι
Έφραξαν τέλος όλους τους φεγγίτες
Από τη συλλογή Δέκα ποιήματα της οργής και του χρέους (1986) του Τάκη Βαρβιτσιώτη
Δεν έχω τίποτα να προτείνω, είμαι απλώς ένα πρωτόκολλο
η ζωή μου, ενδεκασύλλαβη και σχοινοτενής,
χωρίς μαχαίρι και κουτάλι, μα με τα μάτια δεκατέσσερα,
δε συμφωνεί ούτε σε γένος ούτε σε αριθμό
μ’ όσα γράφουν οι εφημερίδες, μ’ όσα ψιθυρίζουν οι εραστές.
Κρυώνει από θάνατο η ζωή μου -πώς ορθώνεται κι αγροικά!-
καθώς απομακρύνονται με τα κόκαλά τους υπό μάλης
το αλέτρι και το άλογο, η μάνα και οι εννιά της μήνες
μαζεύει τα χρόνια της, τον Μαρξ και τον Ένγκελς της,
ετοιμάζεται για την ξεροκαιριά, το θάνατο του σκύλου.
Λέω στον εαυτό μου, κουράγιο, μην απελπίζεσαι,
θα ’ρθουν σύντομα οι σύντροφοι,
θα ’ρθει η εποχή της σβάρνας και του δρεπανιού,
στ’ όνομα της ταξικής πάλης θα βαδίσουν τα τουφέκια,
κι οι προλετάριοι θα εκδικηθούν την ευτυχία,
το θριαμβευτικό πέρα δώθε των εμπόρων.
Δεν είμαι υγιής, στο σώμα μου κηρύσσεται κάθε μέρα
κι από μια πτώχευση, φθείρονται οι χόνδροι, οι αρθρώσεις
κοστίζει το χοντρό άντερο κι η μελάνη,
κοστίζει η τσάκιση στο γιακά, το δαχτυλικό αποτύπωμα.
Αυτή ακριβώς είναι η φτώχεια μου,
οι μικροί εγωισμοί που κρύβει μεσα της,
οι ανθρώπινες εκτάσεις της, μια συμφωνία σε σι ύφεση.
Με κομματιάζει η φτώχεια μου, τεντώνει τις αποστάσεις μου,
-ποτέ δεν είχε το σχοινί τόσους κόμπους-
κομματιάζει την αριθμητική μου σε πραγματικούς αριθμούς,
το εγώ μου σε αμφιβολίες, τις αμφιβολίες μου σε ζύγια.
Δυο πατρίδες έχει η φτώχεια μου, μία στο βορρά, μία στο νότο
στο βορρά όσες πεινούν κρύβουν ένα μαχαίρι κάτω απ’ το μαξιλάρι τους,
στο νότο όσες κοιμούνται στο δρόμο ονειρεύονται μια πόλη δίχως δρόμους.
(Εχουν αργήσει οι σύντροφοι, κρύωσε το φαγητό στο τραπέζι.)
Η ευτυχία, αυτό το ατάλαντο φωτομοντέλο, τα πρωινά
παρουσιάζει συνταγές για όλα τα βαλάντια.
*Από την συλλογή “Γκρόζνι”, εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.
Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγγους το γυαλιστερό σου πριόνι
Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο
Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό
Άφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε
Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ’πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σμπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου
Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα.
Το χέρι που καρτερώ είναι η πυρά μου
Είμαι το πιο γρήγορο άλογο
Μαύρο όπως η ανατολή
Πορφυρίζω Παρθενώνες
Συλλέγω γραμματόσημα “πόσο κάνει αυτό;”
ή “ποιος ρωτάει;”
Η απάντηση δεν έρχεται ποτέ από το κούνημα της ουράς.
*Από το “Ένεκεν”, τεύχος Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2015.
195 Bank St., South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)
Poetic inspirations @ Emerald
Every first Saturday of the second month
Reading dates through out 2017 are as follows:
7 October, 2 December
(always 11.45am -1.45pm)
For more information:
– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342 – Emerald Library and Heritage Centre Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416
*The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.
Στα ΚΤΕΛ τις Κυριακές
συναντάς τις κινητές νευρώσεις της Δευτέρας
να καταφτάνουν με το τελευταίο
σέρνοντας βαλίτσες με ροδάκια
που αν κάνουν το λάθος και σπάοουν
μαύρο φίδι που μας έφαγε όλους
-πόσο σπουδαίοι μοιάζουν τέτοιες στιγμές οι ταξιτζήδες.
Παραπέρα,
φαντάροι που ετοιμάζονται να γυρίσουν στην παράνοια
τσεκάρουν αν έχουν τ’ απαραίτητα για να αντέξουν.
Τάπερ καταφτάνουν από την επαρχία
για φοιτητές που δεν έμαθαν να τρώνε άλλο από το φαγητό της μαμάς.
Τα ερωτευμένα ζευγάρια
λείπουν τις Κυριακές το βράδυ από τα ΚΤΕΛ,
αυτών οι αποχαιρετισμοί
γίνονται πάντα ξημερώματα Δευτέρας.
Στα σκοτεινά, το τελευταίο τσιγάρο αφήνεται μισό,
ποδοπατιέται βιαίως
από μια σκιά που έμεινε να ξεροσταλιάζει
περιμένοντας κάποια που δεν ξεκίνησε ποτέ να ρθει.
Στα ΚΤΕΛ τις Κυριακές
όταν απομακρύνονται οι σκιές
μαζεύω προσεκτικά εκείνα τα ημιτελή τσιγάρα
και κάνω μια προσευχή
για όλες τις τζούρες
που δεν κατέληξαν ποτέ σε ουρανίσκο.
*Δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος (Νο 17, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2017) του περιοδικού “Τεφλόν”.